HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Greek Dictionary
CEFR Level
C1

Greek — Advanced Vocabulary

2,000 words

Can understand a wide range of demanding, longer texts, and recognize implicit meaning.

# Word Type IPA Definition
1 σύμπαντος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈsim.ban.dos/ γενική ενικού του σύμπαν.
2 χρονιάς Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈxɾo.ɲas/ genitive feminine singular of χρόνιος (chrónios).
3 σηκωθείς Ρήμα θα σηκωθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνομαι.
4 ακουστεί Ρήμα θα ακουστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακούγομαι.
5 ανέβηκε Ρήμα /aˈne.vi.ce/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω.
6 συλληφθεί Ρήμα /si.liˈfθi/ θα συλληφθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνομαι.
7 επιθυμίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθυμία.
8 πετρέλαιο Ουσιαστικό /peˈtɾe.le.o/ παχύρρευστο, μαύρο, βαθύ καφετί ή πρασινωπό υγρό ορυκτό καύσιμο που αποτελείται κυρίως από υδρογονάνθρακες.
9 μουσικής Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του μουσική.
10 πλυντήριο Ουσιαστικό η διαδικασία νομιμοποίησης χρημάτων ή αντικειμένων που αποκτήθηκαν με παράνομο τρόπο.
11 βούτυρο Ουσιαστικό /ˈvu.ti.ɾo/ λιπαρό τρόφιμο με υπόλευκο ή κίτρινο χρώμα που γίνεται από το γάλα ή ορισμένα φυτά κι έχει μαγειρική ζαχαροπλαστική χρήσ…
12 ενόχληση Ουσιαστικό /eˈnoxlisi/ αίσθημα δυσφορίας, δυσανασχέτησης, πόνου κ.λπ. που αισθάνεται κάποιος.
13 προειδοποίησα Ρήμα /pɾo.i.ðoˈpi.i.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προειδοποιώ.
14 αναγνωρίσει Ρήμα /a.na.ɣnoˈɾi.si/ θα αναγνωρίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναγνωρίζω.
15 φεστιβάλ Ουσιαστικό /fe.stiˈval/ σειρά από καλλιτεχνικές εκδηλώσεις πανηγυρικού ή διαγωνιστικού χαρακτήρα που οργανώνονται κάθε χρόνο στους ίδιους χώρους…
16 στρατιωτικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του στρατιωτικός.
17 κυκλοφορίας Ουσιαστικό γενική ενικού του κυκλοφορία.
18 άνεμο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του άνεμος.
19 παρών Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο /paˈɾon/ τύπος ελαφρού πλοίου.
20 απομόνωση Ουσιαστικό ειδικός χώρος σε φυλακή όπου οδηγούνται οι κρατούμενοι σε περίπτωση πειθαρχικού παραπτώματος και μένουν εκεί μόνοι, χωρί…
21 καταστρέψουν Ρήμα θα καταστρέψουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταστρέφω.
22 αισθητήρες Ουσιαστικό nominative/accusative/vocative plural of αισθητήρας (aisthitíras).
23 διαφορετικοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφορετικός.
24 αγαπημένα Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίρρημα /aɣapiˈmena/ με στοργή, χωρίς αντιπαραθέσεις.
25 παίκτης Ουσιαστικό αυτός που παίζει μουσικό όργανο, που παράγει μουσική με αυτό.
26 μενού Ουσιαστικό ο κατάλογος των ενεργειών ή των εργασιών που μπορεί να επιλέξει να γίνουν κάποιος χρήστης υπολογιστικού συστήματος (υπολ…
27 περιοδικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /pe.ri.o.ði.ˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοδικό.
28 άθλιο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άθλιος.
29 καθαρίσεις Ρήμα θα καθαρίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθαρίζω.
30 ιατρείο Ουσιαστικό /i.aˈtɾi.o/ εξωτερικά ιατρεία: ο χώρος σε ένα νοσοκομείο όπου εξετάζονται εξωτερικοί ασθενείς καθώς και η αντίστοιχη υπηρεσία.
31 καθαρίσουμε Ρήμα θα καθαρίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθαρίζω.
32 αποκάλυψη Ουσιαστικό /a.poˈka.li.psi/ το τελευταίο βιβλίο της Βίβλου, που αποτελείται από είκοσι δύο κεφάλαια, το οποίο λέει για το τέλος του χρόνου και την κ…
33 γραφτό Ουσιαστικό, Επίθετο το πεπρωμένο.
34 κοιμήθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι.
35 υποσχέσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόσχεση.
36 ου Ουσιαστικό, Επίρρημα, Επιφώνημα, Άρθρο /u/ πολύ, αμέ!.
37 επιστρέφουμε Ρήμα /e.piˈstɾe.fu.me/
38 αδύναμη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδύναμος.
39 αντίγραφα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίγραφο.
40 βράχο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του βράχος.
41 αίτημα Ουσιαστικό /ˈe.ti.ma/ κάτι το οποίο ζητά ή απαιτεί επίσημα κάποιος να γίνει ή να πραγματοποιηθεί.
42 ασχοληθώ Ρήμα θα ασχοληθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ασχολούμαι.
43 γοητεία Ουσιαστικό /ɣo.iˈti.a/ η ιδιαίτερη δύναμη που έχει η ακτινοβολία και η χάρη της ομορφιάς ενός προσώπου και η έλξη που προκαλεί.
44 θεά Ουσιαστικό /θeˈa/ η ευρεία εικόνα από μακριά ενός φυσικού τοπίου, μιας πόλης κ.λπ.
45 πάπια Ουσιαστικό δοχείο που χρησιμοποιείται κυρίως στα νοσοκομεία για την ούρηση των κατάκοιτων ασθενών.
46 συνδέονται Ρήμα γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του συνδέομαι.
47 σερβιτόρα Ουσιαστικό αυτή που σερβίρει φαγητό και ποτά στους πελάτες σε εστιατόριο, καφενείο κλπ.
48 δείξτε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δείχνω.
49 εφιάλτη Ουσιαστικό genitive/accusative/vocative singular of εφιάλτης (efiáltis).
50 τόσοι Επίθετο, Αντωνυμία /ˈtosi/ nominative masculine plural of τόσος (tósos).
51 δεσποινίδα Ουσιαστικό μορφή με νεότερη κατάληξη του δεσποινίς.
52 φράση Ουσιαστικό στερεότυπος συνδυασμός λέξεων που χρησιμοποιούνται ευρέως με διαφορετική σημασία από αυτή που κανονικά έχουν· έκφραση ή…
53 δημοφιλής Επίθετο που τον αγαπά πολύ ο κόσμος.
54 ρις Ουσιαστικό μονοτονική γραφή του ῥίς, στην καθαρεύουσα και ρίς: το όργανο της όσφρησης η μύτη.
55 στρώμα Ουσιαστικό /ˈstɾo.ma/ οτιδήποτε απλώνεται (συνήθως οριζόντια) σε διάφορα πάχη, πάνω ή κάτω από μια άλλη (ίσως και παρόμοια, όχι όμως ίδια) μορ…
56 Ήσυχος Ουσιαστικό, Επίθετο αυτός που δεν κάνει φασαρία ή θόρυβο.
57 κύκλος Ουσιαστικό /ˈci.klos/ ο γεωμετρικός τόπος των σημείων που απέχουν συγκεκριμένη απόσταση από ένα άλλο σημείο.
58 ανδρών Ουσιαστικό /anˈðɾon/ γενική πληθυντικού του άνδρας.
59 ταινίας Ουσιαστικό γενική ενικού του ταινία.
60 αξιωματικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αξιωματικός.
61 αρνούμαι Ρήμα /aɾˈnu.me/ δεν αποδέχομαι ότι κάτι είναι αληθινό.
62 ελάχιστα Επίθετο, Επίρρημα /eˈla.çi.sta/ nominative/accusative/vocative neuter plural of ελάχιστος (eláchistos), the absolute superlative degree of λίγος (lígos).
63 άσυλο Ουσιαστικό /ˈa.si.lo/ οποιοσδήποτε χώρος που χαίρει κάποιας προστασίας απέναντι στην πολιτεία.
64 δεκαπέντε Ουσιαστικό, Επίθετο /ðe.kaˈpen.de/ απόλυτο αριθμητικό (15)· έπεται του δεκατέσσερα (14) και προηγείται του δεκαέξι (16)· με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβή…
65 γελάει Ρήμα
66 γυαλί Ουσιαστικό /ʝaˈli/ στερεό, διάφανο ή ημιδιάφανο υλικό που παρασκευάζεται από λιωμένη άμμο και ένα μείγμα κυρίως από πυρίτιο, οξείδιο του ασ…
67 δάγκωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δαγκώνω.
68 μεγάλωσες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω.
69 τρέξω Ρήμα θα τρέξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρέχω.
70 λευκά Ουσιαστικό, Επίθετο /lefˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκό.
71 φιλήσεις Ρήμα θα φιλήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φιλώ.
72 μπαμ Ουσιαστικό, Επιφώνημα ο παραπάνω ήχος.
73 καταφέρνω Ρήμα /ka.taˈfeɾ.no/ κατορθώνω να πετύχω κάτι.
74 πλάνο Ουσιαστικό /ˈpla.nos/ προγραμματισμός ενεργειών, που αναλύει έναν ευρύτερο στόχο στα επιμέρους στάδια της.
75 απήγαγαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απάγω.
76 αρκετός Επίθετο αυτός που αρκεί.
77 διάλεξα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγω.
78 π.μ. Ουσιαστικό, Επίρρημα, Φράση abbreviation of προ μεσημβρίας (pro mesimvrías) (ante meridiem).
79 εταιρείες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εταιρεία.
80 κρατήσετε Ρήμα θα κρατήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρατώ.
81 σοβαρολογώ Ρήμα /sovaɾoloˈɣo/ μιλώ σοβαρά.
82 ντο Ουσιαστικό /do/ μουσική νότα, C (στην ηλεκτρονική μουσική και σε ελληνικό κείμενο), το όνομα της νότας ντο προήλθε από λατινικό χριστιαν…
83 αδιέξοδο Ουσιαστικό, Επίθετο τυφλός δρόμος που δεν έχει διέξοδο προς κάποιον άλλον.
84 πέτυχα Ρήμα /ˈpe.ti.xa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω.
85 πείνας Ουσιαστικό /ˈpi.nas/ γενική ενικού του πείνα.
86 διάβασμα Ουσιαστικό /ˈðʝa.va.zma/ η ανάγνωση.
87 μεγαλύτερες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλύτερη.
88 ληστές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστής.
89 αποκλειστικά Επίθετο, Επίρρημα κατ’ αποκλειστικό τρόπο, κατ’ αποκλειστικότητα.
90 συμβάν Ουσιαστικό /siɱˈvan/ το περιστατικό, το γεγονός.
91 συγχώρεσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ.
92 παραισθήσεις Ουσιαστικό /[parɛsˈθisis]/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραίσθηση.
93 απέγινε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογίνομαι.
94 κερί Ουσιαστικό /cerˈri/ επίμηκες κυλινδρικό αντικείμενο από κερί (ή παραφίνη) που έχει ενσωματωμένο ένα νήμα (φιτίλι) και χρησιμεύει ως πηγή φωτ…
95 διάφορες Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφορά.
96 ελευθερίας Ουσιαστικό γενική ενικού του ελευθερία.
97 λάστιχο Ουσιαστικό /ˈla.sti.xo/ σωληνοειδές αντικείμενο που χρησιμοποιείται στη μεταφορά νερού και χρησιμοποιείται κυρίως για πότισμα ή πλύσιμο.
98 άνθρωπε Ουσιαστικό κλητική ενικού του άνθρωπος.
99 σύσκεψη Ουσιαστικό /ˈsi.sce.psi/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συσκέπτομαι.
100 συμφωνήσει Ρήμα θα συμφωνήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμφωνώ.
101 πατ Ουσιαστικό /pat/ η περίπτωση που ένας παίκτης δεν διαθέτει καμία νόμιμη κίνηση αλλά ο βασιλιάς του δεν απειλείται (σαχ). Έτσι, ενώ στο μα…
102 μαθαίνει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μαθαίνω.
103 χριστουγεννιάτικο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χριστουγεννιάτικος.
104 μετανιώσεις Ρήμα θα μετανιώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μετανιώνω.
105 χάσατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω.
106 γιαγιάς Ουσιαστικό ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Γιαγιά).
107 ομολογήσω Ρήμα θα ομολογήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ομολογώ.
108 φρουρούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του φρουρός.
109 χαρεί Ρήμα θα χαρεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χαίρομαι.
110 πλησιάσει Ρήμα θα πλησιάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πλησιάζω.
111 διαβεβαιώνω Ρήμα /ði̯a.ve.veˈo.no/ δίνω σε κάποιον κατηγορηματική υπόσχεση, διαβεβαίωση, για κάτι το μελλοντικό.
112 επαγγελματίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαγγελματίας.
113 πτήσης Ουσιαστικό γενική ενικού του πτήση.
114 απόψεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άποψη.
115 ξαναβλέπω Ρήμα κοιτάζω κάτι για δεύτερη φορά, εκ νέου.
116 έπαιξε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίζω.
117 κρυμμένο Ρήμα /kriˈmeno/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κρυμμένος.
118 βόρειο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βόρειος.
119 αποδείξουμε Ρήμα θα αποδείξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποδεικνύω.
120 νεκρά Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νεκρός.
121 ενήλικες Ουσιαστικό, Επίθετο nominative/accusative/vocative plural of ενήλικας (enílikas).
122 κολλάει Ρήμα /koˈla.i/ γ’ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος κολλώ / κολλάω.
123 δάσκαλο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του δάσκαλος.
124 δίκαιη Επίθετο nominative feminine singular of δίκαιος (díkaios).
125 τίγρη Ουσιαστικό σαρκοφάγο θηλαστικό ζώο που ανήκει στην οικογένεια των αιλουροειδών. Διακρίνεται από την έντονη καφεκίτρινη απόχρωση του…
126 μπάρμαν Ουσιαστικό /ˈbaɾ.man/ αυτός που δουλεύει σε μπαρ/που φτιάχνει ποτά σε ένα μπαρ.
127 σηκώσω Ρήμα θα σηκώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνω.
128 ασχολούμαι Ρήμα /a.sxoˈlu.me/ καταγίνομαι σε κάτι.
129 αίτιας Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του αιτία.
130 κάτσουμε Ρήμα θα κάτσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι.
131 ποίημα Ουσιαστικό /ˈpi.i.ma/ είδος λογοτεχνικού έργου που αποτελείται από στίχους και συνήθως έχει ρυθμό.
132 επαγγελματικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επαγγελματικός.
133 σημαντικές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαντική.
134 μόδα Ουσιαστικό /ˈmo.ða/ τάση σχετική με το ντύσιμο ή γενικά την εξωτερική εμφάνιση που υιοθετείται ευρύτατα για κάποιο χρονικό διάστημα.
135 πόντους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του πόντος.
136 σύνδρομο Ουσιαστικό /ˈsin.ðɾo.mo/ αναγνωρίσιμο σύνολο συμπτωμάτων και διαταραχών.
137 τοπικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τοπικός.
138 λιοντάρι Ουσιαστικό /ʎon.ˈda.ɾi/ σαρκοφάγο θηλαστικό ζώο του είδους Panthera leo που ανήκει στην οικογένεια των Αιλουροειδών με εξαιρετική δύναμη κι ευελ…
139 σπέρμα Ουσιαστικό /ˈspeɾ.ma/ το υγρό που εκκρίνεται από τους αδένες του ανδρικού γεννητικού συστήματος και στο οποίο τα σπερματοζωάρια που περιέχοντα…
140 κοινά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοινός.
141 απαλά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλό.
142 σκι Ουσιαστικό /sci/ το αντίστοιχο άθλημα στη θάλασσα, κατά το οποίο ο αθλούμενος σύρεται με πέδιλα στην επιφάνεια της θάλασσας από ταχύπλοο…
143 επιστρέψετε Ρήμα θα επιστρέψετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιστρέφω.
144 παράνομα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα παρατσούκλι, παρανόμι.
145 χάουζ Ουσιαστικό είδος ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής.
146 δικαιολογίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιολογία.
147 πλησίασε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλησιάζω.
148 χάρτης Ουσιαστικό /ˈxar.tis/ γεωγραφική απεικόνιση της γης, ή ευρύτερου τόπου, πάνω σε χαρτί.
149 παράτησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατώ.
150 συζητήσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζητώ.
151 μπακ Ουσιαστικό ποδοσφαιριστής που παίζει στην άμυνα.
152 ήσαστε Ρήμα /ˈisaste/ β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του είμαι.
153 ταμείο Ουσιαστικό /ta.ˈmi.o/ συρτάρι ή κουτί (με ειδική διαρρύθμιση), όπου φυλάγονται τα χρήματα από τις εισπράξεις.
154 ευκολότερο Επίθετο /ef.koˈlo.te.ɾo/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευκολότερος.
155 πούλησα Ρήμα /ˈpu.li.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλάω.
156 αποσκευές Ουσιαστικό /a.po.sceˈves/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκευή.
157 τραβήξεις Ρήμα θα τραβήξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τραβώ.
158 θετική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θετικός.
159 κατέβω Ρήμα θα κατέβω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατεβαίνω.
160 άγιος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈa.ʝi.os/ που έχει ζήσει τη ζωή του σύμφωνα με τις οδηγίες της θρησκείας του.
161 τρέξεις Ρήμα θα τρέξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρέχω.
162 παρουσιάζει Ρήμα /pa.ɾu.siˈa.zi/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παρουσιάζω.
163 υποβρύχιο Ουσιαστικό, Επίθετο γλυκό βανίλια ή μαστίχα, που σερβίρεται σε κουτάλι βυθισμένο στο νερό, σε ψηλό ποτήρι.
164 μάρκα Ουσιαστικό /ˈmaɾ.ka/ σημάδι που επιτρέπει την άμεση αναγνώριση των προϊόντων κάποιας εμπορικής εταιρείας, συνήθως βιομηχανικής.
165 εραστής Ουσιαστικό /e.ɾaˈstis/ που διατηρεί παράνομες ή ανεπίσημες σχέσεις με κάποιο άτομο.
166 βιβλίου Ουσιαστικό γενική ενικού του βιβλίο.
167 ανοησία Ουσιαστικό /a.no.iˈsi.a/ η έλλειψη νου, εξυπνάδας, ορθής σκέψης, η βλακεία.
168 αυτοκράτορα Ουσιαστικό accusative singular of αυτοκράτορας (aftokrátoras).
169 επικοινωνήσω Ρήμα θα επικοινωνήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επικοινωνώ.
170 ίσια Επίθετο, Επίρρημα /ˈi.sça/ straightforwardly.
171 θυμάτων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του θύμα.
172 αλληλογραφία Ουσιαστικό η ανταλλαγή επιστολών.
173 βέβαιη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βέβαιος.
174 προσεύχομαι Ρήμα /proˈsef.xo.me/ κάνω την προσευχή μου, απευθύνομαι προς το Θεό για να τον ευχαριστήσω ή/και να τον παρακαλέσω για κάτι.
175 κούπα Ουσιαστικό /ˈkupa/ στην Κρήτη, το ποτήρι με κρασί που πίνεται μονορούφι ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)).
176 χαμογελάς Ρήμα /xa.mo.ʝeˈlas/ θα χαμογελάς: β' ενικό στιγμιαίου και εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος χαμογελάω, χαμογελώ.
177 βλάκες Ουσιαστικό nominative/accusative/vocative plural of βλάκας (vlákas).
178 τομέας Ουσιαστικό /toˈme.as/ sector: ένα από τα σταθερής χωρητικότητας τμήματα (πχ. 512 bytes) στα οποία χωρίζεται ένας μαγνητικός ή οπτικός δίσκος.
179 φακό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του φακός.
180 προσεκτικοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσεκτικός.
181 Ακριβής Ουσιαστικό, Επίθετο /a.kɾiˈvis/ που διατυπώνεται ή ορίζεται με τρόπο σαφή και αποδίδει απόλυτα κάθε λεπτομέρεια, ώστε να μην αφήνει περιθώρια λάθους ή π…
182 εγγυώμαι Ρήμα /eŋ.ɟiˈo.me/ προσφέρω εγγύηση για την καλή λειτουργία μιας συσκευής και υπόσχομαι ότι θα αποκαταστήσω οποιαδήποτε βλάβη παρουσιαστεί…
183 λάμπα Ουσιαστικό /ˈlam.ba/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
184 χαράς Ουσιαστικό /xaˈɾas/ γενική ενικού του χαρά.
185 πυροβόλησα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ.
186 σκάνδαλο Ουσιαστικό /ˈskanðalo/ συμπεριφορά, πράξη ή γεγονός που αντίκειται ή αντιτίθεται στα γενικώς παραδεκτά και προκαλεί στο κοινωνικό σύνολο αγανάκ…
187 σκιές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιά.
188 κοπέλας Ουσιαστικό γενική ενικού του κοπέλα.
189 μιλήσατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλώ.
190 ρέστα Ουσιαστικό /ˈɾe.sta/ τα χρήματα που πρέπει να επιστρέψει ο πωλητής στον αγοραστή, όταν ο τελευταίος του δίνει κέρματα ή χαρτονομίσματα μεγαλύ…
191 ρύζι Ουσιαστικό /[ˈɾizi]/ φυτό που ανήκει στα δημητριακά, είδους Oryza sativa της οικογένειας των Ποοειδών (Poaceae) ή Αγρωστωδών (Gramineae).
192 κλεφτή Ουσιαστικό, Επίθετο γυναικείο επώνυμο.
193 μαζέψουμε Ρήμα θα μαζέψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαζεύω.
194 κουβέντες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβέντα.
195 πλησιάζουμε Ρήμα /pli.siˈa.zu.me/
196 τζετ Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈdzet/ ακροφύσιο απ’ όπου εξέρχεται με δύναμη νερό ή άλλα υγρά.
197 υποτροφία Ουσιαστικό η οικονομική ενίσχυση που δίνεται ως δωρεά σε φοιτητή, για τα δίδακτρα ή/και για τη διαβίωση κατά τη διάρκεια των σπουδώ…
198 προσόντα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσόν.
199 κράνος Ουσιαστικό /ˈkɾa.nos/ προστατευτικό περίβλημα της κεφαλής από σκληρό υλικό, συνήθως μέταλλο.
200 Κάμμια Ουσιαστικό, Αντωνυμία /kaˈmi.a/ μη απλοποιημένη γραφή του καμία· ονομαστική και αιτιατική, θηλυκού γένους του κανείς.
201 μοιραστώ Ρήμα θα μοιραστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μοιράζομαι.
202 ψυχραιμία Ουσιαστικό /psi.xɾeˈmi.a/ η διατήρηση του αυτοέλεγχου σε κρίσιμες στιγμές που επιτρέπει την αντιμετώπισή τους με τη λογική και χωρίς ακραία συναισ…
203 λαχανικά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχανικό.
204 διάσημη Επίθετο nominative feminine singular of διάσημος (diásimos).
205 πιστέψετε Ρήμα θα πιστέψετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιστεύω.
206 συκώτι Ουσιαστικό /siˈko.ti/ μεγάλος αδένας, στον άνθρωπο και στα άλλα σπονδυλωτά, στο επάνω δεξιό τμήμα της κοιλιακής χώρας, που εκκρίνει τη χολή κα…
207 έμεινες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω.
208 αποστολές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστολή.
209 τύψεις Ουσιαστικό /ˈti.psis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τύψη.
210 πιάνουν Ρήμα
211 θέσω Ρήμα θα θέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θέτω.
212 Δίνε Ουσιαστικό, Ρήμα
213 τρελάθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι.
214 παρόμοια Επίθετο, Επίρρημα με παρόμοιο τρόπο.
215 έξυπνοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έξυπνος.
216 έφτασες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω.
217 συγχώρεση Ουσιαστικό /siŋˈxo.ɾe.si/ άλλη μορφή του συγχώρηση.
218 οποίου Αντωνυμία /oˈpiu/ γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του όποιος.
219 προσευχές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσευχή.
220 πρακτική Ουσιαστικό, Επίθετο /pra.ktiˈci/ η εφαρμογή στην πράξη, ο τρόπος δράσης και ενέργειας.
221 λείπω Ρήμα /ˈli.po/ απουσιάζω, δεν είμαι σε κάποιο σημείο.
222 ήσουνα Ρήμα /ˈisuna/
223 καταπληκτικά Επίθετο, Επίρρημα με καταπληκτικό τρόπο.
224 συχνότητα Ουσιαστικό ο αριθμός των κορυφών ενός κύματος που διέρχονται από ένα ορισμένο σημείο στη μονάδα του χρόνου.
225 βελόνα Ουσιαστικό /veˈlo.na/ το αιχμηρό μεταλλικό στέλεχος που προσαρμόζεται σε μια σύριγγα προκειμένου να γίνει ένεση.
226 σαράντα Ουσιαστικό, Επίθετο /saˈɾan.da/ ο ακέραιος αριθμός (40) που ακολουθεί το τριάντα εννιά και προηγείται του σαράντα ένα, με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβ…
227 καλεσμένους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του καλεσμένος.
228 αι Άρθρο, Φράση /ai/ abbreviation of άγιος (ágios): Saint.
229 γυρίσετε Ρήμα θα γυρίσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γυρίζω.
230 κεριά Ουσιαστικό /cerˈʝa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερί.
231 κόουτς Ουσιαστικό /ˈkou̯t͡s/ ο προπονητής, ο τεχνικός μιας ομάδας.
232 φοβισμένος Ουσιαστικό, Ρήμα /fo.viˈzme.nos/ (Ουσιαστικό).
233 πίστα Ουσιαστικό ένα μέρος ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού.
234 πονάω Ουσιαστικό, Ρήμα /poˈna.o/ (Ουσιαστικό).
235 ντοκ Ουσιαστικό /ˈdok/ το τμήμα σε ένα εμπορικό λιμάνι μεταξύ των προβλητών των πλοίων και του κεντρικού κρηπιδώματος, όπου γίνεται η φόρτωση ή…
236 δοχείο Ουσιαστικό ο υπόγειος (ή ισόγειος) αποθηκευτικός χώρος, όπου διατηρείται σχετικά χαμηλή θερμοκρασία, για την συντήρηση των τροφίμων.
237 ψεύτικα Επίθετο, Επίρρημα /ˈpse.fti.ka/ με ψεύτικο τρόπο.
238 διαρκώς Επίρρημα συνεχώς, πάντοτε, αδιάκοπα.
239 γεννήθηκες Ρήμα β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του γεννιέμαι.
240 έμαθαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω.
241 βρικόλακες Ουσιαστικό nominative plural of βρικόλακας (vrikólakas).
242 προσπαθήστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ.
243 κάπνισμα Ουσιαστικό /ˈka.pni.zma/ η εκούσια εισπνοή καπνού (από την καύση φύλλων του φυτού καπνός, από ναργιλέ).
244 μαζέψει Ρήμα θα μαζέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαζεύω.
245 ειλικρινείς Επίθετο nominative masculine plural of ειλικρινής (eilikrinís).
246 λαμβάνω Ρήμα /[laɱˈva.no]/ εντοπίζω επιθυμητό σήμα (όπως από ασύρματο).
247 πτυχίο Ουσιαστικό το δίπλωμα, πιστοποιητικό σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το έγγραφο που δείχνει ότι κάποιος έχει τα τυπικά προσόν…
248 πόνεσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πονώ.
249 φάκελος Ουσιαστικό /ˈfa.ce.los/ λογικός ονοματισμένος χώρος σε δίσκο ή άλλο μέσο, συνήθως με ιεραρχική δομή δένδρου (tree), για την αποθήκευση αρχείων ή…
250 χορεύω Ρήμα /xoˈɾe.vo/ τυραννάω κάποιον ή κάποιαν, τον "στρώνω", τον εκδικούμαι, τον τσιτσιρίζω, τον βασανίζω.
251 δυσκολίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκολία.
252 κομπιούτερ Ουσιαστικό /komˈbʝu.teɾ/ ο ηλεκτρονικός υπολογιστής.
253 θράσος Ουσιαστικό /ˈθɾa.sos/ η αρνητική μορφή θάρρους για επιδίωξη στόχων με προσωπικό όφελος, ύπουλα και αθέμιτα μέσα. Συχνά προσβάλλει και αδικεί.
254 έπαιρνες Ρήμα
255 μπριζόλα Ουσιαστικό /[bɾiˈzo̞la]/ πλευρά ζώου που τρώγεται ψητή ή τηγανητή.
256 ηρεμήσω Ρήμα θα ηρεμήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ηρεμώ.
257 φορώντας Ρήμα μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φοράω / φορώ.
258 γαλοπούλα Ουσιαστικό /ɣaloˈpula/ οικόσιτο πουλί της οικογένειας Meleagrididae (Υποοικογένεια: Μελεαγρίδες/Meleagridinae. Γένος: Μελεαγρίς/Meleagris).
259 τάση Ουσιαστικό /ˈta.si/ δύναμη που ασκείται εκατέρωθεν σε ένα σημείο ενός νήματος.
260 μαγαζιά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγαζί.
261 κόμη Ουσιαστικό /ˈko.mi/ το σύνολο της τριχοφυΐας στο άνω ραχιαίο, άνω πλευρικό και οπίσθιο μέρος του ανθρώπινου κεφαλιού.
262 τρελαίνομαι Ουσιαστικό, Ρήμα /tɾeˈlenome/ (Ουσιαστικό).
263 ελπίζοντας Ρήμα μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ελπίζω.
264 ανοίγω Ρήμα /aˈni.ɣo/ ξεκλειδώνω ή ενεργοποιώ έναν μηχανισμό που θα επιτρέψει το άνοιγμα (πόρτας, κλειστού χώρου κλπ).
265 ανησύχησα Ρήμα /a.niˈsi.çi.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανησυχώ.
266 διαμάντι Ουσιαστικό /ðʝaˈman.di/ κάποιος που διαθέτει εξαιρετικές ιδιότητες, π.χ. καλοσύνη, εξυπνάδα, τιμιότητα, ικανότητα κ.λπ.
267 παρακάτω Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /pa.ɾaˈka.to/ πιο πέρα, αλλά προς εκεί που θεωρείται πιο κάτω.
268 κύκλους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του κύκλος.
269 μουστάκι Ουσιαστικό /muˈsta.ci/ ίχνη γύρω από τα χείλη μας από κάτι που φάγαμε ή ήπιαμε.
270 ντα Ουσιαστικό, Αντωνυμία άλλη μορφή του ίντα· τι.
271 συνεργαστούμε Ρήμα θα συνεργαστούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνεργάζομαι.
272 κοιμηθούμε Ρήμα θα κοιμηθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοιμάμαι.
273 απαντήστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαντώ.
274 φορτηγά Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτηγό.
275 υποσχεθείς Ρήμα θα υποσχεθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπόσχομαι.
276 αναφέρεται Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αναφέρομαι.
277 έτοιμες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έτοιμος.
278 χαριτωμένος Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο /xa.ɾi.toˈme.nos/ (Ουσιαστικό).
279 ράδιο Ουσιαστικό /ˈɾa.ði.o/ ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις αλκαλικές γαίες, με ατομικό αριθμό 88 και χημικό σύμβολο το Ra, μ…
280 πάλη Ουσιαστικό /[ˈpali]/ το αγώνισμα κατά το οποίο δύο αθλούμενοι αγωνίζονται σώμα με σώμα σε μια προσπάθεια να καταβάλει ο ένας τον άλλο.
281 διασκεδάσουμε Ρήμα θα διασκεδάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διασκεδάζω.
282 θρύλος Ουσιαστικό /ˈθri.los/ κάποιος ή κάτι που απέκτησε μεγάλη φήμη.
283 ανακάλυψη Ουσιαστικό /a.naˈka.li.psi/ το να βρίσκει κανείς κάτι που υπήρχε, αλλά δεν ήταν γνωστό ή δεν ήξερε πού βρίσκεται.
284 πηδήξεις Ρήμα θα πηδήξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πηδώ.
285 αγαπήσει Ρήμα /a.ɣaˈpi.si/ θα αγαπήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγαπώ.
286 μάνας Ουσιαστικό γενική ενικού του μάνα.
287 χαλαρώσεις Ρήμα θα χαλαρώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χαλαρώνω.
288 καλωσόρισες Ουσιαστικό, Ρήμα, Επιφώνημα /ka.loˈso.ɾi.ses/ άλλη γραφή του καλώς όρισες, (για ένα πρόσωπο).
289 σταθεί Ρήμα /staˈθi/ θα σταθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέκομαι.
290 εναλλακτική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εναλλακτικός.
291 τραγουδάει Ρήμα /tɾa.ɣuˈða.i/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του τραγουδάω.
292 σήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σήμα.
293 δολοφόνους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του δολοφόνος.
294 κριτική Ουσιαστικό, Επίθετο /kɾi.tiˈci/ φιλολογική κριτική και/ή κριτική κειμένου: η φιλολογική εργασία που αποσκοπεί, μέσα από τη σύγκριση διαφορετικών αντιγρά…
295 τεχνολογίας Ουσιαστικό /texnoloˈʝi.as/ γενική ενικού του τεχνολογία.
296 πολεμήσω Ρήμα θα πολεμήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πολεμώ.
297 κακού Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα γενική ενικού του κακός.
298 μείναμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω.
299 αλήτη Ουσιαστικό genitive/accusative/vocative singular of αλήτης (alítis).
300 κρατώ Ρήμα /kɾaˈto/ έχω στο χέρι μου κάτι ή το έχω μαζί μου ή το κρατώ μεταφορικά, το έχω στη διάθεσή μου άμεσα και έμμεσα, ελέγχω, δεσμεύω…
301 προδότη Ουσιαστικό accusative singular of προδότης (prodótis).
302 ιδού Ουσιαστικό, Επίρρημα (Ουσιαστικό).
303 διάσωσης Ουσιαστικό γενική ενικού του διάσωση.
304 στρίψε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρίβω.
305 γαμημένος Ρήμα /ɣa.miˈme.nos/ υβριστική έκφραση για οτιδήποτε ή οποιονδήποτε μας ενοχλεί, μας στέκται εμπόδιο ή μας δημιουργεί πρόβλημα.
306 πυροβολείτε Ρήμα /pi.ɾo.voˈli.te/ β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του πυροβολώ.
307 κώδικας Ουσιαστικό /ˈko.ði.kas/ code: ο πηγαίος κώδικας ή μέρος αυτού, ενός προγράμματος, το κείμενο που είναι γραμμένο σε μια γλώσσα προγραμματισμού κα…
308 χτυπήσουμε Ρήμα θα χτυπήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χτυπώ.
309 εποχές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποχή.
310 άνοιξα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοίγω.
311 στέμμα Ουσιαστικό /ˈste.ma/ σχεδιάγραμμα που αναφέρεται στην προέλευση και στις σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών χειρογράφων ενός αρχαίου κειμένου.
312 επιχειρηματίας Ουσιαστικό /e.pi.çi.ɾi.maˈti.as/ το πρόσωπο που απασχολείται επαγγελματικά με την ίδρυση, τη λειτουργία και την ανάπτυξη επιχειρήσεων και, συνήθως, του α…
313 μάθατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω.
314 απαίσιος Επίθετο /aˈpe.si.os/ που δεν μας αρέσει καθόλου, επειδή είναι άσχημος, φέρεται άσχημα, μας ενοχλεί.
315 κλέψω Ρήμα /ˈklep.so/ θα κλέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλέβω.
316 μικρότερο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μικρότερος.
317 συλλάβουμε Ρήμα θα συλλάβουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνω.
318 πουλήσουμε Ρήμα θα πουλήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πουλάω.
319 αριθμοί Ουσιαστικό μονοτονική γραφή του: Ἀριθμοί - το τέταρτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης και της Πεντατεύχου και κατ΄ επέκταση της Αγίας Γ…
320 Καινούργιος Ουσιαστικό, Επίθετο /ceˈnuɾ.ʝos/ ετυμολογική, εναλλακτική γραφή του καινούριος.
321 υπερβολικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υπερβολικός.
322 μυστικές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστική.
323 λήψη Ουσιαστικό /ˈli.psi/ η εγγραφή ως αποτέλεσμα της λήψης εικόνας, ήχου ή άλλου σήματος: φωτογραφία, ηχογράφηση, βίντεο κλπ.
324 πέταξαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετώ.
325 μαλλί Ουσιαστικό /maˈli/ το σύνολο των τριχών του ανθρώπινου κεφαλιού (ισοδύναμο με τον πληθυντικό τα μαλλιά).
326 παίδες Ουσιαστικό /ˈpe.ðes/ παιδιά, πληθυντικός αριθμός του παις (αρχαία ελληνική παῖς).
327 δήμαρχο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του δήμαρχος.
328 κοπάδι Ουσιαστικό το μπουλούκι, το άτακτα τοποθετημένο πλήθος.
329 εγκαίρως Επίρρημα /eŋˈɟε.ɾos/ με έγκαιρο τρόπο, στην κατάλληλη στιγμή, πριν τη λήξη μιας προθεσμίας ή διορίας ή πριν να είναι πολύ αργά.
330 πλοίαρχε Ουσιαστικό κλητική ενικού του πλοίαρχος.
331 σηκωθώ Ρήμα θα σηκωθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνομαι.
332 τηλεφωνώ Ρήμα /ti.le.foˈno/ καλώ κάποιον στο τηλέφωνο (και μιλώ μαζί του).
333 ποινικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ποινικός.
334 ξύπνησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ.
335 μι Ουσιαστικό /mi/ το δωδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (μ, κεφαλαίο: Μ) (Ν.Ελληνικής).
336 συναισθηματικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα με συναισθηματικό τρόπο.
337 συντροφιά Ουσιαστικό, Επίρρημα /sin.dɾoˈfça/ η συναναστροφή ανθρώπων για λόγους συμπαράστασης, βοήθειας, υποστήριξης, παρέας κ.λπ.
338 Χάλαρα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /xa.laˈɾa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλαρό, ουδέτερο του χαλαρός.
339 αφήσατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνω.
340 μύθος Ουσιαστικό /ˈmi.θos/ παραδοσιακή λαϊκή φανταστική διήγηση με ήρωες συνήθως ζώα και διδακτικό περιεχόμενο.
341 πάτησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πατάω.
342 προσέγγιση Ουσιαστικό /pɾoˈseŋ.ɟi.si/ η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού προσεγγίζω.
343 αδελφού Ουσιαστικό, Επίθετο /a.ðelˈfu/ γενική ενικού του αδελφός.
344 αποτύχει Ρήμα θα αποτύχει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποτυγχάνω.
345 κτίρια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτίριο.
346 βραχιόλι Ουσιαστικό /vɾaˈço.li/ (μεταφορικά, προφορικό, στον πληθυντικό} βραχιόλια: οι χειροπέδες.
347 τάγμα Ουσιαστικό μονάδα του στρατού ξηράς μικρότερη από το σύνταγμα και μεγαλύτερη από λόχο, που διοικείται από ταγματάρχη και αριθμεί πε…
348 νότο Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
349 τέτοιους Αντωνυμία accusative masculine plural of τέτοιος (tétoios).
350 σώματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σώμα.
351 πλοίου Ουσιαστικό πλοίο, στη γενική του ενικού.
352 ντυμένος Ουσιαστικό, Ρήμα /diˈme.nos/ μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ντύνω.
353 έβγαζε Ρήμα
354 δικαστηρίου Ουσιαστικό γενική ενικού του δικαστήριο.
355 χαρώ Ρήμα /xaˈro/ θα χαρώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χαίρομαι.
356 πρωτότυπο Ουσιαστικό, Επίθετο prototype.
357 καρκίνος Ουσιαστικό /karˈci.nos/ όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον…
358 παρουσιάσω Ρήμα θα παρουσιάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρουσιάζω.
359 λεπίδα Ουσιαστικό το έλασμα κοφτερού οργάνου.
360 φράχτη Ουσιαστικό accusative singular of φράχτης (fráchtis).
361 πωλήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /poˈli.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πώληση.
362 τείχος Ουσιαστικό /ˈti.xos/ αμυντική κατασκευή, μόνιμη ή πρόχειρα φτιαγμένη· συνήθως περιβάλλει μία πόλη και αποτελείται από ψηλά και γερά τοιχώματα…
363 κερδίσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζω.
364 Γαλλικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γαλλικός.
365 χειριστεί Ρήμα θα χειριστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χειρίζομαι.
366 λευκοί Ουσιαστικό, Επίθετο /lefˈci/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκός.
367 έλθει Ρήμα θα έλθει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος έρχομαι.
368 πέταξες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετώ.
369 ζητήσουμε Ρήμα θα ζητήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζητώ.
370 έκτακτης Επίθετο γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκτακτος.
371 μένετε Ρήμα, Επίθετο
372 λάβαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω.
373 χόμπι Ουσιαστικό /ˈxo.bi/ ευχάριστη ερασιτεχνική δραστηριότητα.
374 έξυπνα Επίθετο, Επίρρημα /ˈe.ksi.pna/ nominative/accusative/vocative neuter plural of έξυπνος (éxypnos).
375 μάγισσες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάγισσα.
376 σύμβουλο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του σύμβουλος.
377 ειδοποιήσω Ρήμα θα ειδοποιήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ειδοποιώ.
378 ηλεκτρικό Ουσιαστικό, Επίθετο /i.le.ktɾiˈko/ το ηλεκτρικό ρεύμα.
379 εντοπίσει Ρήμα θα εντοπίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εντοπίζω.
380 ανέβω Ρήμα θα ανέβω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανεβαίνω.
381 δεκάδες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάδα.
382 ανάλογα Επίθετο, Επίρρημα /aˈna.lo.ɣa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλογος.
383 μωράκι Ουσιαστικό τρυφερή προσφώνηση.
384 μπερδεμένος Ρήμα /beɾ.ðeˈme.nos/ που έχει εμπλακεί σε μια ύποπτη υπόθεση.
385 ήρεμη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ήρεμος.
386 κούκλες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούκλα.
387 βάζο Ουσιαστικό /ˈvazo/ πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό δοχείο με καπάκι, που το χρησιμοποιούμε συνήθως για φύλαξη τροφίμων ή ποτών.
388 εφαρμογή Ουσιαστικό /e.faɾ.moˈʝi/ η κατάσταση κατά την οποία δύο διαφορετικά σώματα ή τμήματα ενός σώματος εφαρμόζουν το ένα με το άλλο, συνταιριάζουν ή α…
389 επισήμως Επίρρημα /e.piˈsi.mos/ επίσημα, με επίσημο τρόπο.
390 αδελφότητα Ουσιαστικό /a.ðelˈfo.ti.ta/ μοναχική οργάνωση με σκοπό την διαφύλαξη και προστασία προσκηνυμάτων.
391 έντονη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έντονος.
392 νευρικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νευρικός.
393 πίνουν Ρήμα
394 έντονα Επίθετο, Επίρρημα /ˈen.do.na/ neuter nominative/accusative/vocative plural of έντονος (éntonos).
395 συμφωνεί Ρήμα γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος συμφωνώ.
396 αίσθημα Ουσιαστικό /ˈesθima/ σύνολο αντιλήψεων και συναισθημάτων που καθορίζουν τη στάση ενός ατόμου ή ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού.
397 επιτεθούν Ρήμα θα επιτεθούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιτίθεμαι.
398 εθνικής Επίθετο γενική ενικού του εθνική.
399 υπότιτλοι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπότιτλος.
400 γυμνός Επίθετο /[ʝimˈnɔs]/ που δε διαθέτει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά που συμβολίζουν την κοινωνική του θέση.
401 ασπίδα Ουσιαστικό /aˈspi.ða/ προσωπικό αμυντικό όπλο της αρχαιότητας και του μεσαίωνα που το κρατούσε μπροστά του ο πολεμιστής για να προφυλαχτεί.
402 συγγενής Ουσιαστικό, Επίθετο /siŋɟeˈnis/ οι εκ γενετής παθήσεις ή ανωμαλίες, αυτές δηλαδή που υπάρχουν από τη γέννηση και δεν είναι επίκτητες.
403 πετάξτε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πετώ.
404 υπηρέτης Ουσιαστικό /i.piˈɾe.tis/ αυτός που υπηρετεί κάποιον, που εργάζεται στην υπηρεσία του κάνοντας διάφορες εργασίες ή δουλειές που του ανατίθενται.
405 μικροί Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρός.
406 υποψίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποψία.
407 κάηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίγομαι.
408 σχετικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σχετικός.
409 εξακολουθώ Ρήμα /e.ksa.ko.luˈθo/ συνεχίζω κάτι που έκανα.
410 σκουπίδι Ουσιαστικό /skuˈpi.ði/ άχρηστο αντικείμενο που πρέπει να πεταχτεί, να αποβληθεί.
411 καεί Ρήμα /kaˈi/ γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου (καώ) παθητικής φωνής (καίγομαι) του καίω.
412 σπορ Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈspoɾ/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
413 ναυτικού Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του ναυτικός.
414 έσπασες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάω.
415 ενδιαφέροντα Ουσιαστικό, Επίθετο nominative/accusative/vocative neuter plural of ενδιαφέρων (endiaféron).
416 προέκυψε Ρήμα /proˈe.ci.pse/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκύπτω.
417 κούρσα Ουσιαστικό /ˈkuɾ.sa/ αγώνας διεκδίκησης π.χ. σε διαγωνισμό, σε εκλογές κ.α.
418 μπέρδεμα Ουσιαστικό η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπερδεύω.
419 κατάστασης Ουσιαστικό /kaˈta.sta.sis/ γενική ενικού του κατάσταση.
420 επίδραση Ουσιαστικό /eˈpi.ðɾa.si/ μία ενέργεια που ασκείται σε ένα πρόσωπο ή πράγμα/κατάσταση και οι μεταβολές που προκαλεί.
421 μ.μ. Επίρρημα, Φράση abbreviation of μετά το μεσημέρι (metá to mesiméri) (post meridiem).
422 φόρους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του φόρος.
423 τσεκάρω Ρήμα /tseˈka.ɾo/ ελέγχω, εξελέγχω.
424 συμμαχία Ουσιαστικό /si.maˈçi.a/ συμφωνία κρατών ή συνασπισμών που προβλέπει τη μεταξύ τους συνεργασία και την από κοινού αντιμετώπιση εχθρικής απειλής.
425 σόδα Ουσιαστικό γενική ονομασία για αεριούχο σκεύασμα χωρίς αρωματικές ύλες φρούτων (π.χ. το σπράιτ, η σέβεναπ κλπ).
426 βέλος Ουσιαστικό /ˈve.los/ όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον…
427 μπάσταρδοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπάσταρδος.
428 μπαίνουμε Ρήμα
429 σάκο Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
430 ψάξουν Ρήμα θα ψάξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ψάχνω.
431 πρότεινα Ρήμα /ˈpɾo.ti.na/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτείνω.
432 πληρώσετε Ρήμα θα πληρώσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληρώνω.
433 δυνατοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυνατός.
434 πέθανα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω.
435 πετύχεις Ρήμα θα πετύχεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετυχαίνω.
436 πηδήξω Ρήμα θα πηδήξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πηδώ.
437 ανακαλύψεις Ουσιαστικό, Ρήμα /a.na.kaˈli.psis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακάλυψη.
438 ώμους Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈo.mus/ αιτιατική πληθυντικού του ώμος.
439 ονειρεύομαι Ρήμα /o.niˈɾe.vo.me/ επιθυμώ κάτι πολύ ωραίο για το μέλλον.
440 άνθρακα Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του άνθρακας.
441 σετ Ουσιαστικό τμήμα ενός αγώνα βόλεϊ ή τένις που ολοκληρώνεται όταν ο ένας από τους δύο αντιπάλους κερδίσει έναν προκαθορισμένο αριθμό…
442 εκατομμυρίων Ουσιαστικό genitive plural of εκατομμύριο (ekatommýrio).
443 Πρασίνη Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πράσινος.
444 επικοινωνήσει Ρήμα θα επικοινωνήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επικοινωνώ.
445 διαλέξει Ρήμα θα διαλέξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαλέγω.
446 δ Ουσιαστικό, Επίθετο, Φράση δέλτα: το τέταρτο γράμμα (και τρίτο σύμφωνο) του ελληνικού αλφαβήτου.
447 μπροστινή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπροστινός.
448 ξένη Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈkseni/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
449 γρασίδι Ουσιαστικό /ɣɾaˈsi.ði/ χορτάρι (συνήθως κοντό και χλωρό).
450 μητέρες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητέρα.
451 εγκεφαλικό Ουσιαστικό, Επίθετο /eŋ.ɟe.fa.liˈko/ η εγκεφαλική συμφόρηση, εξαιτίας της ρήξης αιμοφόρων αγγείων στον εγκέφαλο.
452 φίλων Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈfi.lon/ genitive masculine plural of φίλος (fílos).
453 προϊόντα Ουσιαστικό, Επίθετο /pɾo.iˈon.da/ neuter nominative/accusative/vocative plural.
454 ενέδρα Ουσιαστικό /eˈne.ðɾa/ η παγίδα στημένη από κάποιους που παραμονεύουν.
455 είθε Ουσιαστικό, Επίρρημα (Ουσιαστικό).
456 σόι Ουσιαστικό /ˈso.i/ η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος.
457 ισόβια Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα η ισόβια κάθειρξη.
458 έπεισε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθω.
459 πειράματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πείραμα.
460 αναμφίβολα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /a.naɱˈfi.vo.la/ (Ουσιαστικό).
461 αρσενικό Ουσιαστικό, Επίθετο /ar.se.niˈko/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αρσενικός.
462 προκαταβολή Ουσιαστικό /pɾo.ka.ta.voˈli/ ένα χρηματικό ποσό που πληρώνεται προτού ολοκληρωθεί η συναλλαγή· συχνά πρόκειται μόνο για ένα τμήμα του συνολικού ποσού.
463 χωρίσουμε Ρήμα θα χωρίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χωρίζω.
464 σουτιέν Ουσιαστικό /suˈtçen/ γυναικείο εσώρουχο για την στήριξη των μαστών, ο στηθόδεσμος.
465 φλας Ουσιαστικό φώτα δείκτη κατεύθυνσης, αλλά και το καθένα από τα φώτα οχήματος που αναβοσβήνει με συγκεκριμένη συχνότητα για να προειδ…
466 χαρακτηριστικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /xa.ɾa.kti.ɾi.stiˈka/ κατά τρόπο χαρακτηριστικό.
467 μικρού Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του μικρός.
468 επιβεβαίωση Ουσιαστικό /e.pi.veˈve.o.si/ η εκ νέου βεβαίωση, για λόγους ασφαλείας ή μετά την ύπαρξη αμφιβολιών.
469 φοβισμένη Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοβισμένος.
470 μυαλού Ουσιαστικό γενική ενικού του μυαλό.
471 θάλασσας Ουσιαστικό γενική ενικού του θάλασσα.
472 μαγική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγικός.
473 επιδόρπιο Ουσιαστικό /e.piˈðoɾ.pi.o/ αυτό (φρούτο, γλυκό, παγωτό κ.ά.) που τρώγεται μετά από το κυρίως γεύμα.
474 συναισθηματική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναισθηματικός.
475 γκολ Ουσιαστικό /ˈgol/ τρόπος σκοραρίσματος όπου ένας παίκτης, με ένα λάκτισμα, περνά τη μπάλα πάνω από το οριζόντιο και ανάμεσα στα δύο κατακό…
476 ανοίγεις Ρήμα β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ανοίγω.
477 μπίρα Ουσιαστικό /ˈbira/ αλκοολούχο ποτό που παρασκευάζεται από νερό, κριθάρι (ή άλλα δημητριακά), ζύμη (μαγιά) και λυκίσκο.
478 πονέσει Ρήμα θα πονέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πονώ.
479 μπερδεμένη Ρήμα /beɾ.ðeˈme.ni/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπερδεμένος.
480 ευχές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχή.
481 μπήκαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω.
482 αποκτήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /a.poˈkti.sis/ nominative/accusative/vocative plural of απόκτηση (apóktisi).
483 σβήσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σβήνω.
484 πατήσει Ρήμα θα πατήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πατάω.
485 ζ Ουσιαστικό το ουδέτερο μποζόνιο φορέας (gauge boson) της ασθενούς πυρηνικής δύναμης.
486 προχωρήσω Ρήμα θα προχωρήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προχωρώ.
487 έκοψα Ρήμα /ˈe.ko.psa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβω.
488 αποκτήσω Ρήμα θα αποκτήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποκτώ.
489 μετάλλιο Ουσιαστικό /meˈta.li.o/ αναμνηστική μικρή πλάκα (συνήθως κυκλικού σχήματος) που εκδίδεται και κυκλοφορεί σε κάποια επέτειο σημαντικού (ιστορικού…
490 χορέψω Ρήμα θα χορέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χορεύω.
491 μεταφέρουμε Ρήμα /me.taˈfe.ɾu.me/
492 καλύψω Ουσιαστικό, Ρήμα /ka.liˈpso/ οικισμός της Φθιώτιδας.
493 φοιτητές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοιτητής.
494 υποχρέωση Ουσιαστικό /ipoˈxɾeosi/ η οφειλή, πληρωτέο χρηματικό ποσό, κάτι που πρέπει να πληρωθεί (δάνεια, αγορές από προμηθευτές, κλπ., όπως δευτερευόντως…
495 κύτταρα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύτταρο.
496 όπλου Ουσιαστικό γενική ενικού του όπλο.
497 έριξες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνω.
498 αυτοκτονήσει Ρήμα θα αυτοκτονήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αυτοκτονώ.
499 κολύμπι Ουσιαστικό /koˈlim.bi/ το να μετακινείται κάποιος επιπλέοντας μέσα στο νερό με κατάλληλες κινήσεις των χεριών και των ποδιών.
500 σύντροφε Ουσιαστικό κλητική ενικού του σύντροφος.
501 ατάκα Ουσιαστικό, Επίρρημα σύντομη, χαρακτηριστική ή πνευματώδης φράση που αποτυπώνει ετοιμόλογα μια ιδέα ή στάση ζωής.
502 ειλικρίνεια Ουσιαστικό /i.liˈkɾi.ni.a/ η ιδιότητα κάποιου που είναι ειλικρινής, που μιλά ανοιχτά για αυτό που πράγματι νιώθει ή σκέφτεται.
503 κρύψω Ρήμα θα κρύψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρύβω.
504 ξεχνάω Ρήμα /kseˈxna.o/ σταματώ να θυμάμαι, δεν καταφέρνω ή δε θέλω να ανακαλέσω στη μνήμη μου.
505 γνώσεις Ουσιαστικό /ˈɣno.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνώση.
506 παράγωγος Ουσιαστικό, Επίθετο /pa.ɾa.ɣoˈɣos/ η συνάρτηση εκείνη που η τιμή της για κάθε τιμή εισόδου αντιστοιχεί στο ρυθμό μεταβολής της τιμής μίας αρχικής συνάρτηση…
507 παλιότερα Επίθετο, Επίρρημα /paˈʎo.te.ɾa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παλιότερος.
508 οποίοι Αντωνυμία nominative/vocative masculine plural of οποίος (opoíos).
509 χαμός Ουσιαστικό /xaˈmos/ φασαρία ή μεγάλη αναστάτωση ή μεγάλη ανακατωσούρα.
510 ειδοποίησε Ρήμα /i.ðoˈpi.i.se/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ειδοποιώ.
511 βιασύνη Ουσιαστικό /vʝaˈsi.ni/ το να εκτελεί κανείς μια ενέργεια βιαστικά, πολύ γρήγορα, επειδή δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του.
512 όπερα Ουσιαστικό /ˈopeɾa/ μουσικοθεατρικό είδος, που συνδυάζει το δράμα, τη θεατρική δράση, με τη μουσική, με το τραγούδι.
513 φίδια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίδι.
514 διάσημο Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈði̯a.si.mo/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διάσημος.
515 έπαθα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω.
516 ακολουθήσουν Ρήμα θα ακολουθήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακολουθώ.
517 σωθεί Ρήμα θα σωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σώζομαι.
518 φύλλο Ουσιαστικό /ˈfilo/ οι εφημερίδες, αλλά και έντυπα που δεν κυκλοφορούν απαραιτήτως καθημερινά.
519 γενική Ουσιαστικό, Επίθετο /ʝe.niˈci/ μια από τις πλάγιες πτώσεις των ονομάτων· χρησιμοποιείται ως αντικείμενο διαφόρων ρημάτων ή ως ετερόπτωτος ονοματικός πρ…
520 ομολογώ Ρήμα /omoloˈɣo/ παραδέχομαι κάτι παράνομο που διέπραξα.
521 τραυματίστηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυματίζομαι.
522 δελτίο Ουσιαστικό χαρτί ή χαρτόνι, έντυπο ή χειρόγραφο, επίσημο ή προσωπικό.
523 περάσατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περνώ.
524 ασπίδες Ουσιαστικό /aˈspi.ðes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπίδα.
525 γκαλερί Ουσιαστικό η αίθουσα στην οποία εκτίθενται έργα τέχνης, συνήθως προς πώληση.
526 φαΐ Ουσιαστικό /fa.ˈi/ η κονόμα, η μάσα.
527 χαμηλό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαμηλός.
528 χρήσιμη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρήσιμος.
529 γενικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γενικός.
530 λόρδε Ουσιαστικό κλητική ενικού του λόρδος.
531 σκύλου Ουσιαστικό τραγουδίστρια που τραγουδά σε σκυλάδικο / σκυλάδικα τραγούδια.
532 ροή Ουσιαστικό /ɾoˈi/ η εργασία που γίνεται σε μια κυλιόμενη επιφάνεια και κατά την οποία κάθε εργάτης συμπληρώνει διαδοχικά τη δουλειά του πρ…
533 κατόπιν Επίρρημα μετά, ύστερα.
534 προσφέρουμε Ρήμα /pɾoˈsfe.ɾu.me/
535 όσων Αντωνυμία /ˈo.son/ γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του όσος.
536 σεντόνια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεντόνι.
537 μπλεξίματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλέξιμο.
538 καινούριος Επίθετο /ceˈnuɾ.ʝos/ που αναμένεται να κατασκευαστεί ή να εμφανιστεί προσεχώς, ο επόμενος.
539 καταλάβαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω.
540 αγελάδες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγελάδα.
541 συνηθισμένα Ρήμα /siniθiˈzmena/ nominative/accusative/vocative neuter plural of συνηθισμένος (synithisménos).
542 γερμανικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα η γερμανική γλώσσα.
543 ποιότητα Ουσιαστικό /piˈo.ti.ta/ το σύνολο των χαρακτηριστικών ενός ατόμου, αντικειμένου, συστήματος που οδηγούν στην αξιολόγησή του.
544 βαρύτητα Ουσιαστικό /vaˈri.ti.ta/ το ιδιαίτερο βάρος, η ιδιαίτερη σημασία που έχει κάτι.
545 δολοφόνησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δολοφονώ.
546 επιμένω Ρήμα /e.piˈme.no/ δεν αφήνω κάτι στη μέση μιας προσπάθειας, εξακολουθώ να κάνω ή να επιδιώκω κάτι παρ’ όλες τις δυσμένειες ή αντιθέσεις πο…
547 αφήνοντας Ρήμα μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αφήνω.
548 γιορτές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιορτή.
549 μαχαίρια Ουσιαστικό το ψυχικό τραύμα, ο πόνος από δυσάρεστη ενέργεια άλλου ατόμου.
550 πολιτείας Ουσιαστικό γενική ενικού του πολιτεία.
551 σημασίας Ουσιαστικό γενική ενικού του σημασία.
552 νίκησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νικώ.
553 αγωνία Ουσιαστικό /aɣoˈnia/ συναίσθημα μεταξύ του φόβου και της αναμονής.
554 εραστή Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εραστής.
555 ευγνωμοσύνη Ουσιαστικό /[ɛv.ɣnɔ.mɔ.ˈsi.ni]/ η αναγνώριση κάποιου καλού που μου έχουν κάνει (ευεργεσία, χάρη κ.λπ.) καθώς και τα αισθήματα φιλίας και ανταπόδοσης που…
556 φόρεσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φορώ.
557 εγκαταλείψει Ρήμα θα εγκαταλείψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εγκαταλείπω.
558 νεκρών Ουσιαστικό, Επίθετο γενική πληθυντικού του νεκρός.
559 Σέις Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
560 απέμεινε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομένω.
561 διάβολε Ουσιαστικό, Επιφώνημα /ˈðʝavole/ (expresses anger, surprise) damn!.
562 δράμα Ουσιαστικό /ˈðrama/ ποιητικό είδος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που περιλαμβάνει την τραγωδία, την κωμωδία και το σατυρικό δράμα.
563 άνοιγμα Ουσιαστικό η οπή στην τοιχοποιία ή τον σκελετό κτηρίου που προορίζεται (συνήθως) για παράθυρο ή πόρτα.
564 ηλεκτρική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτρικός.
565 συγχωρώ Ρήμα /siŋ.xoˈɾo/ συνώνυμο της συγγνώμης, σε μη κυριολεκτικές εκφράσεις ευγενείας όπου με τακτ κάποιος ζητεί κάτι που αυτονόητα δικαιούται…
566 αλήθειας Ουσιαστικό γενική ενικού του αλήθεια.
567 κήρυγμα Ουσιαστικό /ˈci.ɾiɣ.ma/ ομιλία που εκφωνείται από ιερέα ή ιεροκήρυκα στην εκκλησία κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.
568 σηκωθεί Ρήμα θα σηκωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνομαι.
569 εκδρομή Ουσιαστικό /ek.ðɾoˈmi/ ταξίδι μικρής διάρκειας για εκπαιδευτικούς ή ψυχαγωγικούς κυρίως λόγους.
570 ψηλό Επίθετο /psiˈlo/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ψηλός.
571 εξοχή Ουσιαστικό το μέρος ενός σώματος που εξέχει, που προβάλλει προς τα έξω και ξεπερνά το γενικό περίγραμμά του.
572 βιάζομαι Ρήμα /viˈa.zo.me/ παθητική φωνή του βιάζω: πρέπει να κάνω κάτι γρήγορα γιατί επείγει ή γιατί δεν έχω αρκετό χρόνο μπροστά μου· επείγομαι…
573 συμπαθείς Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαθής.
574 διαβόλου Ουσιαστικό γενική ενικού του διάβολος.
575 χαλάσω Ρήμα θα χαλάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χαλάω.
576 φλόγα Ουσιαστικό /[ˈflɔɣa]/ το ανώτερο τμήμα της φωτιάς, είναι αεριώδες και φωτεινό φαινόμενο, αποτέλεσμα της καύσης, αποκτά διάφορα σχήματα και μεγ…
577 κατέβει Ρήμα θα κατέβει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατεβαίνω.
578 πρόστιμο Ουσιαστικό /ˈpɾo.sti.mo/ ποινή καταβολής χρηματικού ποσού, που επιβάλλεται από δικαστική ή διοικητική αρχή για παραπτώματα ή παραβάσεις.
579 μπάσταρδο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μπάσταρδος.
580 ψιλά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /psiˈla/ κέρματα (από μη πολύτιμο κράμα ή μέταλλο και μικρής αξίας· μη συλλεκτικά, μη ονομαστικώς υψηλά κτλ.).
581 πρόβατα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόβατο.
582 στείλετε Ρήμα θα στείλετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέλνω.
583 λόρδος Ουσιαστικό ανδρικό επώνυμο.
584 συνεχίσετε Ρήμα θα συνεχίσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνεχίζω.
585 αλήτης Ουσιαστικό /aˈli.tis/ άτομο που ζει στο περιθώριο, χωρίς εμφανή εισοδήματα, συχνά ρακένδυτο, που ίσως επαιτεί ή έχει αδήλωτους τρόπους να επιβ…
586 αποδείχτηκε Ρήμα /a.poˈði.xti.ce/
587 πουλόβερ Ουσιαστικό /puˈlo.veɾ/ πλεκτό ρούχο, για το πάνω μέρος του σώματος, από τη μέση μέχρι το λαιμό, συνήθως μάλλινο.
588 έτη Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έτος.
589 σοφίτα Ουσιαστικό /soˈfi.ta/ μικρό δωμάτιο ή βοηθητικός χώρος ακριβώς κάτω από τη στέγη.
590 σκοτωθείς Ρήμα θα σκοτωθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκοτώνομαι.
591 άγγιξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγγίζω.
592 κανόνισα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζω.
593 πηδήξει Ρήμα θα πηδήξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πηδώ.
594 σφαγή Ουσιαστικό /sfaˈʝi/ η εσκεμμένη αλλοίωση αποτελέσματος από τους διαιτητές σε αθλητικό αγώνα υπέρ μίας εκ των δύο ομάδων.
595 κατουρήσω Ρήμα θα κατουρήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατουρώ.
596 λογαριασμός Ουσιαστικό /lo.ɣa.ɾʝaˈzmos/ απολογισμός, λογοδοσία (δίνω λογαριασμό).
597 θείου Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του θείος.
598 αποβάθρα Ουσιαστικό /a.poˈva.θɾa/ ειδικά διαμορφωμένος χώρος σε λιμάνια και σιδηροδρομικούς σταθμούς για την αποβίβαση και επιβίβαση επιβατών του συγκεκρι…
599 ρόλος Ουσιαστικό /ˈɾo.los/ ο χαρακτήρας, το πρόσωπο που υποδύεται ένας ηθοποιός και το τμήμα του κειμένου θεατρικού έργου ή κινηματογραφικού σεναρί…
600 επιπέδου Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του επίπεδο.
601 σύγκριση Ουσιαστικό ποιοτική και ποσοτική εκτίμηση-αποτίμηση διαφορών ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα σύνολα.
602 λάπτοπ Ουσιαστικό ο φορητός υπολογιστής.
603 πλαστικό Ουσιαστικό, Επίθετο οργανικό προϊόν, συνθετικό, ημισυνθετικό ή φυσικό εύπλαστο πολυμερές.
604 φαινόμενο Ουσιαστικό /feˈno.me.no/ κάθε γεγονός, διεργασία, μεταβολή που παρατηρεί ο άνθρωπος στο φυσικό ή το κοινωνικό περιβάλλον ή τις ψυχοπνευματικές το…
605 νότιο Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (νότιο) του νότιος.
606 υγρά Ουσιαστικό, Επίθετο nominative plural of υγρό (ygró).
607 ευγένεια Ουσιαστικό /eˈvʝe.ni.a/ η ιδιότητα του ευγενούς, το να ανήκει κάποιος σε αυτή την κοινωνική τάξη.
608 γαλήνη Ουσιαστικό, Επίθετο /ɣaˈli.ni/ η ήρεμη κατάσταση της θάλασσας ή της ατμόσφαιρας, γενικά.
609 φώναζε Ρήμα
610 δυνατότητες Ουσιαστικό /ði.naˈto.ti.tes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυνατότητα.
611 Βασίκη Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασικός.
612 παρουσιάζω Ρήμα /pa.ɾu.siˈa.zo/ προβάλλω κάποια ιδιότητα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
613 ονείρων Ουσιαστικό /[ɔˈnirɔn]/ γενική πληθυντικού του όνειρο.
614 δόντι Ουσιαστικό /ˈðo̞n.di/ καθένα από τα οστά της κοιλότητας του στόματος των ανθρώπων, αλλά και των θηλαστικών γενικότερα, τα οποία φυτρώνουν στις…
615 τένις Ουσιαστικό /ˈte.nis/ παιχνίδι που παίζεται από δύο παίκτες (ή τέσσερις σε ομάδες των δύο), στο οποίο οι παίκτες χτυπούν την μπάλα πάνω από έν…
616 μεγαλώσεις Ρήμα θα μεγαλώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μεγαλώνω.
617 βόλτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βόλτα.
618 συμμετοχή Ουσιαστικό /si.me.toˈçi/ η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμμετέχω.
619 τόξο Ουσιαστικό /ˈto.kso/ το όπλο για την εκτόξευση βελών· αποτελείται από ένα καμπύλο κομμάτι ξύλου ή άλλου υλικού, στις δύο άκρες του οποίου δέν…
620 πείραξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πειράζω.
621 τρομακτική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρομακτικός.
622 αναγκάσεις Ρήμα θα αναγκάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναγκάζω.
623 νοσοκομεία Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσοκομείο.
624 οδήγηση Ουσιαστικό /oˈði.ʝi.si/ η ενέργεια του οδηγώ, το σύνολο των ενεργειών με τις οποίες κάποιος ελέγχει και κατευθύνει την κίνηση επίγειου οχήματος…
625 θαυμαστής Ουσιαστικό, Επίθετο /θav.maˈstis/ αυτός που θαυμάζει κάποιο πρόσωπο ή κάτι.
626 γκρι Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈɡɾi/ το αποτέλεσμα της ανάμειξης λευκού και μαύρου.
627 σταγόνα Ουσιαστικό /staˈɣona/ μικρή ποσότητα υγρού σε σχήμα σχεδόν σφαιρικό που σχηματίζεται ενώ το υγρό πέφτει.
628 ομήρους Ουσιαστικό accusative plural of όμηρος (ómiros).
629 γελοίος Επίθετο /ʝeˈlios/ παράλογος (το ουδέτερο γελοίο και ως ουσιαστικό.
630 άρχοντας Ουσιαστικό /ˈaɾxondas/ πλούσιος άνδρας με θέση κύρους που φέρεται γενναιόδωρα και μεταφορικά όποιος φέρεται με παρόμοιο τρόπο χωρίς απαραιτήτως…
631 εραστές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εραστής.
632 δημοτικό Ουσιαστικό, Επίθετο το δημοτικό σχολείο, το σχολείο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στο οποίο φοιτούν παιδιά ηλικίας 6-12 ετών.
633 συναντήσουμε Ρήμα θα συναντήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναντώ.
634 κέφι Ουσιαστικό /ˈcefi/ η όρεξη, η καλή διάθεση για να κάνει κάποιος μια εργασία.
635 καθηγήτρια Ουσιαστικό καθηγητής.
636 μεταφοράς Ουσιαστικό γενική ενικού του μεταφορά.
637 εξήγησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξηγώ.
638 οργανισμό Ουσιαστικό accusative singular of οργανισμός (organismós).
639 ομοσπονδιακοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοσπονδιακός.
640 παραιτούμαι Ρήμα εγκαταλείπω εκούσια τη δουλειά μου.
641 σχετίζεται Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του σχετίζομαι.
642 βασιλική Ουσιαστικό, Επίθετο /vasiliˈci/ τύπος χριστιανικού ναού με ορθογώνια κάτοψη που προέρχεται από παρόμοια μεγάλα κτήρια των ρωμαϊκών χρόνων· διαιρείται με…
643 γκρουπ Ουσιαστικό μικρή ομάδα ανθρώπων.
644 ανιψιά Ουσιαστικό /a.niˈpsça/ η κόρη του αδελφού ή της αδελφής του/της συζύγου μου.
645 διώξει Ρήμα θα διώξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διώχνω.
646 τρόμου Ουσιαστικό γενική ενικού του τρόμος.
647 υποψήφιος Ουσιαστικό, Επίθετο /i.poˈpsi.fi.os/ που βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο για κάτι που φιλοδοξεί να γίνει, που αποσκοπεί ή πρόκειται να γίνει ή να κάνει κάτι.
648 μπουμ Ουσιαστικό δυνατός θόρυβος, κρότος.
649 πλανήτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανήτης.
650 ιππότης Ουσιαστικό /iˈpo.tis/ κατά τον Μεσαίωνα, τίτλος ευγενείας για βαριά οπλισμένους έφιππους πολεμιστές, που μάχονταν με κάποιο τάγμα.
651 φωτιές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτιά.
652 κόντρα Ουσιαστικό, Επίρρημα αντίθετα, με αντίθετη φορά.
653 αστυφύλακα Ουσιαστικό genitive/accusative/vocative singular of αστυφύλακας (astyfýlakas).
654 οδήγησης Ουσιαστικό genitive singular of οδήγηση (odígisi).
655 λύσει Ρήμα /ˈli.si/ θα λύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λύνω.
656 πίστεψες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστεύω.
657 βγάζουμε Ρήμα α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του βγάζω.
658 συνεχίζω Ρήμα /si.neˈçi.zo/ κάνω κάτι χωρίς διακοπή, χωρίς διαλείμματα ή χωρίς αλλαγή.
659 κρίνεις Ρήμα /ˈkɾi.nis/ β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κρίνω.
660 κόμης Ουσιαστικό /ˈkomis/ τίτλος ευγενείας, ανάμεσα στον μαρκήσιο και τον βαρόνο.
661 βαρετή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρετός.
662 συνεδρίαση Ουσιαστικό /si.neˈðɾi.a.si/ συγκέντρωση επίσημου χαρακτήρα ατόμων-μελών μιας συγκροτημένης ή άτυπης ομάδας, κατά την οποία συζητιούνται θέματα που τ…
663 καλεσμένοι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλεσμένος.
664 τηγανίτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηγανίτα.
665 φίλα Ρήμα, Επίθετο, Επίρρημα /ˈfi.la/ nominative/accusative/vocative neuter plural of φίλος (fílos).
666 διαταραχή Ουσιαστικό /ði.a.ta.ɾaˈçi/ ανωμαλία στη λειτουργία ενός οργανισμού.
667 μοντέλα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοντέλο.
668 πράσινα Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πράσινο.
669 ετοιμάσει Ρήμα θα ετοιμάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ετοιμάζω.
670 γελάω Ρήμα /ʝeˈla.o/ αντιδρώ σε κάτι αστείο ή παράλογο με το γέλιο.
671 κάτσει Ρήμα θα κάτσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι.
672 καθίσουμε Ρήμα θα καθίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι.
673 υποχρεωμένος Ρήμα δεσμευμένος με νομικό δεσμό.
674 ένιωσες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιώθω.
675 αδερφής Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του αδερφή.
676 καθυστερήσει Ρήμα θα καθυστερήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθυστερώ.
677 έδειξα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνω.
678 έκπληκτος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈek.pli.ktos/ (Ουσιαστικό).
679 ον Ουσιαστικό, Ρήμα, Φράση /on/ ένα παράδοξο πλάσμα, μια παράξενη ύπαρξη.
680 κερνάω Ρήμα /ceɾˈna.o/ πληρώνω το λογαριασμό ή τα έξοδα κάποιου ή κάποιων σαν δώρο.
681 φλιτζάνι Ουσιαστικό /fliˈd͡zani/ μικρή κούπα με λαβή -για να πίνει κάποιος τσάι, χαμομήλι, φλαμούρι, καφέ (για τον ελληνικό καφέ συχνά φλιτζανάκι).
682 χώρισε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χωρίζω.
683 έληξε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λήγω.
684 καταπληκτικός Επίθετο πολύ καλός, εκπληκτικός.
685 στενά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στενός.
686 έβγαλαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω.
687 ενωμένοι Ρήμα ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενωμένος.
688 αστυνομική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστυνομικός.
689 εκατοστά Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοστό.
690 ρεπόρτερ Ουσιαστικό ο συντάκτης που κάνει ρεπορτάζ. Ο δημοσιογράφος που δεν είναι εσωτερικός συντάκτης, αλλά διερευνά θέματα με επιτόπιο ρεπ…
691 γιους Ουσιαστικό /ˈʝus/ αιτιατική πληθυντικού του γιος.
692 αρρώστησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρρωσταίνω.
693 φίλτρο Ουσιαστικό /ˈfil.tɾo/ μέσο διήθησης και επεξεργασίας, συγκράτησης και διαχωρισμού ουσιών, ακτινοβολιών ή και σκέψεων.
694 κοκαΐνη Ουσιαστικό διεγερτικό ναρκωτικό, σε μορφή λευκής σκόνης, που παράγεται από το φυτό κόκα και καταναλώνεται εισπνέοντας το από τη μύτ…
695 υπαλλήλους Ουσιαστικό, Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του υπάλληλος.
696 τυχαίο Ουσιαστικό, Επίθετο /tiˈçe.o/ η εμφάνιση γεγονότων που οφείλονται στην τύχη και όχι σε σκόπιμη ενέργεια.
697 ποταμού Ουσιαστικό /po.taˈmu/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
698 ορισμένα Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορισμένο.
699 κοινωνίας Ουσιαστικό /ci.noˈni.as/ γενική ενικού του κοινωνία.
700 απάντησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαντώ.
701 κόπηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβομαι.
702 απήγαγε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απάγω.
703 αφορούν Ρήμα
704 χαμογέλα Ρήμα /xa.moˈʝe.la/
705 στάχτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάχτη.
706 δήμαρχε Ουσιαστικό κλητική ενικού του δήμαρχος.
707 δράστη Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δράστης.
708 σαφώς Ουσιαστικό, Επίρρημα /saˈfos/ (Ουσιαστικό).
709 αριστερή Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριστερός.
710 εβδομάδας Ουσιαστικό genitive singular of εβδομάδα (evdomáda).
711 ηρεμήσει Ρήμα θα ηρεμήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ηρεμώ.
712 εισόδου Ουσιαστικό γενική ενικού του είσοδος.
713 δίδυμα Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δίδυμος.
714 πουλάκι Ουσιαστικό /puˈlaci/ παιδική λέξη για το αιδοίο αμφοτέρων φύλων.
715 δοκιμάστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω.
716 άσχημος Επίθετο /ˈa.sçi.mos/ που έχει δυσάρεστη όψη.
717 βγήκαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγαίνω.
718 ανεξάρτητα Επίθετο, Επίρρημα αυτόνομα χωρίς να εξαρτάται από κάτι άλλο, δίχως να συνδέεται με κάτι άλλο.
719 κτιρίου Ουσιαστικό γενική ενικού του κτίριο.
720 βάζετε Ρήμα /ˈva.ze.te/ β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω.
721 κατέληξα Ρήμα /kaˈte.li.ksa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλήγω.
722 οξύ Ουσιαστικό, Επίθετο /oˈksi/ κάθε χημική ένωση που κατά τις αντιδράσεις της παρουσιάζει την τάση να προσλαμβάνει ένα τουλάχιστον ζεύγος ηλεκτρονίων γ…
723 άλφα Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈal.fa/ το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου (α, κεφαλαίο: Α).
724 μπάτλερ Ουσιαστικό o προϊστάμενος του υπηρετικού προσωπικού που υπηρετεί προσωπικά τον κύριο του σπιτιού.
725 σταματήσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταματώ.
726 συρροή Ουσιαστικό η από κοινού ροή πολλών υδάτινων ρευμάτων.
727 κατάλληλος Επίθετο /kaˈta.li.los/ που έχει τα απαραίτητα προσόντα, που πληροί τις προϋποθέσεις για να ανταποκριθεί σε συγκεκριμένες ανάγκες και να επιφέρε…
728 εργάζομαι Ρήμα /eɾˈɣa.zo.me/
729 Έντεκα Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈendeka/ το απόλυτο αριθμητικό (11) που ακολουθεί το δέκα και προηγείται του δώδεκα.
730 επένδυση Ουσιαστικό /eˈpen.ði.si/ υλικό ή αντικείμενο που έχει προστεθεί εσωτερικά ή εξωτερικά της επιφάνειας ενός άλλου αντικειμένου, για λόγους αισθητικ…
731 καρτέλ Ουσιαστικό /kaɾˈtel/ η σύμπραξη ανάμεσα σε ομάδες συνδικαλιστικών, ή επαγγελματικών, ή επιχειρήσεων, ή κρατών σε κοινή δράση, ώστε να περιορί…
732 μπάλες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάλα.
733 ξένοι Επίθετο /ˈkseni/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξένος.
734 σφραγίδα Ουσιαστικό /sfɾaˈʝi.ða/ αντικείμενο με έκτυπη παράσταση ή/και επιγραφή η οποία μελανώνεται και αποτυπώνεται με πίεση πάνω σε έγγραφο.
735 έτρεξα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέχω.
736 νόμισμα Ουσιαστικό /ˈno.mi.zma/ κομμάτι μετάλλου (συνήθως πολύτιμου) με συγκεκριμένες διαστάσεις, βάρος και παράσταση που χρησιμοποιούνταν κατά το παρελ…
737 τηλεγράφημα Ουσιαστικό /ti.leˈɣɾa.fi.ma/ μήνυμα που μεταβιβάζεται μέσω τηλεγράφου.
738 σκάκι Ουσιαστικό /ˈska.ci/ επιτραπέζιο παιχνίδι που παίζεται από δύο παίκτες πάνω σε μία επιφάνεια 8Χ8 τετραγώνων άσπρων και μαύρων εναλλάξ· κάθε π…
739 συλλάβετε Ρήμα θα συλλάβετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνω.
740 έδειξες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνω.
741 δυσκολία Ουσιαστικό /ðiskoˈlia/ πρόβλημα, δυσλειτουργία, η ανικανότητα να κάνει κανείς κάτι τόσο γρήγορα ή τόσο καλά όσο θα γινόταν κανονικά από άλλους.
742 αρραβωνιαστικιά Ουσιαστικό /a.ɾa.vo.ɲa.stiˈca/ αυτή που συνδέεται με αμοιβαία υπόσχεση γάμου με κάποιον, σε σχέση με αυτόν.
743 πολιτικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /po.li.tiˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικό.
744 πραγμάτων Ουσιαστικό γενική ενικού του πράγμα.
745 κραγιόν Ουσιαστικό /kraˈʝon/ ειδικό μολύβι για το βάψιμο των χειλιών.
746 συμβούν Ρήμα θα συμβούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμβαίνει.
747 λύτρα Ουσιαστικό /liˈtɾa/ χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί για την απελευθέρωση ενός ατόμου που κρατείται όμηρος.
748 κράτησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατώ.
749 έστησε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνω.
750 συναδέλφους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του συνάδελφος.
751 προσωρινά Επίθετο, Επίρρημα /pɾo.so.ɾiˈna/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωρινό.
752 τίτλος Ουσιαστικό /ˈti.tlos/ τα στοιχεία ενός έργου κινηματογραφικού ή τηλεοπτικού (ποιος παίζει, ποιοι είναι οι συντελεστές κλπ) που εμφανίζονται στ…
753 θησαυρός Ουσιαστικό /θi.saˈvɾos/ οικοδόμημα σε σχήμα ναού που έχτιζαν οι αρχαίες ελληνικές πόλεις στους χώρους των πανελλήνιων ιερών, για να τοποθετούν κ…
754 χρειαστούν Ρήμα θα χρειαστούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρειάζομαι.
755 πιστοποιητικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πιστοποιητικός.
756 παίξετε Ρήμα θα παίξετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίζω.
757 παιδάκια Ουσιαστικό /peˈða.ca/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδάκι.
758 αρκετοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρκετός.
759 σιγά-σιγά Επιφώνημα gradually, carefully, very slowly.
760 αρνηθείς Ρήμα θα αρνηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρνούμαι.
761 μαφία Ουσιαστικό /maˈfi.a/ ένας κύκλος προσώπων που δρα παράνομα στο εσωτερικό ενός οργανισμού.
762 δραπέτευσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δραπετεύω.
763 Πρώτου Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈpɾo.tu/ γενική ενικού του πρώτο, ουδέτερο του πρώτος.
764 σπασμένα Ρήμα /spaˈzme.na/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σπασμένος.
765 φίλησε Ρήμα /ˈfi.li.se/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιλώ.
766 χριστό Ουσιαστικό, Επίθετο επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
767 απαιτήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /a.peˈti.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαίτηση.
768 αιωνιότητα Ουσιαστικό /e.o.niˈo.ti.ta/ η μεγάλη χρονική διάρκεια μιας κατάστασης.
769 χαμηλή Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμηλός.
770 ισχυρός Ουσιαστικό, Επίθετο ανδρικό όνομα.
771 σιγουριά Ουσιαστικό /si.ɣuˈɾʝa/ κατάσταση κατά την οποία νιώθει κανείς ασφαλής.
772 μαύροι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαύρος.
773 έτρεχε Ρήμα
774 επισκέπτη Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επισκέπτης.
775 ένορκους Ουσιαστικό, Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του ένορκος.
776 ντουζίνα Ουσιαστικό σύνολο από δώδεκα όμοια πράγματα.
777 χωράφια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωράφι.
778 προτάσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόταση.
779 επιδρομή Ουσιαστικό /e.pi.ðɾoˈmi/ η ομαδική εισβολή περιορισμένης διάρκειας σε (κατοικημένη) περιοχή με σκοπό είτε την αρπαγή των περιουσιών ή των αγαθών…
780 αποφύγω Ρήμα θα αποφύγω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφεύγω.
781 διαστημόπλοιο Ουσιαστικό /ðʝa.stiˈmo.pli.o/ ένα μέσο μεταφοράς στο διάστημα.
782 τσεκούρι Ουσιαστικό /t͡seˈku.ɾi/ εργαλείο για το κόψιμο δέντρων ή ξύλων, αποτελούμενο από ξύλινη λαβή και βαριά κεφαλή με κοφτερή άκρη.
783 αγοράζεις Ρήμα /a.ɣoˈɾa.zis/ β΄πρόσωπο ενικού οριστικής εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος αγοράζω.
784 ζείτε Ρήμα
785 υπηρέτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπηρέτης.
786 αναίσθητος Επίθετο /aˈne.sθi.tos/ που δεν τρέφει αισθήματα, που δε συγκινείται, που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες άλλων ατόμων ή και σε τυχόν συναισθημα…
787 τραγουδήσω Ρήμα θα τραγουδήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τραγουδώ.
788 σκατό Ουσιαστικό /skaˈto/ ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει άτομα νεαρής ηλικίας.
789 φαρμακείο Ουσιαστικό /farmaˈcio/ κατάστημα που διευθύνεται από φαρμακοποιό και διαθέτει φάρμακα ή σε κάποιες περιπτώσεις τα παρασκευάζει κιόλας.
790 περίμετρο Ουσιαστικό όργανο με το οποίο εκτελείται η περιμετρία.
791 σκηνοθέτης Ουσιαστικό ο καλλιτέχνης που ασχολείται με την σκηνοθεσία θεατρικής παράστασης, κινηματογραφικής ταινίας, τηλεοπτικού προγράμματος…
792 καλωσορίσατε Ουσιαστικό, Ρήμα, Επιφώνημα /ka.lo.soˈɾi.sa.te/ άλλη γραφή του καλώς ορίσατε, (για πολλά πρόσωπα, ή πληθυντικός ευγενείας για ένα πρόσωπο).
793 πολιτικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πολιτικός.
794 χαιρετίσματα Ουσιαστικό /çe.ɾeˈti.zma.ta/ η ενέργεια με την οποία χαιρετώ κάποιον που βρίσκεται μακριά μέσω τρίτου.
795 κλείνεις Ρήμα
796 απόλαυσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω.
797 κουβεντούλα Ουσιαστικό συζήτηση για καθημερινά πράγματα χωρίς ιδιαίτερη σημασία.
798 τεχνικά Επίθετο, Επίρρημα /te.xniˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τεχνικός.
799 επείγουσα Επίθετο nominative/accusative/vocative feminine singular of επείγων (epeígon).
800 κλειστή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλειστός.
801 γυμνό Ουσιαστικό, Επίθετο /ʝiˈmno/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γυμνός.
802 νησιά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νησί.
803 συμπεριφοράς Ουσιαστικό γενική ενικού του συμπεριφορά.
804 επικοινώνησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επικοινωνώ.
805 ορισμένες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορισμένη.
806 ραβδί Ουσιαστικό μακρύ άκαμπτο αντικείμενο για χρήση με το χέρι.
807 πρόλαβα Ρήμα /ˈpɾo.la.va/ α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος προλαβαίνω.
808 τροχόσπιτο Ουσιαστικό /tɾoˈxospito/ αυτοκίνητο μεγάλου μεγέθους ή φορτηγό ή ρυμουλκούμενο όχημα που περιλαμβάνει χώρο διαβίωσης, καθίσματα, χώρο για ύπνο, τ…
809 πληγωθεί Ρήμα θα πληγωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληγώνομαι.
810 πετάξουν Ρήμα θα πετάξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετώ.
811 ασκήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσκηση.
812 κερδίζω Ρήμα /cerˈðizo/ έχω μια επιτυχία σε λαχείο ή τυχερό παιχνίδι που μου αποφέρει χρήματα.
813 γαμπρός Ουσιαστικό /ɣamˈbɾos/ νέος που συχνάζει σε μέρος που υπάρχουν κορίτσια ή τα «κυνηγάει» φλερτάροντάς τα.
814 καμπάνια Ουσιαστικό /kamˈpa.ɲa/ εκστρατεία ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης, προβολής ή προώθησης κάποιου ζητήματος.
815 μπολ Ουσιαστικό στρογγυλό ή τετράγωνο πλαστικό ή γυάλινο δοχείο με καπάκι για τη φύλαξη φαγητού στο ψυγείο.
816 λύσω Ρήμα /ˈli.so/ α΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του λύνω.
817 φλόγες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλόγα.
818 κατεβάστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω.
819 συμφωνίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφωνία.
820 προστατεύω Ουσιαστικό, Ρήμα /pɾo.staˈte.vo/ (Ουσιαστικό).
821 εταιρίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εταιρία.
822 επαρχία Ουσιαστικό /e.paɾˈçi.a/ κάθε περιοχή μακριά από την πρωτεύουσα και τα μεγάλα αστικά κέντρα.
823 δεξαμενή Ουσιαστικό συγκεντρωμένη ποσότητα πληροφοριών, γνώσεων, επιτευγμάτων από την οποία μπορεί κανείς να "αντλήσει" και να ωφεληθεί.
824 καπέλα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπέλο.
825 πλησιάσεις Ρήμα θα πλησιάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πλησιάζω.
826 παρτίδα Ουσιαστικό /paɾˈti.ða/ μέρος ενός όλου, κομμάτι ενός συνόλου, που αποτελείται από αντικείμενα με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό.
827 παραδεχτείς Ρήμα θα παραδεχτείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραδέχομαι.
828 σκηνικό Ουσιαστικό, Επίθετο ο διάκοσμος μιας θεατρικής ή άλλης σκηνής.
829 τζιπ Ουσιαστικό /ˈd͡zip/ επιβατικό (στρατιωτικό ή πολιτικό) όχημα με (συνήθως) τετρακίνηση για ευκολότερη μετακίνηση σε ανώμαλους δρόμους.
830 χρυσά Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈxɾi.sa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσό.
831 κασέτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασέτα.
832 έζησα Ρήμα /ˈezisa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζω.
833 ευχαριστίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχαριστία.
834 εμπιστοσύνης Ουσιαστικό /em.bi.stoˈsi.nis/ γενική ενικού του εμπιστοσύνη.
835 διώξω Ρήμα θα διώξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διώχνω.
836 παραμείνεις Ρήμα θα παραμείνεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραμένω.
837 ποπ Ουσιαστικό, Επίθετο, Φράση /ˈpop/ που είναι ποπ.
838 επιστημονική Επίθετο /e.pi.sti.mo.niˈci/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιστημονικός.
839 σύγχυση Ουσιαστικό /ˈsiɲ.çi.si/ διαταραγμένη διανοητική, συνειδησιακή ή συναισθηματική κατάσταση, που συνεπάγεται ελαφρύτερο -ή και καθόλου- καταλογισμό…
840 αμερικάνικο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αμερικανικός.
841 συνάντησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντώ.
842 απομακρυνθείτε Ρήμα θα απομακρυνθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απομακρύνομαι.
843 μοναστήρι Ουσιαστικό /mo.nasˈti.ɾi/ ο τόπος όπου ζουν και προσεύχονται οι μοναχοί (καλόγεροι και καλόγριες).
844 ήττα Ουσιαστικό /ˈi.ta/ το να χάνεις από τον αντίπαλό σου σε έναν πόλεμο, αθλητική συνάντηση ή οποιονδήποτε αγώνα, το να αναδεικνύεται ο αντίπαλ…
845 ιδιοκτήτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοκτήτης.
846 απόσπασμα Ουσιαστικό /aˈpo.spa.zma/ τμήμα μιας μονάδας στρατιωτικής ή αστυνομικής που χρησιμοποιείται για να εκτελέσει μια συγκεκριμένη εργασία.
847 πούλησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλάω.
848 χαλάσεις Ρήμα θα χαλάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χαλάω.
849 έναρξη Ουσιαστικό /ˈe.naɾ.ksi/ η αρχή, το ξεκίνημα, το πρώτο χρονικό σημείο.
850 ανταμοιβή Ουσιαστικό /an.da.miˈvi/ η ηθική (κυρίως) ή χρηματική αμοιβή που παίρνει κάποιος ως αναγνώριση του έργου του.
851 σωλήνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωλήνας.
852 παραδώσει Ρήμα θα παραδώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραδίδω.
853 τσάντες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάντα.
854 ζημιές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζημιά.
855 όση Αντωνυμία /ˈo.si/ ονομαστική και αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους του όσος.
856 μετάδοση Ουσιαστικό /meˈta.ðo.si/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταδίδω.
857 βολικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βολικός.
858 επιτρέψει Ρήμα θα επιτρέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιτρέπω.
859 πόρους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του πόρος.
860 έμπνευση Ουσιαστικό /ˈem.bnef.si/ το αποτέλεσμα του εμπνέω: ξαφνική, ασυνείδητη ιδέα, για την πραγματοποίηση κάποιου στόχου ή τη δημιουργία έργου τέχνης.
861 ιατροδικαστής Ουσιαστικό /i.a.tɾo.ði.kaˈstis/ ο γιατρός που εκτελεί, κατόπιν εισαγγελικής ή ανακριτικής αρχής, νεκροψία και νεκροτομή, εκδίδοντας σχετικό πόρισμα στο…
862 γαλλική Ουσιαστικό, Επίθετο /ɣa.liˈci/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλλικός.
863 βρέθηκα Ρήμα /ˈvɾe.θi.ka/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίσκομαι.
864 ποίηση Ουσιαστικό /ˈpi.i.si/ μορφή τέχνης γραπτού λόγου με στίχους και όχι πεζό λόγο.
865 Πάτσι Ουσιαστικό, Επίρρημα, Σύνδεσμος /paˈt͡si/ ισοπαλία, ίσα.
866 προλάβουμε Ρήμα θα προλάβουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προλαβαίνω.
867 ψάξαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνω.
868 συνειδητοποιήσει Ρήμα /si.ni.ði.to.piˈi.si/ θα συνειδητοποιήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνειδητοποιώ.
869 εχθρού Ουσιαστικό γενική ενικού του εχθρός.
870 έντομα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έντομο.
871 άγνωστη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγνωστος.
872 αυτοπροσώπως Επίρρημα με τη φυσική (αυτοπρόσωπη) παρουσία του ίδιου του προσώπου στο οποίο αναφερόμαστε.
873 ευαίσθητος Επίθετο /eˈve.sθi.tos/ που έχει πάρα πολύ αναπτυγμένες τις αισθήσεις του.
874 φονικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φονικός.
875 Μώρη Ουσιαστικό, Επίθετο, Επιφώνημα /moˈɾi/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μωρός.
876 λάμπει Ρήμα /ˈlam.bi/
877 σύνταγμα Ουσιαστικό /ˈsin.daɣ.ma/ γλωσσικά στοιχεία που συνδέονται με ιεραρχική σχέση, αποτελώντας ενότητα στο εσωτερικό μιας γλωσσικής μονάδας.
878 παραγωγής Ουσιαστικό γενική ενικού του παραγωγή.
879 κρύψεις Ρήμα θα κρύψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρύβω.
880 επιβίωση Ουσιαστικό /e.piˈvi.o.si/ η διατήρηση της ζωής μέσα σε αντίξοες συνθήκες.
881 εξετάσουμε Ρήμα θα εξετάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξετάζω.
882 ήπιες Ρήμα, Επίθετο /ˈi.pi.es/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ήπιος.
883 σκάστε Ρήμα, Επίθετο κλητική ενικού του σκαστός.
884 νομικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομικό.
885 ολόκληρος Επίθετο /oˈlokliros/ δυσανάλογος προς κάτι για να υπογραμμιστεί η υπερβολή σε σχέση με το αναμενόμενο ή μια σημαντική διαφορά σε κάποια μεγέθ…
886 βαθμού Ουσιαστικό γενική ενικού του βαθμός.
887 τουρνουά Ουσιαστικό διαγωνισμός σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.
888 έτρεξε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέχω.
889 εμπειρίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπειρία.
890 φτωχός Ουσιαστικό, Επίθετο /ftoˈxos/ που είναι πολύ ταλαιπωρημένος και δυστυχής ή που υστερεί σημαντικά σε κάποιον τομέα, χωρίς αναγκαστικά να βρίσκεται και…
891 παραιτηθώ Ρήμα θα παραιτηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραιτούμαι.
892 ταυτότητες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτότητα.
893 βεράντα Ουσιαστικό /veˈɾa(n).da/ σχετικά ευρύχωρο μπαλκόνι με στέγη ή χωρίς.
894 επιχείρησης Ουσιαστικό γενική ενικού του επιχείρηση.
895 περίσταση Ουσιαστικό /peˈɾi.sta.si/ μια χρονική στιγμή που χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο ιδιαίτερων συνθηκών, η κατάσταση που επικρατεί σε μια χρονική στιγμ…
896 δημοσιότητα Ουσιαστικό /ði.mo.siˈo.ti.ta/ η δημοσίευση ενός θέματος (ή η προβολή ενός ανθρώπου) και η συνακόλουθη γνωστοποίησή του (ευρέως).
897 μικρόφωνο Ουσιαστικό /miˈkɾo.fo.no/ συσκευή με την οποία ο ήχος μετατρέπεται σε ηλεκτρικό σήμα.
898 προσωρινή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσωρινός.
899 σχόλια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχόλιο.
900 προήλθε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προέρχομαι.
901 επέτρεψε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτρέπω.
902 πολλών Επίθετο γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του πολύς.
903 παρέχει Ρήμα /paˈɾe.çi/
904 χωριστούμε Ρήμα θα χωριστούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χωρίζομαι.
905 Τετάρτη Ουσιαστικό, Επίθετο /teˈtaɾ.ti/ η τέταρτη ημέρα της εβδομάδας· προηγείται η Τρίτη και ακολουθεί η Πέμπτη.
906 φαντασίας Ουσιαστικό γενική ενικού του φαντασία.
907 ολοκληρώθηκε Ρήμα /o.lo.kliˈɾo.θi.ce/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνομαι.
908 όγκο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του όγκος.
909 παρέλαση Ουσιαστικό /paˈɾe.la.si/ η διέλευση στοιχισμένων στρατιωτικών τμημάτων μπροστά από κάποιο χώρο ή πρόσωπο, προκειμένου να δειχτεί το αξιόμαχο του…
910 σαπούνι Ουσιαστικό /saˈpuni/ οργανική ουσία που έχει την ιδιότητα αφενός μεν να διαλύεται στο νερό, αφετέρου δε να δεσμεύει τα λίπη· χρησιμοποιείται…
911 επέστρεψαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω.
912 αποκαλώ Ουσιαστικό, Ρήμα /a.poˈka.lo/ (Ουσιαστικό).
913 τομάρι Ουσιαστικό /toˈmaɾi/ η ανθρώπινη υπόσταση κάποιου, ο εαυτός του.
914 θεωρίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρία.
915 κόκαλα Ουσιαστικό μεγεθυντικό του κόκαλο.
916 επέζησε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιζώ.
917 νόμιμη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νόμιμος.
918 αγγίξω Ρήμα θα αγγίξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγγίζω.
919 πεζοναύτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζοναύτης.
920 νέων Ουσιαστικό, Επίθετο masculine genitive plural of νέος (néos).
921 ιδιοφυΐα Ουσιαστικό /i.ði.o.fiˈi.a/ το χαρακτηριστικό του ιδιοφυούς, η μεγάλη ευφυΐα, εξυπνάδα.
922 απόδραση Ουσιαστικό /aˈpo.ðɾa.si/ η (προσωρινή) φυγή απ’ τα συνηθισμένα, οι ολιγοήμερες διακοπές.
923 παραμικρό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παραμικρός.
924 κατεβείτε Ρήμα θα κατεβείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατεβαίνω.
925 μπελά Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπελάς.
926 καροτσάκι Ουσιαστικό /ka.ɾoˈt͡sa.ci/ σε σχήμα καρέκλας για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων, με 2 μεγάλους τροχούς που μπορεί να περιστρέψει με τα χέρια του κα…
927 μίνι Ουσιαστικό, Επίθετο κοντός, που τελειώνει πάνω από το γόνατο.
928 σκοπευτής Ουσιαστικό /sko.peˈftis/ κάποιος που σκοπεύει, που σημαδεύει, που στοχεύει με ένα όπλο.
929 περιπολικό Ουσιαστικό /pe.ɾi.po.liˈko/ το σκάφος ή το όχημα που περιπολεί.
930 παίξουν Ρήμα θα παίξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίζω.
931 μπουνιά Ουσιαστικό /buˈɲa/ οπές στο κατάστρωμα πλοίου, που επιτρέπουν την επιστροφή του νερού που μαζεύεται ενίοτε εκεί στη θάλασσα.
932 κρεβάτια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεβάτι.
933 ψυχοπαθής Επίθετο άτομο με αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας.
934 καλέσετε Ρήμα θα καλέσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καλώ.
935 γυρίσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυρίζω.
936 κομματάκια Ουσιαστικό /ko.maˈta.ca/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομματάκι.
937 σώσουν Ρήμα θα σώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σώζω.
938 φονιάς Ουσιαστικό /foˈɲas/ κάποιος πολύ επικίνδυνος για τους αντιπάλους του, πχ σε αθλητικές συναντήσεις.
939 αρνηθεί Ρήμα θα αρνηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρνούμαι.
940 ελκυστική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελκυστικός.
941 προγράμματος Ουσιαστικό γενική ενικού του πρόγραμμα.
942 απουσία Ουσιαστικό /a.puˈsi.a/ το να μην παρευρίσκεται κάποιος ή κάτι εκεί όπου θα έπρεπε ή όπου θα αναμενόταν να είναι.
943 ημερών Ουσιαστικό, Επίθετο γενική πληθυντικού του ημέρα.
944 μπογιά Ουσιαστικό /boˈʝa/ το υγρό ή άλλη ουσία για τη βαφή επιφανειών (τοίχων, μεταλλικών ή ξύλινων αντικειμένων κ.λπ)· χρώμα.
945 πάγος Ουσιαστικό /ˈpaɣos/ η στερεά μορφή που παίρνει το νερό, όταν ψυχθεί σε θερμοκρασία κάτω των 0 βαθμών Κελσίου.
946 κουρτίνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρτίνα.
947 απογοήτευση Ουσιαστικό /a.po.ɣoˈi.tef.si/ δυσάρεστο συναίσθημα ματαίωσης λόγω μη ικανοποίησης ή μη πραγματοποίησης επιθυμητού γεγονότος.
948 γύρισμα Ουσιαστικό /ˈʝi.ɾi.zma/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γυρίζω.
949 σπιτικό Ουσιαστικό, Επίθετο /spitiˈko/ το σπίτι ως μέρος που μένει η οικογένεια.
950 ανοίξουν Ρήμα θα ανοίξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανοίγω.
951 σκοτώσατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω.
952 σηκώσεις Ρήμα θα σηκώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνω.
953 φλέβες Ουσιαστικό /ˈfle.ves/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλέβα.
954 τζαζ Ουσιαστικό /d͡zaz/ είδος αφρο-αμερικανικής μουσικής. Γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές του 20ού αιώνα, από τη διασταύρωση του bl…
955 κρίσιμη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρίσιμος.
956 συμφωνείτε Ρήμα β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του συμφωνώ.
957 φτιαγμένο Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φτιαγμένος.
958 παράπονα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράπονο.
959 ανεβείτε Ρήμα θα ανεβείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανεβαίνω.
960 χορωδία Ουσιαστικό /xo.ɾoˈði.a/ σύνολο τραγουδιστών που τραγουδούν όλοι μαζί.
961 λιμουζίνα Ουσιαστικό είδος πολυτελούς αυτοκινήτου.
962 άκρα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα extremely.
963 κοντινό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κοντινός.
964 ξεχάσετε Ρήμα θα ξεχάσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεχνώ.
965 οχήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όχημα.
966 σκορ Ουσιαστικό /skoɾ/ οι βαθμοί που κερδήθηκαν ή τα τέρματα που επιτεύχθηκαν από κάθε ομάδα ενός αθλητικού αγώνα, το αποτέλεσμα του αγώνα.
967 μπλέξεις Ρήμα θα μπλέξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπλέκω.
968 καρπό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του καρπός.
969 φράγμα Ουσιαστικό κατασκευή που εμποδίζει την ελεύθερη ροή ενός ποταμού και δημιουργεί μια τεχνητή λίμνη, υδατοφράκτης.
970 ξεχωριστά Επίθετο, Επίρρημα /kse.xo.ɾiˈsta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχωριστό.
971 δοκιμές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκιμή.
972 αντιπρόεδρος Ουσιαστικό που ασκεί αναπληρωματικά ή συμπληρωματικά τα καθήκοντα του προέδρου.
973 διαφημίσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /ði.a.fiˈmi.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφήμιση.
974 δραστηριότητες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραστηριότητα.
975 νόμιμα Επίθετο, Επίρρημα /ˈno.mi.ma/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόμιμο.
976 αλλάξετε Ρήμα θα αλλάξετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλλάζω.
977 γκι Ουσιαστικό /ˈɟi/ πράσινο φυτό που χρησιμοποιείται ως στολισμός κυρίως τα Χριστούγεννα.
978 εισαγωγή Ουσιαστικό /i.sa.ɣoˈʝi/ η διδασκαλία των βασικών αρχών μιας επιστήμης καθώς και το αντίστοιχο διδακτικό εγχειρίδιο.
979 φυλής Ουσιαστικό genitive singular of φυλή (fylí).
980 χημικά Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χημικό.
981 ολοκληρωθεί Ρήμα /o.lo.kli.ɾoˈθi/ θα ολοκληρωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ολοκληρώνομαι.
982 συνηθισμένος Ρήμα /si.ni.θiˈzme.nos/ που τον έχουμε συνηθίσει, που δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαιτερότητα ή πρωτοτυπία.
983 αγαπημένε Ουσιαστικό, Ρήμα /aɣapiˈmene/ κλητική ενικού του αγαπημένος.
984 πιάσατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω.
985 συνοδεία Ουσιαστικό, Επίρρημα /si.noˈði.a/ η ενέργεια το ρήματος συνοδεύω, η κίνηση ενός ή περισσότερων ατόμων, οχημάτων, σκαφών κ.λπ., που ακολουθούν, προπορεύοντ…
986 αποκλειστική Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκλειστικός.
987 πέφτεις Ρήμα β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πέφτω.
988 διαφωνώ Ρήμα /ði̯a.foˈno/ πιστεύω, έχω ή υποστηρίζω διαφορετικές απόψεις σε σχέση με κάποιον άλλον.
989 ανόητοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανόητος.
990 πρωθυπουργός Ουσιαστικό /pɾo.θi.puɾˈɣos/ επικεφαλής (πρόεδρος) της κυβέρνησης και του υπουργικού συμβουλίου.
991 κινηθούμε Ρήμα θα κινηθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κινούμαι.
992 υψηλό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υψηλός.
993 ρεπορτάζ Ουσιαστικό /ɾe.poɾˈtaz/ η έρευνα ενός θέματος και η παρουσίασή του με δημοσιογραφικό τρόπο σε κάποιο από τα ΜΜΕ.
994 λαιμός Ουσιαστικό /leˈmos/ οτιδήποτε μοιάζει με λαιμό, το τμήμα οποιουδήποτε αντικειμένου στο σημείο που στενεύει και βρίσκεται κοντά στη μία άκρη…
995 καταυλισμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του καταυλισμός.
996 κυνηγοί Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυνηγός.
997 χρησιμοποιήσετε Ρήμα θα χρησιμοποιήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρησιμοποιώ.
998 συνεχίσουν Ρήμα θα συνεχίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνεχίζω.
999 αργήσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργώ.
1000 κόκκινος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈkocinos/ ανδρικό επώνυμο.
1001 σύννεφο Ουσιαστικό /ˈsi.ne.fo/ ορατή μάζα συμπυκνωμένων υδρατμών που βρίσκεται σε μεγάλο ύψος πάνω από το έδαφος.
1002 λεν Ουσιαστικό, Ρήμα
1003 προσωπικές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωπική.
1004 βιαστικά Επίθετο, Επίρρημα /vʝa.stiˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (βιαστικό) του βιαστικός.
1005 ερωτεύτηκα Ρήμα /e.ɾoˈte.fti.ka/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτεύομαι.
1006 διατροφή Ουσιαστικό /ði̯a.tɾoˈfi/ χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε μηνιαία βάση από τον ένα σύζυγο στον άλλο για την κάλυψη μέρους των εξόδων του καθώς…
1007 ειδών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του είδος.
1008 πόσων Επίθετο, Αντωνυμία genitive masculine/feminine/neuter plural of πόσος (pósos).
1009 μαύρους Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του μαύρος.
1010 διατάζω Ουσιαστικό, Ρήμα /ði.aˈta.zo/ (Ουσιαστικό).
1011 φαγητού Ουσιαστικό γενική ενικού του φαγητό.
1012 γάντι Ουσιαστικό /ˈɣan.di/ κάλυμμα για την προστασία του χεριού, από μαλλί, δέρμα, πλαστικό ή άλλο υλικό που εφαρμόζει τις περισσότερες φορές σε κά…
1013 πειρατές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειρατής.
1014 πολεμήσει Ρήμα /po.leˈmi.si/ θα πολεμήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πολεμώ.
1015 μπράντι Ουσιαστικό δυνατό αλκοολούχο ποτό, το οποίο παράγεται με απόσταξη από κρασί ή φρούτα που έχουν υποστεί ζύμωση.
1016 ερωτευτεί Ρήμα θα ερωτευτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ερωτεύομαι.
1017 προσπάθειες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσπάθεια.
1018 λίγος Επίθετο /ˈli.ɣos/ δηλώνει μικρό, περιορισμένο πλήθος (και αντωνυμική χρήση).
1019 συνθήκη Ουσιαστικό /sinˈθi.ci/ λογική έκφραση, που μπορεί να είναι αληθής (true) ή ψευδής (false).
1020 κορόιδο Ουσιαστικό /koˈɾoi̯.ðo/ χαρακτηρισμός για πρόσωπο που εξαπατήθηκε ή εξαπατάται εύκολα.
1021 χαιρετισμούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του χαιρετισμός.
1022 αποφύγεις Ρήμα θα αποφύγεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφεύγω.
1023 περηφάνια Ουσιαστικό /periˈfaɲa/ λιγότερο επίσημη μορφή του υπερηφάνεια.
1024 επιτροπής Ουσιαστικό genitive singular of επιτροπή (epitropí).
1025 άγιο Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈa.ʝi.o/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άγιος.
1026 απογοητεύσω Ρήμα θα απογοητεύσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απογοητεύω.
1027 πετσέτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετσέτα.
1028 γαμήσω Ρήμα θα γαμήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γαμώ.
1029 ησύχασε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ησυχάζω.
1030 επιβεβαίωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνω.
1031 μαρς Ουσιαστικό, Επιφώνημα /ˈmaɾs/ παράγγελμα που δίνεται σε στρατιώτες ή μαθητές που προχωρούν σε σχηματισμό παρέλασης για να ξεκινήσουν το βάδισμα ή το σ…
1032 καβγά Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καβγάς.
1033 ήλθατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι.
1034 στενό Ουσιαστικό, Επίθετο /steˈno/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του στενός.
1035 ξύλα Ουσιαστικό /ˈksi.la/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύλο.
1036 θελήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέληση.
1037 χειριστείς Ρήμα θα χειριστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χειρίζομαι.
1038 απαιτώ Ρήμα /a.peˈto/ ζητώ κάτι επιτακτικά, επειδή έχω την εξουσία προς τούτο ή επειδή το θεωρώ αναφαίρετο δικαίωμά μου.
1039 φυλάει Ρήμα /fiˈla.i/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φυλάω.
1040 αυτοκράτορας Ουσιαστικό /aftoˈkratoras/ τίτλος μοναρχών, όπως στην αρχαία Ρώμη, το Βυζάντιο, την Κίνα, κ.α. ο ηγέτης μιας αυτοκρατορίας.
1041 φτάσετε Ρήμα θα φτάσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτάνω.
1042 αναμονής Ουσιαστικό genitive singular of αναμονή (anamoní).
1043 καθήκοντα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθήκον.
1044 συνδυασμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του συνδυασμός.
1045 υποτιτλισμός Ουσιαστικό η πράξη με την οποία μπαίνουν υπότιτλοι σε ένα κινηματογραφικό έργο ή τηλεοπτική σειρά.
1046 υπεύθυνοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεύθυνος.
1047 προκειμένου Ουσιαστικό, Ρήμα, Σύνδεσμος /pɾo.ciˈme.nu/ genitive singular of προκείμενο (prokeímeno).
1048 κάλυψε Ρήμα /ˈka.li.pse/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλύπτω.
1049 αφελής Επίθετο /a.feˈlis/ άνθρωπος που δε σκέφτεται τα πράγματα σε βάθος ή που αφήνεται και εξαπατάται από άλλους.
1050 ράφι Ουσιαστικό /ˈɾa.fi/ επίπεδο αντικείμενο προσαρμοσμένο στον τοίχο ή σε έπιπλο που χρησιμεύει για να τοποθετούνται αντικείμενα επάνω σε αυτό.
1051 πρωτεύουσα Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο /pɾoˈtevusa/ πόλη που συγκεντρώνει τις σημαντικότερες δραστηριότητες για έναν τομέα.
1052 ιατρικά Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ιατρικός.
1053 πορτοκαλί Επίθετο /poɾ.to.kaˈli/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πορτοκαλής.
1054 πετύχω Ρήμα θα πετύχω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετυχαίνω.
1055 ράμματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράμμα.
1056 εξωτερική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωτερικός.
1057 μπαλάκια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλάκι.
1058 θήκη Ουσιαστικό /ˈθi.ci/ ένα περίβλημα μέσα στο οποίο τοποθετούνται ένα ή πολλά ομοειδή αντικείμενα για προστασία, τακτοποίηση ή ταξινόμηση.
1059 καταστροφής Ουσιαστικό γενική ενικού του καταστροφή.
1060 παίζεται Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παίζομαι.
1061 δυνάμεων Ουσιαστικό /ðiˈna.me.on/ γενική πληθυντικού του δύναμη.
1062 καλεσμένος Ουσιαστικό, Ρήμα /ka.leˈzme.nos/ που τον έχουν καλέσει.
1063 κατάλληλα Επίθετο, Επίρρημα /kaˈta.li.la/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάλληλο, ουδέτερο του κατάλληλος.
1064 πάθω Ρήμα θα πάθω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παθαίνω.
1065 συγχωρέσεις Ουσιαστικό, Ρήμα θα συγχωρέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συγχωρώ.
1066 εφ Ουσιαστικό, Φράση tan, the symbol for εφαπτομένη the trigonometric function tangent.
1067 δικαιοδοσία Ουσιαστικό /ði.ce.o.ðoˈsi.a/ η εξουσία των δικαστηρίων στη λύση διαφορών κατά την κείμενη νομοθεσία και την τιμωρία των αξιόποινων πράξεων.
1068 βιασμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του βιασμός.
1069 διευθυντά Ουσιαστικό κλητική ενικού του διευθυντής.
1070 κρατώντας Ρήμα /kɾaˈton.das/ μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κρατάω / κρατώ.
1071 συνηθίσεις Ρήμα θα συνηθίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνηθίζω.
1072 πολίτη Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Πολίτης.
1073 φούστα Ουσιαστικό /ˈfu.sta/ ένδυμα που καλύπτει το μέρος του σώματος κάτω από τη μέση και δεν έχει μπατζάκια.
1074 αχυρώνα Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αχυρώνας.
1075 δασή Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάσος.
1076 διαδικασίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδικασία.
1077 ιδανικό Ουσιαστικό, Επίθετο /i.ða.niˈko/ σημαντικός και υψηλός στόχος ή σκοπός που προσπαθεί να πετύχει ή εκπληρώσει κάποιος.
1078 δυστυχία Ουσιαστικό /[ðistiˈçia]/ κατάσταση δυσφορίας, στην οποία δεν επιτυχγάνονται οι ανάγκες και οι στόχοι ενός ατόμου.
1079 ξεκίνησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ.
1080 δομή Ουσιαστικό /ðoˈmi/ ομαδοποίηση δεδομένων ώστε να είναι διαχειρίσιμα ως ομάδα, σαν μία οντότητα (βλ. δομή δεδομένων).
1081 φρουρός Ουσιαστικό /fɾuˈɾos/ πρόσωπο που φρουρεί, φυλάει και προστατεύει κάποιον ή κάτι.
1082 δυσκολεύομαι Ρήμα /ði.skoˈle.vo.me/ αντιμετωπίζω δυσκολίες εξαιτίας κάποιου γεγονότος.
1083 βασιλικό Ουσιαστικό, Επίθετο /va.si.liˈko/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βασιλικός.
1084 συναντηθεί Ρήμα θα συναντηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναντιέμαι.
1085 κυνηγήσω Ρήμα θα κυνηγήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κυνηγώ.
1086 ήλθε Ρήμα /ˈil.θe/ λογιότερη μορφή του ήρθε, γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι.
1087 μετανιώνω Ρήμα /me.taˈɲo.no/ συνειδητοποιώ με συντριβή τα λάθη μου και τις υπαρκτές ή πιθανές επιπτώσεις τους, μετανοώ.
1088 θυσίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυσία.
1089 ξέροντας Ρήμα /ˈkse.ɾon.das/ Present participle of ξέρω (xéro): knowing.
1090 επιστροφής Ουσιαστικό γενική ενικού του επιστροφή.
1091 σύντομο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σύντομος.
1092 μισός Επίθετο /miˈsos/ αυτός που αποτελεί το ένα από τα δύο ίσα μέρη ενός συνόλου.
1093 ηλίθιους Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του ηλίθιος.
1094 βιογραφικό Ουσιαστικό, Επίθετο το βιογραφικό σημείωμα.
1095 εξοχικό Ουσιαστικό, Επίθετο /e.kso.çiˈko/ το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (Σ.Ε.Φ.) για τους μπασκετικούς οπαδούς του Παναθηναϊκού (κατά την περίοδο που ήταν εν αναμο…
1096 καλλιτέχνες Ουσιαστικό nominative plural of καλλιτέχνης (kallitéchnis).
1097 χρυσού Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του χρυσός.
1098 κάτοικοι Ουσιαστικό /ˈka.ti.ci/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάτοικος.
1099 Πολυτίμη Ουσιαστικό, Επίθετο γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Πολυτίμης).
1100 διάσταση Ουσιαστικό το σύνολο των στοιχείων που παράγονται από ένα διάνυσμα μιας ελάχιστης γραμμικής θήκης ενός αλγεβρικού σώματος.
1101 φορέσει Ρήμα θα φορέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φορώ.
1102 εξώφυλλο Ουσιαστικό /eˈkso.fi.lo/ το εξωτερικό φύλλο ενός βιβλίου, περιοδικού, τετραδίου.
1103 παραμύθια Ουσιαστικό /paɾaˈmiθia/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμύθι.
1104 ήπιε Ρήμα, Επίθετο /ˈi.pi.e/ κλητική ενικού του ήπιος.
1105 πιστέψουμε Ρήμα θα πιστέψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιστεύω.
1106 τυφλή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυφλός.
1107 ελάχιστο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ελάχιστος.
1108 φιλική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλικός.
1109 τελειώνω Ρήμα /teˈʎo.no/ τελειώνομαι: τελειοποιούμαι.
1110 κοινού Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του κοινός.
1111 τόνους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του τόνος.
1112 χάρες Ουσιαστικό /ˈxa.ɾes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρά.
1113 πιάστηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνομαι.
1114 μηχανήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχάνημα.
1115 ύλη Ουσιαστικό /ˈi.li/ η ουσία από την οποία αποτελούνται όλα τα σώματα. Διαθέτει φυσικές και χημικές ιδιότητες, αποτελείται από μικροσκοπικά σ…
1116 τεσσάρων Επίθετο γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του τέσσερις.
1117 έκλεισαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλείνω.
1118 λειτουργίας Ουσιαστικό γενική ενικού του λειτουργιά.
1119 συσκευές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσκευή.
1120 ακολουθούμε Ρήμα /a.ko.luˈθu.me/
1121 ικανοποιημένος Ρήμα /i.ka.no.pi.i.ˈme.nos/ που αισθάνεται καλά, επειδή πραγματοποιήθηκε μια επιθυμία του.
1122 μπόουλινγκ Ουσιαστικό /ˈbo.u.liŋɡ/ άθλημα στο οποίο ο παίκτης προσπαθεί να ρίξει κορύνες, κυλώντας μια μπάλα κατά μήκος ενός επίπεδου διαδρόμου.
1123 καπετάνιο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του καπετάνιος.
1124 ντυμένη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντυμένος.
1125 μεγαλώσω Ρήμα θα μεγαλώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μεγαλώνω.
1126 αγοριού Ουσιαστικό /[aɣɔˈɾʝu]/ γενική ενικού του αγόρι.
1127 περήφανοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περήφανος.
1128 παιδικά Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδικό.
1129 υπαστυνόμος Ουσιαστικό /i.pa.stiˈno.mos/ ιεραρχικός βαθμός (κατώτερου) αξιωματικού της Ελληνικής Αστυνομίας, κατώτερος του αστυνόμου, ανώτερος του ανθυπαστυνόμου.
1130 μάγκες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάγκας.
1131 σπιτάκι Ουσιαστικό /spiˈtaci/ μικρό σπίτι.
1132 μαθευτεί Ρήμα θα μαθευτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαθεύομαι.
1133 κρυφτείς Ρήμα θα κρυφτείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρύβομαι.
1134 κελάρι Ουσιαστικό ο υπόγειος χώρος, που έχει συνήθως χαμηλότερη θερμοκρασία από το υπόλοιπο κτήριο, και χρησιμεύει για αποθήκευση τροφίμων…
1135 πλάνα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάνο.
1136 γοητευτικός Ουσιαστικό, Επίθετο /ɣo.i.te.ftiˈkos/ (Ουσιαστικό).
1137 επιπτώσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπτωση.
1138 δίσκους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του δίσκος.
1139 τυχόν Ρήμα, Επίρρημα /tiˈxon/ που ίσως συνέβη προηγουμένως ή πρόκειται να συμβεί.
1140 τέσσερεις Επίθετο /[ˈte̞.se̞.ɾis]/
1141 αδύναμο Επίθετο /aˈði.na.mo/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αδύναμος.
1142 φυσιολογικός Ουσιαστικό, Επίθετο /fi.si.o.lo.ʝiˈkos/ (Ουσιαστικό).
1143 γίναμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γίνομαι.
1144 πόσος Αντωνυμία αντωνυμία με την οποία εισάγεται ευθεία ή πλάγια ερώτηση για την ποσότητα, τον χρόνο, το μέγεθος, την έκταση κ.λπ. που α…
1145 φυσικής Ουσιαστικό, Επίθετο genitive singular of φυσική (fysikí).
1146 φτωχό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φτωχός.
1147 διάβαζα Ρήμα
1148 πλήρωσες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνω.
1149 αλλάζω Ρήμα /aˈla.zo/ προκαλώ μια αλλαγή σε κάποιον ή κάτι, τον κάνω να διαφέρει από την προηγούμενη κατάστασή του.
1150 τριαντάφυλλα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριαντάφυλλο.
1151 συνωμοσία Ουσιαστικό /si.no.moˈsi.a/ μυστικό σχέδιο που υλοποιείται στα κρυφά από μια ομάδα ατόμων, συνήθως για κακούς σκοπούς.
1152 σφάλμα Ουσιαστικό /ˈsfal.ma/ η διαφορά που προκύπτει ανάμεσα στην πραγματική τιμή μιας μαθηματικής πράξης και στην τιμή που προκύπτει μετά από εκτίμη…
1153 διάολος Ουσιαστικό /[ˈðʝaolos]/ άλλη μορφή του διάβολος.
1154 μάσκες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάσκα.
1155 σύνελθε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνέρχομαι.
1156 συγγραφέα Ουσιαστικό /siŋ.ɣraˈfe.a/ γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συγγραφέας.
1157 τσάμπα Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈt͡sa.ba/ άλλη μορφή του τζάμπα.
1158 συμφέρον Ουσιαστικό, Ρήμα /siɱˈfe.ɾon/ αυτό που αποφέρει κέρδος ή ωφέλεια, ηθικού, συναισθηματικού και υλικού περιεχομένου.
1159 ερωτευμένοι Ρήμα ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωτευμένος.
1160 πνευματική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πνευματικός.
1161 κλάψω Ρήμα θα κλάψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλαίω.
1162 σβήσει Ρήμα θα σβήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σβήνω.
1163 υψηλά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ψηλός.
1164 σπάσουμε Ρήμα θα σπάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σπάω.
1165 φτωχή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτωχός.
1166 κλειδωμένο Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κλειδωμένος.
1167 Παρούσα Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο nominative/accusative/vocative feminine singular of παρών (parón).
1168 μαύρες Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαύρη.
1169 δεκαετίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαετία.
1170 πίνουμε Ρήμα /ˈpi.nu.me/
1171 έπαιξα Ρήμα /ˈe.pe.ksa/ α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού αορίστου του ρήματος παίζω.
1172 διαφορετικούς Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του διαφορετικός.
1173 καταλήγει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καταλήγω.
1174 ψυχίατρος Ουσιαστικό /psiˈçi.a.tɾos/ ιατρός που έχει ειδικευτεί στην ψυχιατρική και θεραπεύει ψυχικά νοσήματα όπως η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές, οι ψυ…
1175 ακριβές Επίθετο /a.kɾiˈves/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ακριβός.
1176 μήλα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του μήλο.
1177 πανέμορφα Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανέμορφο.
1178 αρχικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αρχικός.
1179 φαγητά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγητό.
1180 συνέλθει Ρήμα θα συνέλθει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνέρχομαι.
1181 στοιχήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοίχημα.
1182 λόγοι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λόγος.
1183 μολύβι Ουσιαστικό /moˈlivi/ αντικείμενο που χρησιμεύει στη γραφή, αποτελούμενο από μια στήλη γραφίτη περιβαλλόμενη συνήθως από ξύλο.
1184 δημοπρασία Ουσιαστικό /ði.mo.pɾaˈsi.a/ δημόσια διαδικασία πώλησης/εκποίησης περιουσιακών στοιχείων και αγαθών μεγάλης αξίας με τη μέθοδο του πλειστηριασμού.
1185 μαγείας Ουσιαστικό /maˈʝi.as/ γενική ενικού του μαγεία.
1186 γυμναστική Ουσιαστικό, Επίθετο /ʝi.mna.stiˈci/ σύνολο ασκήσεων (ενόργανη ή ανόργανη γυμναστική), που αποσκοπούν στη γύμναση, την ευεξία και τη σωματική αρμονία και ανά…
1187 πυροβολήσουν Ρήμα θα πυροβολήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πυροβολώ.
1188 φανταστεί Ρήμα θα φανταστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φαντάζομαι.
1189 ομοσπονδιακή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοσπονδιακός.
1190 εύκολος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈef.ko.los/ που δεν απαιτείται μεγάλη προσπάθεια για να προσεγγιστεί ερωτικά.
1191 εγκατάσταση Ουσιαστικό /eŋ.gaˈta.sta.si/ έργο τέχνης το οποίο ενσωματώνει οποιοδήποτε μέσο, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών χαρακτηριστικών του χώρου, για να δημ…
1192 σιγουρέψου Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι.
1193 θέσει Ρήμα, Επίρρημα /ˈθe.si/ θα θέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θέτω.
1194 προορισμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του προορισμός.
1195 χαλαρώστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαλαρώνω.
1196 παλικάρι Ουσιαστικό /paliˈkari/ ο γενναίος, αυτός που αντιμετωπίζει τους κινδύνους και τις αντιξοότητες με θάρρος.
1197 εντόπισε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω.
1198 ρομαντική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρομαντικός.
1199 σωστές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του σωστός.
1200 χάσουν Ουσιαστικό, Ρήμα θα χάσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χάνω.
1201 στρατεύματα Ουσιαστικό /stɾaˈtev.ma.ta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στράτευμα.
1202 ηνωμένων Επίθετο γενική πληθυντικού του ηνωμένος.
1203 τσι Ουσιαστικό, Άρθρο /ˈt͡si/ προφορική, κυρίως, μορφή μερικών πτώσεων του οριστικού άρθρου σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας.
1204 γεννήτρια Ουσιαστικό συσκευή παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.
1205 απασχολημένοι Ρήμα /a.pa.sxo.liˈme.ni/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απασχολημένος.
1206 διαθέσιμος Επίθετο /ði̯aˈθe.si.mos/ που μπορεί να διατεθεί, που είναι σε θέση να χρησιμοποιηθεί όταν χρειαστεί.
1207 παρατήρηση Ουσιαστικό /pa.ɾaˈti.ɾi.si/ καταγραφή και μέτρηση συγκεκριμένων παραγόντων και μεταβλητώνhttp://www.politeianet.gr/books/9789604022007-kokkinaki-flo…
1208 χρησιμοποιήθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιούμαι.
1209 πηγάδι Ουσιαστικό /piˈɣa.ði/ βαθύ, σχετικά στενό, τεχνητό όρυγμα κυλινδρικού σχήματος στο έδαφος από το βάθος του οποίου αντλείται νερό για πόση, άρδ…
1210 ανθρωπότητας Ουσιαστικό γενική ενικού του ανθρωπότητα.
1211 κοριτσιών Ουσιαστικό /ko.ɾiˈtsçon/ γενική πληθυντικού του κορίτσι.
1212 Κάλης Ουσιαστικό, Επίθετο /kaˈlis/ γενική ενικού, θηλυκού γένους (καλή) του καλός.
1213 αληθινές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αληθινή.
1214 πολιτισμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του πολιτισμός.
1215 αντρών Ουσιαστικό /anˈdɾon/ η τουαλέτα, σε δημόσιο χώρο, που χαρακτηρίζεται ως αντρική.
1216 ρίχνουν Ρήμα /ˈɾi.xnun/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρίχνω.
1217 μαρτύρων Ουσιαστικό /maɾˈti.ɾon/ γενική πληθυντικού του μάρτυρας.
1218 καημένος Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο /kaiˈmenos/ ανδρικό επώνυμο.
1219 θηλυκό Ουσιαστικό, Επίθετο το γένος ονομάτων ουσιαστικών ή επιθέτων, αντωνυμιών που αντιστοιχεί στο βιολογικό γένος του θηλυκού. Για πράγματα και α…
1220 ρίζες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Ρίζα.
1221 απέχει Ρήμα /aˈpe.çi/
1222 δίδαξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διδάσκω.
1223 φτηνό Επίθετο /ftiˈno/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φτηνός.
1224 στρες Ουσιαστικό καταπόνηση (πχ στρες τεστ).
1225 εξωτερικών Επίθετο γενική πληθυντικού του εξωτερικός.
1226 θαυμαστές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυμαστή.
1227 αντέξεις Ρήμα θα αντέξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντέχω.
1228 φάγαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω.
1229 βάλατε Ρήμα /ˈva.la.te/ β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάλλω.
1230 λύπη Ουσιαστικό /ˈli.pi/ το συναίσθημα του πόνου ή της στενοχώριας που προκαλεί μια αρνητική και απευκταία κατάσταση ή γεγονός.
1231 φαν Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1232 αποφύγουμε Ρήμα θα αποφύγουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφεύγω.
1233 διδάξω Ρήμα θα διδάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διδάσκω.
1234 παλεύω Ρήμα /paˈle.vo/ αγωνίζομαι με κάποιον, επιδιώκοντας να τον νικήσω, π.χ. με επιχειρήματα, μάχομαι εναντίον δύσκολων συνθηκών.
1235 υποδοχή Ουσιαστικό /ipoðoˈçi/ η φιλοξενία κάποιου προσώπου που έρχεται, με την απόδοση ή όχι των τιμών που επιβάλλουν τα έθιμα ή οι τύποι.
1236 μόνιμη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μόνιμος.
1237 ποταμό Ουσιαστικό /po.taˈmo/ αιτιατική ενικού του ποταμός.
1238 βρεθείς Ρήμα θα βρεθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκομαι.
1239 εσωτερικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εσωτερικός.
1240 βαριέμαι Ρήμα /varˈʝe.me/ δυσανασχετώ για κάτι ή κάποιον που δε μου προκαλεί το ενδιαφέρον, μου προξενεί ανία.
1241 προσεκτική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσεκτικός.
1242 γενναίο Επίθετο γενναίος, στην αιτιατική του ενικού.
1243 δούκα Ουσιαστικό /ˈðu.ka/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1244 μοτίβο Ουσιαστικό /moˈti.vo/ γενικό πλάνο που συνήθως αποτελείται από γεωμετρικά συναφή μέρη.
1245 βασίλισσας Ουσιαστικό γενική ενικού του βασίλισσα.
1246 στόλο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του στόλος.
1247 αναγνώρισα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω.
1248 εμποδίσει Ρήμα θα εμποδίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμποδίζω.
1249 απορώ Ουσιαστικό, Ρήμα /apoˈɾo/ (Ουσιαστικό).
1250 κοίταξες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω.
1251 καταρρεύσει Ρήμα θα καταρρεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταρρέω.
1252 ετοιμότητα Ουσιαστικό /e.tiˈmo.ti.ta/ η προπαρασκευή, η ιδιότητα που έχει αυτός που είναι έτοιμος, που βρίσκεται σε εγρήγορση και περιμένει κάτι που θα χρειασ…
1253 επικοινωνίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικοινωνία.
1254 καρέκλες Ουσιαστικό /kaˈɾe.kles/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρέκλα.
1255 ήσυχους Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του ήσυχος.
1256 φορούσα Ρήμα /foˈɾu.sa/
1257 σοβαρές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβαρή.
1258 αθλητικά Ουσιαστικό, Επίθετο ειδήσεις σχετικά με τον αθλητισμό.
1259 σκάσω Ρήμα θα σκάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκάω.
1260 δεκτή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκτός.
1261 ομοσπονδιακό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ομοσπονδιακός.
1262 ελάφι Ουσιαστικό /eˈlafi/ μηρυκαστικό θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των ελαφιδών με λεπτό σώμα, ψηλά πόδια και καστανόχρωμο τρίχωμα. Ζει σε…
1263 επιταγές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιταγή.
1264 φτιάξαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω.
1265 συνοδεύσω Ρήμα θα συνοδεύσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνοδεύω.
1266 πολεμήσεις Ρήμα θα πολεμήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πολεμώ.
1267 διάγνωση Ουσιαστικό /ˈði̯a.ɣno.si/ η εύρεση της ασθένειας ενός ασθενή βάσει των συμπτωμάτων που αυτός παρουσιάζει και των σχετικών ενδείξεων.
1268 λόφους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του λόφος.
1269 μουσικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μουσικός.
1270 τρόμαξα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομάζω.
1271 αφεντικά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφεντικό.
1272 πόλο Ουσιαστικό είδος παιχνιδιού στο οποίο δυο έφιππες ομάδες προσπαθούν να σπρώξουν μια ξύλινη μπάλα με ένα είδος σφυριού με επίμηκες χ…
1273 αντρέ Ουσιαστικό είσοδος, δωμάτιο εισόδου (σε κατοικία, διαμέρισμα κ.λπ.), χολ.
1274 μέτρων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του μέτρο.
1275 μεθόδους Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του μέθοδος.
1276 καταγγελία Ουσιαστικό /ka.taŋ.ɟeˈli.a/ η ειδοποίηση σε συμβαλλόμενο ότι ακυρώνεται μια συμφωνία.
1277 παλέψω Ρήμα θα παλέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παλεύω.
1278 σκουλήκι Ουσιαστικό /skuˈli.ci/ worm: κακόβουλο λογισμικό πιο επιθετικό από τον απλό ιό (computer virus) επειδή (χωρίς την εκτέλεση μολυσμένου προγράμμα…
1279 τράβηξα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβώ.
1280 μέλισσες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέλισσα.
1281 έδινες Ρήμα
1282 βγάλαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω.
1283 παλέψεις Ρήμα θα παλέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παλεύω.
1284 άσχετα Επίθετο, Επίρρημα ανεξάρτητα, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας.
1285 προνόμιο Ουσιαστικό /pɾoˈno.mi.o/ δικαίωμα ή αγαθό που ανήκει ή έχει παραχωρηθεί σε κάποιον ή κάποιους κατ' εξαίρεση.
1286 στείλαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω.
1287 κατανοώ Ουσιαστικό, Ρήμα /ka.ta.noˈo/ (Ουσιαστικό).
1288 χαμένοι Ρήμα /xaˈme.ni/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμένος.
1289 σταθώ Ουσιαστικό, Ρήμα θα σταθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέκομαι.
1290 μενταγιόν Ουσιαστικό /me.daˈʝon/ κόσμημα που κρέμεται από μια αλυσίδα περασμένη στο λαιμό και μπορεί να περιέχει μια θήκη, πχ για μικρή φωτογραφία.
1291 έκπτωση Ουσιαστικό /ˈek.pto.si/ η μείωση της τιμής ενός εμπορεύματος, συνήθως σε ορισμένες χρονικές περιόδους που προβλέπονται από τον νόμο.
1292 ετυμηγορία Ουσιαστικό /e.ti.mi.ɣoˈɾi.a/ η κρίση που εκφράζεται με επίσημο τρόπο ή διαδικασία για ορισμένο ζήτημα.
1293 όμηρο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του όμηρος.
1294 επιτεθούμε Ρήμα θα επιτεθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιτίθεμαι.
1295 απεργία Ουσιαστικό /a.peɾˈʝi.a/ αποχή από την εργασία για τη διεκδίκηση οικονομικών αιτημάτων, αλλά και σε ένδειξη διαμαρτυρίας για διάφορες κυβερνητικέ…
1296 συνομιλία Ουσιαστικό διάλογος ανάμεσα σε δυο πρόσωπα ή δυο συνδιαλεγόμενα μέρη.
1297 διάσωση Ουσιαστικό /ˈði̯a.so.si/ η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διασώζω.
1298 δέχτηκα Ρήμα /ˈðe.xti.ka/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέχομαι.
1299 πεζοδρόμιο Ουσιαστικό /pe.zoˈðɾo.mi.o/ η υπερυψωμένη και στρωμένη (με πλακάκια ή τσιμέντο ή άλλο υλικό) επιφάνεια στο πλάι ενός δρόμου που προορίζεται για τους…
1300 όφελος Ουσιαστικό /ˈo.fe.los/ το πλεονέκτημα, το κέρδος.
1301 λάστιχα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάστιχο.
1302 ξεκίνημα Ουσιαστικό η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεκινώ.
1303 εκπαίδευσης Ουσιαστικό γενική ενικού του εκπαίδευση.
1304 χορέψεις Ρήμα θα χορέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χορεύω.
1305 γείτονα Ουσιαστικό γυναικείο επώνυμο.
1306 θέλημα Ουσιαστικό /ˈθe.li.ma/ εργασία που εκτελεί ο παραγγελιοδόχος με αμοιβή (χρηματική ή σε είδος).
1307 ζωολογικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ζωολογικός.
1308 χρησιμοποιήσουν Ρήμα θα χρησιμοποιήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρησιμοποιώ.
1309 δράκος Ουσιαστικό /ˈðɾa.kos/ χαρακτηρισμός ενός κακού και σκληρόκαρδου ανθρώπου.
1310 παιχνιδάκι Ουσιαστικό κάτι πανεύκολο, που είναι πάρα πολύ εύκολο.
1311 συνδυασμός Ουσιαστικό /sin.ði.aˈzmos/ το σύνολο των αριθμών ή γραμμάτων που απαιτούνται, για ν’ ανοίξει ένα χρηματοκιβώτιο, μια κλειδαριά με σχετικό μηχανισμό…
1312 συνεδρία Ουσιαστικό session: η ακολουθία των διεργασιών που εκτελούνται μεταξύ προγράμματος πελάτη (client) και διακομιστή (server) ή χρήστη…
1313 πιάσετε Ρήμα θα πιάσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιάνω.
1314 τοίχος Ουσιαστικό /ˈti.xos/ κατασκεύασμα από διάφορα δομικά υλικά, π.χ. πέτρες, τούβλα κ.λπ., τα οποία τοποθετούνται το ένα πάνω στο άλλο, περιβάλλο…
1315 χωράφι Ουσιαστικό /xoˈɾa.fi/ αγρός που συνήθως καλλιεργείται.
1316 εξετάσω Ρήμα θα εξετάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξετάζω.
1317 μαζέψεις Ρήμα θα μαζέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαζεύω.
1318 άχρηστη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχρηστος.
1319 μπορέσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπορώ.
1320 εγκληματία Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εγκληματίας.
1321 κρίσης Ουσιαστικό γενική ενικού του κρίση.
1322 πιστωτικές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστωτική.
1323 βρικόλακας Ουσιαστικό /vɾiˈkolakas/ ο νεκρός που, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες, βγαίνει τη νύχτα από τον τάφο του και τρέφεται με αίμα ζωντανών.
1324 αναγκαίο Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αναγκαίος.
1325 απολαύστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω.
1326 λίπος Ουσιαστικό /ˈli.pos/ τα λιπίδια, κατηγορία χημικών ενώσεων με ανάλογη σύσταση / ιδιότητες.
1327 κουμπιά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπί.
1328 ατυχήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατύχημα.
1329 ξενοδοχεία Ουσιαστικό /kse.no.ðoˈçia/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοδοχείο.
1330 φθινόπωρο Ουσιαστικό /fθiˈno.po.ɾo/ μία από τις εποχές του έτους.
1331 σημερινό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σημερινός.
1332 άπαντα Ουσιαστικό, Ρήμα /a.panˈda/ το σύνολο των έργων συγγραφέα.
1333 ευαίσθητη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευαίσθητος.
1334 φρούριο Ουσιαστικό /ˈfɾu.ɾi.o/ οχυρωμένο κτήριο για τη στρατιωτική άμυνα μιας περιοχής.
1335 πιλότο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του πιλότος.
1336 ξόδεψα Ρήμα /ˈkso.ðe.psa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξοδεύω.
1337 γεμίζει Ρήμα
1338 επιτήρηση Ουσιαστικό το να επιτηρώ/επιβλέπω ένα έργο, την τήρηση όρων μιας συμφωνίας ή τη συμμόρφωση κάποιου προς κάποιους κανόνες.
1339 κόβεις Ρήμα
1340 κενά Ουσιαστικό, Επίθετο γυναικείο επώνυμο.
1341 διάνοια Ουσιαστικό /ˈði̯a.ni.a/ άτομο που επιδεικνύει εξαιρετικές διανοητικές ικανότητες, πολύ έξυπνος, ιδιοφυής.
1342 τραβήξουμε Ρήμα θα τραβήξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τραβώ.
1343 κύπελλο Ουσιαστικό /ˈci.pe.lo/ το έπαθλο που δίνεται στον νικητή αθλητικής διοργάνωσης (συνήθως περίτεχνο και μεταλλικό, σε σχήμα αμφορέα ή κύλικα).
1344 χορεύτρια Ουσιαστικό /xoˈɾef.tɾi.a/
1345 κωδικούς Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του κωδικός.
1346 συλλάβεις Ρήμα θα συλλάβεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνω.
1347 επιθυμώ Ουσιαστικό, Ρήμα /e.pi.θiˈmo/ (Ουσιαστικό).
1348 σωματική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωματικός.
1349 ψηφοφορία Ουσιαστικό /psi.fo.foˈɾi.a/ η εκλογική διαδικασία.
1350 καράβι Ουσιαστικό /[kaˈravi]/ μεγάλο ναυπήγημα, αυτοκινούμενο, με δυνατότητα μεταφοράς επιβατών ή φορτίων.
1351 δίαιτα Ουσιαστικό /ˈði.e.ta/ o ειδικός τρόπος διατροφής και διαβίωσης (συνήθως για να επιτευχθεί αδυνάτισμα).
1352 ακτινοβολία Ουσιαστικό /a.kti.no.voˈli.a/ εκπομπή ενέργειας υπό μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων ή σωματιδίων.
1353 ξεράσω Ρήμα θα ξεράσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξερνάω, ξερνώ.
1354 καραμπίνα Ουσιαστικό /ka.ɾa(m)ˈbi.na/ ελαφρό πυροβόλο όπλο με κοντάκι και μία κοντή κάννη, βραχύκαννο φορητό όπλο.
1355 λεπτή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπτός.
1356 ταβάνι Ουσιαστικό /taˈva.ni/ η οροφή ενός δωματίου από την οπτική γωνία αυτού που βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο.
1357 όψη Ουσιαστικό αυτό που βλέπουμε, αυτό που φαίνεται.
1358 βίασε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βιάζω.
1359 ουλή Ουσιαστικό, Επίθετο /uˈli/ σημάδι πάνω στο δέρμα, από πληγή που έχει κλείσει.
1360 φόνοι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φόνος.
1361 γλώσσες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλώσσα.
1362 κρυψώνα Ουσιαστικό τόπος όπου μπορεί κάποιος να κρυφτεί.
1363 αίματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίμα.
1364 σωματικά Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματικό.
1365 ενοχλήσω Ρήμα θα ενοχλήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενοχλώ.
1366 έντονο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του έντονος.
1367 αναπνεύσω Ρήμα θα αναπνεύσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναπνέω.
1368 τυφλά Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (τυφλό) του τυφλός.
1369 αρχίστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρχίζω.
1370 πυρηνική Επίθετο /pi.ɾi.niˈci/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρηνικός.
1371 κατέρρευσε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρέω.
1372 θεώρησα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρώ.
1373 ενώπιον Ουσιαστικό, Επίρρημα /eˈno.pi.on/ (Ουσιαστικό).
1374 νώτα Ουσιαστικό το πίσω μέρος μιας στρατιωτικής παράταξης.
1375 μπούρδες Ουσιαστικό /ˈbuɾ.ðes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπούρδα.
1376 κόψιμο Ουσιαστικό η αλλοίωση της όψης και της γεύσης μιας κρέμας που συμβαίνει όταν κατά την παρασκευή της βράσει το αυγό που περιέχεται σ…
1377 ανέβεις Ρήμα θα ανέβεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανεβαίνω.
1378 επικοινωνήσουμε Ρήμα θα επικοινωνήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επικοινωνώ.
1379 πλήρες Επίθετο /ˈpli.ɾes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πλήρης.
1380 κάψει Ρήμα θα κάψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καίω.
1381 ανατριχιαστικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανατριχιαστικός.
1382 σωτηρία Ουσιαστικό /so.tiˈɾi.a/ η λύτρωση της ανθρωπότητας από δεινά όπως ο πόνος, η κακία ή ο θάνατος.
1383 τραυματίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραυματίας.
1384 ρίχνω Ρήμα /ˈɾi.xno/ προκαλώ την κίνηση ενός αντικειμένου δίνοντάς του μια αρχική ώθηση με τα μέλη του σώματός μου ή μέσω μηχανισμού.
1385 ανακαλύψαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω.
1386 χτυπήσουν Ρήμα θα χτυπήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χτυπώ.
1387 αποφάσισαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω.
1388 ανήσυχος Επίθετο που δεν είναι ήσυχος, που έχει αναστατωθεί ή ταραχτεί για κάτι.
1389 βενζινάδικο Ουσιαστικό κατάστημα λιανικής πώλησης υγρών καυσίμων με αντλίες που μεταφέρουν κατευθείαν τη βενζίνη ή το πετρέλαιο στο ρεζερβουάρ…
1390 καλαμπόκι Ουσιαστικό /kalamˈboci/ ετήσιο φυτό, που κανονικά φτάνει μέχρι 3 μέτρα· έχει μακρά στενά πράσινα φύλλα και καλλιεργείται για τους κίτρινους εδώδ…
1391 λυκείου Ουσιαστικό γενική ενικού του λύκειο.
1392 γιορτάζουμε Ρήμα /ʝoɾˈta.zu.me/
1393 αλεπού Ουσιαστικό /a.leˈpu/ μικρό θηλαστικό με κοκκινωπή γούνα, που ανήκει στην οικογένεια των Κυνοειδών.
1394 πλούσιους Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του πλούσιος.
1395 άκουσαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακούω.
1396 παμπ Ουσιαστικό κατάστημα όπου μπορεί κάποιος να διασκεδάσει ακούγοντας μουσική και πίνοντας αλκοολούχα ποτά.
1397 προχωρήσεις Ρήμα θα προχωρήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προχωρώ.
1398 έπινε Ρήμα
1399 καρχαρίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρχαρίας.
1400 πούστη Ουσιαστικό accusative singular of πούστης (poústis).
1401 ενοίκιο Ουσιαστικό /eˈni.ci.o/ χρηματικό ποσό που πληρώνει κανείς για το δικαίωμα προσωρινής χρήσης ενός χώρου για κατοίκηση, εμπορικούς σκοπούς κλπ.
1402 αποζημίωση Ουσιαστικό η υλική ή κυρίως η ηθική ανταμοιβή που κερδίζει κάποιος για τους κόπους του και την προσφορά του.
1403 γυρίζεις Ρήμα β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του γυρίζω.
1404 σηκώθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι.
1405 ιστό Ουσιαστικό ιστός, στη αιτιατική του ενικού.
1406 παλιούς Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του παλιός.
1407 καλού Ουσιαστικό, Επίθετο /kaˈlu/ γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του καλός.
1408 προγράμματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόγραμμα.
1409 πάρτη Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1410 στιλ Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1411 Ειρηνικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα με ειρηνικό τρόπο.
1412 σηκώσει Ρήμα θα σηκώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνω.
1413 νομίσματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόμισμα.
1414 εμπιστευτούμε Ρήμα θα εμπιστευτούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμπιστεύομαι.
1415 κατηγορούμενος Ουσιαστικό, Ρήμα /ka.ti.ɣoˈɾu.me.nos/ που του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, που του έχει απαγγελθεί κατηγορία σε δικαστήριο.
1416 υπουργέ Ουσιαστικό κλητική ενικού του υπουργός.
1417 πρότυπο Ουσιαστικό ειδικού τύπου σελίδα, η οποία όταν καλείται ενσωματώνει το περιεχόμενό της σε άλλες σελίδες. Λειτουργεί ως συνάρτηση που…
1418 διορθώσουμε Ρήμα θα διορθώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διορθώνω.
1419 φιγούρα Ουσιαστικό /fiˈɣu.ɾa/ σημαντικό πρόσωπο, με χαρακτηριστικά ασάφειας, σε μια πλοκή ή πραγματική υπόθεση.
1420 πωλητής Ουσιαστικό ο ιδιοκτήτης ενός περιουσιακού στοιχείου (ακίνητο, αυτοκίνητο) που το μεταβιβάζει έναντι χρημάτων σε άλλον.
1421 γλιτώσει Ρήμα θα γλιτώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γλιτώνω.
1422 αυτόματο Ουσιαστικό, Επίθετο φορητό, αυτόματα επαναφορτιζόμενο, πυροβόλο όπλο, μεσαίου μεγέθους κατάλληλο κυρίως για κοντινές αποστάσεις.
1423 χάμπουργκερ Ουσιαστικό /ˈxam.buɾ.ɟeɾ/ σάντουιτς με στρογγυλό ψωμάκι και μπιφτέκι από κρέας (συνήθως μοσχαρίσιο κρέας μα όχι πάντα).
1424 σπέσιαλ Επίθετο, Επίρρημα /ˈspe.si.al/ ο καταπληκτικός.
1425 συμφωνίας Ουσιαστικό γενική ενικού του συμφωνία.
1426 υπουργό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του υπουργός.
1427 λογικός Ουσιαστικό, Επίθετο logical, logic: κάτι που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά παρουσιάζεται και διαμορφώνεται έτσι ώστε να εξυπηρετεί κ…
1428 καταφέρατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω.
1429 φιλήσει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου του φιλάω / φιλώ.
1430 ενημερώσουμε Ρήμα θα ενημερώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενημερώνω.
1431 εξέγερση Ουσιαστικό /ekˈse.ʝer.si/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξεγείρω.
1432 κλίμακα Ουσιαστικό /ˈkli.ma.ka/ αριθμητικό κλάσμα που εκφράζει την αναλογία ανάμεσα στις διαστάσεις που απεικονίζονται σε έναν χάρτη και τις πραγματικές.
1433 ξυπνάω Ρήμα /ksiˈpna.o/ σταματάω να έχω ψευδαισθήσεις, να ζω σε μια ονειρική πραγματικότητα ή να είμαι αδρανής, αφυπνίζομαι.
1434 έφτιαξαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω.
1435 ευθύνεται Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ευθύνομαι.
1436 αποφασίσουμε Ρήμα θα αποφασίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφασίζω.
1437 αυτοάμυνα Ουσιαστικό η άμυνα που εξασφαλίζουμε για τον εαυτό μας.
1438 ελαφρά Επίθετο, Επίρρημα με μικρή δύναμη.
1439 τελευταίας Επίθετο /te.lefˈte.as/ γενική ενικού του τελευταία.
1440 πρωταθλητή Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρωταθλητής.
1441 μάζα Ουσιαστικό /ˈma.za/ αντικείμενο χωρίς συγκεκριμένο σχήμα που διαλύεται εύκολα.
1442 φτωχοί Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτωχός.
1443 απολαμβάνω Ρήμα /a.po.laɱˈva.no/ λαμβάνω ένα υλικό από κάποιο σωρό, μείγμα, κράμα ή πέτρωμα, μετά από σχετική επεξεργασία.
1444 άναψε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανάβω.
1445 ευγενής Ουσιαστικό, Επίθετο /ev.ʝeˈnis/ εξαιρετικής ποιότητας, ξεχωριστός από τα ομοειδή του.
1446 σκουλήκια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουλήκι.
1447 παρατάω Ρήμα /pa.ɾaˈta.o/ to abandon, desert, give up.
1448 σύντροφοι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύντροφος.
1449 τραβήξτε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραβώ.
1450 καιροί Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καιρός.
1451 χορεύουν Ρήμα /xoˈɾe.vun/
1452 γείτονας Ουσιαστικό /ˈʝi.to.nas/ άτομο που κατοικεί κοντά σε κάποιον άλλον.
1453 μακαρόνια Ουσιαστικό /ma.kaˈɾo.ɲa/ φαγητό με μακαρόνια, ίσως συνοδευμένα από κάτι άλλο που δηλώνεται ως προσδιοριστικό ή μαγειρεμένα με ιδιαίτερο τρόπο.
1454 αρνητική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρνητικός.
1455 αντίδοτο Ουσιαστικό /anˈdi.ðo.to/ ουσία ή φάρμακο που εξουδετερώνει τη βλαπτικότητα άλλης ουσίας, φαρμάκου ή δηλητηρίου.
1456 ζήσετε Ρήμα θα ζήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζω.
1457 ψυχής Ουσιαστικό /psiˈçis/ γενική ενικού του ψυχή.
1458 ναυτία Ουσιαστικό τάση για εμετό και ζάλη.
1459 πολιτειών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του πολιτεία.
1460 αληθινοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αληθινός.
1461 εγκαταλείψω Ρήμα θα εγκαταλείψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εγκαταλείπω.
1462 περιθώριο Ουσιαστικό /pe.ɾiˈθo.ɾi.o/ το διάστημα, η απόσταση, χρονική ή υλική, που υπάρχει γύρω από κάτι που θεωρείται κεντρικό και κύριο.
1463 ιατρικής Επίθετο γενική ενικού του ιατρική.
1464 αρχίδι Ουσιαστικό /aɾˈçiði/ ο ένας από τους δύο αδένες που παράγουν το σπέρμα, ο όρχις.
1465 ανακαλύψουν Ρήμα θα ανακαλύψουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανακαλύπτω.
1466 διαμερίσματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμέρισμα.
1467 ακύρωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω.
1468 λάβεις Ρήμα θα λάβεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λαμβάνω.
1469 ηγέτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγέτης.
1470 προσγείωση Ουσιαστικό /pɾozˈʝiosi/ η επιστροφή στην πραγματικότητα για κάποιον που αιθεροβατεί.
1471 αγγίζει Ρήμα
1472 αεροσκάφος Ουσιαστικό /a.e.ɾoˈska.fos/ : σκάφος του αέρα, όχημα που μπορεί να πετάει.
1473 κατοικία Ουσιαστικό /ka.tiˈci.a/ στεγασμένος χώρος που χρησιμοποιείται για διαμονή.
1474 πειράξεις Ρήμα θα πειράξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πειράζω.
1475 καταλήξω Ρήμα θα καταλήξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλήγω.
1476 πανεπιστημίου Ουσιαστικό γενική ενικού του πανεπιστήμιο.
1477 περπάτημα Ουσιαστικό /peɾˈpa.ti.ma/ ο ιδιαίτερος, προσωπικός τρόπος που περπατά κάποιος.
1478 καταλάβαινα Ρήμα /ka.taˈla.ve.na/ α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του καταλαβαίνω.
1479 μήνας Ουσιαστικό /ˈmi.nas/ περίοδος διαίρεσης του έτους, βασισμένη ιστορικά στις φάσεις της Σελήνης. Το γρηγοριανό ημερολόγιο έχει δώδεκα μήνες.
1480 ηγέτη Ουσιαστικό genitive/accusative/vocative singular of ηγέτης (igétis).
1481 δεξίωση Ουσιαστικό επίσημη συγκέντρωση ή γεύμα στο οποίο κάποιος υποδέχεται τους καλεσμένους του, στο σπίτι του ή σε άλλο χώρο.
1482 τόπου Ουσιαστικό γενική ενικού του τόπος.
1483 παρατηρήσει Ρήμα θα παρατηρήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρατηρώ.
1484 τμήματα Ουσιαστικό /ˈtmi.ma.ta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τμήμα.
1485 σχέσης Ουσιαστικό γενική ενικού του σχέση.
1486 ατόμων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του άτομο.
1487 οράματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όραμα.
1488 νυχτερινή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νυχτερινός.
1489 φωνάξεις Ρήμα θα φωνάξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φωνάζω.
1490 π. Φράση πατήρ προτάσσεται πριν το όνομα ιερέα ή μοναχού.
1491 χόρεψε Ρήμα /ˈxo.ɾe.pse/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χορεύω.
1492 φιλικό Ουσιαστικό, Επίθετο friendly match or game.
1493 δοκιμάσετε Ρήμα θα δοκιμάσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δοκιμάζω.
1494 ντύσου Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ντύνομαι.
1495 κοπεί Ρήμα θα κοπεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κόβομαι.
1496 δημοτικού Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του δημοτικός.
1497 φρέσκα Ουσιαστικό, Επίθετο nominative/accusative/vocative neuter plural of φρέσκος (fréskos).
1498 λαμπρό Ουσιαστικό, Επίθετο επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1499 άρθρα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρθρο.
1500 σπουδές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδή.
1501 τουρίστες Ουσιαστικό /tuˈɾi.stes/ αιτιατική πληθυντικού του τουρίστας.
1502 σκαλιά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλί.
1503 δηλώσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /ðiˈlosis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δήλωση.
1504 γιοι Ουσιαστικό /ˈʝi/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιος.
1505 φτιαγμένος Ρήμα που έχει αποκτήσει περιουσία, έχει φτιάξει περιουσία.
1506 κουζίνας Ουσιαστικό γενική ενικού του κουζίνα.
1507 εντοπίσω Ρήμα θα εντοπίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εντοπίζω.
1508 γιόγκα Ουσιαστικό ινδικό φιλοσοφικό και θρησκευτικό ρεύμα που αφορά ασκήσεις σωματικές ή διανοητικές.
1509 παραιτήθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραιτούμαι.
1510 ξαδέρφη Ουσιαστικό /ksaˈðeɾ.fi/ η κόρη του αδελφού ή της αδελφής ενός από τους γονείς μου.
1511 αρκούδες Ουσιαστικό nominative/accusative/vocative plural of αρκούδα (arkoúda).
1512 ζώνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζώνη.
1513 δημοσιογράφοι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσιογράφος.
1514 οξυγόνου Ουσιαστικό γενική ενικού του οξυγόνο.
1515 γρίπη Ουσιαστικό /ˈɣɾi.pi/ μεταδοτική ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος. Τα συνήθη συμπτώματά της είναι πυρετός, πονοκέφαλος, βήχας, αδυναμία κ…
1516 ευαίσθητο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευαίσθητος.
1517 ειρωνεία Ουσιαστικό /i.ɾoˈni.a/ η κατάσταση κατά την οποία ο ήρωας αγνοεί ουσιώδη ζητήματα που τον ενδιαφέρουν ή έχει εσφαλμένη αντίληψη γι' αυτά, ενώ ο…
1518 νυφικό Ουσιαστικό, Επίθετο το (συνήθως) λευκό φόρεμα που φοράει η νύφη κατά την τελετή του γάμου.
1519 πρόσβασης Ουσιαστικό γενική ενικού του πρόσβαση.
1520 ανακάλυψες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω.
1521 άμυνας Ουσιαστικό γενική ενικού του άμυνα.
1522 προοπτική Ουσιαστικό, Επίθετο /pɾo.o.ptiˈci/ τεχνική απεικόνισης αντικειμένων ώστε να φαίνονται όπως τα βλέπει ένας παρατηρητής από συγκεκριμένο σημείο.
1523 πυρκαγιά Ουσιαστικό /piɾ.kaˈʝa/ η φωτιά με τάση επέκτασης, συνήθως σε μεγάλη έκταση ή ένταση, που δεν μπορεί να κατασβηστεί από έναν άνθρωπο με απλά μέσ…
1524 συνεντεύξεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνέντευξη.
1525 αγοράζω Ρήμα /a.ɣoˈɾa.zo/ αποσπώ με αντάλλαγμα την υποστήριξη ή εύνοια.
1526 σχολική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχολικός.
1527 δεκανέα Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Δεκανέας.
1528 τσα Επιφώνημα νηπιακή λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εμφάνιση κάποιου προσώπου.
1529 πατήσεις Ρήμα θα πατήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πατάω.
1530 απεγνωσμένα Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απεγνωσμένος.
1531 ενημερώσει Ρήμα θα ενημερώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενημερώνω.
1532 χαρακτήρες Ουσιαστικό /xa.ɾaˈkti.ɾes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρακτήρας.
1533 μαρτίνι Ουσιαστικό το κοκτέιλ μαρτίνι , που αναμιγνύει με λευκό ξηρό μαρτίνι (ή άλλο βερμούτ) είτε βότκα είτε τζιν και συχνά συνοδεύεται απ…
1534 αποκάλεσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλώ.
1535 ανιχνευτές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιχνευτής.
1536 μπεκ Ουσιαστικό στενό εξάρτημα το οποίο χρησιμοποιείται για ρύθμιση της ταχύτητας (άρα και της πίεσης) υγρών και αερίων.
1537 μπαλκόνι Ουσιαστικό /balˈko.ni/ περιφραγμένη προεξοχή σε κτίριο, συνήθως στο ίδιο επίπεδο με το πάτωμα του ορόφου στον οποίο βρίσκεται.
1538 τσίχλα Ουσιαστικό /ˈt͡si.xla/ προϊόν που αποτελείται από κάποια φυσική ή τεχνητή ρητίνη, περιέχει γλυκαντικές και αρωματικές ουσίες και μπορεί να μασι…
1539 μπαταρίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαταρία.
1540 φανερό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φανερός.
1541 τόσος Ουσιαστικό, Αντωνυμία /ˈtosos/ ίδιος ή όμοιος σε σχέση με το μέγεθος, την ένταση, τη διάρκεια ή την ποσότητα.
1542 τρελές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρελή.
1543 μήτρα Ουσιαστικό /ˈmi.tɾa/ μυώδες κοίλο όργανο του γεννητικού συστήματος των γυναικών που βρίσκεται στη λεκάνη ανάμεσα στην ουροδόχο κύστη και το ο…
1544 αγρότες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρότης.
1545 αναθεματισμένο Ρήμα /anaθematiˈzmeno/ nominative/accusative/vocative neuter singular of αναθεματισμένος (anathematisménos).
1546 εκείνου Επίθετο, Αντωνυμία genitive masculine singular of εκείνος (ekeínos).
1547 ρόπαλο Ουσιαστικό χοντρό ραβδί, με πιο πλατύ το ένα άκρο, που χρησιμοποιείται συνήθως σε επιθετικές ενέργειες.
1548 φώναξα Ρήμα /ˈfo.na.ksa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωνάζω.
1549 περπατήσει Ρήμα θα περπατήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περπατώ.
1550 ασήμαντο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ασήμαντος.
1551 Χέσε Ουσιαστικό, Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χέζω.
1552 βιτρίνα Ουσιαστικό η προθήκη καταστήματος όπου τοποθετούνται επιλεγμένα εμπορεύματα πίσω από τζάμι, ώστε να είναι ορατά από το δρόμο.
1553 παλιοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλιός.
1554 κυκλοφορία Ουσιαστικό /ci.klo.foˈɾi.a/ η μετακίνηση κάποιων πραγμάτων (στερεών, υγρών ή αερίων).
1555 πέτυχες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω.
1556 πρόδωσες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδίδω.
1557 τελειώσατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω.
1558 αγχωμένος Ρήμα /aŋ.xoˈme.nos/ μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αγχώνω, που έχει καταληφθεί από άγχος.
1559 αυτόματα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /aˈfto.ma.ta/ με αυτόματο τρόπο.
1560 ματς Ουσιαστικό ανδρικό επώνυμο.
1561 πάλεψε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παλεύω.
1562 ενθουσιασμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του ενθουσιασμός.
1563 αισθανθείς Ρήμα θα αισθανθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αισθάνομαι.
1564 οίκος Ουσιαστικό /ˈikos/ ένα από τα 12 τμήματα στα οποία χωρίζουν οι αστρολόγοι το γενέθλιο χάρτη ενός ατόμου.
1565 κατέστρεψα Ρήμα /kaˈte.stɾe.psa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω.
1566 καθηγητές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθηγητής.
1567 μέθοδο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του μέθοδος.
1568 αξιωματικοί Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιωματικός.
1569 χημεία Ουσιαστικό /çiˈmi.a/ η επιστήμη που μελετά τη σύσταση και τη σύνθεση ουσιών καθώς και τις μεταβολές που αυτές παρουσιάζουν.
1570 τρομοκράτης Ουσιαστικό /tɾomoˈkɾatis/ άτομο (συχνά μέλος τρομοκρατικής ομάδας) που για διάφορους λόγους τρομοκρατεί ή / και τραυματίζει / σκοτώνει ανθρώπους.
1571 χειρουργική Ουσιαστικό, Επίθετο /çi.ɾuɾ.ʝiˈci/ ο κλάδος της ιατρικής που ειδικεύεται στη θεραπεία του ασθενούς με τη χρήση χειρουργικών μεθόδων-επεμβάσεων στο σώμα του…
1572 κούρεμα Ουσιαστικό /ˈku.ɾe.ma/ ο ήχος και η φθορά που προκαλείται στα γρανάζια του κιβωτίου των ταχυτήτων των οχημάτων από κακή χρήση κατά την αλλαγή τ…
1573 ανοίξετε Ρήμα θα ανοίξετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανοίγω.
1574 μορφές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφή.
1575 νεκρού Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του νεκρός.
1576 εμπόρευμα Ουσιαστικό /emˈbo.ɾev.ma/ ό,τι εμπορεύεται κάποιος, ό,τι πουλιέται ή αγοράζεται για εμπορικούς λόγους.
1577 γυναικείο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γυναικείος.
1578 προσεχτικά Επίθετο, Επίρρημα προσεκτικά.
1579 νοσοκόμες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσοκόμα.
1580 τραπεζαρία Ουσιαστικό δωμάτιο ενός διαμερίσματος με μεγάλο τραπέζι, που χρησιμεύει στην υποδοχή καλεσμένων.
1581 προσθέσω Ρήμα θα προσθέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσθέτω.
1582 κινδύνους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του κίνδυνος.
1583 διαμάχη Ουσιαστικό η αντιπαράθεση (σε έντονο ύφος) ανάμεσα σε άτομα ή ομάδες.
1584 ζητήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζήτημα.
1585 κλεμμένο Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κλεμμένος.
1586 ανησυχίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανησυχία.
1587 προσδοκίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσδοκία.
1588 βαρέλι Ουσιαστικό /vaˈɾe.li/ μεγάλο δοχείο σε σχήμα κυλίνδρου, κανονικού ή με κυρτά τοιχώματα, για την αποθήκευση κυρίως υγρών.
1589 δημητριακά Ουσιαστικό τα σιτηρά.
1590 κόλλησα Ρήμα /ˈko.li.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολλώ.
1591 ύποπτοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύποπτος.
1592 θυμίσω Ρήμα θα θυμίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θυμίζω.
1593 Λυπημένος Ουσιαστικό, Ρήμα /li.piˈme.nos/ που νιώθει λύπη.
1594 λευκούς Ουσιαστικό, Επίθετο /lefˈkus/ αιτιατική πληθυντικού του λευκός.
1595 έκρυψε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβω.
1596 απολογηθώ Ρήμα θα απολογηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απολογούμαι.
1597 παραδοθεί Ρήμα θα παραδοθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραδίδομαι.
1598 μπόνους Ουσιαστικό /ˈbo.nus/ πριμ ή (γενικότερα) χρηματικό ποσό ως δώρο.
1599 εγωιστής Ουσιαστικό που χαρακτηρίζεται από εγωισμό.
1600 φέρθηκα Ρήμα /ˈfeɾ.θi.ka/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέρνομαι / φέρομαι.
1601 κλίμα Ουσιαστικό /ˈkli.ma/ το σύνολο των καιρικών και μετεωρολογικών φαινομένων και συνθηκών που επικρατούν και μεταβάλλονται σε μια περιοχή για έν…
1602 ξεκινάω Ρήμα /kse.ciˈna.o/ ασυναίρετος τύπος του ξεκινώ.
1603 εκ. Επίθετο abbreviation of εκατομμύριο (ekatommýrio): one million.
1604 διαγωνισμός Ουσιαστικό /ði̯a.ɣo.niˈzmos.ɣo.niˈzmos/ διαδικασία γραπτών, προφορικών ή άλλων εξετάσεων και δοκιμασιών για τη διεκδίκηση μιας εργασίας, βραβείου κ.λπ.
1605 υποστεί Ρήμα /i.poˈsti/
1606 ποδιών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του πόδι.
1607 κοριό Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1608 αισθάνθηκα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισθάνομαι.
1609 επέλεξα Ρήμα
1610 ευχαριστιών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του ευχαριστία.
1611 ινστιτούτο Ουσιαστικό /in.stiˈtu.to/ οργανισμός που με τις ενέργειές του προωθεί τα γράμματα, τις επιστήμες ή τον πολιτισμό καθώς και (κατ’ επέκταση) το κτήρ…
1612 δήλωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δηλώνω.
1613 κτήμα Ουσιαστικό /ˈkti.ma/ κάτι που το έχω μελετήσει και το γνωρίζω (κατέχω) καλά.
1614 γοητευτική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γοητευτικός.
1615 ορφανοτροφείο Ουσιαστικό /oɾ.fa.no.tɾoˈfi.o/ ίδρυμα (με οικοτροφείο) για την περίθαλψη των ορφανών.
1616 ελαφρύ Επίθετο ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ελαφρύς.
1617 φτερό Ουσιαστικό /fteˈɾo/ το καθένα από τα δύο μέλη (άνω άκρα) του σώματος των πτηνών και τα αντίστοιχα αρκετών εντόμων που χρησιμεύουν στο πέταγμ…
1618 θυρίδα Ουσιαστικό άνοιγμα σε τοίχο ή διαχωριστικό σε γραφείο ή υπηρεσία, μέσα απ’ το οποίο γίνεται η επικοινωνία και η συναλλαγή των υπαλλ…
1619 δίσκος Ουσιαστικό /ˈðiskos/ platter: ο μαγνητικός δίσκος σε μία συστοιχία δίσκων μιάς μονάδας σκληρών δίσκων (hard-disk drive), κατασκευασμένος από…
1620 καταρρέει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καταρρέω.
1621 θανατική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θανατικός.
1622 πειρασμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του πειρασμός.
1623 καιρούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του καιρός.
1624 ρόμπα Ουσιαστικό /ˈɾo.ba/ πρόχειρο μακρύ ρούχο που κουμπώνει ή δένει μπροστά, συνήθως γυναικείο.
1625 σχολής Ουσιαστικό γενική ενικού του σχολή.
1626 οδού Ουσιαστικό /oˈðu/ γενική ενικού του οδός.
1627 βρεθούν Ρήμα θα βρεθούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκομαι.
1628 μαριχουάνα Ουσιαστικό /[maɾiˈχwana]/ Το φυτό ινδική κάνναβις και το ναρκωτικό που παράγεται από αυτό.
1629 θηρίο Ουσιαστικό /θiˈɾi.o/ το Θηρίο, παλιά γραμμή τρένου που ... (Χρειάζεται επεξεργασία).
1630 ανθρωποκτονιών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του ανθρωποκτονία.
1631 παρηγοριά Ουσιαστικό /pa.ɾi.ɣoˈɾʝa/ η απαλλαγή, η ανακούφιση από μια θλίψη, πόνο, κλπ.
1632 γνωριστεί Ρήμα θα γνωριστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γνωρίζομαι.
1633 εντυπωσιακή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντυπωσιακός.
1634 άδειες Ουσιαστικό, Επίθετο nominative plural of άδεια (ádeia).
1635 δυναμικό Ουσιαστικό, Επίθετο /ði.na.miˈko/ ό,τι έχει μια επιχείρηση στη διάθεσή της, προκειμένου να παράγει: εργαζόμενοι, μηχανές κ.λπ.
1636 λεπτάκι Ουσιαστικό υποκοριστικό του λεπτό.
1637 ονειρεύτηκα Ρήμα /o.niˈɾe.fti.ka/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονειρεύομαι.
1638 λοχαγό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του λοχαγός.
1639 ανακάλυψαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω.
1640 λαμβάνει Ρήμα /laɱˈva.ni/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του λαμβάνω.
1641 θετικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /θe.tiˈka/ (Ουσιαστικό).
1642 έκτακτη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκτακτος.
1643 κέντρα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέντρο.
1644 εγγόνια Ουσιαστικό /eŋˈɡoɲa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγόνι.
1645 θυμός Ουσιαστικό /θiˈmos/ ενδοκρινής αδένας που υπάρχει στα βρέφη και στους εφήβους και μικραίνει ιδιαίτερα στους ενήλικες και στον οποίο ωριμάζου…
1646 μετρήσω Ρήμα θα μετρήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μετρώ.
1647 τραπέζια Ουσιαστικό /tɾaˈpezʝa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπέζιο.
1648 οπαδός Ουσιαστικό /o.pa.ˈðos/ αυτός που παθιάζεται υπέρμετρα ή φανατίζεται με μία ομάδα ή οργάνωση.
1649 πάγου Ουσιαστικό /ˈpa.ɣu/ γενική ενικού του πάγος.
1650 χεριού Ουσιαστικό γενική ενικού του χέρι.
1651 διώξεις Ουσιαστικό, Ρήμα θα διώξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διώχνω.
1652 χολ Ουσιαστικό χώρος ή διάδρομος που βρίσκεται μεταξύ κυρίων δωματίων, ή αμέσως μετά την είσοδο κατοικίας, οικοδομής κ.λπ.
1653 αέριου Ουσιαστικό, Επίθετο /a.eˈɾi.u/ γενική ενικού του αέριο.
1654 λογισμικό Ουσιαστικό το σύνολο των προγραμμάτων ενός υπολογιστή, συστήματος, εταιρίας ή οργανισμού γενικά.
1655 τρόμαξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρομάζω.
1656 απέτυχα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω.
1657 δικής Επίθετο, Αντωνυμία genitive feminine singular of δικός (dikós).
1658 ψευδώνυμο Ουσιαστικό, Επίθετο /pseˈvðo.ni.mo/ πλαστό όνομα ή ονοματεπώνυμο που επιλέγεται συνήθως από συγγραφείς και καλλιτέχνες, όταν δε θέλουν να χρησιμοποιούν το π…
1659 ουράνιο Ουσιαστικό, Επίθετο /uˈɾa.nio/ χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 92 και χημικό σύμβολο το U, βαρύ, αργυρόλευκο, με μεταλλικ…
1660 ακτίνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτίνα.
1661 διαφωνία Ουσιαστικό η διάσταση γνωμών, η ασυμφωνία.
1662 αλήτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλήτης.
1663 παραμείνω Ρήμα /pa.ɾaˈmi.no/ θα παραμείνω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραμένω.
1664 σκλάβος Ουσιαστικό /ˈskla.vos/ άτομο που έχει αιχμαλωτισθεί και χρησιμοποιείται για χειρωνακτικές, κυρίως, εργασίες.
1665 κλείνουν Ρήμα
1666 τεκίλα Ουσιαστικό /teˈci.la/
1667 δημαρχείο Ουσιαστικό /ðimaɾˈçio/ η επίσημη έδρα ενός δήμου, κτιριακό συγκρότημα όπου στεγάζονται οι δημοτικές αρχές, τα γραφεία και οι υπηρεσίες ενός δήμ…
1668 άκρως Επίρρημα /ˈa.kɾos/ ακραία, πάρα πολύ.
1669 κουνέλι Ουσιαστικό /kuˈneli/ κατοικίδιο θηλαστικό που μοιάζει με το λαγό, αναπαράγεται συχνά και με πολλά μικρά κι εκτρέφεται κυρίως για το κρέας και…
1670 ψαλίδι Ουσιαστικό /psaˈli.ði/ ακρωτήριο (πρώην Αντιμάχεια στην αρχαιότητα) και λίμνη στην Κω. Η λίμνη ανήκει στους προστατευόμενους βιοτόπους.
1671 γαμιόλη Ουσιαστικό accusative singular of γαμιόλης (gamiólis).
1672 απελπισμένος Ρήμα /a.pel.piˈzme.nos/ που δεν έχει ελπίδες.
1673 ανεχτώ Ρήμα θα ανεχτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανέχομαι.
1674 έδειξαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνω.
1675 απέκτησε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτώ.
1676 κραυγές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κραυγή.
1677 διαπραγματεύσεις Ουσιαστικό /ði̯a.pɾaɣ.maˈtef.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπραγμάτευση.
1678 ερωτικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ερωτικός.
1679 καπνίζω Ρήμα /kaˈpni.zo/ με το στόμα μου εισπνέω κατά διαστήματα τον καπνό που παράγεται από ένα αναμμένο τσιγάρο, πούρο ή πίπα και τον εκπνέω απ…
1680 χρονική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρονικός.
1681 αδελφής Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του αδελφή.
1682 μπορέσουν Ρήμα θα μπορέσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπορώ.
1683 καθίσετε Ρήμα θα καθίσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι.
1684 στήσει Ρήμα θα στήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στήνω.
1685 χώσω Ρήμα θα χώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χώνω.
1686 πρωινή Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωινός.
1687 μπέργκερ Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1688 μέταλλο Ουσιαστικό /ˈme.ta.lo/ χημικό στοιχείο που υπερτερεί από τα άλλα (αμέταλλα) στη στερεότητα, το ειδικό βάρος, τη λάμψη, την αντοχή και είναι αρκ…
1689 φορέματα Ουσιαστικό /foˈɾe.ma.ta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φόρεμα.
1690 πύργος Ουσιαστικό /ˈpiɾ.ɣos/ το κουτί που περιέχει τη μητρική κάρτα με τον επεξεργαστή και τα άλλα εξαρτήματα ενός σταθερού προσωπικού υπολογιστή, εφ…
1691 χαρακτηριστικό Ουσιαστικό, Επίθετο /xa.ɾa.kti.ɾi.stiˈko/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαρακτηριστικός.
1692 φτηνά Επίθετο, Επίρρημα με χαμηλό κόστος.
1693 εξοπλισμός Ουσιαστικό ο εφοδιασμός με τα κατάλληλα εργαλεία, εξαρτήματα, μηχανήματα, όργανα.
1694 δέλτα Ουσιαστικό /ˈðel.ta/ Το κομμάτι ξηράς (τριγωνική νησίδα) που σχηματίζεται ανάμεσα στα στόμια των εκβολών ενός ποταμού.
1695 παπάς Ουσιαστικό /paˈpas/ παιχνίδι-απάτη με τη φιγούρα του παπά της τράπουλας, όπου ο διοργανωτής (παπατζής) την ανακατεύει με άλλα δύο τραπουλόχα…
1696 έλειψε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λείπω.
1697 περπατήσεις Ρήμα θα περπατήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περπατώ.
1698 πέφτω Ρήμα /ˈpe.fto/ έχω κάποια ιδιότητα (μέγεθος, ηλικία, κοινωνική θέση κλπ) η οποία συγκρινόμενη με την αντίστοιχη ιδιότητα άλλου αποδεικν…
1699 βρώμα Ουσιαστικό /ˈvɾo.ma/ συχνή, σφαλερή γραφή του βρόμα για την ορθογραφία.
1700 συζητήσει Ρήμα θα συζητήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συζητώ.
1701 ανώτερο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανώτερος.
1702 γκάζι Ουσιαστικό /ˈɡa.zi/ Το πετάλι επιτάχυνσης του αυτοκινήτου.
1703 πληγώσει Ρήμα θα πληγώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληγώνω.
1704 κρατούμενος Ουσιαστικό, Ρήμα μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος κρατούμαι: που κρατείται, που βρίσκεται υπό κράτηση.
1705 μαθήτρια Ουσιαστικό /maˈθi.tɾi.a/ αυτή που παρακολούθησε τη διδασκαλία ενός σημαντικού δασκάλου και συνεχίζει το έργο του.
1706 καθάρισμα Ουσιαστικό η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καθαρίζω.
1707 δέσμευση Ουσιαστικό /ˈðe.zmef.si/ η συσχέτιση ενός ονόματος (μεταβλητής, συνάρτησης, κλπ) με μια οντότητα (κώδικας ή δεδομένα) ενός προγράμματος.
1708 καθαρίζω Ρήμα /ka.θaˈɾi.zo/ βγάζω από ένα μέρος αυτά που δεν ανήκουν ή δεν ταιριάζουν.
1709 αυθεντικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αυθεντικός.
1710 πνεύματος Ουσιαστικό /ˈpnev.ma.tos/ γενική ενικού του πνεύμα.
1711 πετρελαίου Ουσιαστικό γενική ενικού του πετρέλαιο.
1712 φιλοσοφία Ουσιαστικό /fi.lo.soˈfi.a/ η επιστήμη η οποία διερευνά τα θεμελιώδη ερωτήματα γύρω από τον κόσμο, τον άνθρωπο, τη γνώση, το αγαθό και το ωραίο.
1713 ζήσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζω.
1714 πληροφοριοδότης Ουσιαστικό μυστικός συνεργάτης ο οποίος δίνει πληροφορίες για κάτι στο οποίο δεν έχουμε άμεση πρόσβαση.
1715 πρόβες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόβα.
1716 Πατήσα Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈpa.ti.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάω.
1717 διαθέσιμη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαθέσιμος.
1718 τέλους Ουσιαστικό γενική ενικού του τέλος.
1719 λάβετε Ρήμα θα λάβετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λαμβάνω.
1720 μπορέσετε Ρήμα θα μπορέσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπορώ.
1721 κραυγή Ουσιαστικό /kɾaˈvʝi/ πολύ δυνατή άναρθρη φωνή, συχνά λόγω έντονων συναισθημάτων.
1722 παπά Ουσιαστικό /ˈpa.pa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του πάπας.
1723 ιερή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιερός.
1724 συγχωρέσει Ρήμα θα συγχωρέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συγχωρώ.
1725 συνεπώς Ουσιαστικό, Επίρρημα /si.neˈpos/ (Ουσιαστικό).
1726 προφητεία Ουσιαστικό ο λόγος ενός προφήτη που μαντεύει το μέλλον.
1727 υπνάκο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του υπνάκος.
1728 εγγονή Ουσιαστικό /eŋ.ɡoˈni/ η κόρη του παιδιού κάποιου.
1729 πυροτεχνήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροτέχνημα.
1730 ένοχο Ουσιαστικό, Επίθετο nominative/accusative/vocative neuter singular of ένοχος (énochos).
1731 δύσκολος Επίθετο /ˈðiskolos/ που προξενεί προβλήματα, που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς εύκολα τον ιδιότροπο χαρακτήρα του.
1732 πρωτοβουλία Ουσιαστικό /pɾotovuˈlia/ η ικανότητα να ενεργείς αυτόνομα και να κινείς πρώτος τις εξελίξεις.
1733 θεωρητικά Επίθετο, Επίρρημα /θe.o.ɾi.tiˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρητικό.
1734 πράματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πράμα.
1735 εθελοντές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθελοντής.
1736 χέστηκα Ρήμα, Επιφώνημα /ˈçe.sti.ka/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χέζομαι, παθητική φωνή του ρήματος χέζω.
1737 εκτόξευση Ουσιαστικό /eˈkto.ksef.si/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκτοξεύω.
1738 ατυχία Ουσιαστικό /a.tiˈçi.a/ Η έλλειψη τύχης.
1739 κόσμους Ουσιαστικό /ˈko.zmus/ αιτιατική πληθυντικού του κόσμος.
1740 χαμπάρι Ουσιαστικό /xaˈbaɾi/ το νέο, η είδηση, το μαντάτο.
1741 μποξ Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1742 παίζοντας Ρήμα /ˈpe.zon.das/ μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παίζω.
1743 έδιωξαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώχνω.
1744 καρπούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του καρπός.
1745 χαλασμένο Ρήμα /xa.laˈzme.no/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαλασμένος.
1746 άγνωστος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈa.ɣno.stos/ διάδικος ή μάρτυς αγνώστου διαμονής, ή διαθέτης ή κληρονόμος αγνώστων στοιχείων.
1747 λαβή Ουσιαστικό /laˈvi/ ο τρόπος με τον οποίο πιάνουμε κάποιον για να τον ακινητοποιήσουμε, όταν παλεύουμε μαζί του.
1748 πνίγηκε Ρήμα /ˈpni.ʝi.ce/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι.
1749 ηλιοβασίλεμα Ουσιαστικό /i.ʎo.vaˈsi.le.ma/ η δύση του ήλιου.
1750 τούτο Αντωνυμία ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τούτος.
1751 συνήθειες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνήθεια.
1752 Επίθετο abbreviation for δεύτερη, second (the ordinal number).
1753 ενημερώσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /e.ni.meˈɾo.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενημέρωση.
1754 ενδεχόμενο Ουσιαστικό, Επίθετο /en.ðeˈxo.me.no/ nominative/accusative/vocative neuter singular.
1755 ανιχνευτή Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ανιχνευτής.
1756 σκοτώσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω.
1757 παντρεύομαι Ρήμα /panˈdɾe.vo.me/ παθητική φωνή του ρήματος παντρεύω: συνάπτω γάμο, ενώνομαι με τα δεσμά του γάμου.
1758 πυροβολισμός Ουσιαστικό /pi.ro.vo.liˈzmos/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πυροβολώ.
1759 απόλαυση Ουσιαστικό /aˈpo.laf.si/ το να απολαμβάνει κάποιος κάτι, να αντλεί μεγάλη ευχαρίστηση ή ηδονή από κάτι.
1760 επιβεβαιώσει Ρήμα θα επιβεβαιώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιβεβαιώνω.
1761 φτωχούς Ουσιαστικό, Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του φτωχός.
1762 άστρα Ουσιαστικό /ˈa.stɾa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άστρο.
1763 στεριά Ουσιαστικό /steˈɾʝa/ η στερεά επιφάνεια της Γης που δεν καλύπτεται από θάλασσα.
1764 δημιουργήθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημιουργούμαι.
1765 νόμοι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νόμος.
1766 δυστυχισμένη Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυστυχισμένος.
1767 αδύνατη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδύνατος.
1768 μακιγιάζ Ουσιαστικό η παραπάνω διαδικασία για απόδοση των χαρακτηριστικών τού ρόλου που υποδύονται.
1769 ακυρώσω Ρήμα θα ακυρώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακυρώνω.
1770 γεύματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεύμα.
1771 πιθανά Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πιθανός.
1772 συνδέει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συνδέω.
1773 επιστάτης Ουσιαστικό /e.piˈsta.tis/ υπάλληλος που έχει τη γενική ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία κτιρίου ή ιδρύματος.
1774 έμπλεξες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκω.
1775 τηλεφωνικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τηλεφωνικός.
1776 άξιες Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξία.
1777 απογοήτευσα Ρήμα /a.po.ɣoˈi.te.fsa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογοητεύω.
1778 ηθοποιό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του ηθοποιός.
1779 προσλάβει Ρήμα θα προσλάβει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσλαμβάνω.
1780 βεβαιώσου Ρήμα
1781 πηδήξου Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πηδιέμαι.
1782 παντρευτήκαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι.
1783 μοιραστείς Ρήμα θα μοιραστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μοιράζομαι.
1784 εξάμηνο Ουσιαστικό, Επίθετο /eˈksa.mi.no/ nominative/accusative/vocative neuter singular of εξάμηνος (exáminos).
1785 έπαιξες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίζω.
1786 διακόπτη Ουσιαστικό genitive/accusative/vocative singular of διακόπτης (diakóptis).
1787 προετοιμασία Ουσιαστικό /pɾo.e.ti.maˈsi.a/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προετοιμάζω.
1788 συμφώνησα Ρήμα /siɱˈfo.ni.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ.
1789 τηλεφωνητή Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τηλεφωνητής.
1790 ορό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του ορός.
1791 τρομάξω Ρήμα θα τρομάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρομάζω.
1792 διόρθωση Ουσιαστικό η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διορθώνω.
1793 βαθμοί Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθμός.
1794 άνετο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άνετος.
1795 πολιτικός Ουσιαστικό, Επίθετο /po.li.tiˈkos/ που χαρακτηρίζει τους πολίτες και όχι τους στρατιωτικούς.
1796 δείξετε Ρήμα θα δείξετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δείχνω.
1797 παραδόσεις Ουσιαστικό /pa.ɾaˈðo.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράδοση.
1798 πελατών Ουσιαστικό /pe.laˈton/ γενική πληθυντικού του πελάτης.
1799 ρωτούσα Ρήμα /ɾoˈtu.sa/
1800 φοιτητής Ουσιαστικό /fi.tiˈtis/ αυτός που σπουδάζει, φοιτά στο πανεπιστήμιο.
1801 μαρίνα Ουσιαστικό /maˈɾi.na/ μικρό (μη φυσικό) λιμάνι κυρίως για σκάφη αναψυχής, κότερα κ.ά.
1802 μέθοδος Ουσιαστικό /ˈme.θo.ðos/ συνάρτηση που ορίζεται μέσα σε κλάση, η οποία εκτελείται εξωτερικά μέσω της επίκλησης της κλάσης (στατική μέθοδος) ή κάπ…
1803 πιστή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστός.
1804 προσέλαβα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω.
1805 αλυσίδες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλυσίδα.
1806 όλου Επίθετο γενική ενικού του όλος.
1807 ανάπαυση Ουσιαστικό /aˈna.paf.si/ η συγκρατημένη χαλάρωση της στάσης του σώματος σε στρατιωτική ή μαθητική παράταξη και το σχετικό παράγγελμα (Ανάπαυση!).
1808 αυστηρά Επίθετο, Επίρρημα με αυστηρό τρόπο, με αυστηρότητα.
1809 κουτάβι Ουσιαστικό /kuˈtavi/ το μικρό του σκύλου, το σκυλάκι.
1810 σκρόφα Ουσιαστικό υβριστικός χαρακτηρισμός που απευθύνεται σε μία γυναίκα.
1811 ανιψιός Ουσιαστικό /a.nip.siˈos/ ο γιος του αδελφού ή της αδελφής του/της συζύγου μου.
1812 δεμένος Ρήμα /ðeˈme.nos/ που έχει βιβλιοδετηθεί με σκληρό εξώφυλλο.
1813 αντικαταστήσει Ρήμα θα αντικαταστήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντικαθιστώ.
1814 προσφορές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσφορά.
1815 καραμέλες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραμέλα.
1816 ξεπέρασε Ρήμα /kseˈpe.ɾa.se/
1817 ψευδαίσθηση Ουσιαστικό /pseˈvðe.sθi.si/ η αισθητηριακή αντίληψη ενός πράγματος που δεν υπάρχει.
1818 τουτού Ουσιαστικό, Αντωνυμία /ˈtu.tu/ φούστα που φορούν οι χορευτές μπαλέτου, συνήθως πολύ κοντή (αλλά και με μακριές παραλλαγές), που εφαρμόζεται σε κορμάκι.
1819 έκαψε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίω.
1820 κρυφή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυφός.
1821 συναρπαστική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναρπαστικός.
1822 κλασικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κλασικός.
1823 σχεδίασε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω.
1824 γόνατο Ουσιαστικό /[ˈɣɔnatɔ]/ το σημείο απ' όπου εκφύονται φύλλα ή βλαστοί.
1825 μελάνι Ουσιαστικό /meˈla.ni/ πυκνό σκουρόχρωμο υγρό που εκκρίνουν η σουπιά, το χταπόδι και το καλαμάρι, προκειμένου να αντιμετωπίσουν εχθρούς.
1826 υποχρεώσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποχρέωση.
1827 επαναστάτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναστάτης.
1828 πανοπλία Ουσιαστικό /pa.noˈpli.a/ τα προστατευτικά, συνήθως μεταλλικά, εξαρτήματα οπλισμού των πολεμιστών παλιών εποχών όπως οι κνημίδες, ο θώρακας, το κρ…
1829 διαρκέσει Ρήμα θα διαρκέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαρκώ.
1830 εγκυμοσύνη Ουσιαστικό /eŋ.ɟi.moˈsi.ni/ η κατάσταση της εγκύου που φέρει στη μήτρα της ένα έμβρυο, η κυοφορία ενός νέου όντος.
1831 περίπατο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του περίπατος.
1832 έριξαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνω.
1833 αντίληψη Ουσιαστικό /anˈdi.li.psi/ το να αντιλαμβάνεται κανείς κάτι, να το καταλαβαίνει (με τη λογική ή τις αισθήσεις).
1834 χειριστούμε Ρήμα θα χειριστούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χειρίζομαι.
1835 αέρια Ουσιαστικό, Επίθετο /aˈe.ɾi.a/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αέριο.
1836 απολαύσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόλαυση.
1837 απίστευτος Επίθετο /aˈpis.te.ftos/ που είναι αδύνατον να πιστέψει κανείς ότι είναι αληθινός, εκπληκτικός.
1838 σιγουρευτούμε Ρήμα θα σιγουρευτούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σιγουρεύομαι.
1839 όροφος Ουσιαστικό /ˈo.ɾo.fos/ χώρος οικοδομής ανάμεσα σε δύο οροφές που αποτελείται από ένα ή περισσότερα διαμερίσματα που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο…
1840 μεθαύριο Επίρρημα /meˈθavɾio/ η μέρα που έρχεται μετά την αυριανή.
1841 χρησιμοποίησαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ.
1842 διπλανό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διπλανός.
1843 συμμετέχω Ουσιαστικό, Ρήμα /si.meˈte.xo/ (Ουσιαστικό).
1844 σκέψης Ουσιαστικό γενική ενικού του σκέψη.
1845 παραδώσεις Ρήμα /pa.ɾaˈðo.sis/ θα παραδώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραδίδω.
1846 απίθανη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απίθανος.
1847 δυστύχημα Ουσιαστικό /ðiˈsti.çi.ma/ δυσάρεστη ή ανεπιθύμητη εξέλιξη ή σοβαρό ατύχημα ή γενικότερα ατυχής στιγμή.
1848 φωνής Ουσιαστικό γενική ενικού του φωνή.
1849 πειθαρχία Ουσιαστικό /pi.θaɾˈçi.a/ η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πειθαρχώ, η υπακοή σε κάποιες αρχές, κανόνες, νόμους ή στις διαταγές κάποιου ιεραρχικά αν…
1850 σχολικό Ουσιαστικό, Επίθετο ειδικό αυτοκίνητο κίτρινου χρώματος το οποίο μεταφέρει μαθητές σχολείων απ' τα σπίτια τους στο σχολείο και αντίστροφα.
1851 διδάξει Ρήμα θα διδάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διδάσκω.
1852 εστιατόρια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εστιατόριο.
1853 κουνηθεί Ρήμα θα κουνηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κουνιέμαι.
1854 ανίκανος Ουσιαστικό, Επίθετο /aˈni.ka.nos/ (Ουσιαστικό).
1855 στρατιωτικός Ουσιαστικό, Επίθετο /stɾa.ti̯o.tiˈkos/ που έχει σχέση με το στρατό ή τους στρατιώτες.
1856 χειρονομία Ουσιαστικό /çi.ɾo.noˈmi.a/ ενέργεια που γίνεται για να εκφράσει ένα συναίσθημα.
1857 πιστοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιστός.
1858 τρομάξει Ρήμα θα τρομάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρομάζω.
1859 κογκρέσο Ουσιαστικό το σώμα που ασκεί τη νομοθετική εξουσία στις ΗΠΑ, αποτελούμενο από τη βουλή και τη γερουσία.
1860 γέννηση Ουσιαστικό /ˈʝe.ni.si/ στα θηλαστικά είναι η διαδικασία κατά την οποία ένα έμβρυο εξέρχεται από το σώμα της μητέρας του.
1861 κατεβαίνω Ρήμα /ka.teˈve.no/ όταν λέμε κατεβάζω τη μπάλα, σε παιχνίδι ή άθλημα, εννοούμε πως κινούμαι από τη δική μου περιοχή προς την περιοχή του αν…
1862 υποσχεθεί Ρήμα θα υποσχεθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπόσχομαι.
1863 τηλεφώνησαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ.
1864 εμφανίστηκαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι.
1865 πόρτας Ουσιαστικό γενική ενικού του πόρτα.
1866 μαμάκα Ουσιαστικό γυναικείο επώνυμο.
1867 ορχήστρα Ουσιαστικό /orˈçis.tra/ σύνολο από μουσικούς ή μουσικά όργανα που εκτελούν πολυφωνική μουσικά κομμάτια με συγκεκριμένη δομή ή αυτοσχέδια (ορχηστ…
1868 περούκα Ουσιαστικό /peˈɾu.ka/ τεχνητή κόμη που φοριέται για λόγους αισθητικούς αλλά και πρακτικούς.
1869 αλτ Επιφώνημα διαταγή για σταμάτημα.
1870 πολυτέλεια Ουσιαστικό /po.liˈte.li.a/ η δαπάνη χρηματικών ποσών και η χρήση αντικειμένων και υπηρεσιών πέρα από την κάλυψη των βασικών αναγκών και πάνω από το…
1871 προσωρινό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προσωρινός.
1872 κολλητέ Επίθετο κλητική ενικού του κολλητός.
1873 μυστήρια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστήριο.
1874 Γάλλος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈɣa.los/ ευνούχος ιερέας της θεάς Κυβέλης στην αρχαία Φρυγίαhttps://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B9_(%…
1875 πολύπλοκο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πολύπλοκος.
1876 απαγάγει Ρήμα θα απαγάγει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απάγω.
1877 έκλεισες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλείνω.
1878 αναστάτωση Ουσιαστικό η αναταραχή, η ταραχή, το κομφούζιο, η προβληματική λειτουργία σε μηχανισμούς με οργανωμένο χρονοδιάγραμμα.
1879 μπάρμπεκιου Ουσιαστικό /baɾ.beˈcu/ το ψήσιμο φαγητού (και κυρίως κρέατος) σε τέτοια συσκευή.
1880 κόλασης Ουσιαστικό γενική ενικού του κόλαση.
1881 σινιάλο Ουσιαστικό /siˈɲa.lo/ οπτικό ή ηχητικό σήμα.
1882 πρόσφατη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρόσφατος.
1883 αστυνόμο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του αστυνόμος.
1884 βασίζομαι Ρήμα στηρίζομαι πάνω σε κάποιον, υπολογίζοντας στις ενέργειές του, τη συμβολή του, τη βοήθειά του κλπ.
1885 νεκροψία Ουσιαστικό η κλινική εξωτερική εξέταση του σώματος ενός νεκρού είτε για να διευκρινιστούν τα αίτια του θανάτου, ή για άλλους ερευνη…
1886 χάρτες Ουσιαστικό /ˈxar.tes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάρτα.
1887 ασφαλιστική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασφαλιστικός.
1888 καριέρας Ουσιαστικό γενική ενικού του καριέρα.
1889 τεράστιος Επίθετο /teˈra.sti.os/ πολύ μεγάλος.
1890 υπάλληλο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του υπάλληλος.
1891 ψήφο Ουσιαστικό /ˈpsi.fo/ αιτιατική ενικού του ψήφος.
1892 ανέβασε Ρήμα /aˈne.va.se/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανεβάζω.
1893 εξαιρετικός Ουσιαστικό, Επίθετο (Ουσιαστικό).
1894 ατόμου Ουσιαστικό γενική ενικού του άτομο.
1895 διμοιρία Ουσιαστικό /ði.miˈɾi.a/ ομάδα λίγων (περίπου 30) στρατιωτών ή αστυνομικών.
1896 κρυώνω Ρήμα /kɾiˈo.no/ κάνω κάτι πιο κρύο, του χαμηλώνω τη θερμοκρασία.
1897 περπατάω Ρήμα /peɾ.paˈta.o/ χρησιμοποιώ τα πόδια μου για να κινηθώ ούτε γρήγορα, ούτε αργά.
1898 ανθρώπινης Επίθετο γενική ενικού του ανθρωπινή.
1899 διεθνή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεθνές.
1900 βιαστείς Ρήμα θα βιαστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βιάζομαι.
1901 συνοδός Επίθετο /si.noˈðos/ που συνοδεύει, που βρίσκεται δίπλα.
1902 βοήθησαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθώ.
1903 χρησιμοποιείτε Ρήμα β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χρησιμοποιώ.
1904 κάποιας Αντωνυμία genitive feminine singular of κάποιος (kápoios).
1905 πανδοχείο Ουσιαστικό κτήριο κατάλληλο να προσφέρει στέγη και τροφή σε περαστικούς ταξιδιώτες.
1906 φιλοδώρημα Ουσιαστικό /fi.loˈðo.ɾi.ma/ μικρό χρηματικό δώρο σε κάποιον που φέρνει έναν λογαριασμό, ένα πακέτο, που κάνει μια δουλειά.
1907 δα Επίρρημα, Φράση /ˈða/ επιτατικό της σημασίας δεικτικών αντωνυμιών ή επιρρημάτων.
1908 πέσουμε Ρήμα θα πέσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πέφτω.
1909 αρχηγού Ουσιαστικό γενική ενικού του αρχηγός.
1910 κλέψουν Ρήμα θα κλέψουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλέβω.
1911 ψεύτικες Επίθετο /ˈpse.fti.ces/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεύτικη.
1912 μετακομίσω Ρήμα θα μετακομίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μετακομίζω.
1913 συμφωνήσω Ρήμα θα συμφωνήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμφωνώ.
1914 ύφασμα Ουσιαστικό /ˈi.faz.ma/ το υλικό που έχει κατασκευαστεί από φυσικές ή τεχνητές ίνες πλεγμένες κάθετα μεταξύ τους σε αργαλειό ή παρόμοια μηχανήμα…
1915 δούκας Ουσιαστικό /ˈðu.kas/ τίτλος ευγενείας της Δυτικής Ευρώπης.
1916 αγάπησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγαπώ.
1917 ρεύματος Ουσιαστικό /ˈɾev.ma.tos/ γενική ενικού του ρεύμα.
1918 εγκληματολογικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εγκληματολογικός.
1919 έσπασαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάω.
1920 τουφέκι Ουσιαστικό /tuˈfe.ci/ φορητό πυροβόλο όπλο με στενόμακρη κάννη.
1921 άγγελοι Ουσιαστικό ένα από τα τάγματα των αγγέλων, άγγελος της τρίτης ταξιαρχίας της τρίτης τάξης (κατά τον ψευδο-Διονύσιο Αεροπαγίτη).
1922 προσπαθήσουν Ρήμα θα προσπαθήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσπαθώ.
1923 αγοράσετε Ρήμα θα αγοράσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγοράζω.
1924 καταφέρουν Ρήμα θα καταφέρουν: γ' πληθυντικό οριστικής εξακολουθητικού και στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταφέρω.
1925 οικία Ουσιαστικό /iˈci.a/ η κατοικία, το κτίριο ή το διαμέρισμα όπου κατοικεί κάποιος, όπου ζει μονίμως.
1926 έπεισες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθω.
1927 αποφύγει Ρήμα θα αποφύγει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφεύγω.
1928 περπατήσουμε Ρήμα θα περπατήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περπατώ.
1929 απαραίτητη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραίτητος.
1930 τεχνικές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνική.
1931 όραση Ουσιαστικό /ˈo.ɾa.si/ μία από τις πέντε αισθήσεις· η ικανότητα ενός οργανισμού να προσλαμβάνει με τα μάτια οπτικά ερεθίσματα και να σχηματίζει…
1932 αποικία Ουσιαστικό χώρα εκτός Ευρώπης που κατακτήθηκε από ευρωπαϊκό κράτος και εγκαταστάθηκαν σ'αυτήν Ευρωπαίοι κάτοικοι, οι οποίοι είτε βα…
1933 αδίκημα Ουσιαστικό /aˈði.ci.ma/ η πράξη που αντιτίθεται στο δίκαιο.
1934 κατέβηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω.
1935 αγαπητοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαπητός.
1936 τραγουδήσει Ρήμα θα τραγουδήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τραγουδώ.
1937 πείσουμε Ρήμα θα πείσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πείθω.
1938 μαγιό Ουσιαστικό /maˈʝo/ ρούχο για την κολύμβηση, για το μπάνιο.
1939 ικανοποίηση Ουσιαστικό /i.ka.noˈpi.i.si/ η ευχαρίστηση, η ευαρέσκεια που λαμβάνουμε, επειδή πραγματοποιήθηκε κάτι που επιθυμούσαμε ή προσδοκούσαμε.
1940 περιπολία Ουσιαστικό /pe.ɾi.poˈli.a/ η τακτική μετακίνηση μιας ένοπλης ομάδας με σκοπό τον έλεγχο της ασφάλειας ενός στρατοπέδου ή για τη φύλαξη μιας περιοχή…
1941 βίαιος Επίθετο /ˈvi.e.os/ που εκδηλώνεται με σφοδρότητα και ορμητικότητα.
1942 μπροστινό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μπροστινός.
1943 τίμια Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ˈti.mi.a/ feminine nominative/accusative/vocative singular.
1944 τροχαίο Ουσιαστικό, Επίθετο τροχαίος, στην αιτιατική του ενικού.
1945 καταλήξουμε Ρήμα θα καταλήξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλήγω.
1946 υπενθυμίσω Ρήμα θα υπενθυμίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπενθυμίζω.
1947 ασχοληθεί Ρήμα θα ασχοληθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ασχολούμαι.
1948 απογοητευμένος Ρήμα, Επίθετο disappointed.
1949 λυπημένη Ρήμα /lipiˈmeni/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυπημένος.
1950 πλαίσιο Ουσιαστικό /ˈple.si.o/ ξύλινος, μεταλλικός κ.λπ. σκελετός, που βρίσκεται γύρω από κάτι για συγκράτηση, στερέωση, προφύλαξη κ.λπ.
1951 παραιτηθείς Ρήμα θα παραιτηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραιτούμαι.
1952 σταθείς Ρήμα θα σταθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέκομαι.
1953 οίκτο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του οίκτος.
1954 ευχάριστα Επίθετο, Επίρρημα /eˈfxa.ɾi.sta/ nominative/accusative/vocative neuter plural of ευχάριστος (efcháristos).
1955 συμμορίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμορία.
1956 γενιές Ουσιαστικό /ʝeˈɲes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενιά.
1957 κόψουν Ρήμα θα κόψουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κόβω.
1958 σφυγμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του σφυγμός.
1959 μαθητή Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαθητής.
1960 μοναχικός Επίθετο /mo.na.çiˈkos/ που αρέσκεται να ζει στη μοναξιά, που επιδιώκει να ζει μόνος.
1961 άσχετο Επίθετο nominative/accusative/vocative neuter singular of άσχετος (áschetos).
1962 διάλεξη Ουσιαστικό η ομιλία σχετική με ένα επιστημονικό θέμα.
1963 απατεώνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απατεώνας.
1964 εισαγγελία Ουσιαστικό /i.saŋ.ɟeˈli.a/ το λειτούργημα ενός εισαγγελέα καθώς και η εξουσία που απορρέει απ’ αυτό.
1965 συμπεράσματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπέρασμα.
1966 δράκο Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1967 αστυνομικού Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του αστυνομικός.
1968 μαζέψτε Ρήμα /maˈze.pste/ β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύω.
1969 θύμωσες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμώνω.
1970 παραιτηθεί Ρήμα /pa.ɾe.tiˈθi/ θα παραιτηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραιτούμαι.
1971 διασταύρωση Ουσιαστικό /ði.aˈsta.vɾo.si/ η σύγκριση με άλλες πηγές ώστε να εξακριβωθεί ή να επαληθευθεί η ορθότητα, η αλήθεια κάποιου στοιχείου.
1972 οργανισμός Ουσιαστικό /oɾ.ɣa.niˈzmos/ κάθε ον που φέρει τις ιδιότητες της ζωής κι αποτελείται από ένα ή περισσότερα στοιχεία που έχουν συγκεκριμένα χαρακτηρισ…
1973 φωνάξτε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φωνάζω.
1974 γέννα Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈʝe.na/ το αποτέλεσμα του γεννώ, το παιδί, το τέκνο.
1975 σαββατοκύριακα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαββατοκύριακο.
1976 φωτογράφος Ουσιαστικό /fo.toˈɣɾa.fos/ ο επαγγελματίας που έχει ως αντικείμενο τη λήψη φωτογραφιών.
1977 πνεύμονες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνεύμονας.
1978 μπερδεμένο Ρήμα /beɾ.ðeˈme.no/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μπερδεμένος.
1979 μυστηριώδης Επίθετο /[mistiɾiˈɔðis]/ που περιβάλλεται από μυστήριο.
1980 ξυπνήστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ.
1981 χειροκρότημα Ουσιαστικό το χτύπημα των παλαμών των χεριών μεταξύ τους και ο θόρυβος που προκαλείται με σκοπό να εκφραστεί αποδοχή, επιδοκιμασία…
1982 γιλέκο Ουσιαστικό /ʝiˈle.ko/ ρούχο χωρίς μανίκια και γιακά που κουμπώνει μπροστά (κυρίως αυτό που φοριέται πάνω από το πουκάμισο και κάτω από το σακά…
1983 ψυχίατρο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του ψυχίατρος.
1984 αποδείχθηκε Ρήμα /a.poˈði.xθi.ce/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του αποδεικνύω.
1985 άστον Ουσιαστικό ονομασία πόλεων της Αγγλίας όπως το Aston του Μπέρμιγχαμ.
1986 νικητή Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νικητής.
1987 καραντίνα Ουσιαστικό περιορισμός για κάποιο χρονικό διάστημα και εξέταση όσων ανθρώπων (ή ζώων ή εμπορευμάτων) έρχονταν από περιοχές που είχα…
1988 επισκεφτώ Ρήμα θα επισκεφτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επισκέπτομαι.
1989 μπανάνα Ουσιαστικό /baˈnana/ o καρπός της μπανανιάς. Φρούτο στενόμακρο, σε σχήμα μισοφέγγαρου, είναι πράσινη όταν είναι άγουρη και κίτρινη όταν ωριμά…
1990 αποδεικνύεται Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αποδεικνύομαι.
1991 ενήλικας Ουσιαστικό /eˈni.li.kas/ άλλη γραφή του ενήλικος.
1992 εμπόδια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπόδιο.
1993 έμπλεξε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκω.
1994 φρικτή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρικτός.
1995 ανωμαλία Ουσιαστικό /[anɔmaˈlia]/ προεξοχή ή εσοχή στο έδαφος ή σε (λεία) επιφάνεια.
1996 αιδεσιμότατε Ουσιαστικό κλητική ενικού του αιδεσιμότατος.
1997 εξουσίας Ουσιαστικό γενική ενικού του εξουσία.
1998 εντόπισα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω.
1999 απότομα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα (Ουσιαστικό).
2000 χελώνα Ουσιαστικό /çeˈlo.na/ Στρατιωτική εντολή άμυνας (Ρωμαϊκός στρατός) για να δημιουργήσουν οι στρατιώτες κέλυφος παρόμοιο της χελώνας με τις ασπί…
← B2 Level C1 of 6 C2 →

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, CEFR level, and more.

Open Dictionary