CEFR Level
C1
Greek — Advanced Vocabulary
2,000 words
Can understand a wide range of demanding, longer texts, and recognize implicit meaning.
| # | Word | Type | IPA | Definition |
|---|---|---|---|---|
| 1 | σύμπαντος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈsim.ban.dos/ | γενική ενικού του σύμπαν. |
| 2 | χρονιάς | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈxɾo.ɲas/ | genitive feminine singular of χρόνιος (chrónios). |
| 3 | σηκωθείς | Ρήμα | θα σηκωθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνομαι. | |
| 4 | ακουστεί | Ρήμα | θα ακουστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακούγομαι. | |
| 5 | ανέβηκε | Ρήμα | /aˈne.vi.ce/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω. |
| 6 | συλληφθεί | Ρήμα | /si.liˈfθi/ | θα συλληφθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνομαι. |
| 7 | επιθυμίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθυμία. | |
| 8 | πετρέλαιο | Ουσιαστικό | /peˈtɾe.le.o/ | παχύρρευστο, μαύρο, βαθύ καφετί ή πρασινωπό υγρό ορυκτό καύσιμο που αποτελείται κυρίως από υδρογονάνθρακες. |
| 9 | μουσικής | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του μουσική. | |
| 10 | πλυντήριο | Ουσιαστικό | η διαδικασία νομιμοποίησης χρημάτων ή αντικειμένων που αποκτήθηκαν με παράνομο τρόπο. | |
| 11 | βούτυρο | Ουσιαστικό | /ˈvu.ti.ɾo/ | λιπαρό τρόφιμο με υπόλευκο ή κίτρινο χρώμα που γίνεται από το γάλα ή ορισμένα φυτά κι έχει μαγειρική ζαχαροπλαστική χρήσ… |
| 12 | ενόχληση | Ουσιαστικό | /eˈnoxlisi/ | αίσθημα δυσφορίας, δυσανασχέτησης, πόνου κ.λπ. που αισθάνεται κάποιος. |
| 13 | προειδοποίησα | Ρήμα | /pɾo.i.ðoˈpi.i.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προειδοποιώ. |
| 14 | αναγνωρίσει | Ρήμα | /a.na.ɣnoˈɾi.si/ | θα αναγνωρίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναγνωρίζω. |
| 15 | φεστιβάλ | Ουσιαστικό | /fe.stiˈval/ | σειρά από καλλιτεχνικές εκδηλώσεις πανηγυρικού ή διαγωνιστικού χαρακτήρα που οργανώνονται κάθε χρόνο στους ίδιους χώρους… |
| 16 | στρατιωτικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του στρατιωτικός. | |
| 17 | κυκλοφορίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του κυκλοφορία. | |
| 18 | άνεμο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του άνεμος. | |
| 19 | παρών | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | /paˈɾon/ | τύπος ελαφρού πλοίου. |
| 20 | απομόνωση | Ουσιαστικό | ειδικός χώρος σε φυλακή όπου οδηγούνται οι κρατούμενοι σε περίπτωση πειθαρχικού παραπτώματος και μένουν εκεί μόνοι, χωρί… | |
| 21 | καταστρέψουν | Ρήμα | θα καταστρέψουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταστρέφω. | |
| 22 | αισθητήρες | Ουσιαστικό | nominative/accusative/vocative plural of αισθητήρας (aisthitíras). | |
| 23 | διαφορετικοί | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφορετικός. | |
| 24 | αγαπημένα | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίρρημα | /aɣapiˈmena/ | με στοργή, χωρίς αντιπαραθέσεις. |
| 25 | παίκτης | Ουσιαστικό | αυτός που παίζει μουσικό όργανο, που παράγει μουσική με αυτό. | |
| 26 | μενού | Ουσιαστικό | ο κατάλογος των ενεργειών ή των εργασιών που μπορεί να επιλέξει να γίνουν κάποιος χρήστης υπολογιστικού συστήματος (υπολ… | |
| 27 | περιοδικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /pe.ri.o.ði.ˈka/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοδικό. |
| 28 | άθλιο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άθλιος. | |
| 29 | καθαρίσεις | Ρήμα | θα καθαρίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθαρίζω. | |
| 30 | ιατρείο | Ουσιαστικό | /i.aˈtɾi.o/ | εξωτερικά ιατρεία: ο χώρος σε ένα νοσοκομείο όπου εξετάζονται εξωτερικοί ασθενείς καθώς και η αντίστοιχη υπηρεσία. |
| 31 | καθαρίσουμε | Ρήμα | θα καθαρίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθαρίζω. | |
| 32 | αποκάλυψη | Ουσιαστικό | /a.poˈka.li.psi/ | το τελευταίο βιβλίο της Βίβλου, που αποτελείται από είκοσι δύο κεφάλαια, το οποίο λέει για το τέλος του χρόνου και την κ… |
| 33 | γραφτό | Ουσιαστικό, Επίθετο | το πεπρωμένο. | |
| 34 | κοιμήθηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι. | |
| 35 | υποσχέσεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόσχεση. | |
| 36 | ου | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Επιφώνημα, Άρθρο | /u/ | πολύ, αμέ!. |
| 37 | επιστρέφουμε | Ρήμα | /e.piˈstɾe.fu.me/ | |
| 38 | αδύναμη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδύναμος. | |
| 39 | αντίγραφα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίγραφο. | |
| 40 | βράχο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του βράχος. | |
| 41 | αίτημα | Ουσιαστικό | /ˈe.ti.ma/ | κάτι το οποίο ζητά ή απαιτεί επίσημα κάποιος να γίνει ή να πραγματοποιηθεί. |
| 42 | ασχοληθώ | Ρήμα | θα ασχοληθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ασχολούμαι. | |
| 43 | γοητεία | Ουσιαστικό | /ɣo.iˈti.a/ | η ιδιαίτερη δύναμη που έχει η ακτινοβολία και η χάρη της ομορφιάς ενός προσώπου και η έλξη που προκαλεί. |
| 44 | θεά | Ουσιαστικό | /θeˈa/ | η ευρεία εικόνα από μακριά ενός φυσικού τοπίου, μιας πόλης κ.λπ. |
| 45 | πάπια | Ουσιαστικό | δοχείο που χρησιμοποιείται κυρίως στα νοσοκομεία για την ούρηση των κατάκοιτων ασθενών. | |
| 46 | συνδέονται | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του συνδέομαι. | |
| 47 | σερβιτόρα | Ουσιαστικό | αυτή που σερβίρει φαγητό και ποτά στους πελάτες σε εστιατόριο, καφενείο κλπ. | |
| 48 | δείξτε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δείχνω. | |
| 49 | εφιάλτη | Ουσιαστικό | genitive/accusative/vocative singular of εφιάλτης (efiáltis). | |
| 50 | τόσοι | Επίθετο, Αντωνυμία | /ˈtosi/ | nominative masculine plural of τόσος (tósos). |
| 51 | δεσποινίδα | Ουσιαστικό | μορφή με νεότερη κατάληξη του δεσποινίς. | |
| 52 | φράση | Ουσιαστικό | στερεότυπος συνδυασμός λέξεων που χρησιμοποιούνται ευρέως με διαφορετική σημασία από αυτή που κανονικά έχουν· έκφραση ή… | |
| 53 | δημοφιλής | Επίθετο | που τον αγαπά πολύ ο κόσμος. | |
| 54 | ρις | Ουσιαστικό | μονοτονική γραφή του ῥίς, στην καθαρεύουσα και ρίς: το όργανο της όσφρησης η μύτη. | |
| 55 | στρώμα | Ουσιαστικό | /ˈstɾo.ma/ | οτιδήποτε απλώνεται (συνήθως οριζόντια) σε διάφορα πάχη, πάνω ή κάτω από μια άλλη (ίσως και παρόμοια, όχι όμως ίδια) μορ… |
| 56 | Ήσυχος | Ουσιαστικό, Επίθετο | αυτός που δεν κάνει φασαρία ή θόρυβο. | |
| 57 | κύκλος | Ουσιαστικό | /ˈci.klos/ | ο γεωμετρικός τόπος των σημείων που απέχουν συγκεκριμένη απόσταση από ένα άλλο σημείο. |
| 58 | ανδρών | Ουσιαστικό | /anˈðɾon/ | γενική πληθυντικού του άνδρας. |
| 59 | ταινίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του ταινία. | |
| 60 | αξιωματικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αξιωματικός. | |
| 61 | αρνούμαι | Ρήμα | /aɾˈnu.me/ | δεν αποδέχομαι ότι κάτι είναι αληθινό. |
| 62 | ελάχιστα | Επίθετο, Επίρρημα | /eˈla.çi.sta/ | nominative/accusative/vocative neuter plural of ελάχιστος (eláchistos), the absolute superlative degree of λίγος (lígos). |
| 63 | άσυλο | Ουσιαστικό | /ˈa.si.lo/ | οποιοσδήποτε χώρος που χαίρει κάποιας προστασίας απέναντι στην πολιτεία. |
| 64 | δεκαπέντε | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ðe.kaˈpen.de/ | απόλυτο αριθμητικό (15)· έπεται του δεκατέσσερα (14) και προηγείται του δεκαέξι (16)· με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβή… |
| 65 | γελάει | Ρήμα | ||
| 66 | γυαλί | Ουσιαστικό | /ʝaˈli/ | στερεό, διάφανο ή ημιδιάφανο υλικό που παρασκευάζεται από λιωμένη άμμο και ένα μείγμα κυρίως από πυρίτιο, οξείδιο του ασ… |
| 67 | δάγκωσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δαγκώνω. | |
| 68 | μεγάλωσες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω. | |
| 69 | τρέξω | Ρήμα | θα τρέξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρέχω. | |
| 70 | λευκά | Ουσιαστικό, Επίθετο | /lefˈka/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκό. |
| 71 | φιλήσεις | Ρήμα | θα φιλήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φιλώ. | |
| 72 | μπαμ | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | ο παραπάνω ήχος. | |
| 73 | καταφέρνω | Ρήμα | /ka.taˈfeɾ.no/ | κατορθώνω να πετύχω κάτι. |
| 74 | πλάνο | Ουσιαστικό | /ˈpla.nos/ | προγραμματισμός ενεργειών, που αναλύει έναν ευρύτερο στόχο στα επιμέρους στάδια της. |
| 75 | απήγαγαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απάγω. | |
| 76 | αρκετός | Επίθετο | αυτός που αρκεί. | |
| 77 | διάλεξα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγω. | |
| 78 | π.μ. | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Φράση | abbreviation of προ μεσημβρίας (pro mesimvrías) (ante meridiem). | |
| 79 | εταιρείες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εταιρεία. | |
| 80 | κρατήσετε | Ρήμα | θα κρατήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρατώ. | |
| 81 | σοβαρολογώ | Ρήμα | /sovaɾoloˈɣo/ | μιλώ σοβαρά. |
| 82 | ντο | Ουσιαστικό | /do/ | μουσική νότα, C (στην ηλεκτρονική μουσική και σε ελληνικό κείμενο), το όνομα της νότας ντο προήλθε από λατινικό χριστιαν… |
| 83 | αδιέξοδο | Ουσιαστικό, Επίθετο | τυφλός δρόμος που δεν έχει διέξοδο προς κάποιον άλλον. | |
| 84 | πέτυχα | Ρήμα | /ˈpe.ti.xa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω. |
| 85 | πείνας | Ουσιαστικό | /ˈpi.nas/ | γενική ενικού του πείνα. |
| 86 | διάβασμα | Ουσιαστικό | /ˈðʝa.va.zma/ | η ανάγνωση. |
| 87 | μεγαλύτερες | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλύτερη. | |
| 88 | ληστές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστής. | |
| 89 | αποκλειστικά | Επίθετο, Επίρρημα | κατ’ αποκλειστικό τρόπο, κατ’ αποκλειστικότητα. | |
| 90 | συμβάν | Ουσιαστικό | /siɱˈvan/ | το περιστατικό, το γεγονός. |
| 91 | συγχώρεσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ. | |
| 92 | παραισθήσεις | Ουσιαστικό | /[parɛsˈθisis]/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραίσθηση. |
| 93 | απέγινε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογίνομαι. | |
| 94 | κερί | Ουσιαστικό | /cerˈri/ | επίμηκες κυλινδρικό αντικείμενο από κερί (ή παραφίνη) που έχει ενσωματωμένο ένα νήμα (φιτίλι) και χρησιμεύει ως πηγή φωτ… |
| 95 | διάφορες | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφορά. | |
| 96 | ελευθερίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του ελευθερία. | |
| 97 | λάστιχο | Ουσιαστικό | /ˈla.sti.xo/ | σωληνοειδές αντικείμενο που χρησιμοποιείται στη μεταφορά νερού και χρησιμοποιείται κυρίως για πότισμα ή πλύσιμο. |
| 98 | άνθρωπε | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του άνθρωπος. | |
| 99 | σύσκεψη | Ουσιαστικό | /ˈsi.sce.psi/ | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συσκέπτομαι. |
| 100 | συμφωνήσει | Ρήμα | θα συμφωνήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμφωνώ. | |
| 101 | πατ | Ουσιαστικό | /pat/ | η περίπτωση που ένας παίκτης δεν διαθέτει καμία νόμιμη κίνηση αλλά ο βασιλιάς του δεν απειλείται (σαχ). Έτσι, ενώ στο μα… |
| 102 | μαθαίνει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μαθαίνω. | |
| 103 | χριστουγεννιάτικο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χριστουγεννιάτικος. | |
| 104 | μετανιώσεις | Ρήμα | θα μετανιώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μετανιώνω. | |
| 105 | χάσατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω. | |
| 106 | γιαγιάς | Ουσιαστικό | ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Γιαγιά). | |
| 107 | ομολογήσω | Ρήμα | θα ομολογήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ομολογώ. | |
| 108 | φρουρούς | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του φρουρός. | |
| 109 | χαρεί | Ρήμα | θα χαρεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χαίρομαι. | |
| 110 | πλησιάσει | Ρήμα | θα πλησιάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πλησιάζω. | |
| 111 | διαβεβαιώνω | Ρήμα | /ði̯a.ve.veˈo.no/ | δίνω σε κάποιον κατηγορηματική υπόσχεση, διαβεβαίωση, για κάτι το μελλοντικό. |
| 112 | επαγγελματίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαγγελματίας. | |
| 113 | πτήσης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του πτήση. | |
| 114 | απόψεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άποψη. | |
| 115 | ξαναβλέπω | Ρήμα | κοιτάζω κάτι για δεύτερη φορά, εκ νέου. | |
| 116 | έπαιξε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίζω. | |
| 117 | κρυμμένο | Ρήμα | /kriˈmeno/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κρυμμένος. |
| 118 | βόρειο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βόρειος. | |
| 119 | αποδείξουμε | Ρήμα | θα αποδείξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποδεικνύω. | |
| 120 | νεκρά | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νεκρός. | |
| 121 | ενήλικες | Ουσιαστικό, Επίθετο | nominative/accusative/vocative plural of ενήλικας (enílikas). | |
| 122 | κολλάει | Ρήμα | /koˈla.i/ | γ’ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος κολλώ / κολλάω. |
| 123 | δάσκαλο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του δάσκαλος. | |
| 124 | δίκαιη | Επίθετο | nominative feminine singular of δίκαιος (díkaios). | |
| 125 | τίγρη | Ουσιαστικό | σαρκοφάγο θηλαστικό ζώο που ανήκει στην οικογένεια των αιλουροειδών. Διακρίνεται από την έντονη καφεκίτρινη απόχρωση του… | |
| 126 | μπάρμαν | Ουσιαστικό | /ˈbaɾ.man/ | αυτός που δουλεύει σε μπαρ/που φτιάχνει ποτά σε ένα μπαρ. |
| 127 | σηκώσω | Ρήμα | θα σηκώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνω. | |
| 128 | ασχολούμαι | Ρήμα | /a.sxoˈlu.me/ | καταγίνομαι σε κάτι. |
| 129 | αίτιας | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του αιτία. | |
| 130 | κάτσουμε | Ρήμα | θα κάτσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι. | |
| 131 | ποίημα | Ουσιαστικό | /ˈpi.i.ma/ | είδος λογοτεχνικού έργου που αποτελείται από στίχους και συνήθως έχει ρυθμό. |
| 132 | επαγγελματικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επαγγελματικός. | |
| 133 | σημαντικές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαντική. | |
| 134 | μόδα | Ουσιαστικό | /ˈmo.ða/ | τάση σχετική με το ντύσιμο ή γενικά την εξωτερική εμφάνιση που υιοθετείται ευρύτατα για κάποιο χρονικό διάστημα. |
| 135 | πόντους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του πόντος. | |
| 136 | σύνδρομο | Ουσιαστικό | /ˈsin.ðɾo.mo/ | αναγνωρίσιμο σύνολο συμπτωμάτων και διαταραχών. |
| 137 | τοπικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τοπικός. | |
| 138 | λιοντάρι | Ουσιαστικό | /ʎon.ˈda.ɾi/ | σαρκοφάγο θηλαστικό ζώο του είδους Panthera leo που ανήκει στην οικογένεια των Αιλουροειδών με εξαιρετική δύναμη κι ευελ… |
| 139 | σπέρμα | Ουσιαστικό | /ˈspeɾ.ma/ | το υγρό που εκκρίνεται από τους αδένες του ανδρικού γεννητικού συστήματος και στο οποίο τα σπερματοζωάρια που περιέχοντα… |
| 140 | κοινά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοινός. | |
| 141 | απαλά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλό. | |
| 142 | σκι | Ουσιαστικό | /sci/ | το αντίστοιχο άθλημα στη θάλασσα, κατά το οποίο ο αθλούμενος σύρεται με πέδιλα στην επιφάνεια της θάλασσας από ταχύπλοο… |
| 143 | επιστρέψετε | Ρήμα | θα επιστρέψετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιστρέφω. | |
| 144 | παράνομα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | παρατσούκλι, παρανόμι. | |
| 145 | χάουζ | Ουσιαστικό | είδος ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής. | |
| 146 | δικαιολογίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιολογία. | |
| 147 | πλησίασε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλησιάζω. | |
| 148 | χάρτης | Ουσιαστικό | /ˈxar.tis/ | γεωγραφική απεικόνιση της γης, ή ευρύτερου τόπου, πάνω σε χαρτί. |
| 149 | παράτησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατώ. | |
| 150 | συζητήσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζητώ. | |
| 151 | μπακ | Ουσιαστικό | ποδοσφαιριστής που παίζει στην άμυνα. | |
| 152 | ήσαστε | Ρήμα | /ˈisaste/ | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του είμαι. |
| 153 | ταμείο | Ουσιαστικό | /ta.ˈmi.o/ | συρτάρι ή κουτί (με ειδική διαρρύθμιση), όπου φυλάγονται τα χρήματα από τις εισπράξεις. |
| 154 | ευκολότερο | Επίθετο | /ef.koˈlo.te.ɾo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευκολότερος. |
| 155 | πούλησα | Ρήμα | /ˈpu.li.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλάω. |
| 156 | αποσκευές | Ουσιαστικό | /a.po.sceˈves/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκευή. |
| 157 | τραβήξεις | Ρήμα | θα τραβήξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τραβώ. | |
| 158 | θετική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θετικός. | |
| 159 | κατέβω | Ρήμα | θα κατέβω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατεβαίνω. | |
| 160 | άγιος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈa.ʝi.os/ | που έχει ζήσει τη ζωή του σύμφωνα με τις οδηγίες της θρησκείας του. |
| 161 | τρέξεις | Ρήμα | θα τρέξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρέχω. | |
| 162 | παρουσιάζει | Ρήμα | /pa.ɾu.siˈa.zi/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παρουσιάζω. |
| 163 | υποβρύχιο | Ουσιαστικό, Επίθετο | γλυκό βανίλια ή μαστίχα, που σερβίρεται σε κουτάλι βυθισμένο στο νερό, σε ψηλό ποτήρι. | |
| 164 | μάρκα | Ουσιαστικό | /ˈmaɾ.ka/ | σημάδι που επιτρέπει την άμεση αναγνώριση των προϊόντων κάποιας εμπορικής εταιρείας, συνήθως βιομηχανικής. |
| 165 | εραστής | Ουσιαστικό | /e.ɾaˈstis/ | που διατηρεί παράνομες ή ανεπίσημες σχέσεις με κάποιο άτομο. |
| 166 | βιβλίου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του βιβλίο. | |
| 167 | ανοησία | Ουσιαστικό | /a.no.iˈsi.a/ | η έλλειψη νου, εξυπνάδας, ορθής σκέψης, η βλακεία. |
| 168 | αυτοκράτορα | Ουσιαστικό | accusative singular of αυτοκράτορας (aftokrátoras). | |
| 169 | επικοινωνήσω | Ρήμα | θα επικοινωνήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επικοινωνώ. | |
| 170 | ίσια | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈi.sça/ | straightforwardly. |
| 171 | θυμάτων | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του θύμα. | |
| 172 | αλληλογραφία | Ουσιαστικό | η ανταλλαγή επιστολών. | |
| 173 | βέβαιη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βέβαιος. | |
| 174 | προσεύχομαι | Ρήμα | /proˈsef.xo.me/ | κάνω την προσευχή μου, απευθύνομαι προς το Θεό για να τον ευχαριστήσω ή/και να τον παρακαλέσω για κάτι. |
| 175 | κούπα | Ουσιαστικό | /ˈkupa/ | στην Κρήτη, το ποτήρι με κρασί που πίνεται μονορούφι ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)). |
| 176 | χαμογελάς | Ρήμα | /xa.mo.ʝeˈlas/ | θα χαμογελάς: β' ενικό στιγμιαίου και εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος χαμογελάω, χαμογελώ. |
| 177 | βλάκες | Ουσιαστικό | nominative/accusative/vocative plural of βλάκας (vlákas). | |
| 178 | τομέας | Ουσιαστικό | /toˈme.as/ | sector: ένα από τα σταθερής χωρητικότητας τμήματα (πχ. 512 bytes) στα οποία χωρίζεται ένας μαγνητικός ή οπτικός δίσκος. |
| 179 | φακό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του φακός. | |
| 180 | προσεκτικοί | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσεκτικός. | |
| 181 | Ακριβής | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.kɾiˈvis/ | που διατυπώνεται ή ορίζεται με τρόπο σαφή και αποδίδει απόλυτα κάθε λεπτομέρεια, ώστε να μην αφήνει περιθώρια λάθους ή π… |
| 182 | εγγυώμαι | Ρήμα | /eŋ.ɟiˈo.me/ | προσφέρω εγγύηση για την καλή λειτουργία μιας συσκευής και υπόσχομαι ότι θα αποκαταστήσω οποιαδήποτε βλάβη παρουσιαστεί… |
| 183 | λάμπα | Ουσιαστικό | /ˈlam.ba/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 184 | χαράς | Ουσιαστικό | /xaˈɾas/ | γενική ενικού του χαρά. |
| 185 | πυροβόλησα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ. | |
| 186 | σκάνδαλο | Ουσιαστικό | /ˈskanðalo/ | συμπεριφορά, πράξη ή γεγονός που αντίκειται ή αντιτίθεται στα γενικώς παραδεκτά και προκαλεί στο κοινωνικό σύνολο αγανάκ… |
| 187 | σκιές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιά. | |
| 188 | κοπέλας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του κοπέλα. | |
| 189 | μιλήσατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλώ. | |
| 190 | ρέστα | Ουσιαστικό | /ˈɾe.sta/ | τα χρήματα που πρέπει να επιστρέψει ο πωλητής στον αγοραστή, όταν ο τελευταίος του δίνει κέρματα ή χαρτονομίσματα μεγαλύ… |
| 191 | ρύζι | Ουσιαστικό | /[ˈɾizi]/ | φυτό που ανήκει στα δημητριακά, είδους Oryza sativa της οικογένειας των Ποοειδών (Poaceae) ή Αγρωστωδών (Gramineae). |
| 192 | κλεφτή | Ουσιαστικό, Επίθετο | γυναικείο επώνυμο. | |
| 193 | μαζέψουμε | Ρήμα | θα μαζέψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαζεύω. | |
| 194 | κουβέντες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβέντα. | |
| 195 | πλησιάζουμε | Ρήμα | /pli.siˈa.zu.me/ | |
| 196 | τζετ | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈdzet/ | ακροφύσιο απ’ όπου εξέρχεται με δύναμη νερό ή άλλα υγρά. |
| 197 | υποτροφία | Ουσιαστικό | η οικονομική ενίσχυση που δίνεται ως δωρεά σε φοιτητή, για τα δίδακτρα ή/και για τη διαβίωση κατά τη διάρκεια των σπουδώ… | |
| 198 | προσόντα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσόν. | |
| 199 | κράνος | Ουσιαστικό | /ˈkɾa.nos/ | προστατευτικό περίβλημα της κεφαλής από σκληρό υλικό, συνήθως μέταλλο. |
| 200 | Κάμμια | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | /kaˈmi.a/ | μη απλοποιημένη γραφή του καμία· ονομαστική και αιτιατική, θηλυκού γένους του κανείς. |
| 201 | μοιραστώ | Ρήμα | θα μοιραστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μοιράζομαι. | |
| 202 | ψυχραιμία | Ουσιαστικό | /psi.xɾeˈmi.a/ | η διατήρηση του αυτοέλεγχου σε κρίσιμες στιγμές που επιτρέπει την αντιμετώπισή τους με τη λογική και χωρίς ακραία συναισ… |
| 203 | λαχανικά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχανικό. | |
| 204 | διάσημη | Επίθετο | nominative feminine singular of διάσημος (diásimos). | |
| 205 | πιστέψετε | Ρήμα | θα πιστέψετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιστεύω. | |
| 206 | συκώτι | Ουσιαστικό | /siˈko.ti/ | μεγάλος αδένας, στον άνθρωπο και στα άλλα σπονδυλωτά, στο επάνω δεξιό τμήμα της κοιλιακής χώρας, που εκκρίνει τη χολή κα… |
| 207 | έμεινες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω. | |
| 208 | αποστολές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστολή. | |
| 209 | τύψεις | Ουσιαστικό | /ˈti.psis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τύψη. |
| 210 | πιάνουν | Ρήμα | ||
| 211 | θέσω | Ρήμα | θα θέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θέτω. | |
| 212 | Δίνε | Ουσιαστικό, Ρήμα | ||
| 213 | τρελάθηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι. | |
| 214 | παρόμοια | Επίθετο, Επίρρημα | με παρόμοιο τρόπο. | |
| 215 | έξυπνοι | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έξυπνος. | |
| 216 | έφτασες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω. | |
| 217 | συγχώρεση | Ουσιαστικό | /siŋˈxo.ɾe.si/ | άλλη μορφή του συγχώρηση. |
| 218 | οποίου | Αντωνυμία | /oˈpiu/ | γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του όποιος. |
| 219 | προσευχές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσευχή. | |
| 220 | πρακτική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /pra.ktiˈci/ | η εφαρμογή στην πράξη, ο τρόπος δράσης και ενέργειας. |
| 221 | λείπω | Ρήμα | /ˈli.po/ | απουσιάζω, δεν είμαι σε κάποιο σημείο. |
| 222 | ήσουνα | Ρήμα | /ˈisuna/ | |
| 223 | καταπληκτικά | Επίθετο, Επίρρημα | με καταπληκτικό τρόπο. | |
| 224 | συχνότητα | Ουσιαστικό | ο αριθμός των κορυφών ενός κύματος που διέρχονται από ένα ορισμένο σημείο στη μονάδα του χρόνου. | |
| 225 | βελόνα | Ουσιαστικό | /veˈlo.na/ | το αιχμηρό μεταλλικό στέλεχος που προσαρμόζεται σε μια σύριγγα προκειμένου να γίνει ένεση. |
| 226 | σαράντα | Ουσιαστικό, Επίθετο | /saˈɾan.da/ | ο ακέραιος αριθμός (40) που ακολουθεί το τριάντα εννιά και προηγείται του σαράντα ένα, με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβ… |
| 227 | καλεσμένους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του καλεσμένος. | |
| 228 | αι | Άρθρο, Φράση | /ai/ | abbreviation of άγιος (ágios): Saint. |
| 229 | γυρίσετε | Ρήμα | θα γυρίσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γυρίζω. | |
| 230 | κεριά | Ουσιαστικό | /cerˈʝa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερί. |
| 231 | κόουτς | Ουσιαστικό | /ˈkou̯t͡s/ | ο προπονητής, ο τεχνικός μιας ομάδας. |
| 232 | φοβισμένος | Ουσιαστικό, Ρήμα | /fo.viˈzme.nos/ | (Ουσιαστικό). |
| 233 | πίστα | Ουσιαστικό | ένα μέρος ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού. | |
| 234 | πονάω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /poˈna.o/ | (Ουσιαστικό). |
| 235 | ντοκ | Ουσιαστικό | /ˈdok/ | το τμήμα σε ένα εμπορικό λιμάνι μεταξύ των προβλητών των πλοίων και του κεντρικού κρηπιδώματος, όπου γίνεται η φόρτωση ή… |
| 236 | δοχείο | Ουσιαστικό | ο υπόγειος (ή ισόγειος) αποθηκευτικός χώρος, όπου διατηρείται σχετικά χαμηλή θερμοκρασία, για την συντήρηση των τροφίμων. | |
| 237 | ψεύτικα | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈpse.fti.ka/ | με ψεύτικο τρόπο. |
| 238 | διαρκώς | Επίρρημα | συνεχώς, πάντοτε, αδιάκοπα. | |
| 239 | γεννήθηκες | Ρήμα | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του γεννιέμαι. | |
| 240 | έμαθαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω. | |
| 241 | βρικόλακες | Ουσιαστικό | nominative plural of βρικόλακας (vrikólakas). | |
| 242 | προσπαθήστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ. | |
| 243 | κάπνισμα | Ουσιαστικό | /ˈka.pni.zma/ | η εκούσια εισπνοή καπνού (από την καύση φύλλων του φυτού καπνός, από ναργιλέ). |
| 244 | μαζέψει | Ρήμα | θα μαζέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαζεύω. | |
| 245 | ειλικρινείς | Επίθετο | nominative masculine plural of ειλικρινής (eilikrinís). | |
| 246 | λαμβάνω | Ρήμα | /[laɱˈva.no]/ | εντοπίζω επιθυμητό σήμα (όπως από ασύρματο). |
| 247 | πτυχίο | Ουσιαστικό | το δίπλωμα, πιστοποιητικό σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το έγγραφο που δείχνει ότι κάποιος έχει τα τυπικά προσόν… | |
| 248 | πόνεσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πονώ. | |
| 249 | φάκελος | Ουσιαστικό | /ˈfa.ce.los/ | λογικός ονοματισμένος χώρος σε δίσκο ή άλλο μέσο, συνήθως με ιεραρχική δομή δένδρου (tree), για την αποθήκευση αρχείων ή… |
| 250 | χορεύω | Ρήμα | /xoˈɾe.vo/ | τυραννάω κάποιον ή κάποιαν, τον "στρώνω", τον εκδικούμαι, τον τσιτσιρίζω, τον βασανίζω. |
| 251 | δυσκολίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκολία. | |
| 252 | κομπιούτερ | Ουσιαστικό | /komˈbʝu.teɾ/ | ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. |
| 253 | θράσος | Ουσιαστικό | /ˈθɾa.sos/ | η αρνητική μορφή θάρρους για επιδίωξη στόχων με προσωπικό όφελος, ύπουλα και αθέμιτα μέσα. Συχνά προσβάλλει και αδικεί. |
| 254 | έπαιρνες | Ρήμα | ||
| 255 | μπριζόλα | Ουσιαστικό | /[bɾiˈzo̞la]/ | πλευρά ζώου που τρώγεται ψητή ή τηγανητή. |
| 256 | ηρεμήσω | Ρήμα | θα ηρεμήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ηρεμώ. | |
| 257 | φορώντας | Ρήμα | μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φοράω / φορώ. | |
| 258 | γαλοπούλα | Ουσιαστικό | /ɣaloˈpula/ | οικόσιτο πουλί της οικογένειας Meleagrididae (Υποοικογένεια: Μελεαγρίδες/Meleagridinae. Γένος: Μελεαγρίς/Meleagris). |
| 259 | τάση | Ουσιαστικό | /ˈta.si/ | δύναμη που ασκείται εκατέρωθεν σε ένα σημείο ενός νήματος. |
| 260 | μαγαζιά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγαζί. | |
| 261 | κόμη | Ουσιαστικό | /ˈko.mi/ | το σύνολο της τριχοφυΐας στο άνω ραχιαίο, άνω πλευρικό και οπίσθιο μέρος του ανθρώπινου κεφαλιού. |
| 262 | τρελαίνομαι | Ουσιαστικό, Ρήμα | /tɾeˈlenome/ | (Ουσιαστικό). |
| 263 | ελπίζοντας | Ρήμα | μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ελπίζω. | |
| 264 | ανοίγω | Ρήμα | /aˈni.ɣo/ | ξεκλειδώνω ή ενεργοποιώ έναν μηχανισμό που θα επιτρέψει το άνοιγμα (πόρτας, κλειστού χώρου κλπ). |
| 265 | ανησύχησα | Ρήμα | /a.niˈsi.çi.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανησυχώ. |
| 266 | διαμάντι | Ουσιαστικό | /ðʝaˈman.di/ | κάποιος που διαθέτει εξαιρετικές ιδιότητες, π.χ. καλοσύνη, εξυπνάδα, τιμιότητα, ικανότητα κ.λπ. |
| 267 | παρακάτω | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /pa.ɾaˈka.to/ | πιο πέρα, αλλά προς εκεί που θεωρείται πιο κάτω. |
| 268 | κύκλους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του κύκλος. | |
| 269 | μουστάκι | Ουσιαστικό | /muˈsta.ci/ | ίχνη γύρω από τα χείλη μας από κάτι που φάγαμε ή ήπιαμε. |
| 270 | ντα | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | άλλη μορφή του ίντα· τι. | |
| 271 | συνεργαστούμε | Ρήμα | θα συνεργαστούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνεργάζομαι. | |
| 272 | κοιμηθούμε | Ρήμα | θα κοιμηθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοιμάμαι. | |
| 273 | απαντήστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαντώ. | |
| 274 | φορτηγά | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτηγό. | |
| 275 | υποσχεθείς | Ρήμα | θα υποσχεθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπόσχομαι. | |
| 276 | αναφέρεται | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αναφέρομαι. | |
| 277 | έτοιμες | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έτοιμος. | |
| 278 | χαριτωμένος | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | /xa.ɾi.toˈme.nos/ | (Ουσιαστικό). |
| 279 | ράδιο | Ουσιαστικό | /ˈɾa.ði.o/ | ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις αλκαλικές γαίες, με ατομικό αριθμό 88 και χημικό σύμβολο το Ra, μ… |
| 280 | πάλη | Ουσιαστικό | /[ˈpali]/ | το αγώνισμα κατά το οποίο δύο αθλούμενοι αγωνίζονται σώμα με σώμα σε μια προσπάθεια να καταβάλει ο ένας τον άλλο. |
| 281 | διασκεδάσουμε | Ρήμα | θα διασκεδάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διασκεδάζω. | |
| 282 | θρύλος | Ουσιαστικό | /ˈθri.los/ | κάποιος ή κάτι που απέκτησε μεγάλη φήμη. |
| 283 | ανακάλυψη | Ουσιαστικό | /a.naˈka.li.psi/ | το να βρίσκει κανείς κάτι που υπήρχε, αλλά δεν ήταν γνωστό ή δεν ήξερε πού βρίσκεται. |
| 284 | πηδήξεις | Ρήμα | θα πηδήξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πηδώ. | |
| 285 | αγαπήσει | Ρήμα | /a.ɣaˈpi.si/ | θα αγαπήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγαπώ. |
| 286 | μάνας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του μάνα. | |
| 287 | χαλαρώσεις | Ρήμα | θα χαλαρώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χαλαρώνω. | |
| 288 | καλωσόρισες | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επιφώνημα | /ka.loˈso.ɾi.ses/ | άλλη γραφή του καλώς όρισες, (για ένα πρόσωπο). |
| 289 | σταθεί | Ρήμα | /staˈθi/ | θα σταθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέκομαι. |
| 290 | εναλλακτική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εναλλακτικός. | |
| 291 | τραγουδάει | Ρήμα | /tɾa.ɣuˈða.i/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του τραγουδάω. |
| 292 | σήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σήμα. | |
| 293 | δολοφόνους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του δολοφόνος. | |
| 294 | κριτική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kɾi.tiˈci/ | φιλολογική κριτική και/ή κριτική κειμένου: η φιλολογική εργασία που αποσκοπεί, μέσα από τη σύγκριση διαφορετικών αντιγρά… |
| 295 | τεχνολογίας | Ουσιαστικό | /texnoloˈʝi.as/ | γενική ενικού του τεχνολογία. |
| 296 | πολεμήσω | Ρήμα | θα πολεμήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πολεμώ. | |
| 297 | κακού | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | γενική ενικού του κακός. | |
| 298 | μείναμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω. | |
| 299 | αλήτη | Ουσιαστικό | genitive/accusative/vocative singular of αλήτης (alítis). | |
| 300 | κρατώ | Ρήμα | /kɾaˈto/ | έχω στο χέρι μου κάτι ή το έχω μαζί μου ή το κρατώ μεταφορικά, το έχω στη διάθεσή μου άμεσα και έμμεσα, ελέγχω, δεσμεύω… |
| 301 | προδότη | Ουσιαστικό | accusative singular of προδότης (prodótis). | |
| 302 | ιδού | Ουσιαστικό, Επίρρημα | (Ουσιαστικό). | |
| 303 | διάσωσης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του διάσωση. | |
| 304 | στρίψε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρίβω. | |
| 305 | γαμημένος | Ρήμα | /ɣa.miˈme.nos/ | υβριστική έκφραση για οτιδήποτε ή οποιονδήποτε μας ενοχλεί, μας στέκται εμπόδιο ή μας δημιουργεί πρόβλημα. |
| 306 | πυροβολείτε | Ρήμα | /pi.ɾo.voˈli.te/ | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του πυροβολώ. |
| 307 | κώδικας | Ουσιαστικό | /ˈko.ði.kas/ | code: ο πηγαίος κώδικας ή μέρος αυτού, ενός προγράμματος, το κείμενο που είναι γραμμένο σε μια γλώσσα προγραμματισμού κα… |
| 308 | χτυπήσουμε | Ρήμα | θα χτυπήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χτυπώ. | |
| 309 | εποχές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποχή. | |
| 310 | άνοιξα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοίγω. | |
| 311 | στέμμα | Ουσιαστικό | /ˈste.ma/ | σχεδιάγραμμα που αναφέρεται στην προέλευση και στις σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών χειρογράφων ενός αρχαίου κειμένου. |
| 312 | επιχειρηματίας | Ουσιαστικό | /e.pi.çi.ɾi.maˈti.as/ | το πρόσωπο που απασχολείται επαγγελματικά με την ίδρυση, τη λειτουργία και την ανάπτυξη επιχειρήσεων και, συνήθως, του α… |
| 313 | μάθατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω. | |
| 314 | απαίσιος | Επίθετο | /aˈpe.si.os/ | που δεν μας αρέσει καθόλου, επειδή είναι άσχημος, φέρεται άσχημα, μας ενοχλεί. |
| 315 | κλέψω | Ρήμα | /ˈklep.so/ | θα κλέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλέβω. |
| 316 | μικρότερο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μικρότερος. | |
| 317 | συλλάβουμε | Ρήμα | θα συλλάβουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνω. | |
| 318 | πουλήσουμε | Ρήμα | θα πουλήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πουλάω. | |
| 319 | αριθμοί | Ουσιαστικό | μονοτονική γραφή του: Ἀριθμοί - το τέταρτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης και της Πεντατεύχου και κατ΄ επέκταση της Αγίας Γ… | |
| 320 | Καινούργιος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ceˈnuɾ.ʝos/ | ετυμολογική, εναλλακτική γραφή του καινούριος. |
| 321 | υπερβολικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υπερβολικός. | |
| 322 | μυστικές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστική. | |
| 323 | λήψη | Ουσιαστικό | /ˈli.psi/ | η εγγραφή ως αποτέλεσμα της λήψης εικόνας, ήχου ή άλλου σήματος: φωτογραφία, ηχογράφηση, βίντεο κλπ. |
| 324 | πέταξαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετώ. | |
| 325 | μαλλί | Ουσιαστικό | /maˈli/ | το σύνολο των τριχών του ανθρώπινου κεφαλιού (ισοδύναμο με τον πληθυντικό τα μαλλιά). |
| 326 | παίδες | Ουσιαστικό | /ˈpe.ðes/ | παιδιά, πληθυντικός αριθμός του παις (αρχαία ελληνική παῖς). |
| 327 | δήμαρχο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του δήμαρχος. | |
| 328 | κοπάδι | Ουσιαστικό | το μπουλούκι, το άτακτα τοποθετημένο πλήθος. | |
| 329 | εγκαίρως | Επίρρημα | /eŋˈɟε.ɾos/ | με έγκαιρο τρόπο, στην κατάλληλη στιγμή, πριν τη λήξη μιας προθεσμίας ή διορίας ή πριν να είναι πολύ αργά. |
| 330 | πλοίαρχε | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του πλοίαρχος. | |
| 331 | σηκωθώ | Ρήμα | θα σηκωθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνομαι. | |
| 332 | τηλεφωνώ | Ρήμα | /ti.le.foˈno/ | καλώ κάποιον στο τηλέφωνο (και μιλώ μαζί του). |
| 333 | ποινικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ποινικός. | |
| 334 | ξύπνησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ. | |
| 335 | μι | Ουσιαστικό | /mi/ | το δωδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (μ, κεφαλαίο: Μ) (Ν.Ελληνικής). |
| 336 | συναισθηματικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | με συναισθηματικό τρόπο. | |
| 337 | συντροφιά | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /sin.dɾoˈfça/ | η συναναστροφή ανθρώπων για λόγους συμπαράστασης, βοήθειας, υποστήριξης, παρέας κ.λπ. |
| 338 | Χάλαρα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /xa.laˈɾa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλαρό, ουδέτερο του χαλαρός. |
| 339 | αφήσατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνω. | |
| 340 | μύθος | Ουσιαστικό | /ˈmi.θos/ | παραδοσιακή λαϊκή φανταστική διήγηση με ήρωες συνήθως ζώα και διδακτικό περιεχόμενο. |
| 341 | πάτησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πατάω. | |
| 342 | προσέγγιση | Ουσιαστικό | /pɾoˈseŋ.ɟi.si/ | η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού προσεγγίζω. |
| 343 | αδελφού | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.ðelˈfu/ | γενική ενικού του αδελφός. |
| 344 | αποτύχει | Ρήμα | θα αποτύχει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποτυγχάνω. | |
| 345 | κτίρια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτίριο. | |
| 346 | βραχιόλι | Ουσιαστικό | /vɾaˈço.li/ | (μεταφορικά, προφορικό, στον πληθυντικό} βραχιόλια: οι χειροπέδες. |
| 347 | τάγμα | Ουσιαστικό | μονάδα του στρατού ξηράς μικρότερη από το σύνταγμα και μεγαλύτερη από λόχο, που διοικείται από ταγματάρχη και αριθμεί πε… | |
| 348 | νότο | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 349 | τέτοιους | Αντωνυμία | accusative masculine plural of τέτοιος (tétoios). | |
| 350 | σώματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σώμα. | |
| 351 | πλοίου | Ουσιαστικό | πλοίο, στη γενική του ενικού. | |
| 352 | ντυμένος | Ουσιαστικό, Ρήμα | /diˈme.nos/ | μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ντύνω. |
| 353 | έβγαζε | Ρήμα | ||
| 354 | δικαστηρίου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του δικαστήριο. | |
| 355 | χαρώ | Ρήμα | /xaˈro/ | θα χαρώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χαίρομαι. |
| 356 | πρωτότυπο | Ουσιαστικό, Επίθετο | prototype. | |
| 357 | καρκίνος | Ουσιαστικό | /karˈci.nos/ | όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον… |
| 358 | παρουσιάσω | Ρήμα | θα παρουσιάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρουσιάζω. | |
| 359 | λεπίδα | Ουσιαστικό | το έλασμα κοφτερού οργάνου. | |
| 360 | φράχτη | Ουσιαστικό | accusative singular of φράχτης (fráchtis). | |
| 361 | πωλήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /poˈli.sis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πώληση. |
| 362 | τείχος | Ουσιαστικό | /ˈti.xos/ | αμυντική κατασκευή, μόνιμη ή πρόχειρα φτιαγμένη· συνήθως περιβάλλει μία πόλη και αποτελείται από ψηλά και γερά τοιχώματα… |
| 363 | κερδίσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζω. | |
| 364 | Γαλλικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γαλλικός. | |
| 365 | χειριστεί | Ρήμα | θα χειριστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χειρίζομαι. | |
| 366 | λευκοί | Ουσιαστικό, Επίθετο | /lefˈci/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκός. |
| 367 | έλθει | Ρήμα | θα έλθει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος έρχομαι. | |
| 368 | πέταξες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετώ. | |
| 369 | ζητήσουμε | Ρήμα | θα ζητήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζητώ. | |
| 370 | έκτακτης | Επίθετο | γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκτακτος. | |
| 371 | μένετε | Ρήμα, Επίθετο | ||
| 372 | λάβαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω. | |
| 373 | χόμπι | Ουσιαστικό | /ˈxo.bi/ | ευχάριστη ερασιτεχνική δραστηριότητα. |
| 374 | έξυπνα | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈe.ksi.pna/ | nominative/accusative/vocative neuter plural of έξυπνος (éxypnos). |
| 375 | μάγισσες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάγισσα. | |
| 376 | σύμβουλο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του σύμβουλος. | |
| 377 | ειδοποιήσω | Ρήμα | θα ειδοποιήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ειδοποιώ. | |
| 378 | ηλεκτρικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /i.le.ktɾiˈko/ | το ηλεκτρικό ρεύμα. |
| 379 | εντοπίσει | Ρήμα | θα εντοπίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εντοπίζω. | |
| 380 | ανέβω | Ρήμα | θα ανέβω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανεβαίνω. | |
| 381 | δεκάδες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάδα. | |
| 382 | ανάλογα | Επίθετο, Επίρρημα | /aˈna.lo.ɣa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλογος. |
| 383 | μωράκι | Ουσιαστικό | τρυφερή προσφώνηση. | |
| 384 | μπερδεμένος | Ρήμα | /beɾ.ðeˈme.nos/ | που έχει εμπλακεί σε μια ύποπτη υπόθεση. |
| 385 | ήρεμη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ήρεμος. | |
| 386 | κούκλες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούκλα. | |
| 387 | βάζο | Ουσιαστικό | /ˈvazo/ | πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό δοχείο με καπάκι, που το χρησιμοποιούμε συνήθως για φύλαξη τροφίμων ή ποτών. |
| 388 | εφαρμογή | Ουσιαστικό | /e.faɾ.moˈʝi/ | η κατάσταση κατά την οποία δύο διαφορετικά σώματα ή τμήματα ενός σώματος εφαρμόζουν το ένα με το άλλο, συνταιριάζουν ή α… |
| 389 | επισήμως | Επίρρημα | /e.piˈsi.mos/ | επίσημα, με επίσημο τρόπο. |
| 390 | αδελφότητα | Ουσιαστικό | /a.ðelˈfo.ti.ta/ | μοναχική οργάνωση με σκοπό την διαφύλαξη και προστασία προσκηνυμάτων. |
| 391 | έντονη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έντονος. | |
| 392 | νευρικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νευρικός. | |
| 393 | πίνουν | Ρήμα | ||
| 394 | έντονα | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈen.do.na/ | neuter nominative/accusative/vocative plural of έντονος (éntonos). |
| 395 | συμφωνεί | Ρήμα | γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος συμφωνώ. | |
| 396 | αίσθημα | Ουσιαστικό | /ˈesθima/ | σύνολο αντιλήψεων και συναισθημάτων που καθορίζουν τη στάση ενός ατόμου ή ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. |
| 397 | επιτεθούν | Ρήμα | θα επιτεθούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιτίθεμαι. | |
| 398 | εθνικής | Επίθετο | γενική ενικού του εθνική. | |
| 399 | υπότιτλοι | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπότιτλος. | |
| 400 | γυμνός | Επίθετο | /[ʝimˈnɔs]/ | που δε διαθέτει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά που συμβολίζουν την κοινωνική του θέση. |
| 401 | ασπίδα | Ουσιαστικό | /aˈspi.ða/ | προσωπικό αμυντικό όπλο της αρχαιότητας και του μεσαίωνα που το κρατούσε μπροστά του ο πολεμιστής για να προφυλαχτεί. |
| 402 | συγγενής | Ουσιαστικό, Επίθετο | /siŋɟeˈnis/ | οι εκ γενετής παθήσεις ή ανωμαλίες, αυτές δηλαδή που υπάρχουν από τη γέννηση και δεν είναι επίκτητες. |
| 403 | πετάξτε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πετώ. | |
| 404 | υπηρέτης | Ουσιαστικό | /i.piˈɾe.tis/ | αυτός που υπηρετεί κάποιον, που εργάζεται στην υπηρεσία του κάνοντας διάφορες εργασίες ή δουλειές που του ανατίθενται. |
| 405 | μικροί | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρός. | |
| 406 | υποψίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποψία. | |
| 407 | κάηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίγομαι. | |
| 408 | σχετικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σχετικός. | |
| 409 | εξακολουθώ | Ρήμα | /e.ksa.ko.luˈθo/ | συνεχίζω κάτι που έκανα. |
| 410 | σκουπίδι | Ουσιαστικό | /skuˈpi.ði/ | άχρηστο αντικείμενο που πρέπει να πεταχτεί, να αποβληθεί. |
| 411 | καεί | Ρήμα | /kaˈi/ | γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου (καώ) παθητικής φωνής (καίγομαι) του καίω. |
| 412 | σπορ | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈspoɾ/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 413 | ναυτικού | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του ναυτικός. | |
| 414 | έσπασες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάω. | |
| 415 | ενδιαφέροντα | Ουσιαστικό, Επίθετο | nominative/accusative/vocative neuter plural of ενδιαφέρων (endiaféron). | |
| 416 | προέκυψε | Ρήμα | /proˈe.ci.pse/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκύπτω. |
| 417 | κούρσα | Ουσιαστικό | /ˈkuɾ.sa/ | αγώνας διεκδίκησης π.χ. σε διαγωνισμό, σε εκλογές κ.α. |
| 418 | μπέρδεμα | Ουσιαστικό | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπερδεύω. | |
| 419 | κατάστασης | Ουσιαστικό | /kaˈta.sta.sis/ | γενική ενικού του κατάσταση. |
| 420 | επίδραση | Ουσιαστικό | /eˈpi.ðɾa.si/ | μία ενέργεια που ασκείται σε ένα πρόσωπο ή πράγμα/κατάσταση και οι μεταβολές που προκαλεί. |
| 421 | μ.μ. | Επίρρημα, Φράση | abbreviation of μετά το μεσημέρι (metá to mesiméri) (post meridiem). | |
| 422 | φόρους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του φόρος. | |
| 423 | τσεκάρω | Ρήμα | /tseˈka.ɾo/ | ελέγχω, εξελέγχω. |
| 424 | συμμαχία | Ουσιαστικό | /si.maˈçi.a/ | συμφωνία κρατών ή συνασπισμών που προβλέπει τη μεταξύ τους συνεργασία και την από κοινού αντιμετώπιση εχθρικής απειλής. |
| 425 | σόδα | Ουσιαστικό | γενική ονομασία για αεριούχο σκεύασμα χωρίς αρωματικές ύλες φρούτων (π.χ. το σπράιτ, η σέβεναπ κλπ). | |
| 426 | βέλος | Ουσιαστικό | /ˈve.los/ | όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον… |
| 427 | μπάσταρδοι | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπάσταρδος. | |
| 428 | μπαίνουμε | Ρήμα | ||
| 429 | σάκο | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 430 | ψάξουν | Ρήμα | θα ψάξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ψάχνω. | |
| 431 | πρότεινα | Ρήμα | /ˈpɾo.ti.na/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτείνω. |
| 432 | πληρώσετε | Ρήμα | θα πληρώσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληρώνω. | |
| 433 | δυνατοί | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυνατός. | |
| 434 | πέθανα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω. | |
| 435 | πετύχεις | Ρήμα | θα πετύχεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετυχαίνω. | |
| 436 | πηδήξω | Ρήμα | θα πηδήξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πηδώ. | |
| 437 | ανακαλύψεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /a.na.kaˈli.psis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακάλυψη. |
| 438 | ώμους | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈo.mus/ | αιτιατική πληθυντικού του ώμος. |
| 439 | ονειρεύομαι | Ρήμα | /o.niˈɾe.vo.me/ | επιθυμώ κάτι πολύ ωραίο για το μέλλον. |
| 440 | άνθρακα | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του άνθρακας. | |
| 441 | σετ | Ουσιαστικό | τμήμα ενός αγώνα βόλεϊ ή τένις που ολοκληρώνεται όταν ο ένας από τους δύο αντιπάλους κερδίσει έναν προκαθορισμένο αριθμό… | |
| 442 | εκατομμυρίων | Ουσιαστικό | genitive plural of εκατομμύριο (ekatommýrio). | |
| 443 | Πρασίνη | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πράσινος. | |
| 444 | επικοινωνήσει | Ρήμα | θα επικοινωνήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επικοινωνώ. | |
| 445 | διαλέξει | Ρήμα | θα διαλέξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαλέγω. | |
| 446 | δ | Ουσιαστικό, Επίθετο, Φράση | δέλτα: το τέταρτο γράμμα (και τρίτο σύμφωνο) του ελληνικού αλφαβήτου. | |
| 447 | μπροστινή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπροστινός. | |
| 448 | ξένη | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈkseni/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 449 | γρασίδι | Ουσιαστικό | /ɣɾaˈsi.ði/ | χορτάρι (συνήθως κοντό και χλωρό). |
| 450 | μητέρες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητέρα. | |
| 451 | εγκεφαλικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /eŋ.ɟe.fa.liˈko/ | η εγκεφαλική συμφόρηση, εξαιτίας της ρήξης αιμοφόρων αγγείων στον εγκέφαλο. |
| 452 | φίλων | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈfi.lon/ | genitive masculine plural of φίλος (fílos). |
| 453 | προϊόντα | Ουσιαστικό, Επίθετο | /pɾo.iˈon.da/ | neuter nominative/accusative/vocative plural. |
| 454 | ενέδρα | Ουσιαστικό | /eˈne.ðɾa/ | η παγίδα στημένη από κάποιους που παραμονεύουν. |
| 455 | είθε | Ουσιαστικό, Επίρρημα | (Ουσιαστικό). | |
| 456 | σόι | Ουσιαστικό | /ˈso.i/ | η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος. |
| 457 | ισόβια | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | η ισόβια κάθειρξη. | |
| 458 | έπεισε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθω. | |
| 459 | πειράματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πείραμα. | |
| 460 | αναμφίβολα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /a.naɱˈfi.vo.la/ | (Ουσιαστικό). |
| 461 | αρσενικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ar.se.niˈko/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αρσενικός. |
| 462 | προκαταβολή | Ουσιαστικό | /pɾo.ka.ta.voˈli/ | ένα χρηματικό ποσό που πληρώνεται προτού ολοκληρωθεί η συναλλαγή· συχνά πρόκειται μόνο για ένα τμήμα του συνολικού ποσού. |
| 463 | χωρίσουμε | Ρήμα | θα χωρίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χωρίζω. | |
| 464 | σουτιέν | Ουσιαστικό | /suˈtçen/ | γυναικείο εσώρουχο για την στήριξη των μαστών, ο στηθόδεσμος. |
| 465 | φλας | Ουσιαστικό | φώτα δείκτη κατεύθυνσης, αλλά και το καθένα από τα φώτα οχήματος που αναβοσβήνει με συγκεκριμένη συχνότητα για να προειδ… | |
| 466 | χαρακτηριστικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /xa.ɾa.kti.ɾi.stiˈka/ | κατά τρόπο χαρακτηριστικό. |
| 467 | μικρού | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του μικρός. | |
| 468 | επιβεβαίωση | Ουσιαστικό | /e.pi.veˈve.o.si/ | η εκ νέου βεβαίωση, για λόγους ασφαλείας ή μετά την ύπαρξη αμφιβολιών. |
| 469 | φοβισμένη | Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοβισμένος. | |
| 470 | μυαλού | Ουσιαστικό | γενική ενικού του μυαλό. | |
| 471 | θάλασσας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του θάλασσα. | |
| 472 | μαγική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγικός. | |
| 473 | επιδόρπιο | Ουσιαστικό | /e.piˈðoɾ.pi.o/ | αυτό (φρούτο, γλυκό, παγωτό κ.ά.) που τρώγεται μετά από το κυρίως γεύμα. |
| 474 | συναισθηματική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναισθηματικός. | |
| 475 | γκολ | Ουσιαστικό | /ˈgol/ | τρόπος σκοραρίσματος όπου ένας παίκτης, με ένα λάκτισμα, περνά τη μπάλα πάνω από το οριζόντιο και ανάμεσα στα δύο κατακό… |
| 476 | ανοίγεις | Ρήμα | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ανοίγω. | |
| 477 | μπίρα | Ουσιαστικό | /ˈbira/ | αλκοολούχο ποτό που παρασκευάζεται από νερό, κριθάρι (ή άλλα δημητριακά), ζύμη (μαγιά) και λυκίσκο. |
| 478 | πονέσει | Ρήμα | θα πονέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πονώ. | |
| 479 | μπερδεμένη | Ρήμα | /beɾ.ðeˈme.ni/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπερδεμένος. |
| 480 | ευχές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχή. | |
| 481 | μπήκαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω. | |
| 482 | αποκτήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /a.poˈkti.sis/ | nominative/accusative/vocative plural of απόκτηση (apóktisi). |
| 483 | σβήσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σβήνω. | |
| 484 | πατήσει | Ρήμα | θα πατήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πατάω. | |
| 485 | ζ | Ουσιαστικό | το ουδέτερο μποζόνιο φορέας (gauge boson) της ασθενούς πυρηνικής δύναμης. | |
| 486 | προχωρήσω | Ρήμα | θα προχωρήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προχωρώ. | |
| 487 | έκοψα | Ρήμα | /ˈe.ko.psa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβω. |
| 488 | αποκτήσω | Ρήμα | θα αποκτήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποκτώ. | |
| 489 | μετάλλιο | Ουσιαστικό | /meˈta.li.o/ | αναμνηστική μικρή πλάκα (συνήθως κυκλικού σχήματος) που εκδίδεται και κυκλοφορεί σε κάποια επέτειο σημαντικού (ιστορικού… |
| 490 | χορέψω | Ρήμα | θα χορέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χορεύω. | |
| 491 | μεταφέρουμε | Ρήμα | /me.taˈfe.ɾu.me/ | |
| 492 | καλύψω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ka.liˈpso/ | οικισμός της Φθιώτιδας. |
| 493 | φοιτητές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοιτητής. | |
| 494 | υποχρέωση | Ουσιαστικό | /ipoˈxɾeosi/ | η οφειλή, πληρωτέο χρηματικό ποσό, κάτι που πρέπει να πληρωθεί (δάνεια, αγορές από προμηθευτές, κλπ., όπως δευτερευόντως… |
| 495 | κύτταρα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύτταρο. | |
| 496 | όπλου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του όπλο. | |
| 497 | έριξες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνω. | |
| 498 | αυτοκτονήσει | Ρήμα | θα αυτοκτονήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αυτοκτονώ. | |
| 499 | κολύμπι | Ουσιαστικό | /koˈlim.bi/ | το να μετακινείται κάποιος επιπλέοντας μέσα στο νερό με κατάλληλες κινήσεις των χεριών και των ποδιών. |
| 500 | σύντροφε | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του σύντροφος. | |
| 501 | ατάκα | Ουσιαστικό, Επίρρημα | σύντομη, χαρακτηριστική ή πνευματώδης φράση που αποτυπώνει ετοιμόλογα μια ιδέα ή στάση ζωής. | |
| 502 | ειλικρίνεια | Ουσιαστικό | /i.liˈkɾi.ni.a/ | η ιδιότητα κάποιου που είναι ειλικρινής, που μιλά ανοιχτά για αυτό που πράγματι νιώθει ή σκέφτεται. |
| 503 | κρύψω | Ρήμα | θα κρύψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρύβω. | |
| 504 | ξεχνάω | Ρήμα | /kseˈxna.o/ | σταματώ να θυμάμαι, δεν καταφέρνω ή δε θέλω να ανακαλέσω στη μνήμη μου. |
| 505 | γνώσεις | Ουσιαστικό | /ˈɣno.sis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνώση. |
| 506 | παράγωγος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /pa.ɾa.ɣoˈɣos/ | η συνάρτηση εκείνη που η τιμή της για κάθε τιμή εισόδου αντιστοιχεί στο ρυθμό μεταβολής της τιμής μίας αρχικής συνάρτηση… |
| 507 | παλιότερα | Επίθετο, Επίρρημα | /paˈʎo.te.ɾa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παλιότερος. |
| 508 | οποίοι | Αντωνυμία | nominative/vocative masculine plural of οποίος (opoíos). | |
| 509 | χαμός | Ουσιαστικό | /xaˈmos/ | φασαρία ή μεγάλη αναστάτωση ή μεγάλη ανακατωσούρα. |
| 510 | ειδοποίησε | Ρήμα | /i.ðoˈpi.i.se/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ειδοποιώ. |
| 511 | βιασύνη | Ουσιαστικό | /vʝaˈsi.ni/ | το να εκτελεί κανείς μια ενέργεια βιαστικά, πολύ γρήγορα, επειδή δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του. |
| 512 | όπερα | Ουσιαστικό | /ˈopeɾa/ | μουσικοθεατρικό είδος, που συνδυάζει το δράμα, τη θεατρική δράση, με τη μουσική, με το τραγούδι. |
| 513 | φίδια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίδι. | |
| 514 | διάσημο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈði̯a.si.mo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διάσημος. |
| 515 | έπαθα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω. | |
| 516 | ακολουθήσουν | Ρήμα | θα ακολουθήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακολουθώ. | |
| 517 | σωθεί | Ρήμα | θα σωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σώζομαι. | |
| 518 | φύλλο | Ουσιαστικό | /ˈfilo/ | οι εφημερίδες, αλλά και έντυπα που δεν κυκλοφορούν απαραιτήτως καθημερινά. |
| 519 | γενική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ʝe.niˈci/ | μια από τις πλάγιες πτώσεις των ονομάτων· χρησιμοποιείται ως αντικείμενο διαφόρων ρημάτων ή ως ετερόπτωτος ονοματικός πρ… |
| 520 | ομολογώ | Ρήμα | /omoloˈɣo/ | παραδέχομαι κάτι παράνομο που διέπραξα. |
| 521 | τραυματίστηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυματίζομαι. | |
| 522 | δελτίο | Ουσιαστικό | χαρτί ή χαρτόνι, έντυπο ή χειρόγραφο, επίσημο ή προσωπικό. | |
| 523 | περάσατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περνώ. | |
| 524 | ασπίδες | Ουσιαστικό | /aˈspi.ðes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπίδα. |
| 525 | γκαλερί | Ουσιαστικό | η αίθουσα στην οποία εκτίθενται έργα τέχνης, συνήθως προς πώληση. | |
| 526 | φαΐ | Ουσιαστικό | /fa.ˈi/ | η κονόμα, η μάσα. |
| 527 | χαμηλό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαμηλός. | |
| 528 | χρήσιμη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρήσιμος. | |
| 529 | γενικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γενικός. | |
| 530 | λόρδε | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του λόρδος. | |
| 531 | σκύλου | Ουσιαστικό | τραγουδίστρια που τραγουδά σε σκυλάδικο / σκυλάδικα τραγούδια. | |
| 532 | ροή | Ουσιαστικό | /ɾoˈi/ | η εργασία που γίνεται σε μια κυλιόμενη επιφάνεια και κατά την οποία κάθε εργάτης συμπληρώνει διαδοχικά τη δουλειά του πρ… |
| 533 | κατόπιν | Επίρρημα | μετά, ύστερα. | |
| 534 | προσφέρουμε | Ρήμα | /pɾoˈsfe.ɾu.me/ | |
| 535 | όσων | Αντωνυμία | /ˈo.son/ | γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του όσος. |
| 536 | σεντόνια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεντόνι. | |
| 537 | μπλεξίματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλέξιμο. | |
| 538 | καινούριος | Επίθετο | /ceˈnuɾ.ʝos/ | που αναμένεται να κατασκευαστεί ή να εμφανιστεί προσεχώς, ο επόμενος. |
| 539 | καταλάβαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω. | |
| 540 | αγελάδες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγελάδα. | |
| 541 | συνηθισμένα | Ρήμα | /siniθiˈzmena/ | nominative/accusative/vocative neuter plural of συνηθισμένος (synithisménos). |
| 542 | γερμανικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | η γερμανική γλώσσα. | |
| 543 | ποιότητα | Ουσιαστικό | /piˈo.ti.ta/ | το σύνολο των χαρακτηριστικών ενός ατόμου, αντικειμένου, συστήματος που οδηγούν στην αξιολόγησή του. |
| 544 | βαρύτητα | Ουσιαστικό | /vaˈri.ti.ta/ | το ιδιαίτερο βάρος, η ιδιαίτερη σημασία που έχει κάτι. |
| 545 | δολοφόνησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δολοφονώ. | |
| 546 | επιμένω | Ρήμα | /e.piˈme.no/ | δεν αφήνω κάτι στη μέση μιας προσπάθειας, εξακολουθώ να κάνω ή να επιδιώκω κάτι παρ’ όλες τις δυσμένειες ή αντιθέσεις πο… |
| 547 | αφήνοντας | Ρήμα | μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αφήνω. | |
| 548 | γιορτές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιορτή. | |
| 549 | μαχαίρια | Ουσιαστικό | το ψυχικό τραύμα, ο πόνος από δυσάρεστη ενέργεια άλλου ατόμου. | |
| 550 | πολιτείας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του πολιτεία. | |
| 551 | σημασίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του σημασία. | |
| 552 | νίκησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νικώ. | |
| 553 | αγωνία | Ουσιαστικό | /aɣoˈnia/ | συναίσθημα μεταξύ του φόβου και της αναμονής. |
| 554 | εραστή | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εραστής. | |
| 555 | ευγνωμοσύνη | Ουσιαστικό | /[ɛv.ɣnɔ.mɔ.ˈsi.ni]/ | η αναγνώριση κάποιου καλού που μου έχουν κάνει (ευεργεσία, χάρη κ.λπ.) καθώς και τα αισθήματα φιλίας και ανταπόδοσης που… |
| 556 | φόρεσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φορώ. | |
| 557 | εγκαταλείψει | Ρήμα | θα εγκαταλείψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εγκαταλείπω. | |
| 558 | νεκρών | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική πληθυντικού του νεκρός. | |
| 559 | Σέις | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 560 | απέμεινε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομένω. | |
| 561 | διάβολε | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /ˈðʝavole/ | (expresses anger, surprise) damn!. |
| 562 | δράμα | Ουσιαστικό | /ˈðrama/ | ποιητικό είδος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που περιλαμβάνει την τραγωδία, την κωμωδία και το σατυρικό δράμα. |
| 563 | άνοιγμα | Ουσιαστικό | η οπή στην τοιχοποιία ή τον σκελετό κτηρίου που προορίζεται (συνήθως) για παράθυρο ή πόρτα. | |
| 564 | ηλεκτρική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτρικός. | |
| 565 | συγχωρώ | Ρήμα | /siŋ.xoˈɾo/ | συνώνυμο της συγγνώμης, σε μη κυριολεκτικές εκφράσεις ευγενείας όπου με τακτ κάποιος ζητεί κάτι που αυτονόητα δικαιούται… |
| 566 | αλήθειας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του αλήθεια. | |
| 567 | κήρυγμα | Ουσιαστικό | /ˈci.ɾiɣ.ma/ | ομιλία που εκφωνείται από ιερέα ή ιεροκήρυκα στην εκκλησία κατά τη διάρκεια της λειτουργίας. |
| 568 | σηκωθεί | Ρήμα | θα σηκωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνομαι. | |
| 569 | εκδρομή | Ουσιαστικό | /ek.ðɾoˈmi/ | ταξίδι μικρής διάρκειας για εκπαιδευτικούς ή ψυχαγωγικούς κυρίως λόγους. |
| 570 | ψηλό | Επίθετο | /psiˈlo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ψηλός. |
| 571 | εξοχή | Ουσιαστικό | το μέρος ενός σώματος που εξέχει, που προβάλλει προς τα έξω και ξεπερνά το γενικό περίγραμμά του. | |
| 572 | βιάζομαι | Ρήμα | /viˈa.zo.me/ | παθητική φωνή του βιάζω: πρέπει να κάνω κάτι γρήγορα γιατί επείγει ή γιατί δεν έχω αρκετό χρόνο μπροστά μου· επείγομαι… |
| 573 | συμπαθείς | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαθής. | |
| 574 | διαβόλου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του διάβολος. | |
| 575 | χαλάσω | Ρήμα | θα χαλάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χαλάω. | |
| 576 | φλόγα | Ουσιαστικό | /[ˈflɔɣa]/ | το ανώτερο τμήμα της φωτιάς, είναι αεριώδες και φωτεινό φαινόμενο, αποτέλεσμα της καύσης, αποκτά διάφορα σχήματα και μεγ… |
| 577 | κατέβει | Ρήμα | θα κατέβει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατεβαίνω. | |
| 578 | πρόστιμο | Ουσιαστικό | /ˈpɾo.sti.mo/ | ποινή καταβολής χρηματικού ποσού, που επιβάλλεται από δικαστική ή διοικητική αρχή για παραπτώματα ή παραβάσεις. |
| 579 | μπάσταρδο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μπάσταρδος. | |
| 580 | ψιλά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /psiˈla/ | κέρματα (από μη πολύτιμο κράμα ή μέταλλο και μικρής αξίας· μη συλλεκτικά, μη ονομαστικώς υψηλά κτλ.). |
| 581 | πρόβατα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόβατο. | |
| 582 | στείλετε | Ρήμα | θα στείλετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέλνω. | |
| 583 | λόρδος | Ουσιαστικό | ανδρικό επώνυμο. | |
| 584 | συνεχίσετε | Ρήμα | θα συνεχίσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνεχίζω. | |
| 585 | αλήτης | Ουσιαστικό | /aˈli.tis/ | άτομο που ζει στο περιθώριο, χωρίς εμφανή εισοδήματα, συχνά ρακένδυτο, που ίσως επαιτεί ή έχει αδήλωτους τρόπους να επιβ… |
| 586 | αποδείχτηκε | Ρήμα | /a.poˈði.xti.ce/ | |
| 587 | πουλόβερ | Ουσιαστικό | /puˈlo.veɾ/ | πλεκτό ρούχο, για το πάνω μέρος του σώματος, από τη μέση μέχρι το λαιμό, συνήθως μάλλινο. |
| 588 | έτη | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έτος. | |
| 589 | σοφίτα | Ουσιαστικό | /soˈfi.ta/ | μικρό δωμάτιο ή βοηθητικός χώρος ακριβώς κάτω από τη στέγη. |
| 590 | σκοτωθείς | Ρήμα | θα σκοτωθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκοτώνομαι. | |
| 591 | άγγιξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγγίζω. | |
| 592 | κανόνισα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζω. | |
| 593 | πηδήξει | Ρήμα | θα πηδήξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πηδώ. | |
| 594 | σφαγή | Ουσιαστικό | /sfaˈʝi/ | η εσκεμμένη αλλοίωση αποτελέσματος από τους διαιτητές σε αθλητικό αγώνα υπέρ μίας εκ των δύο ομάδων. |
| 595 | κατουρήσω | Ρήμα | θα κατουρήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατουρώ. | |
| 596 | λογαριασμός | Ουσιαστικό | /lo.ɣa.ɾʝaˈzmos/ | απολογισμός, λογοδοσία (δίνω λογαριασμό). |
| 597 | θείου | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του θείος. | |
| 598 | αποβάθρα | Ουσιαστικό | /a.poˈva.θɾa/ | ειδικά διαμορφωμένος χώρος σε λιμάνια και σιδηροδρομικούς σταθμούς για την αποβίβαση και επιβίβαση επιβατών του συγκεκρι… |
| 599 | ρόλος | Ουσιαστικό | /ˈɾo.los/ | ο χαρακτήρας, το πρόσωπο που υποδύεται ένας ηθοποιός και το τμήμα του κειμένου θεατρικού έργου ή κινηματογραφικού σεναρί… |
| 600 | επιπέδου | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του επίπεδο. | |
| 601 | σύγκριση | Ουσιαστικό | ποιοτική και ποσοτική εκτίμηση-αποτίμηση διαφορών ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα σύνολα. | |
| 602 | λάπτοπ | Ουσιαστικό | ο φορητός υπολογιστής. | |
| 603 | πλαστικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | οργανικό προϊόν, συνθετικό, ημισυνθετικό ή φυσικό εύπλαστο πολυμερές. | |
| 604 | φαινόμενο | Ουσιαστικό | /feˈno.me.no/ | κάθε γεγονός, διεργασία, μεταβολή που παρατηρεί ο άνθρωπος στο φυσικό ή το κοινωνικό περιβάλλον ή τις ψυχοπνευματικές το… |
| 605 | νότιο | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (νότιο) του νότιος. | |
| 606 | υγρά | Ουσιαστικό, Επίθετο | nominative plural of υγρό (ygró). | |
| 607 | ευγένεια | Ουσιαστικό | /eˈvʝe.ni.a/ | η ιδιότητα του ευγενούς, το να ανήκει κάποιος σε αυτή την κοινωνική τάξη. |
| 608 | γαλήνη | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ɣaˈli.ni/ | η ήρεμη κατάσταση της θάλασσας ή της ατμόσφαιρας, γενικά. |
| 609 | φώναζε | Ρήμα | ||
| 610 | δυνατότητες | Ουσιαστικό | /ði.naˈto.ti.tes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυνατότητα. |
| 611 | Βασίκη | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασικός. | |
| 612 | παρουσιάζω | Ρήμα | /pa.ɾu.siˈa.zo/ | προβάλλω κάποια ιδιότητα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. |
| 613 | ονείρων | Ουσιαστικό | /[ɔˈnirɔn]/ | γενική πληθυντικού του όνειρο. |
| 614 | δόντι | Ουσιαστικό | /ˈðo̞n.di/ | καθένα από τα οστά της κοιλότητας του στόματος των ανθρώπων, αλλά και των θηλαστικών γενικότερα, τα οποία φυτρώνουν στις… |
| 615 | τένις | Ουσιαστικό | /ˈte.nis/ | παιχνίδι που παίζεται από δύο παίκτες (ή τέσσερις σε ομάδες των δύο), στο οποίο οι παίκτες χτυπούν την μπάλα πάνω από έν… |
| 616 | μεγαλώσεις | Ρήμα | θα μεγαλώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μεγαλώνω. | |
| 617 | βόλτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βόλτα. | |
| 618 | συμμετοχή | Ουσιαστικό | /si.me.toˈçi/ | η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμμετέχω. |
| 619 | τόξο | Ουσιαστικό | /ˈto.kso/ | το όπλο για την εκτόξευση βελών· αποτελείται από ένα καμπύλο κομμάτι ξύλου ή άλλου υλικού, στις δύο άκρες του οποίου δέν… |
| 620 | πείραξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πειράζω. | |
| 621 | τρομακτική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρομακτικός. | |
| 622 | αναγκάσεις | Ρήμα | θα αναγκάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναγκάζω. | |
| 623 | νοσοκομεία | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσοκομείο. | |
| 624 | οδήγηση | Ουσιαστικό | /oˈði.ʝi.si/ | η ενέργεια του οδηγώ, το σύνολο των ενεργειών με τις οποίες κάποιος ελέγχει και κατευθύνει την κίνηση επίγειου οχήματος… |
| 625 | θαυμαστής | Ουσιαστικό, Επίθετο | /θav.maˈstis/ | αυτός που θαυμάζει κάποιο πρόσωπο ή κάτι. |
| 626 | γκρι | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈɡɾi/ | το αποτέλεσμα της ανάμειξης λευκού και μαύρου. |
| 627 | σταγόνα | Ουσιαστικό | /staˈɣona/ | μικρή ποσότητα υγρού σε σχήμα σχεδόν σφαιρικό που σχηματίζεται ενώ το υγρό πέφτει. |
| 628 | ομήρους | Ουσιαστικό | accusative plural of όμηρος (ómiros). | |
| 629 | γελοίος | Επίθετο | /ʝeˈlios/ | παράλογος (το ουδέτερο γελοίο και ως ουσιαστικό. |
| 630 | άρχοντας | Ουσιαστικό | /ˈaɾxondas/ | πλούσιος άνδρας με θέση κύρους που φέρεται γενναιόδωρα και μεταφορικά όποιος φέρεται με παρόμοιο τρόπο χωρίς απαραιτήτως… |
| 631 | εραστές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εραστής. | |
| 632 | δημοτικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | το δημοτικό σχολείο, το σχολείο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στο οποίο φοιτούν παιδιά ηλικίας 6-12 ετών. | |
| 633 | συναντήσουμε | Ρήμα | θα συναντήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναντώ. | |
| 634 | κέφι | Ουσιαστικό | /ˈcefi/ | η όρεξη, η καλή διάθεση για να κάνει κάποιος μια εργασία. |
| 635 | καθηγήτρια | Ουσιαστικό | καθηγητής. | |
| 636 | μεταφοράς | Ουσιαστικό | γενική ενικού του μεταφορά. | |
| 637 | εξήγησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξηγώ. | |
| 638 | οργανισμό | Ουσιαστικό | accusative singular of οργανισμός (organismós). | |
| 639 | ομοσπονδιακοί | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοσπονδιακός. | |
| 640 | παραιτούμαι | Ρήμα | εγκαταλείπω εκούσια τη δουλειά μου. | |
| 641 | σχετίζεται | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του σχετίζομαι. | |
| 642 | βασιλική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /vasiliˈci/ | τύπος χριστιανικού ναού με ορθογώνια κάτοψη που προέρχεται από παρόμοια μεγάλα κτήρια των ρωμαϊκών χρόνων· διαιρείται με… |
| 643 | γκρουπ | Ουσιαστικό | μικρή ομάδα ανθρώπων. | |
| 644 | ανιψιά | Ουσιαστικό | /a.niˈpsça/ | η κόρη του αδελφού ή της αδελφής του/της συζύγου μου. |
| 645 | διώξει | Ρήμα | θα διώξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διώχνω. | |
| 646 | τρόμου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του τρόμος. | |
| 647 | υποψήφιος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /i.poˈpsi.fi.os/ | που βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο για κάτι που φιλοδοξεί να γίνει, που αποσκοπεί ή πρόκειται να γίνει ή να κάνει κάτι. |
| 648 | μπουμ | Ουσιαστικό | δυνατός θόρυβος, κρότος. | |
| 649 | πλανήτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανήτης. | |
| 650 | ιππότης | Ουσιαστικό | /iˈpo.tis/ | κατά τον Μεσαίωνα, τίτλος ευγενείας για βαριά οπλισμένους έφιππους πολεμιστές, που μάχονταν με κάποιο τάγμα. |
| 651 | φωτιές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτιά. | |
| 652 | κόντρα | Ουσιαστικό, Επίρρημα | αντίθετα, με αντίθετη φορά. | |
| 653 | αστυφύλακα | Ουσιαστικό | genitive/accusative/vocative singular of αστυφύλακας (astyfýlakas). | |
| 654 | οδήγησης | Ουσιαστικό | genitive singular of οδήγηση (odígisi). | |
| 655 | λύσει | Ρήμα | /ˈli.si/ | θα λύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λύνω. |
| 656 | πίστεψες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστεύω. | |
| 657 | βγάζουμε | Ρήμα | α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του βγάζω. | |
| 658 | συνεχίζω | Ρήμα | /si.neˈçi.zo/ | κάνω κάτι χωρίς διακοπή, χωρίς διαλείμματα ή χωρίς αλλαγή. |
| 659 | κρίνεις | Ρήμα | /ˈkɾi.nis/ | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κρίνω. |
| 660 | κόμης | Ουσιαστικό | /ˈkomis/ | τίτλος ευγενείας, ανάμεσα στον μαρκήσιο και τον βαρόνο. |
| 661 | βαρετή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρετός. | |
| 662 | συνεδρίαση | Ουσιαστικό | /si.neˈðɾi.a.si/ | συγκέντρωση επίσημου χαρακτήρα ατόμων-μελών μιας συγκροτημένης ή άτυπης ομάδας, κατά την οποία συζητιούνται θέματα που τ… |
| 663 | καλεσμένοι | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλεσμένος. | |
| 664 | τηγανίτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηγανίτα. | |
| 665 | φίλα | Ρήμα, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈfi.la/ | nominative/accusative/vocative neuter plural of φίλος (fílos). |
| 666 | διαταραχή | Ουσιαστικό | /ði.a.ta.ɾaˈçi/ | ανωμαλία στη λειτουργία ενός οργανισμού. |
| 667 | μοντέλα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοντέλο. | |
| 668 | πράσινα | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πράσινο. | |
| 669 | ετοιμάσει | Ρήμα | θα ετοιμάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ετοιμάζω. | |
| 670 | γελάω | Ρήμα | /ʝeˈla.o/ | αντιδρώ σε κάτι αστείο ή παράλογο με το γέλιο. |
| 671 | κάτσει | Ρήμα | θα κάτσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι. | |
| 672 | καθίσουμε | Ρήμα | θα καθίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι. | |
| 673 | υποχρεωμένος | Ρήμα | δεσμευμένος με νομικό δεσμό. | |
| 674 | ένιωσες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιώθω. | |
| 675 | αδερφής | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του αδερφή. | |
| 676 | καθυστερήσει | Ρήμα | θα καθυστερήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθυστερώ. | |
| 677 | έδειξα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνω. | |
| 678 | έκπληκτος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈek.pli.ktos/ | (Ουσιαστικό). |
| 679 | ον | Ουσιαστικό, Ρήμα, Φράση | /on/ | ένα παράδοξο πλάσμα, μια παράξενη ύπαρξη. |
| 680 | κερνάω | Ρήμα | /ceɾˈna.o/ | πληρώνω το λογαριασμό ή τα έξοδα κάποιου ή κάποιων σαν δώρο. |
| 681 | φλιτζάνι | Ουσιαστικό | /fliˈd͡zani/ | μικρή κούπα με λαβή -για να πίνει κάποιος τσάι, χαμομήλι, φλαμούρι, καφέ (για τον ελληνικό καφέ συχνά φλιτζανάκι). |
| 682 | χώρισε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χωρίζω. | |
| 683 | έληξε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λήγω. | |
| 684 | καταπληκτικός | Επίθετο | πολύ καλός, εκπληκτικός. | |
| 685 | στενά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στενός. | |
| 686 | έβγαλαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω. | |
| 687 | ενωμένοι | Ρήμα | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενωμένος. | |
| 688 | αστυνομική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστυνομικός. | |
| 689 | εκατοστά | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοστό. | |
| 690 | ρεπόρτερ | Ουσιαστικό | ο συντάκτης που κάνει ρεπορτάζ. Ο δημοσιογράφος που δεν είναι εσωτερικός συντάκτης, αλλά διερευνά θέματα με επιτόπιο ρεπ… | |
| 691 | γιους | Ουσιαστικό | /ˈʝus/ | αιτιατική πληθυντικού του γιος. |
| 692 | αρρώστησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρρωσταίνω. | |
| 693 | φίλτρο | Ουσιαστικό | /ˈfil.tɾo/ | μέσο διήθησης και επεξεργασίας, συγκράτησης και διαχωρισμού ουσιών, ακτινοβολιών ή και σκέψεων. |
| 694 | κοκαΐνη | Ουσιαστικό | διεγερτικό ναρκωτικό, σε μορφή λευκής σκόνης, που παράγεται από το φυτό κόκα και καταναλώνεται εισπνέοντας το από τη μύτ… | |
| 695 | υπαλλήλους | Ουσιαστικό, Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του υπάλληλος. | |
| 696 | τυχαίο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /tiˈçe.o/ | η εμφάνιση γεγονότων που οφείλονται στην τύχη και όχι σε σκόπιμη ενέργεια. |
| 697 | ποταμού | Ουσιαστικό | /po.taˈmu/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 698 | ορισμένα | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορισμένο. | |
| 699 | κοινωνίας | Ουσιαστικό | /ci.noˈni.as/ | γενική ενικού του κοινωνία. |
| 700 | απάντησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαντώ. | |
| 701 | κόπηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβομαι. | |
| 702 | απήγαγε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απάγω. | |
| 703 | αφορούν | Ρήμα | ||
| 704 | χαμογέλα | Ρήμα | /xa.moˈʝe.la/ | |
| 705 | στάχτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάχτη. | |
| 706 | δήμαρχε | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του δήμαρχος. | |
| 707 | δράστη | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δράστης. | |
| 708 | σαφώς | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /saˈfos/ | (Ουσιαστικό). |
| 709 | αριστερή | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριστερός. | |
| 710 | εβδομάδας | Ουσιαστικό | genitive singular of εβδομάδα (evdomáda). | |
| 711 | ηρεμήσει | Ρήμα | θα ηρεμήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ηρεμώ. | |
| 712 | εισόδου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του είσοδος. | |
| 713 | δίδυμα | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δίδυμος. | |
| 714 | πουλάκι | Ουσιαστικό | /puˈlaci/ | παιδική λέξη για το αιδοίο αμφοτέρων φύλων. |
| 715 | δοκιμάστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω. | |
| 716 | άσχημος | Επίθετο | /ˈa.sçi.mos/ | που έχει δυσάρεστη όψη. |
| 717 | βγήκαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγαίνω. | |
| 718 | ανεξάρτητα | Επίθετο, Επίρρημα | αυτόνομα χωρίς να εξαρτάται από κάτι άλλο, δίχως να συνδέεται με κάτι άλλο. | |
| 719 | κτιρίου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του κτίριο. | |
| 720 | βάζετε | Ρήμα | /ˈva.ze.te/ | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω. |
| 721 | κατέληξα | Ρήμα | /kaˈte.li.ksa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλήγω. |
| 722 | οξύ | Ουσιαστικό, Επίθετο | /oˈksi/ | κάθε χημική ένωση που κατά τις αντιδράσεις της παρουσιάζει την τάση να προσλαμβάνει ένα τουλάχιστον ζεύγος ηλεκτρονίων γ… |
| 723 | άλφα | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈal.fa/ | το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου (α, κεφαλαίο: Α). |
| 724 | μπάτλερ | Ουσιαστικό | o προϊστάμενος του υπηρετικού προσωπικού που υπηρετεί προσωπικά τον κύριο του σπιτιού. | |
| 725 | σταματήσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταματώ. | |
| 726 | συρροή | Ουσιαστικό | η από κοινού ροή πολλών υδάτινων ρευμάτων. | |
| 727 | κατάλληλος | Επίθετο | /kaˈta.li.los/ | που έχει τα απαραίτητα προσόντα, που πληροί τις προϋποθέσεις για να ανταποκριθεί σε συγκεκριμένες ανάγκες και να επιφέρε… |
| 728 | εργάζομαι | Ρήμα | /eɾˈɣa.zo.me/ | |
| 729 | Έντεκα | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈendeka/ | το απόλυτο αριθμητικό (11) που ακολουθεί το δέκα και προηγείται του δώδεκα. |
| 730 | επένδυση | Ουσιαστικό | /eˈpen.ði.si/ | υλικό ή αντικείμενο που έχει προστεθεί εσωτερικά ή εξωτερικά της επιφάνειας ενός άλλου αντικειμένου, για λόγους αισθητικ… |
| 731 | καρτέλ | Ουσιαστικό | /kaɾˈtel/ | η σύμπραξη ανάμεσα σε ομάδες συνδικαλιστικών, ή επαγγελματικών, ή επιχειρήσεων, ή κρατών σε κοινή δράση, ώστε να περιορί… |
| 732 | μπάλες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάλα. | |
| 733 | ξένοι | Επίθετο | /ˈkseni/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξένος. |
| 734 | σφραγίδα | Ουσιαστικό | /sfɾaˈʝi.ða/ | αντικείμενο με έκτυπη παράσταση ή/και επιγραφή η οποία μελανώνεται και αποτυπώνεται με πίεση πάνω σε έγγραφο. |
| 735 | έτρεξα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέχω. | |
| 736 | νόμισμα | Ουσιαστικό | /ˈno.mi.zma/ | κομμάτι μετάλλου (συνήθως πολύτιμου) με συγκεκριμένες διαστάσεις, βάρος και παράσταση που χρησιμοποιούνταν κατά το παρελ… |
| 737 | τηλεγράφημα | Ουσιαστικό | /ti.leˈɣɾa.fi.ma/ | μήνυμα που μεταβιβάζεται μέσω τηλεγράφου. |
| 738 | σκάκι | Ουσιαστικό | /ˈska.ci/ | επιτραπέζιο παιχνίδι που παίζεται από δύο παίκτες πάνω σε μία επιφάνεια 8Χ8 τετραγώνων άσπρων και μαύρων εναλλάξ· κάθε π… |
| 739 | συλλάβετε | Ρήμα | θα συλλάβετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνω. | |
| 740 | έδειξες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνω. | |
| 741 | δυσκολία | Ουσιαστικό | /ðiskoˈlia/ | πρόβλημα, δυσλειτουργία, η ανικανότητα να κάνει κανείς κάτι τόσο γρήγορα ή τόσο καλά όσο θα γινόταν κανονικά από άλλους. |
| 742 | αρραβωνιαστικιά | Ουσιαστικό | /a.ɾa.vo.ɲa.stiˈca/ | αυτή που συνδέεται με αμοιβαία υπόσχεση γάμου με κάποιον, σε σχέση με αυτόν. |
| 743 | πολιτικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /po.li.tiˈka/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικό. |
| 744 | πραγμάτων | Ουσιαστικό | γενική ενικού του πράγμα. | |
| 745 | κραγιόν | Ουσιαστικό | /kraˈʝon/ | ειδικό μολύβι για το βάψιμο των χειλιών. |
| 746 | συμβούν | Ρήμα | θα συμβούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμβαίνει. | |
| 747 | λύτρα | Ουσιαστικό | /liˈtɾa/ | χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί για την απελευθέρωση ενός ατόμου που κρατείται όμηρος. |
| 748 | κράτησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατώ. | |
| 749 | έστησε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνω. | |
| 750 | συναδέλφους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του συνάδελφος. | |
| 751 | προσωρινά | Επίθετο, Επίρρημα | /pɾo.so.ɾiˈna/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωρινό. |
| 752 | τίτλος | Ουσιαστικό | /ˈti.tlos/ | τα στοιχεία ενός έργου κινηματογραφικού ή τηλεοπτικού (ποιος παίζει, ποιοι είναι οι συντελεστές κλπ) που εμφανίζονται στ… |
| 753 | θησαυρός | Ουσιαστικό | /θi.saˈvɾos/ | οικοδόμημα σε σχήμα ναού που έχτιζαν οι αρχαίες ελληνικές πόλεις στους χώρους των πανελλήνιων ιερών, για να τοποθετούν κ… |
| 754 | χρειαστούν | Ρήμα | θα χρειαστούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρειάζομαι. | |
| 755 | πιστοποιητικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πιστοποιητικός. | |
| 756 | παίξετε | Ρήμα | θα παίξετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίζω. | |
| 757 | παιδάκια | Ουσιαστικό | /peˈða.ca/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδάκι. |
| 758 | αρκετοί | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρκετός. | |
| 759 | σιγά-σιγά | Επιφώνημα | gradually, carefully, very slowly. | |
| 760 | αρνηθείς | Ρήμα | θα αρνηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρνούμαι. | |
| 761 | μαφία | Ουσιαστικό | /maˈfi.a/ | ένας κύκλος προσώπων που δρα παράνομα στο εσωτερικό ενός οργανισμού. |
| 762 | δραπέτευσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δραπετεύω. | |
| 763 | Πρώτου | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈpɾo.tu/ | γενική ενικού του πρώτο, ουδέτερο του πρώτος. |
| 764 | σπασμένα | Ρήμα | /spaˈzme.na/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σπασμένος. |
| 765 | φίλησε | Ρήμα | /ˈfi.li.se/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιλώ. |
| 766 | χριστό | Ουσιαστικό, Επίθετο | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 767 | απαιτήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /a.peˈti.sis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαίτηση. |
| 768 | αιωνιότητα | Ουσιαστικό | /e.o.niˈo.ti.ta/ | η μεγάλη χρονική διάρκεια μιας κατάστασης. |
| 769 | χαμηλή | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμηλός. | |
| 770 | ισχυρός | Ουσιαστικό, Επίθετο | ανδρικό όνομα. | |
| 771 | σιγουριά | Ουσιαστικό | /si.ɣuˈɾʝa/ | κατάσταση κατά την οποία νιώθει κανείς ασφαλής. |
| 772 | μαύροι | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαύρος. | |
| 773 | έτρεχε | Ρήμα | ||
| 774 | επισκέπτη | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επισκέπτης. | |
| 775 | ένορκους | Ουσιαστικό, Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του ένορκος. | |
| 776 | ντουζίνα | Ουσιαστικό | σύνολο από δώδεκα όμοια πράγματα. | |
| 777 | χωράφια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωράφι. | |
| 778 | προτάσεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόταση. | |
| 779 | επιδρομή | Ουσιαστικό | /e.pi.ðɾoˈmi/ | η ομαδική εισβολή περιορισμένης διάρκειας σε (κατοικημένη) περιοχή με σκοπό είτε την αρπαγή των περιουσιών ή των αγαθών… |
| 780 | αποφύγω | Ρήμα | θα αποφύγω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφεύγω. | |
| 781 | διαστημόπλοιο | Ουσιαστικό | /ðʝa.stiˈmo.pli.o/ | ένα μέσο μεταφοράς στο διάστημα. |
| 782 | τσεκούρι | Ουσιαστικό | /t͡seˈku.ɾi/ | εργαλείο για το κόψιμο δέντρων ή ξύλων, αποτελούμενο από ξύλινη λαβή και βαριά κεφαλή με κοφτερή άκρη. |
| 783 | αγοράζεις | Ρήμα | /a.ɣoˈɾa.zis/ | β΄πρόσωπο ενικού οριστικής εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος αγοράζω. |
| 784 | ζείτε | Ρήμα | ||
| 785 | υπηρέτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπηρέτης. | |
| 786 | αναίσθητος | Επίθετο | /aˈne.sθi.tos/ | που δεν τρέφει αισθήματα, που δε συγκινείται, που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες άλλων ατόμων ή και σε τυχόν συναισθημα… |
| 787 | τραγουδήσω | Ρήμα | θα τραγουδήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τραγουδώ. | |
| 788 | σκατό | Ουσιαστικό | /skaˈto/ | ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει άτομα νεαρής ηλικίας. |
| 789 | φαρμακείο | Ουσιαστικό | /farmaˈcio/ | κατάστημα που διευθύνεται από φαρμακοποιό και διαθέτει φάρμακα ή σε κάποιες περιπτώσεις τα παρασκευάζει κιόλας. |
| 790 | περίμετρο | Ουσιαστικό | όργανο με το οποίο εκτελείται η περιμετρία. | |
| 791 | σκηνοθέτης | Ουσιαστικό | ο καλλιτέχνης που ασχολείται με την σκηνοθεσία θεατρικής παράστασης, κινηματογραφικής ταινίας, τηλεοπτικού προγράμματος… | |
| 792 | καλωσορίσατε | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επιφώνημα | /ka.lo.soˈɾi.sa.te/ | άλλη γραφή του καλώς ορίσατε, (για πολλά πρόσωπα, ή πληθυντικός ευγενείας για ένα πρόσωπο). |
| 793 | πολιτικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πολιτικός. | |
| 794 | χαιρετίσματα | Ουσιαστικό | /çe.ɾeˈti.zma.ta/ | η ενέργεια με την οποία χαιρετώ κάποιον που βρίσκεται μακριά μέσω τρίτου. |
| 795 | κλείνεις | Ρήμα | ||
| 796 | απόλαυσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω. | |
| 797 | κουβεντούλα | Ουσιαστικό | συζήτηση για καθημερινά πράγματα χωρίς ιδιαίτερη σημασία. | |
| 798 | τεχνικά | Επίθετο, Επίρρημα | /te.xniˈka/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τεχνικός. |
| 799 | επείγουσα | Επίθετο | nominative/accusative/vocative feminine singular of επείγων (epeígon). | |
| 800 | κλειστή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλειστός. | |
| 801 | γυμνό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ʝiˈmno/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γυμνός. |
| 802 | νησιά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νησί. | |
| 803 | συμπεριφοράς | Ουσιαστικό | γενική ενικού του συμπεριφορά. | |
| 804 | επικοινώνησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επικοινωνώ. | |
| 805 | ορισμένες | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορισμένη. | |
| 806 | ραβδί | Ουσιαστικό | μακρύ άκαμπτο αντικείμενο για χρήση με το χέρι. | |
| 807 | πρόλαβα | Ρήμα | /ˈpɾo.la.va/ | α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος προλαβαίνω. |
| 808 | τροχόσπιτο | Ουσιαστικό | /tɾoˈxospito/ | αυτοκίνητο μεγάλου μεγέθους ή φορτηγό ή ρυμουλκούμενο όχημα που περιλαμβάνει χώρο διαβίωσης, καθίσματα, χώρο για ύπνο, τ… |
| 809 | πληγωθεί | Ρήμα | θα πληγωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληγώνομαι. | |
| 810 | πετάξουν | Ρήμα | θα πετάξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετώ. | |
| 811 | ασκήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσκηση. | |
| 812 | κερδίζω | Ρήμα | /cerˈðizo/ | έχω μια επιτυχία σε λαχείο ή τυχερό παιχνίδι που μου αποφέρει χρήματα. |
| 813 | γαμπρός | Ουσιαστικό | /ɣamˈbɾos/ | νέος που συχνάζει σε μέρος που υπάρχουν κορίτσια ή τα «κυνηγάει» φλερτάροντάς τα. |
| 814 | καμπάνια | Ουσιαστικό | /kamˈpa.ɲa/ | εκστρατεία ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης, προβολής ή προώθησης κάποιου ζητήματος. |
| 815 | μπολ | Ουσιαστικό | στρογγυλό ή τετράγωνο πλαστικό ή γυάλινο δοχείο με καπάκι για τη φύλαξη φαγητού στο ψυγείο. | |
| 816 | λύσω | Ρήμα | /ˈli.so/ | α΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του λύνω. |
| 817 | φλόγες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλόγα. | |
| 818 | κατεβάστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω. | |
| 819 | συμφωνίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφωνία. | |
| 820 | προστατεύω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /pɾo.staˈte.vo/ | (Ουσιαστικό). |
| 821 | εταιρίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εταιρία. | |
| 822 | επαρχία | Ουσιαστικό | /e.paɾˈçi.a/ | κάθε περιοχή μακριά από την πρωτεύουσα και τα μεγάλα αστικά κέντρα. |
| 823 | δεξαμενή | Ουσιαστικό | συγκεντρωμένη ποσότητα πληροφοριών, γνώσεων, επιτευγμάτων από την οποία μπορεί κανείς να "αντλήσει" και να ωφεληθεί. | |
| 824 | καπέλα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπέλο. | |
| 825 | πλησιάσεις | Ρήμα | θα πλησιάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πλησιάζω. | |
| 826 | παρτίδα | Ουσιαστικό | /paɾˈti.ða/ | μέρος ενός όλου, κομμάτι ενός συνόλου, που αποτελείται από αντικείμενα με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό. |
| 827 | παραδεχτείς | Ρήμα | θα παραδεχτείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραδέχομαι. | |
| 828 | σκηνικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ο διάκοσμος μιας θεατρικής ή άλλης σκηνής. | |
| 829 | τζιπ | Ουσιαστικό | /ˈd͡zip/ | επιβατικό (στρατιωτικό ή πολιτικό) όχημα με (συνήθως) τετρακίνηση για ευκολότερη μετακίνηση σε ανώμαλους δρόμους. |
| 830 | χρυσά | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈxɾi.sa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσό. |
| 831 | κασέτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασέτα. | |
| 832 | έζησα | Ρήμα | /ˈezisa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζω. |
| 833 | ευχαριστίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχαριστία. | |
| 834 | εμπιστοσύνης | Ουσιαστικό | /em.bi.stoˈsi.nis/ | γενική ενικού του εμπιστοσύνη. |
| 835 | διώξω | Ρήμα | θα διώξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διώχνω. | |
| 836 | παραμείνεις | Ρήμα | θα παραμείνεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραμένω. | |
| 837 | ποπ | Ουσιαστικό, Επίθετο, Φράση | /ˈpop/ | που είναι ποπ. |
| 838 | επιστημονική | Επίθετο | /e.pi.sti.mo.niˈci/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιστημονικός. |
| 839 | σύγχυση | Ουσιαστικό | /ˈsiɲ.çi.si/ | διαταραγμένη διανοητική, συνειδησιακή ή συναισθηματική κατάσταση, που συνεπάγεται ελαφρύτερο -ή και καθόλου- καταλογισμό… |
| 840 | αμερικάνικο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αμερικανικός. | |
| 841 | συνάντησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντώ. | |
| 842 | απομακρυνθείτε | Ρήμα | θα απομακρυνθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απομακρύνομαι. | |
| 843 | μοναστήρι | Ουσιαστικό | /mo.nasˈti.ɾi/ | ο τόπος όπου ζουν και προσεύχονται οι μοναχοί (καλόγεροι και καλόγριες). |
| 844 | ήττα | Ουσιαστικό | /ˈi.ta/ | το να χάνεις από τον αντίπαλό σου σε έναν πόλεμο, αθλητική συνάντηση ή οποιονδήποτε αγώνα, το να αναδεικνύεται ο αντίπαλ… |
| 845 | ιδιοκτήτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοκτήτης. | |
| 846 | απόσπασμα | Ουσιαστικό | /aˈpo.spa.zma/ | τμήμα μιας μονάδας στρατιωτικής ή αστυνομικής που χρησιμοποιείται για να εκτελέσει μια συγκεκριμένη εργασία. |
| 847 | πούλησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλάω. | |
| 848 | χαλάσεις | Ρήμα | θα χαλάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χαλάω. | |
| 849 | έναρξη | Ουσιαστικό | /ˈe.naɾ.ksi/ | η αρχή, το ξεκίνημα, το πρώτο χρονικό σημείο. |
| 850 | ανταμοιβή | Ουσιαστικό | /an.da.miˈvi/ | η ηθική (κυρίως) ή χρηματική αμοιβή που παίρνει κάποιος ως αναγνώριση του έργου του. |
| 851 | σωλήνες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωλήνας. | |
| 852 | παραδώσει | Ρήμα | θα παραδώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραδίδω. | |
| 853 | τσάντες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάντα. | |
| 854 | ζημιές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζημιά. | |
| 855 | όση | Αντωνυμία | /ˈo.si/ | ονομαστική και αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους του όσος. |
| 856 | μετάδοση | Ουσιαστικό | /meˈta.ðo.si/ | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταδίδω. |
| 857 | βολικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βολικός. | |
| 858 | επιτρέψει | Ρήμα | θα επιτρέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιτρέπω. | |
| 859 | πόρους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του πόρος. | |
| 860 | έμπνευση | Ουσιαστικό | /ˈem.bnef.si/ | το αποτέλεσμα του εμπνέω: ξαφνική, ασυνείδητη ιδέα, για την πραγματοποίηση κάποιου στόχου ή τη δημιουργία έργου τέχνης. |
| 861 | ιατροδικαστής | Ουσιαστικό | /i.a.tɾo.ði.kaˈstis/ | ο γιατρός που εκτελεί, κατόπιν εισαγγελικής ή ανακριτικής αρχής, νεκροψία και νεκροτομή, εκδίδοντας σχετικό πόρισμα στο… |
| 862 | γαλλική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ɣa.liˈci/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλλικός. |
| 863 | βρέθηκα | Ρήμα | /ˈvɾe.θi.ka/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίσκομαι. |
| 864 | ποίηση | Ουσιαστικό | /ˈpi.i.si/ | μορφή τέχνης γραπτού λόγου με στίχους και όχι πεζό λόγο. |
| 865 | Πάτσι | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Σύνδεσμος | /paˈt͡si/ | ισοπαλία, ίσα. |
| 866 | προλάβουμε | Ρήμα | θα προλάβουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προλαβαίνω. | |
| 867 | ψάξαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνω. | |
| 868 | συνειδητοποιήσει | Ρήμα | /si.ni.ði.to.piˈi.si/ | θα συνειδητοποιήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνειδητοποιώ. |
| 869 | εχθρού | Ουσιαστικό | γενική ενικού του εχθρός. | |
| 870 | έντομα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έντομο. | |
| 871 | άγνωστη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγνωστος. | |
| 872 | αυτοπροσώπως | Επίρρημα | με τη φυσική (αυτοπρόσωπη) παρουσία του ίδιου του προσώπου στο οποίο αναφερόμαστε. | |
| 873 | ευαίσθητος | Επίθετο | /eˈve.sθi.tos/ | που έχει πάρα πολύ αναπτυγμένες τις αισθήσεις του. |
| 874 | φονικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φονικός. | |
| 875 | Μώρη | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επιφώνημα | /moˈɾi/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μωρός. |
| 876 | λάμπει | Ρήμα | /ˈlam.bi/ | |
| 877 | σύνταγμα | Ουσιαστικό | /ˈsin.daɣ.ma/ | γλωσσικά στοιχεία που συνδέονται με ιεραρχική σχέση, αποτελώντας ενότητα στο εσωτερικό μιας γλωσσικής μονάδας. |
| 878 | παραγωγής | Ουσιαστικό | γενική ενικού του παραγωγή. | |
| 879 | κρύψεις | Ρήμα | θα κρύψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρύβω. | |
| 880 | επιβίωση | Ουσιαστικό | /e.piˈvi.o.si/ | η διατήρηση της ζωής μέσα σε αντίξοες συνθήκες. |
| 881 | εξετάσουμε | Ρήμα | θα εξετάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξετάζω. | |
| 882 | ήπιες | Ρήμα, Επίθετο | /ˈi.pi.es/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ήπιος. |
| 883 | σκάστε | Ρήμα, Επίθετο | κλητική ενικού του σκαστός. | |
| 884 | νομικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομικό. | |
| 885 | ολόκληρος | Επίθετο | /oˈlokliros/ | δυσανάλογος προς κάτι για να υπογραμμιστεί η υπερβολή σε σχέση με το αναμενόμενο ή μια σημαντική διαφορά σε κάποια μεγέθ… |
| 886 | βαθμού | Ουσιαστικό | γενική ενικού του βαθμός. | |
| 887 | τουρνουά | Ουσιαστικό | διαγωνισμός σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. | |
| 888 | έτρεξε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέχω. | |
| 889 | εμπειρίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπειρία. | |
| 890 | φτωχός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ftoˈxos/ | που είναι πολύ ταλαιπωρημένος και δυστυχής ή που υστερεί σημαντικά σε κάποιον τομέα, χωρίς αναγκαστικά να βρίσκεται και… |
| 891 | παραιτηθώ | Ρήμα | θα παραιτηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραιτούμαι. | |
| 892 | ταυτότητες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτότητα. | |
| 893 | βεράντα | Ουσιαστικό | /veˈɾa(n).da/ | σχετικά ευρύχωρο μπαλκόνι με στέγη ή χωρίς. |
| 894 | επιχείρησης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του επιχείρηση. | |
| 895 | περίσταση | Ουσιαστικό | /peˈɾi.sta.si/ | μια χρονική στιγμή που χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο ιδιαίτερων συνθηκών, η κατάσταση που επικρατεί σε μια χρονική στιγμ… |
| 896 | δημοσιότητα | Ουσιαστικό | /ði.mo.siˈo.ti.ta/ | η δημοσίευση ενός θέματος (ή η προβολή ενός ανθρώπου) και η συνακόλουθη γνωστοποίησή του (ευρέως). |
| 897 | μικρόφωνο | Ουσιαστικό | /miˈkɾo.fo.no/ | συσκευή με την οποία ο ήχος μετατρέπεται σε ηλεκτρικό σήμα. |
| 898 | προσωρινή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσωρινός. | |
| 899 | σχόλια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχόλιο. | |
| 900 | προήλθε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προέρχομαι. | |
| 901 | επέτρεψε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτρέπω. | |
| 902 | πολλών | Επίθετο | γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του πολύς. | |
| 903 | παρέχει | Ρήμα | /paˈɾe.çi/ | |
| 904 | χωριστούμε | Ρήμα | θα χωριστούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χωρίζομαι. | |
| 905 | Τετάρτη | Ουσιαστικό, Επίθετο | /teˈtaɾ.ti/ | η τέταρτη ημέρα της εβδομάδας· προηγείται η Τρίτη και ακολουθεί η Πέμπτη. |
| 906 | φαντασίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του φαντασία. | |
| 907 | ολοκληρώθηκε | Ρήμα | /o.lo.kliˈɾo.θi.ce/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνομαι. |
| 908 | όγκο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του όγκος. | |
| 909 | παρέλαση | Ουσιαστικό | /paˈɾe.la.si/ | η διέλευση στοιχισμένων στρατιωτικών τμημάτων μπροστά από κάποιο χώρο ή πρόσωπο, προκειμένου να δειχτεί το αξιόμαχο του… |
| 910 | σαπούνι | Ουσιαστικό | /saˈpuni/ | οργανική ουσία που έχει την ιδιότητα αφενός μεν να διαλύεται στο νερό, αφετέρου δε να δεσμεύει τα λίπη· χρησιμοποιείται… |
| 911 | επέστρεψαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω. | |
| 912 | αποκαλώ | Ουσιαστικό, Ρήμα | /a.poˈka.lo/ | (Ουσιαστικό). |
| 913 | τομάρι | Ουσιαστικό | /toˈmaɾi/ | η ανθρώπινη υπόσταση κάποιου, ο εαυτός του. |
| 914 | θεωρίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρία. | |
| 915 | κόκαλα | Ουσιαστικό | μεγεθυντικό του κόκαλο. | |
| 916 | επέζησε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιζώ. | |
| 917 | νόμιμη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νόμιμος. | |
| 918 | αγγίξω | Ρήμα | θα αγγίξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγγίζω. | |
| 919 | πεζοναύτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζοναύτης. | |
| 920 | νέων | Ουσιαστικό, Επίθετο | masculine genitive plural of νέος (néos). | |
| 921 | ιδιοφυΐα | Ουσιαστικό | /i.ði.o.fiˈi.a/ | το χαρακτηριστικό του ιδιοφυούς, η μεγάλη ευφυΐα, εξυπνάδα. |
| 922 | απόδραση | Ουσιαστικό | /aˈpo.ðɾa.si/ | η (προσωρινή) φυγή απ’ τα συνηθισμένα, οι ολιγοήμερες διακοπές. |
| 923 | παραμικρό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παραμικρός. | |
| 924 | κατεβείτε | Ρήμα | θα κατεβείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατεβαίνω. | |
| 925 | μπελά | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπελάς. | |
| 926 | καροτσάκι | Ουσιαστικό | /ka.ɾoˈt͡sa.ci/ | σε σχήμα καρέκλας για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων, με 2 μεγάλους τροχούς που μπορεί να περιστρέψει με τα χέρια του κα… |
| 927 | μίνι | Ουσιαστικό, Επίθετο | κοντός, που τελειώνει πάνω από το γόνατο. | |
| 928 | σκοπευτής | Ουσιαστικό | /sko.peˈftis/ | κάποιος που σκοπεύει, που σημαδεύει, που στοχεύει με ένα όπλο. |
| 929 | περιπολικό | Ουσιαστικό | /pe.ɾi.po.liˈko/ | το σκάφος ή το όχημα που περιπολεί. |
| 930 | παίξουν | Ρήμα | θα παίξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίζω. | |
| 931 | μπουνιά | Ουσιαστικό | /buˈɲa/ | οπές στο κατάστρωμα πλοίου, που επιτρέπουν την επιστροφή του νερού που μαζεύεται ενίοτε εκεί στη θάλασσα. |
| 932 | κρεβάτια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεβάτι. | |
| 933 | ψυχοπαθής | Επίθετο | άτομο με αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας. | |
| 934 | καλέσετε | Ρήμα | θα καλέσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καλώ. | |
| 935 | γυρίσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυρίζω. | |
| 936 | κομματάκια | Ουσιαστικό | /ko.maˈta.ca/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομματάκι. |
| 937 | σώσουν | Ρήμα | θα σώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σώζω. | |
| 938 | φονιάς | Ουσιαστικό | /foˈɲas/ | κάποιος πολύ επικίνδυνος για τους αντιπάλους του, πχ σε αθλητικές συναντήσεις. |
| 939 | αρνηθεί | Ρήμα | θα αρνηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρνούμαι. | |
| 940 | ελκυστική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελκυστικός. | |
| 941 | προγράμματος | Ουσιαστικό | γενική ενικού του πρόγραμμα. | |
| 942 | απουσία | Ουσιαστικό | /a.puˈsi.a/ | το να μην παρευρίσκεται κάποιος ή κάτι εκεί όπου θα έπρεπε ή όπου θα αναμενόταν να είναι. |
| 943 | ημερών | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική πληθυντικού του ημέρα. | |
| 944 | μπογιά | Ουσιαστικό | /boˈʝa/ | το υγρό ή άλλη ουσία για τη βαφή επιφανειών (τοίχων, μεταλλικών ή ξύλινων αντικειμένων κ.λπ)· χρώμα. |
| 945 | πάγος | Ουσιαστικό | /ˈpaɣos/ | η στερεά μορφή που παίρνει το νερό, όταν ψυχθεί σε θερμοκρασία κάτω των 0 βαθμών Κελσίου. |
| 946 | κουρτίνες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρτίνα. | |
| 947 | απογοήτευση | Ουσιαστικό | /a.po.ɣoˈi.tef.si/ | δυσάρεστο συναίσθημα ματαίωσης λόγω μη ικανοποίησης ή μη πραγματοποίησης επιθυμητού γεγονότος. |
| 948 | γύρισμα | Ουσιαστικό | /ˈʝi.ɾi.zma/ | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γυρίζω. |
| 949 | σπιτικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /spitiˈko/ | το σπίτι ως μέρος που μένει η οικογένεια. |
| 950 | ανοίξουν | Ρήμα | θα ανοίξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανοίγω. | |
| 951 | σκοτώσατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω. | |
| 952 | σηκώσεις | Ρήμα | θα σηκώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνω. | |
| 953 | φλέβες | Ουσιαστικό | /ˈfle.ves/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλέβα. |
| 954 | τζαζ | Ουσιαστικό | /d͡zaz/ | είδος αφρο-αμερικανικής μουσικής. Γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές του 20ού αιώνα, από τη διασταύρωση του bl… |
| 955 | κρίσιμη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρίσιμος. | |
| 956 | συμφωνείτε | Ρήμα | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του συμφωνώ. | |
| 957 | φτιαγμένο | Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φτιαγμένος. | |
| 958 | παράπονα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράπονο. | |
| 959 | ανεβείτε | Ρήμα | θα ανεβείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανεβαίνω. | |
| 960 | χορωδία | Ουσιαστικό | /xo.ɾoˈði.a/ | σύνολο τραγουδιστών που τραγουδούν όλοι μαζί. |
| 961 | λιμουζίνα | Ουσιαστικό | είδος πολυτελούς αυτοκινήτου. | |
| 962 | άκρα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | extremely. | |
| 963 | κοντινό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κοντινός. | |
| 964 | ξεχάσετε | Ρήμα | θα ξεχάσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεχνώ. | |
| 965 | οχήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όχημα. | |
| 966 | σκορ | Ουσιαστικό | /skoɾ/ | οι βαθμοί που κερδήθηκαν ή τα τέρματα που επιτεύχθηκαν από κάθε ομάδα ενός αθλητικού αγώνα, το αποτέλεσμα του αγώνα. |
| 967 | μπλέξεις | Ρήμα | θα μπλέξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπλέκω. | |
| 968 | καρπό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του καρπός. | |
| 969 | φράγμα | Ουσιαστικό | κατασκευή που εμποδίζει την ελεύθερη ροή ενός ποταμού και δημιουργεί μια τεχνητή λίμνη, υδατοφράκτης. | |
| 970 | ξεχωριστά | Επίθετο, Επίρρημα | /kse.xo.ɾiˈsta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχωριστό. |
| 971 | δοκιμές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκιμή. | |
| 972 | αντιπρόεδρος | Ουσιαστικό | που ασκεί αναπληρωματικά ή συμπληρωματικά τα καθήκοντα του προέδρου. | |
| 973 | διαφημίσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ði.a.fiˈmi.sis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφήμιση. |
| 974 | δραστηριότητες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραστηριότητα. | |
| 975 | νόμιμα | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈno.mi.ma/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόμιμο. |
| 976 | αλλάξετε | Ρήμα | θα αλλάξετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλλάζω. | |
| 977 | γκι | Ουσιαστικό | /ˈɟi/ | πράσινο φυτό που χρησιμοποιείται ως στολισμός κυρίως τα Χριστούγεννα. |
| 978 | εισαγωγή | Ουσιαστικό | /i.sa.ɣoˈʝi/ | η διδασκαλία των βασικών αρχών μιας επιστήμης καθώς και το αντίστοιχο διδακτικό εγχειρίδιο. |
| 979 | φυλής | Ουσιαστικό | genitive singular of φυλή (fylí). | |
| 980 | χημικά | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χημικό. | |
| 981 | ολοκληρωθεί | Ρήμα | /o.lo.kli.ɾoˈθi/ | θα ολοκληρωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ολοκληρώνομαι. |
| 982 | συνηθισμένος | Ρήμα | /si.ni.θiˈzme.nos/ | που τον έχουμε συνηθίσει, που δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαιτερότητα ή πρωτοτυπία. |
| 983 | αγαπημένε | Ουσιαστικό, Ρήμα | /aɣapiˈmene/ | κλητική ενικού του αγαπημένος. |
| 984 | πιάσατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω. | |
| 985 | συνοδεία | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /si.noˈði.a/ | η ενέργεια το ρήματος συνοδεύω, η κίνηση ενός ή περισσότερων ατόμων, οχημάτων, σκαφών κ.λπ., που ακολουθούν, προπορεύοντ… |
| 986 | αποκλειστική | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκλειστικός. | |
| 987 | πέφτεις | Ρήμα | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πέφτω. | |
| 988 | διαφωνώ | Ρήμα | /ði̯a.foˈno/ | πιστεύω, έχω ή υποστηρίζω διαφορετικές απόψεις σε σχέση με κάποιον άλλον. |
| 989 | ανόητοι | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανόητος. | |
| 990 | πρωθυπουργός | Ουσιαστικό | /pɾo.θi.puɾˈɣos/ | επικεφαλής (πρόεδρος) της κυβέρνησης και του υπουργικού συμβουλίου. |
| 991 | κινηθούμε | Ρήμα | θα κινηθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κινούμαι. | |
| 992 | υψηλό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υψηλός. | |
| 993 | ρεπορτάζ | Ουσιαστικό | /ɾe.poɾˈtaz/ | η έρευνα ενός θέματος και η παρουσίασή του με δημοσιογραφικό τρόπο σε κάποιο από τα ΜΜΕ. |
| 994 | λαιμός | Ουσιαστικό | /leˈmos/ | οτιδήποτε μοιάζει με λαιμό, το τμήμα οποιουδήποτε αντικειμένου στο σημείο που στενεύει και βρίσκεται κοντά στη μία άκρη… |
| 995 | καταυλισμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του καταυλισμός. | |
| 996 | κυνηγοί | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυνηγός. | |
| 997 | χρησιμοποιήσετε | Ρήμα | θα χρησιμοποιήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρησιμοποιώ. | |
| 998 | συνεχίσουν | Ρήμα | θα συνεχίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνεχίζω. | |
| 999 | αργήσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργώ. | |
| 1000 | κόκκινος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈkocinos/ | ανδρικό επώνυμο. |
| 1001 | σύννεφο | Ουσιαστικό | /ˈsi.ne.fo/ | ορατή μάζα συμπυκνωμένων υδρατμών που βρίσκεται σε μεγάλο ύψος πάνω από το έδαφος. |
| 1002 | λεν | Ουσιαστικό, Ρήμα | ||
| 1003 | προσωπικές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωπική. | |
| 1004 | βιαστικά | Επίθετο, Επίρρημα | /vʝa.stiˈka/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (βιαστικό) του βιαστικός. |
| 1005 | ερωτεύτηκα | Ρήμα | /e.ɾoˈte.fti.ka/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτεύομαι. |
| 1006 | διατροφή | Ουσιαστικό | /ði̯a.tɾoˈfi/ | χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε μηνιαία βάση από τον ένα σύζυγο στον άλλο για την κάλυψη μέρους των εξόδων του καθώς… |
| 1007 | ειδών | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του είδος. | |
| 1008 | πόσων | Επίθετο, Αντωνυμία | genitive masculine/feminine/neuter plural of πόσος (pósos). | |
| 1009 | μαύρους | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του μαύρος. | |
| 1010 | διατάζω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ði.aˈta.zo/ | (Ουσιαστικό). |
| 1011 | φαγητού | Ουσιαστικό | γενική ενικού του φαγητό. | |
| 1012 | γάντι | Ουσιαστικό | /ˈɣan.di/ | κάλυμμα για την προστασία του χεριού, από μαλλί, δέρμα, πλαστικό ή άλλο υλικό που εφαρμόζει τις περισσότερες φορές σε κά… |
| 1013 | πειρατές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειρατής. | |
| 1014 | πολεμήσει | Ρήμα | /po.leˈmi.si/ | θα πολεμήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πολεμώ. |
| 1015 | μπράντι | Ουσιαστικό | δυνατό αλκοολούχο ποτό, το οποίο παράγεται με απόσταξη από κρασί ή φρούτα που έχουν υποστεί ζύμωση. | |
| 1016 | ερωτευτεί | Ρήμα | θα ερωτευτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ερωτεύομαι. | |
| 1017 | προσπάθειες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσπάθεια. | |
| 1018 | λίγος | Επίθετο | /ˈli.ɣos/ | δηλώνει μικρό, περιορισμένο πλήθος (και αντωνυμική χρήση). |
| 1019 | συνθήκη | Ουσιαστικό | /sinˈθi.ci/ | λογική έκφραση, που μπορεί να είναι αληθής (true) ή ψευδής (false). |
| 1020 | κορόιδο | Ουσιαστικό | /koˈɾoi̯.ðo/ | χαρακτηρισμός για πρόσωπο που εξαπατήθηκε ή εξαπατάται εύκολα. |
| 1021 | χαιρετισμούς | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του χαιρετισμός. | |
| 1022 | αποφύγεις | Ρήμα | θα αποφύγεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφεύγω. | |
| 1023 | περηφάνια | Ουσιαστικό | /periˈfaɲa/ | λιγότερο επίσημη μορφή του υπερηφάνεια. |
| 1024 | επιτροπής | Ουσιαστικό | genitive singular of επιτροπή (epitropí). | |
| 1025 | άγιο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈa.ʝi.o/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άγιος. |
| 1026 | απογοητεύσω | Ρήμα | θα απογοητεύσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απογοητεύω. | |
| 1027 | πετσέτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετσέτα. | |
| 1028 | γαμήσω | Ρήμα | θα γαμήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γαμώ. | |
| 1029 | ησύχασε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ησυχάζω. | |
| 1030 | επιβεβαίωσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνω. | |
| 1031 | μαρς | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /ˈmaɾs/ | παράγγελμα που δίνεται σε στρατιώτες ή μαθητές που προχωρούν σε σχηματισμό παρέλασης για να ξεκινήσουν το βάδισμα ή το σ… |
| 1032 | καβγά | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καβγάς. | |
| 1033 | ήλθατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι. | |
| 1034 | στενό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /steˈno/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του στενός. |
| 1035 | ξύλα | Ουσιαστικό | /ˈksi.la/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύλο. |
| 1036 | θελήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέληση. | |
| 1037 | χειριστείς | Ρήμα | θα χειριστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χειρίζομαι. | |
| 1038 | απαιτώ | Ρήμα | /a.peˈto/ | ζητώ κάτι επιτακτικά, επειδή έχω την εξουσία προς τούτο ή επειδή το θεωρώ αναφαίρετο δικαίωμά μου. |
| 1039 | φυλάει | Ρήμα | /fiˈla.i/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φυλάω. |
| 1040 | αυτοκράτορας | Ουσιαστικό | /aftoˈkratoras/ | τίτλος μοναρχών, όπως στην αρχαία Ρώμη, το Βυζάντιο, την Κίνα, κ.α. ο ηγέτης μιας αυτοκρατορίας. |
| 1041 | φτάσετε | Ρήμα | θα φτάσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτάνω. | |
| 1042 | αναμονής | Ουσιαστικό | genitive singular of αναμονή (anamoní). | |
| 1043 | καθήκοντα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθήκον. | |
| 1044 | συνδυασμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του συνδυασμός. | |
| 1045 | υποτιτλισμός | Ουσιαστικό | η πράξη με την οποία μπαίνουν υπότιτλοι σε ένα κινηματογραφικό έργο ή τηλεοπτική σειρά. | |
| 1046 | υπεύθυνοι | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεύθυνος. | |
| 1047 | προκειμένου | Ουσιαστικό, Ρήμα, Σύνδεσμος | /pɾo.ciˈme.nu/ | genitive singular of προκείμενο (prokeímeno). |
| 1048 | κάλυψε | Ρήμα | /ˈka.li.pse/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλύπτω. |
| 1049 | αφελής | Επίθετο | /a.feˈlis/ | άνθρωπος που δε σκέφτεται τα πράγματα σε βάθος ή που αφήνεται και εξαπατάται από άλλους. |
| 1050 | ράφι | Ουσιαστικό | /ˈɾa.fi/ | επίπεδο αντικείμενο προσαρμοσμένο στον τοίχο ή σε έπιπλο που χρησιμεύει για να τοποθετούνται αντικείμενα επάνω σε αυτό. |
| 1051 | πρωτεύουσα | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | /pɾoˈtevusa/ | πόλη που συγκεντρώνει τις σημαντικότερες δραστηριότητες για έναν τομέα. |
| 1052 | ιατρικά | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ιατρικός. | |
| 1053 | πορτοκαλί | Επίθετο | /poɾ.to.kaˈli/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πορτοκαλής. |
| 1054 | πετύχω | Ρήμα | θα πετύχω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετυχαίνω. | |
| 1055 | ράμματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράμμα. | |
| 1056 | εξωτερική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωτερικός. | |
| 1057 | μπαλάκια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλάκι. | |
| 1058 | θήκη | Ουσιαστικό | /ˈθi.ci/ | ένα περίβλημα μέσα στο οποίο τοποθετούνται ένα ή πολλά ομοειδή αντικείμενα για προστασία, τακτοποίηση ή ταξινόμηση. |
| 1059 | καταστροφής | Ουσιαστικό | γενική ενικού του καταστροφή. | |
| 1060 | παίζεται | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παίζομαι. | |
| 1061 | δυνάμεων | Ουσιαστικό | /ðiˈna.me.on/ | γενική πληθυντικού του δύναμη. |
| 1062 | καλεσμένος | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ka.leˈzme.nos/ | που τον έχουν καλέσει. |
| 1063 | κατάλληλα | Επίθετο, Επίρρημα | /kaˈta.li.la/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάλληλο, ουδέτερο του κατάλληλος. |
| 1064 | πάθω | Ρήμα | θα πάθω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παθαίνω. | |
| 1065 | συγχωρέσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα συγχωρέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συγχωρώ. | |
| 1066 | εφ | Ουσιαστικό, Φράση | tan, the symbol for εφαπτομένη the trigonometric function tangent. | |
| 1067 | δικαιοδοσία | Ουσιαστικό | /ði.ce.o.ðoˈsi.a/ | η εξουσία των δικαστηρίων στη λύση διαφορών κατά την κείμενη νομοθεσία και την τιμωρία των αξιόποινων πράξεων. |
| 1068 | βιασμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του βιασμός. | |
| 1069 | διευθυντά | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του διευθυντής. | |
| 1070 | κρατώντας | Ρήμα | /kɾaˈton.das/ | μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κρατάω / κρατώ. |
| 1071 | συνηθίσεις | Ρήμα | θα συνηθίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνηθίζω. | |
| 1072 | πολίτη | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Πολίτης. | |
| 1073 | φούστα | Ουσιαστικό | /ˈfu.sta/ | ένδυμα που καλύπτει το μέρος του σώματος κάτω από τη μέση και δεν έχει μπατζάκια. |
| 1074 | αχυρώνα | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αχυρώνας. | |
| 1075 | δασή | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάσος. | |
| 1076 | διαδικασίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδικασία. | |
| 1077 | ιδανικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /i.ða.niˈko/ | σημαντικός και υψηλός στόχος ή σκοπός που προσπαθεί να πετύχει ή εκπληρώσει κάποιος. |
| 1078 | δυστυχία | Ουσιαστικό | /[ðistiˈçia]/ | κατάσταση δυσφορίας, στην οποία δεν επιτυχγάνονται οι ανάγκες και οι στόχοι ενός ατόμου. |
| 1079 | ξεκίνησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ. | |
| 1080 | δομή | Ουσιαστικό | /ðoˈmi/ | ομαδοποίηση δεδομένων ώστε να είναι διαχειρίσιμα ως ομάδα, σαν μία οντότητα (βλ. δομή δεδομένων). |
| 1081 | φρουρός | Ουσιαστικό | /fɾuˈɾos/ | πρόσωπο που φρουρεί, φυλάει και προστατεύει κάποιον ή κάτι. |
| 1082 | δυσκολεύομαι | Ρήμα | /ði.skoˈle.vo.me/ | αντιμετωπίζω δυσκολίες εξαιτίας κάποιου γεγονότος. |
| 1083 | βασιλικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /va.si.liˈko/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βασιλικός. |
| 1084 | συναντηθεί | Ρήμα | θα συναντηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναντιέμαι. | |
| 1085 | κυνηγήσω | Ρήμα | θα κυνηγήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κυνηγώ. | |
| 1086 | ήλθε | Ρήμα | /ˈil.θe/ | λογιότερη μορφή του ήρθε, γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι. |
| 1087 | μετανιώνω | Ρήμα | /me.taˈɲo.no/ | συνειδητοποιώ με συντριβή τα λάθη μου και τις υπαρκτές ή πιθανές επιπτώσεις τους, μετανοώ. |
| 1088 | θυσίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυσία. | |
| 1089 | ξέροντας | Ρήμα | /ˈkse.ɾon.das/ | Present participle of ξέρω (xéro): knowing. |
| 1090 | επιστροφής | Ουσιαστικό | γενική ενικού του επιστροφή. | |
| 1091 | σύντομο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σύντομος. | |
| 1092 | μισός | Επίθετο | /miˈsos/ | αυτός που αποτελεί το ένα από τα δύο ίσα μέρη ενός συνόλου. |
| 1093 | ηλίθιους | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του ηλίθιος. | |
| 1094 | βιογραφικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | το βιογραφικό σημείωμα. | |
| 1095 | εξοχικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /e.kso.çiˈko/ | το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (Σ.Ε.Φ.) για τους μπασκετικούς οπαδούς του Παναθηναϊκού (κατά την περίοδο που ήταν εν αναμο… |
| 1096 | καλλιτέχνες | Ουσιαστικό | nominative plural of καλλιτέχνης (kallitéchnis). | |
| 1097 | χρυσού | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του χρυσός. | |
| 1098 | κάτοικοι | Ουσιαστικό | /ˈka.ti.ci/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάτοικος. |
| 1099 | Πολυτίμη | Ουσιαστικό, Επίθετο | γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Πολυτίμης). | |
| 1100 | διάσταση | Ουσιαστικό | το σύνολο των στοιχείων που παράγονται από ένα διάνυσμα μιας ελάχιστης γραμμικής θήκης ενός αλγεβρικού σώματος. | |
| 1101 | φορέσει | Ρήμα | θα φορέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φορώ. | |
| 1102 | εξώφυλλο | Ουσιαστικό | /eˈkso.fi.lo/ | το εξωτερικό φύλλο ενός βιβλίου, περιοδικού, τετραδίου. |
| 1103 | παραμύθια | Ουσιαστικό | /paɾaˈmiθia/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμύθι. |
| 1104 | ήπιε | Ρήμα, Επίθετο | /ˈi.pi.e/ | κλητική ενικού του ήπιος. |
| 1105 | πιστέψουμε | Ρήμα | θα πιστέψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιστεύω. | |
| 1106 | τυφλή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυφλός. | |
| 1107 | ελάχιστο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ελάχιστος. | |
| 1108 | φιλική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλικός. | |
| 1109 | τελειώνω | Ρήμα | /teˈʎo.no/ | τελειώνομαι: τελειοποιούμαι. |
| 1110 | κοινού | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του κοινός. | |
| 1111 | τόνους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του τόνος. | |
| 1112 | χάρες | Ουσιαστικό | /ˈxa.ɾes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρά. |
| 1113 | πιάστηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνομαι. | |
| 1114 | μηχανήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχάνημα. | |
| 1115 | ύλη | Ουσιαστικό | /ˈi.li/ | η ουσία από την οποία αποτελούνται όλα τα σώματα. Διαθέτει φυσικές και χημικές ιδιότητες, αποτελείται από μικροσκοπικά σ… |
| 1116 | τεσσάρων | Επίθετο | γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του τέσσερις. | |
| 1117 | έκλεισαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλείνω. | |
| 1118 | λειτουργίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του λειτουργιά. | |
| 1119 | συσκευές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσκευή. | |
| 1120 | ακολουθούμε | Ρήμα | /a.ko.luˈθu.me/ | |
| 1121 | ικανοποιημένος | Ρήμα | /i.ka.no.pi.i.ˈme.nos/ | που αισθάνεται καλά, επειδή πραγματοποιήθηκε μια επιθυμία του. |
| 1122 | μπόουλινγκ | Ουσιαστικό | /ˈbo.u.liŋɡ/ | άθλημα στο οποίο ο παίκτης προσπαθεί να ρίξει κορύνες, κυλώντας μια μπάλα κατά μήκος ενός επίπεδου διαδρόμου. |
| 1123 | καπετάνιο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του καπετάνιος. | |
| 1124 | ντυμένη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντυμένος. | |
| 1125 | μεγαλώσω | Ρήμα | θα μεγαλώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μεγαλώνω. | |
| 1126 | αγοριού | Ουσιαστικό | /[aɣɔˈɾʝu]/ | γενική ενικού του αγόρι. |
| 1127 | περήφανοι | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περήφανος. | |
| 1128 | παιδικά | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδικό. | |
| 1129 | υπαστυνόμος | Ουσιαστικό | /i.pa.stiˈno.mos/ | ιεραρχικός βαθμός (κατώτερου) αξιωματικού της Ελληνικής Αστυνομίας, κατώτερος του αστυνόμου, ανώτερος του ανθυπαστυνόμου. |
| 1130 | μάγκες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάγκας. | |
| 1131 | σπιτάκι | Ουσιαστικό | /spiˈtaci/ | μικρό σπίτι. |
| 1132 | μαθευτεί | Ρήμα | θα μαθευτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαθεύομαι. | |
| 1133 | κρυφτείς | Ρήμα | θα κρυφτείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρύβομαι. | |
| 1134 | κελάρι | Ουσιαστικό | ο υπόγειος χώρος, που έχει συνήθως χαμηλότερη θερμοκρασία από το υπόλοιπο κτήριο, και χρησιμεύει για αποθήκευση τροφίμων… | |
| 1135 | πλάνα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάνο. | |
| 1136 | γοητευτικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ɣo.i.te.ftiˈkos/ | (Ουσιαστικό). |
| 1137 | επιπτώσεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπτωση. | |
| 1138 | δίσκους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του δίσκος. | |
| 1139 | τυχόν | Ρήμα, Επίρρημα | /tiˈxon/ | που ίσως συνέβη προηγουμένως ή πρόκειται να συμβεί. |
| 1140 | τέσσερεις | Επίθετο | /[ˈte̞.se̞.ɾis]/ | |
| 1141 | αδύναμο | Επίθετο | /aˈði.na.mo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αδύναμος. |
| 1142 | φυσιολογικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /fi.si.o.lo.ʝiˈkos/ | (Ουσιαστικό). |
| 1143 | γίναμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γίνομαι. | |
| 1144 | πόσος | Αντωνυμία | αντωνυμία με την οποία εισάγεται ευθεία ή πλάγια ερώτηση για την ποσότητα, τον χρόνο, το μέγεθος, την έκταση κ.λπ. που α… | |
| 1145 | φυσικής | Ουσιαστικό, Επίθετο | genitive singular of φυσική (fysikí). | |
| 1146 | φτωχό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φτωχός. | |
| 1147 | διάβαζα | Ρήμα | ||
| 1148 | πλήρωσες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνω. | |
| 1149 | αλλάζω | Ρήμα | /aˈla.zo/ | προκαλώ μια αλλαγή σε κάποιον ή κάτι, τον κάνω να διαφέρει από την προηγούμενη κατάστασή του. |
| 1150 | τριαντάφυλλα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριαντάφυλλο. | |
| 1151 | συνωμοσία | Ουσιαστικό | /si.no.moˈsi.a/ | μυστικό σχέδιο που υλοποιείται στα κρυφά από μια ομάδα ατόμων, συνήθως για κακούς σκοπούς. |
| 1152 | σφάλμα | Ουσιαστικό | /ˈsfal.ma/ | η διαφορά που προκύπτει ανάμεσα στην πραγματική τιμή μιας μαθηματικής πράξης και στην τιμή που προκύπτει μετά από εκτίμη… |
| 1153 | διάολος | Ουσιαστικό | /[ˈðʝaolos]/ | άλλη μορφή του διάβολος. |
| 1154 | μάσκες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάσκα. | |
| 1155 | σύνελθε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνέρχομαι. | |
| 1156 | συγγραφέα | Ουσιαστικό | /siŋ.ɣraˈfe.a/ | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συγγραφέας. |
| 1157 | τσάμπα | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈt͡sa.ba/ | άλλη μορφή του τζάμπα. |
| 1158 | συμφέρον | Ουσιαστικό, Ρήμα | /siɱˈfe.ɾon/ | αυτό που αποφέρει κέρδος ή ωφέλεια, ηθικού, συναισθηματικού και υλικού περιεχομένου. |
| 1159 | ερωτευμένοι | Ρήμα | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωτευμένος. | |
| 1160 | πνευματική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πνευματικός. | |
| 1161 | κλάψω | Ρήμα | θα κλάψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλαίω. | |
| 1162 | σβήσει | Ρήμα | θα σβήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σβήνω. | |
| 1163 | υψηλά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ψηλός. | |
| 1164 | σπάσουμε | Ρήμα | θα σπάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σπάω. | |
| 1165 | φτωχή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτωχός. | |
| 1166 | κλειδωμένο | Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κλειδωμένος. | |
| 1167 | Παρούσα | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | nominative/accusative/vocative feminine singular of παρών (parón). | |
| 1168 | μαύρες | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαύρη. | |
| 1169 | δεκαετίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαετία. | |
| 1170 | πίνουμε | Ρήμα | /ˈpi.nu.me/ | |
| 1171 | έπαιξα | Ρήμα | /ˈe.pe.ksa/ | α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού αορίστου του ρήματος παίζω. |
| 1172 | διαφορετικούς | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του διαφορετικός. | |
| 1173 | καταλήγει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καταλήγω. | |
| 1174 | ψυχίατρος | Ουσιαστικό | /psiˈçi.a.tɾos/ | ιατρός που έχει ειδικευτεί στην ψυχιατρική και θεραπεύει ψυχικά νοσήματα όπως η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές, οι ψυ… |
| 1175 | ακριβές | Επίθετο | /a.kɾiˈves/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ακριβός. |
| 1176 | μήλα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του μήλο. | |
| 1177 | πανέμορφα | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανέμορφο. | |
| 1178 | αρχικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αρχικός. | |
| 1179 | φαγητά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγητό. | |
| 1180 | συνέλθει | Ρήμα | θα συνέλθει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνέρχομαι. | |
| 1181 | στοιχήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοίχημα. | |
| 1182 | λόγοι | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λόγος. | |
| 1183 | μολύβι | Ουσιαστικό | /moˈlivi/ | αντικείμενο που χρησιμεύει στη γραφή, αποτελούμενο από μια στήλη γραφίτη περιβαλλόμενη συνήθως από ξύλο. |
| 1184 | δημοπρασία | Ουσιαστικό | /ði.mo.pɾaˈsi.a/ | δημόσια διαδικασία πώλησης/εκποίησης περιουσιακών στοιχείων και αγαθών μεγάλης αξίας με τη μέθοδο του πλειστηριασμού. |
| 1185 | μαγείας | Ουσιαστικό | /maˈʝi.as/ | γενική ενικού του μαγεία. |
| 1186 | γυμναστική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ʝi.mna.stiˈci/ | σύνολο ασκήσεων (ενόργανη ή ανόργανη γυμναστική), που αποσκοπούν στη γύμναση, την ευεξία και τη σωματική αρμονία και ανά… |
| 1187 | πυροβολήσουν | Ρήμα | θα πυροβολήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πυροβολώ. | |
| 1188 | φανταστεί | Ρήμα | θα φανταστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φαντάζομαι. | |
| 1189 | ομοσπονδιακή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοσπονδιακός. | |
| 1190 | εύκολος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈef.ko.los/ | που δεν απαιτείται μεγάλη προσπάθεια για να προσεγγιστεί ερωτικά. |
| 1191 | εγκατάσταση | Ουσιαστικό | /eŋ.gaˈta.sta.si/ | έργο τέχνης το οποίο ενσωματώνει οποιοδήποτε μέσο, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών χαρακτηριστικών του χώρου, για να δημ… |
| 1192 | σιγουρέψου | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι. | |
| 1193 | θέσει | Ρήμα, Επίρρημα | /ˈθe.si/ | θα θέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θέτω. |
| 1194 | προορισμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του προορισμός. | |
| 1195 | χαλαρώστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαλαρώνω. | |
| 1196 | παλικάρι | Ουσιαστικό | /paliˈkari/ | ο γενναίος, αυτός που αντιμετωπίζει τους κινδύνους και τις αντιξοότητες με θάρρος. |
| 1197 | εντόπισε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω. | |
| 1198 | ρομαντική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρομαντικός. | |
| 1199 | σωστές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του σωστός. | |
| 1200 | χάσουν | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα χάσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χάνω. | |
| 1201 | στρατεύματα | Ουσιαστικό | /stɾaˈtev.ma.ta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στράτευμα. |
| 1202 | ηνωμένων | Επίθετο | γενική πληθυντικού του ηνωμένος. | |
| 1203 | τσι | Ουσιαστικό, Άρθρο | /ˈt͡si/ | προφορική, κυρίως, μορφή μερικών πτώσεων του οριστικού άρθρου σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας. |
| 1204 | γεννήτρια | Ουσιαστικό | συσκευή παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. | |
| 1205 | απασχολημένοι | Ρήμα | /a.pa.sxo.liˈme.ni/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απασχολημένος. |
| 1206 | διαθέσιμος | Επίθετο | /ði̯aˈθe.si.mos/ | που μπορεί να διατεθεί, που είναι σε θέση να χρησιμοποιηθεί όταν χρειαστεί. |
| 1207 | παρατήρηση | Ουσιαστικό | /pa.ɾaˈti.ɾi.si/ | καταγραφή και μέτρηση συγκεκριμένων παραγόντων και μεταβλητώνhttp://www.politeianet.gr/books/9789604022007-kokkinaki-flo… |
| 1208 | χρησιμοποιήθηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιούμαι. | |
| 1209 | πηγάδι | Ουσιαστικό | /piˈɣa.ði/ | βαθύ, σχετικά στενό, τεχνητό όρυγμα κυλινδρικού σχήματος στο έδαφος από το βάθος του οποίου αντλείται νερό για πόση, άρδ… |
| 1210 | ανθρωπότητας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του ανθρωπότητα. | |
| 1211 | κοριτσιών | Ουσιαστικό | /ko.ɾiˈtsçon/ | γενική πληθυντικού του κορίτσι. |
| 1212 | Κάλης | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kaˈlis/ | γενική ενικού, θηλυκού γένους (καλή) του καλός. |
| 1213 | αληθινές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αληθινή. | |
| 1214 | πολιτισμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του πολιτισμός. | |
| 1215 | αντρών | Ουσιαστικό | /anˈdɾon/ | η τουαλέτα, σε δημόσιο χώρο, που χαρακτηρίζεται ως αντρική. |
| 1216 | ρίχνουν | Ρήμα | /ˈɾi.xnun/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρίχνω. |
| 1217 | μαρτύρων | Ουσιαστικό | /maɾˈti.ɾon/ | γενική πληθυντικού του μάρτυρας. |
| 1218 | καημένος | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | /kaiˈmenos/ | ανδρικό επώνυμο. |
| 1219 | θηλυκό | Ουσιαστικό, Επίθετο | το γένος ονομάτων ουσιαστικών ή επιθέτων, αντωνυμιών που αντιστοιχεί στο βιολογικό γένος του θηλυκού. Για πράγματα και α… | |
| 1220 | ρίζες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Ρίζα. | |
| 1221 | απέχει | Ρήμα | /aˈpe.çi/ | |
| 1222 | δίδαξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διδάσκω. | |
| 1223 | φτηνό | Επίθετο | /ftiˈno/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φτηνός. |
| 1224 | στρες | Ουσιαστικό | καταπόνηση (πχ στρες τεστ). | |
| 1225 | εξωτερικών | Επίθετο | γενική πληθυντικού του εξωτερικός. | |
| 1226 | θαυμαστές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυμαστή. | |
| 1227 | αντέξεις | Ρήμα | θα αντέξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντέχω. | |
| 1228 | φάγαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω. | |
| 1229 | βάλατε | Ρήμα | /ˈva.la.te/ | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάλλω. |
| 1230 | λύπη | Ουσιαστικό | /ˈli.pi/ | το συναίσθημα του πόνου ή της στενοχώριας που προκαλεί μια αρνητική και απευκταία κατάσταση ή γεγονός. |
| 1231 | φαν | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 1232 | αποφύγουμε | Ρήμα | θα αποφύγουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφεύγω. | |
| 1233 | διδάξω | Ρήμα | θα διδάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διδάσκω. | |
| 1234 | παλεύω | Ρήμα | /paˈle.vo/ | αγωνίζομαι με κάποιον, επιδιώκοντας να τον νικήσω, π.χ. με επιχειρήματα, μάχομαι εναντίον δύσκολων συνθηκών. |
| 1235 | υποδοχή | Ουσιαστικό | /ipoðoˈçi/ | η φιλοξενία κάποιου προσώπου που έρχεται, με την απόδοση ή όχι των τιμών που επιβάλλουν τα έθιμα ή οι τύποι. |
| 1236 | μόνιμη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μόνιμος. | |
| 1237 | ποταμό | Ουσιαστικό | /po.taˈmo/ | αιτιατική ενικού του ποταμός. |
| 1238 | βρεθείς | Ρήμα | θα βρεθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκομαι. | |
| 1239 | εσωτερικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εσωτερικός. | |
| 1240 | βαριέμαι | Ρήμα | /varˈʝe.me/ | δυσανασχετώ για κάτι ή κάποιον που δε μου προκαλεί το ενδιαφέρον, μου προξενεί ανία. |
| 1241 | προσεκτική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσεκτικός. | |
| 1242 | γενναίο | Επίθετο | γενναίος, στην αιτιατική του ενικού. | |
| 1243 | δούκα | Ουσιαστικό | /ˈðu.ka/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 1244 | μοτίβο | Ουσιαστικό | /moˈti.vo/ | γενικό πλάνο που συνήθως αποτελείται από γεωμετρικά συναφή μέρη. |
| 1245 | βασίλισσας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του βασίλισσα. | |
| 1246 | στόλο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του στόλος. | |
| 1247 | αναγνώρισα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω. | |
| 1248 | εμποδίσει | Ρήμα | θα εμποδίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμποδίζω. | |
| 1249 | απορώ | Ουσιαστικό, Ρήμα | /apoˈɾo/ | (Ουσιαστικό). |
| 1250 | κοίταξες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω. | |
| 1251 | καταρρεύσει | Ρήμα | θα καταρρεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταρρέω. | |
| 1252 | ετοιμότητα | Ουσιαστικό | /e.tiˈmo.ti.ta/ | η προπαρασκευή, η ιδιότητα που έχει αυτός που είναι έτοιμος, που βρίσκεται σε εγρήγορση και περιμένει κάτι που θα χρειασ… |
| 1253 | επικοινωνίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικοινωνία. | |
| 1254 | καρέκλες | Ουσιαστικό | /kaˈɾe.kles/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρέκλα. |
| 1255 | ήσυχους | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του ήσυχος. | |
| 1256 | φορούσα | Ρήμα | /foˈɾu.sa/ | |
| 1257 | σοβαρές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβαρή. | |
| 1258 | αθλητικά | Ουσιαστικό, Επίθετο | ειδήσεις σχετικά με τον αθλητισμό. | |
| 1259 | σκάσω | Ρήμα | θα σκάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκάω. | |
| 1260 | δεκτή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκτός. | |
| 1261 | ομοσπονδιακό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ομοσπονδιακός. | |
| 1262 | ελάφι | Ουσιαστικό | /eˈlafi/ | μηρυκαστικό θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των ελαφιδών με λεπτό σώμα, ψηλά πόδια και καστανόχρωμο τρίχωμα. Ζει σε… |
| 1263 | επιταγές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιταγή. | |
| 1264 | φτιάξαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω. | |
| 1265 | συνοδεύσω | Ρήμα | θα συνοδεύσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνοδεύω. | |
| 1266 | πολεμήσεις | Ρήμα | θα πολεμήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πολεμώ. | |
| 1267 | διάγνωση | Ουσιαστικό | /ˈði̯a.ɣno.si/ | η εύρεση της ασθένειας ενός ασθενή βάσει των συμπτωμάτων που αυτός παρουσιάζει και των σχετικών ενδείξεων. |
| 1268 | λόφους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του λόφος. | |
| 1269 | μουσικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μουσικός. | |
| 1270 | τρόμαξα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομάζω. | |
| 1271 | αφεντικά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφεντικό. | |
| 1272 | πόλο | Ουσιαστικό | είδος παιχνιδιού στο οποίο δυο έφιππες ομάδες προσπαθούν να σπρώξουν μια ξύλινη μπάλα με ένα είδος σφυριού με επίμηκες χ… | |
| 1273 | αντρέ | Ουσιαστικό | είσοδος, δωμάτιο εισόδου (σε κατοικία, διαμέρισμα κ.λπ.), χολ. | |
| 1274 | μέτρων | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του μέτρο. | |
| 1275 | μεθόδους | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του μέθοδος. | |
| 1276 | καταγγελία | Ουσιαστικό | /ka.taŋ.ɟeˈli.a/ | η ειδοποίηση σε συμβαλλόμενο ότι ακυρώνεται μια συμφωνία. |
| 1277 | παλέψω | Ρήμα | θα παλέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παλεύω. | |
| 1278 | σκουλήκι | Ουσιαστικό | /skuˈli.ci/ | worm: κακόβουλο λογισμικό πιο επιθετικό από τον απλό ιό (computer virus) επειδή (χωρίς την εκτέλεση μολυσμένου προγράμμα… |
| 1279 | τράβηξα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβώ. | |
| 1280 | μέλισσες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέλισσα. | |
| 1281 | έδινες | Ρήμα | ||
| 1282 | βγάλαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω. | |
| 1283 | παλέψεις | Ρήμα | θα παλέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παλεύω. | |
| 1284 | άσχετα | Επίθετο, Επίρρημα | ανεξάρτητα, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας. | |
| 1285 | προνόμιο | Ουσιαστικό | /pɾoˈno.mi.o/ | δικαίωμα ή αγαθό που ανήκει ή έχει παραχωρηθεί σε κάποιον ή κάποιους κατ' εξαίρεση. |
| 1286 | στείλαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω. | |
| 1287 | κατανοώ | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ka.ta.noˈo/ | (Ουσιαστικό). |
| 1288 | χαμένοι | Ρήμα | /xaˈme.ni/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμένος. |
| 1289 | σταθώ | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα σταθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέκομαι. | |
| 1290 | μενταγιόν | Ουσιαστικό | /me.daˈʝon/ | κόσμημα που κρέμεται από μια αλυσίδα περασμένη στο λαιμό και μπορεί να περιέχει μια θήκη, πχ για μικρή φωτογραφία. |
| 1291 | έκπτωση | Ουσιαστικό | /ˈek.pto.si/ | η μείωση της τιμής ενός εμπορεύματος, συνήθως σε ορισμένες χρονικές περιόδους που προβλέπονται από τον νόμο. |
| 1292 | ετυμηγορία | Ουσιαστικό | /e.ti.mi.ɣoˈɾi.a/ | η κρίση που εκφράζεται με επίσημο τρόπο ή διαδικασία για ορισμένο ζήτημα. |
| 1293 | όμηρο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του όμηρος. | |
| 1294 | επιτεθούμε | Ρήμα | θα επιτεθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιτίθεμαι. | |
| 1295 | απεργία | Ουσιαστικό | /a.peɾˈʝi.a/ | αποχή από την εργασία για τη διεκδίκηση οικονομικών αιτημάτων, αλλά και σε ένδειξη διαμαρτυρίας για διάφορες κυβερνητικέ… |
| 1296 | συνομιλία | Ουσιαστικό | διάλογος ανάμεσα σε δυο πρόσωπα ή δυο συνδιαλεγόμενα μέρη. | |
| 1297 | διάσωση | Ουσιαστικό | /ˈði̯a.so.si/ | η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διασώζω. |
| 1298 | δέχτηκα | Ρήμα | /ˈðe.xti.ka/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέχομαι. |
| 1299 | πεζοδρόμιο | Ουσιαστικό | /pe.zoˈðɾo.mi.o/ | η υπερυψωμένη και στρωμένη (με πλακάκια ή τσιμέντο ή άλλο υλικό) επιφάνεια στο πλάι ενός δρόμου που προορίζεται για τους… |
| 1300 | όφελος | Ουσιαστικό | /ˈo.fe.los/ | το πλεονέκτημα, το κέρδος. |
| 1301 | λάστιχα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάστιχο. | |
| 1302 | ξεκίνημα | Ουσιαστικό | η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεκινώ. | |
| 1303 | εκπαίδευσης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του εκπαίδευση. | |
| 1304 | χορέψεις | Ρήμα | θα χορέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χορεύω. | |
| 1305 | γείτονα | Ουσιαστικό | γυναικείο επώνυμο. | |
| 1306 | θέλημα | Ουσιαστικό | /ˈθe.li.ma/ | εργασία που εκτελεί ο παραγγελιοδόχος με αμοιβή (χρηματική ή σε είδος). |
| 1307 | ζωολογικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ζωολογικός. | |
| 1308 | χρησιμοποιήσουν | Ρήμα | θα χρησιμοποιήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρησιμοποιώ. | |
| 1309 | δράκος | Ουσιαστικό | /ˈðɾa.kos/ | χαρακτηρισμός ενός κακού και σκληρόκαρδου ανθρώπου. |
| 1310 | παιχνιδάκι | Ουσιαστικό | κάτι πανεύκολο, που είναι πάρα πολύ εύκολο. | |
| 1311 | συνδυασμός | Ουσιαστικό | /sin.ði.aˈzmos/ | το σύνολο των αριθμών ή γραμμάτων που απαιτούνται, για ν’ ανοίξει ένα χρηματοκιβώτιο, μια κλειδαριά με σχετικό μηχανισμό… |
| 1312 | συνεδρία | Ουσιαστικό | session: η ακολουθία των διεργασιών που εκτελούνται μεταξύ προγράμματος πελάτη (client) και διακομιστή (server) ή χρήστη… | |
| 1313 | πιάσετε | Ρήμα | θα πιάσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιάνω. | |
| 1314 | τοίχος | Ουσιαστικό | /ˈti.xos/ | κατασκεύασμα από διάφορα δομικά υλικά, π.χ. πέτρες, τούβλα κ.λπ., τα οποία τοποθετούνται το ένα πάνω στο άλλο, περιβάλλο… |
| 1315 | χωράφι | Ουσιαστικό | /xoˈɾa.fi/ | αγρός που συνήθως καλλιεργείται. |
| 1316 | εξετάσω | Ρήμα | θα εξετάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξετάζω. | |
| 1317 | μαζέψεις | Ρήμα | θα μαζέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαζεύω. | |
| 1318 | άχρηστη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχρηστος. | |
| 1319 | μπορέσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπορώ. | |
| 1320 | εγκληματία | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εγκληματίας. | |
| 1321 | κρίσης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του κρίση. | |
| 1322 | πιστωτικές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστωτική. | |
| 1323 | βρικόλακας | Ουσιαστικό | /vɾiˈkolakas/ | ο νεκρός που, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες, βγαίνει τη νύχτα από τον τάφο του και τρέφεται με αίμα ζωντανών. |
| 1324 | αναγκαίο | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αναγκαίος. | |
| 1325 | απολαύστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω. | |
| 1326 | λίπος | Ουσιαστικό | /ˈli.pos/ | τα λιπίδια, κατηγορία χημικών ενώσεων με ανάλογη σύσταση / ιδιότητες. |
| 1327 | κουμπιά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπί. | |
| 1328 | ατυχήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατύχημα. | |
| 1329 | ξενοδοχεία | Ουσιαστικό | /kse.no.ðoˈçia/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοδοχείο. |
| 1330 | φθινόπωρο | Ουσιαστικό | /fθiˈno.po.ɾo/ | μία από τις εποχές του έτους. |
| 1331 | σημερινό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σημερινός. | |
| 1332 | άπαντα | Ουσιαστικό, Ρήμα | /a.panˈda/ | το σύνολο των έργων συγγραφέα. |
| 1333 | ευαίσθητη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευαίσθητος. | |
| 1334 | φρούριο | Ουσιαστικό | /ˈfɾu.ɾi.o/ | οχυρωμένο κτήριο για τη στρατιωτική άμυνα μιας περιοχής. |
| 1335 | πιλότο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του πιλότος. | |
| 1336 | ξόδεψα | Ρήμα | /ˈkso.ðe.psa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξοδεύω. |
| 1337 | γεμίζει | Ρήμα | ||
| 1338 | επιτήρηση | Ουσιαστικό | το να επιτηρώ/επιβλέπω ένα έργο, την τήρηση όρων μιας συμφωνίας ή τη συμμόρφωση κάποιου προς κάποιους κανόνες. | |
| 1339 | κόβεις | Ρήμα | ||
| 1340 | κενά | Ουσιαστικό, Επίθετο | γυναικείο επώνυμο. | |
| 1341 | διάνοια | Ουσιαστικό | /ˈði̯a.ni.a/ | άτομο που επιδεικνύει εξαιρετικές διανοητικές ικανότητες, πολύ έξυπνος, ιδιοφυής. |
| 1342 | τραβήξουμε | Ρήμα | θα τραβήξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τραβώ. | |
| 1343 | κύπελλο | Ουσιαστικό | /ˈci.pe.lo/ | το έπαθλο που δίνεται στον νικητή αθλητικής διοργάνωσης (συνήθως περίτεχνο και μεταλλικό, σε σχήμα αμφορέα ή κύλικα). |
| 1344 | χορεύτρια | Ουσιαστικό | /xoˈɾef.tɾi.a/ | |
| 1345 | κωδικούς | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του κωδικός. | |
| 1346 | συλλάβεις | Ρήμα | θα συλλάβεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνω. | |
| 1347 | επιθυμώ | Ουσιαστικό, Ρήμα | /e.pi.θiˈmo/ | (Ουσιαστικό). |
| 1348 | σωματική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωματικός. | |
| 1349 | ψηφοφορία | Ουσιαστικό | /psi.fo.foˈɾi.a/ | η εκλογική διαδικασία. |
| 1350 | καράβι | Ουσιαστικό | /[kaˈravi]/ | μεγάλο ναυπήγημα, αυτοκινούμενο, με δυνατότητα μεταφοράς επιβατών ή φορτίων. |
| 1351 | δίαιτα | Ουσιαστικό | /ˈði.e.ta/ | o ειδικός τρόπος διατροφής και διαβίωσης (συνήθως για να επιτευχθεί αδυνάτισμα). |
| 1352 | ακτινοβολία | Ουσιαστικό | /a.kti.no.voˈli.a/ | εκπομπή ενέργειας υπό μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων ή σωματιδίων. |
| 1353 | ξεράσω | Ρήμα | θα ξεράσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξερνάω, ξερνώ. | |
| 1354 | καραμπίνα | Ουσιαστικό | /ka.ɾa(m)ˈbi.na/ | ελαφρό πυροβόλο όπλο με κοντάκι και μία κοντή κάννη, βραχύκαννο φορητό όπλο. |
| 1355 | λεπτή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπτός. | |
| 1356 | ταβάνι | Ουσιαστικό | /taˈva.ni/ | η οροφή ενός δωματίου από την οπτική γωνία αυτού που βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο. |
| 1357 | όψη | Ουσιαστικό | αυτό που βλέπουμε, αυτό που φαίνεται. | |
| 1358 | βίασε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βιάζω. | |
| 1359 | ουλή | Ουσιαστικό, Επίθετο | /uˈli/ | σημάδι πάνω στο δέρμα, από πληγή που έχει κλείσει. |
| 1360 | φόνοι | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φόνος. | |
| 1361 | γλώσσες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλώσσα. | |
| 1362 | κρυψώνα | Ουσιαστικό | τόπος όπου μπορεί κάποιος να κρυφτεί. | |
| 1363 | αίματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίμα. | |
| 1364 | σωματικά | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματικό. | |
| 1365 | ενοχλήσω | Ρήμα | θα ενοχλήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενοχλώ. | |
| 1366 | έντονο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του έντονος. | |
| 1367 | αναπνεύσω | Ρήμα | θα αναπνεύσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναπνέω. | |
| 1368 | τυφλά | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (τυφλό) του τυφλός. | |
| 1369 | αρχίστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρχίζω. | |
| 1370 | πυρηνική | Επίθετο | /pi.ɾi.niˈci/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρηνικός. |
| 1371 | κατέρρευσε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρέω. | |
| 1372 | θεώρησα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρώ. | |
| 1373 | ενώπιον | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /eˈno.pi.on/ | (Ουσιαστικό). |
| 1374 | νώτα | Ουσιαστικό | το πίσω μέρος μιας στρατιωτικής παράταξης. | |
| 1375 | μπούρδες | Ουσιαστικό | /ˈbuɾ.ðes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπούρδα. |
| 1376 | κόψιμο | Ουσιαστικό | η αλλοίωση της όψης και της γεύσης μιας κρέμας που συμβαίνει όταν κατά την παρασκευή της βράσει το αυγό που περιέχεται σ… | |
| 1377 | ανέβεις | Ρήμα | θα ανέβεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανεβαίνω. | |
| 1378 | επικοινωνήσουμε | Ρήμα | θα επικοινωνήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επικοινωνώ. | |
| 1379 | πλήρες | Επίθετο | /ˈpli.ɾes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πλήρης. |
| 1380 | κάψει | Ρήμα | θα κάψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καίω. | |
| 1381 | ανατριχιαστικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανατριχιαστικός. | |
| 1382 | σωτηρία | Ουσιαστικό | /so.tiˈɾi.a/ | η λύτρωση της ανθρωπότητας από δεινά όπως ο πόνος, η κακία ή ο θάνατος. |
| 1383 | τραυματίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραυματίας. | |
| 1384 | ρίχνω | Ρήμα | /ˈɾi.xno/ | προκαλώ την κίνηση ενός αντικειμένου δίνοντάς του μια αρχική ώθηση με τα μέλη του σώματός μου ή μέσω μηχανισμού. |
| 1385 | ανακαλύψαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω. | |
| 1386 | χτυπήσουν | Ρήμα | θα χτυπήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χτυπώ. | |
| 1387 | αποφάσισαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω. | |
| 1388 | ανήσυχος | Επίθετο | που δεν είναι ήσυχος, που έχει αναστατωθεί ή ταραχτεί για κάτι. | |
| 1389 | βενζινάδικο | Ουσιαστικό | κατάστημα λιανικής πώλησης υγρών καυσίμων με αντλίες που μεταφέρουν κατευθείαν τη βενζίνη ή το πετρέλαιο στο ρεζερβουάρ… | |
| 1390 | καλαμπόκι | Ουσιαστικό | /kalamˈboci/ | ετήσιο φυτό, που κανονικά φτάνει μέχρι 3 μέτρα· έχει μακρά στενά πράσινα φύλλα και καλλιεργείται για τους κίτρινους εδώδ… |
| 1391 | λυκείου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του λύκειο. | |
| 1392 | γιορτάζουμε | Ρήμα | /ʝoɾˈta.zu.me/ | |
| 1393 | αλεπού | Ουσιαστικό | /a.leˈpu/ | μικρό θηλαστικό με κοκκινωπή γούνα, που ανήκει στην οικογένεια των Κυνοειδών. |
| 1394 | πλούσιους | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του πλούσιος. | |
| 1395 | άκουσαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακούω. | |
| 1396 | παμπ | Ουσιαστικό | κατάστημα όπου μπορεί κάποιος να διασκεδάσει ακούγοντας μουσική και πίνοντας αλκοολούχα ποτά. | |
| 1397 | προχωρήσεις | Ρήμα | θα προχωρήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προχωρώ. | |
| 1398 | έπινε | Ρήμα | ||
| 1399 | καρχαρίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρχαρίας. | |
| 1400 | πούστη | Ουσιαστικό | accusative singular of πούστης (poústis). | |
| 1401 | ενοίκιο | Ουσιαστικό | /eˈni.ci.o/ | χρηματικό ποσό που πληρώνει κανείς για το δικαίωμα προσωρινής χρήσης ενός χώρου για κατοίκηση, εμπορικούς σκοπούς κλπ. |
| 1402 | αποζημίωση | Ουσιαστικό | η υλική ή κυρίως η ηθική ανταμοιβή που κερδίζει κάποιος για τους κόπους του και την προσφορά του. | |
| 1403 | γυρίζεις | Ρήμα | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του γυρίζω. | |
| 1404 | σηκώθηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι. | |
| 1405 | ιστό | Ουσιαστικό | ιστός, στη αιτιατική του ενικού. | |
| 1406 | παλιούς | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του παλιός. | |
| 1407 | καλού | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kaˈlu/ | γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του καλός. |
| 1408 | προγράμματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόγραμμα. | |
| 1409 | πάρτη | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 1410 | στιλ | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 1411 | Ειρηνικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | με ειρηνικό τρόπο. | |
| 1412 | σηκώσει | Ρήμα | θα σηκώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνω. | |
| 1413 | νομίσματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόμισμα. | |
| 1414 | εμπιστευτούμε | Ρήμα | θα εμπιστευτούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμπιστεύομαι. | |
| 1415 | κατηγορούμενος | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ka.ti.ɣoˈɾu.me.nos/ | που του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, που του έχει απαγγελθεί κατηγορία σε δικαστήριο. |
| 1416 | υπουργέ | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του υπουργός. | |
| 1417 | πρότυπο | Ουσιαστικό | ειδικού τύπου σελίδα, η οποία όταν καλείται ενσωματώνει το περιεχόμενό της σε άλλες σελίδες. Λειτουργεί ως συνάρτηση που… | |
| 1418 | διορθώσουμε | Ρήμα | θα διορθώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διορθώνω. | |
| 1419 | φιγούρα | Ουσιαστικό | /fiˈɣu.ɾa/ | σημαντικό πρόσωπο, με χαρακτηριστικά ασάφειας, σε μια πλοκή ή πραγματική υπόθεση. |
| 1420 | πωλητής | Ουσιαστικό | ο ιδιοκτήτης ενός περιουσιακού στοιχείου (ακίνητο, αυτοκίνητο) που το μεταβιβάζει έναντι χρημάτων σε άλλον. | |
| 1421 | γλιτώσει | Ρήμα | θα γλιτώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γλιτώνω. | |
| 1422 | αυτόματο | Ουσιαστικό, Επίθετο | φορητό, αυτόματα επαναφορτιζόμενο, πυροβόλο όπλο, μεσαίου μεγέθους κατάλληλο κυρίως για κοντινές αποστάσεις. | |
| 1423 | χάμπουργκερ | Ουσιαστικό | /ˈxam.buɾ.ɟeɾ/ | σάντουιτς με στρογγυλό ψωμάκι και μπιφτέκι από κρέας (συνήθως μοσχαρίσιο κρέας μα όχι πάντα). |
| 1424 | σπέσιαλ | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈspe.si.al/ | ο καταπληκτικός. |
| 1425 | συμφωνίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του συμφωνία. | |
| 1426 | υπουργό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του υπουργός. | |
| 1427 | λογικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | logical, logic: κάτι που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά παρουσιάζεται και διαμορφώνεται έτσι ώστε να εξυπηρετεί κ… | |
| 1428 | καταφέρατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω. | |
| 1429 | φιλήσει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου του φιλάω / φιλώ. | |
| 1430 | ενημερώσουμε | Ρήμα | θα ενημερώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενημερώνω. | |
| 1431 | εξέγερση | Ουσιαστικό | /ekˈse.ʝer.si/ | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξεγείρω. |
| 1432 | κλίμακα | Ουσιαστικό | /ˈkli.ma.ka/ | αριθμητικό κλάσμα που εκφράζει την αναλογία ανάμεσα στις διαστάσεις που απεικονίζονται σε έναν χάρτη και τις πραγματικές. |
| 1433 | ξυπνάω | Ρήμα | /ksiˈpna.o/ | σταματάω να έχω ψευδαισθήσεις, να ζω σε μια ονειρική πραγματικότητα ή να είμαι αδρανής, αφυπνίζομαι. |
| 1434 | έφτιαξαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω. | |
| 1435 | ευθύνεται | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ευθύνομαι. | |
| 1436 | αποφασίσουμε | Ρήμα | θα αποφασίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφασίζω. | |
| 1437 | αυτοάμυνα | Ουσιαστικό | η άμυνα που εξασφαλίζουμε για τον εαυτό μας. | |
| 1438 | ελαφρά | Επίθετο, Επίρρημα | με μικρή δύναμη. | |
| 1439 | τελευταίας | Επίθετο | /te.lefˈte.as/ | γενική ενικού του τελευταία. |
| 1440 | πρωταθλητή | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρωταθλητής. | |
| 1441 | μάζα | Ουσιαστικό | /ˈma.za/ | αντικείμενο χωρίς συγκεκριμένο σχήμα που διαλύεται εύκολα. |
| 1442 | φτωχοί | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτωχός. | |
| 1443 | απολαμβάνω | Ρήμα | /a.po.laɱˈva.no/ | λαμβάνω ένα υλικό από κάποιο σωρό, μείγμα, κράμα ή πέτρωμα, μετά από σχετική επεξεργασία. |
| 1444 | άναψε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανάβω. | |
| 1445 | ευγενής | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ev.ʝeˈnis/ | εξαιρετικής ποιότητας, ξεχωριστός από τα ομοειδή του. |
| 1446 | σκουλήκια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουλήκι. | |
| 1447 | παρατάω | Ρήμα | /pa.ɾaˈta.o/ | to abandon, desert, give up. |
| 1448 | σύντροφοι | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύντροφος. | |
| 1449 | τραβήξτε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραβώ. | |
| 1450 | καιροί | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καιρός. | |
| 1451 | χορεύουν | Ρήμα | /xoˈɾe.vun/ | |
| 1452 | γείτονας | Ουσιαστικό | /ˈʝi.to.nas/ | άτομο που κατοικεί κοντά σε κάποιον άλλον. |
| 1453 | μακαρόνια | Ουσιαστικό | /ma.kaˈɾo.ɲa/ | φαγητό με μακαρόνια, ίσως συνοδευμένα από κάτι άλλο που δηλώνεται ως προσδιοριστικό ή μαγειρεμένα με ιδιαίτερο τρόπο. |
| 1454 | αρνητική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρνητικός. | |
| 1455 | αντίδοτο | Ουσιαστικό | /anˈdi.ðo.to/ | ουσία ή φάρμακο που εξουδετερώνει τη βλαπτικότητα άλλης ουσίας, φαρμάκου ή δηλητηρίου. |
| 1456 | ζήσετε | Ρήμα | θα ζήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζω. | |
| 1457 | ψυχής | Ουσιαστικό | /psiˈçis/ | γενική ενικού του ψυχή. |
| 1458 | ναυτία | Ουσιαστικό | τάση για εμετό και ζάλη. | |
| 1459 | πολιτειών | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του πολιτεία. | |
| 1460 | αληθινοί | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αληθινός. | |
| 1461 | εγκαταλείψω | Ρήμα | θα εγκαταλείψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εγκαταλείπω. | |
| 1462 | περιθώριο | Ουσιαστικό | /pe.ɾiˈθo.ɾi.o/ | το διάστημα, η απόσταση, χρονική ή υλική, που υπάρχει γύρω από κάτι που θεωρείται κεντρικό και κύριο. |
| 1463 | ιατρικής | Επίθετο | γενική ενικού του ιατρική. | |
| 1464 | αρχίδι | Ουσιαστικό | /aɾˈçiði/ | ο ένας από τους δύο αδένες που παράγουν το σπέρμα, ο όρχις. |
| 1465 | ανακαλύψουν | Ρήμα | θα ανακαλύψουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανακαλύπτω. | |
| 1466 | διαμερίσματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμέρισμα. | |
| 1467 | ακύρωσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω. | |
| 1468 | λάβεις | Ρήμα | θα λάβεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λαμβάνω. | |
| 1469 | ηγέτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγέτης. | |
| 1470 | προσγείωση | Ουσιαστικό | /pɾozˈʝiosi/ | η επιστροφή στην πραγματικότητα για κάποιον που αιθεροβατεί. |
| 1471 | αγγίζει | Ρήμα | ||
| 1472 | αεροσκάφος | Ουσιαστικό | /a.e.ɾoˈska.fos/ | : σκάφος του αέρα, όχημα που μπορεί να πετάει. |
| 1473 | κατοικία | Ουσιαστικό | /ka.tiˈci.a/ | στεγασμένος χώρος που χρησιμοποιείται για διαμονή. |
| 1474 | πειράξεις | Ρήμα | θα πειράξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πειράζω. | |
| 1475 | καταλήξω | Ρήμα | θα καταλήξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλήγω. | |
| 1476 | πανεπιστημίου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του πανεπιστήμιο. | |
| 1477 | περπάτημα | Ουσιαστικό | /peɾˈpa.ti.ma/ | ο ιδιαίτερος, προσωπικός τρόπος που περπατά κάποιος. |
| 1478 | καταλάβαινα | Ρήμα | /ka.taˈla.ve.na/ | α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του καταλαβαίνω. |
| 1479 | μήνας | Ουσιαστικό | /ˈmi.nas/ | περίοδος διαίρεσης του έτους, βασισμένη ιστορικά στις φάσεις της Σελήνης. Το γρηγοριανό ημερολόγιο έχει δώδεκα μήνες. |
| 1480 | ηγέτη | Ουσιαστικό | genitive/accusative/vocative singular of ηγέτης (igétis). | |
| 1481 | δεξίωση | Ουσιαστικό | επίσημη συγκέντρωση ή γεύμα στο οποίο κάποιος υποδέχεται τους καλεσμένους του, στο σπίτι του ή σε άλλο χώρο. | |
| 1482 | τόπου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του τόπος. | |
| 1483 | παρατηρήσει | Ρήμα | θα παρατηρήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρατηρώ. | |
| 1484 | τμήματα | Ουσιαστικό | /ˈtmi.ma.ta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τμήμα. |
| 1485 | σχέσης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του σχέση. | |
| 1486 | ατόμων | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του άτομο. | |
| 1487 | οράματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όραμα. | |
| 1488 | νυχτερινή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νυχτερινός. | |
| 1489 | φωνάξεις | Ρήμα | θα φωνάξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φωνάζω. | |
| 1490 | π. | Φράση | πατήρ προτάσσεται πριν το όνομα ιερέα ή μοναχού. | |
| 1491 | χόρεψε | Ρήμα | /ˈxo.ɾe.pse/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χορεύω. |
| 1492 | φιλικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | friendly match or game. | |
| 1493 | δοκιμάσετε | Ρήμα | θα δοκιμάσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δοκιμάζω. | |
| 1494 | ντύσου | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ντύνομαι. | |
| 1495 | κοπεί | Ρήμα | θα κοπεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κόβομαι. | |
| 1496 | δημοτικού | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του δημοτικός. | |
| 1497 | φρέσκα | Ουσιαστικό, Επίθετο | nominative/accusative/vocative neuter plural of φρέσκος (fréskos). | |
| 1498 | λαμπρό | Ουσιαστικό, Επίθετο | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 1499 | άρθρα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρθρο. | |
| 1500 | σπουδές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδή. | |
| 1501 | τουρίστες | Ουσιαστικό | /tuˈɾi.stes/ | αιτιατική πληθυντικού του τουρίστας. |
| 1502 | σκαλιά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλί. | |
| 1503 | δηλώσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ðiˈlosis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δήλωση. |
| 1504 | γιοι | Ουσιαστικό | /ˈʝi/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιος. |
| 1505 | φτιαγμένος | Ρήμα | που έχει αποκτήσει περιουσία, έχει φτιάξει περιουσία. | |
| 1506 | κουζίνας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του κουζίνα. | |
| 1507 | εντοπίσω | Ρήμα | θα εντοπίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εντοπίζω. | |
| 1508 | γιόγκα | Ουσιαστικό | ινδικό φιλοσοφικό και θρησκευτικό ρεύμα που αφορά ασκήσεις σωματικές ή διανοητικές. | |
| 1509 | παραιτήθηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραιτούμαι. | |
| 1510 | ξαδέρφη | Ουσιαστικό | /ksaˈðeɾ.fi/ | η κόρη του αδελφού ή της αδελφής ενός από τους γονείς μου. |
| 1511 | αρκούδες | Ουσιαστικό | nominative/accusative/vocative plural of αρκούδα (arkoúda). | |
| 1512 | ζώνες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζώνη. | |
| 1513 | δημοσιογράφοι | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσιογράφος. | |
| 1514 | οξυγόνου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του οξυγόνο. | |
| 1515 | γρίπη | Ουσιαστικό | /ˈɣɾi.pi/ | μεταδοτική ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος. Τα συνήθη συμπτώματά της είναι πυρετός, πονοκέφαλος, βήχας, αδυναμία κ… |
| 1516 | ευαίσθητο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευαίσθητος. | |
| 1517 | ειρωνεία | Ουσιαστικό | /i.ɾoˈni.a/ | η κατάσταση κατά την οποία ο ήρωας αγνοεί ουσιώδη ζητήματα που τον ενδιαφέρουν ή έχει εσφαλμένη αντίληψη γι' αυτά, ενώ ο… |
| 1518 | νυφικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | το (συνήθως) λευκό φόρεμα που φοράει η νύφη κατά την τελετή του γάμου. | |
| 1519 | πρόσβασης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του πρόσβαση. | |
| 1520 | ανακάλυψες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω. | |
| 1521 | άμυνας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του άμυνα. | |
| 1522 | προοπτική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /pɾo.o.ptiˈci/ | τεχνική απεικόνισης αντικειμένων ώστε να φαίνονται όπως τα βλέπει ένας παρατηρητής από συγκεκριμένο σημείο. |
| 1523 | πυρκαγιά | Ουσιαστικό | /piɾ.kaˈʝa/ | η φωτιά με τάση επέκτασης, συνήθως σε μεγάλη έκταση ή ένταση, που δεν μπορεί να κατασβηστεί από έναν άνθρωπο με απλά μέσ… |
| 1524 | συνεντεύξεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνέντευξη. | |
| 1525 | αγοράζω | Ρήμα | /a.ɣoˈɾa.zo/ | αποσπώ με αντάλλαγμα την υποστήριξη ή εύνοια. |
| 1526 | σχολική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχολικός. | |
| 1527 | δεκανέα | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Δεκανέας. | |
| 1528 | τσα | Επιφώνημα | νηπιακή λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εμφάνιση κάποιου προσώπου. | |
| 1529 | πατήσεις | Ρήμα | θα πατήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πατάω. | |
| 1530 | απεγνωσμένα | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απεγνωσμένος. | |
| 1531 | ενημερώσει | Ρήμα | θα ενημερώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενημερώνω. | |
| 1532 | χαρακτήρες | Ουσιαστικό | /xa.ɾaˈkti.ɾes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρακτήρας. |
| 1533 | μαρτίνι | Ουσιαστικό | το κοκτέιλ μαρτίνι , που αναμιγνύει με λευκό ξηρό μαρτίνι (ή άλλο βερμούτ) είτε βότκα είτε τζιν και συχνά συνοδεύεται απ… | |
| 1534 | αποκάλεσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλώ. | |
| 1535 | ανιχνευτές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιχνευτής. | |
| 1536 | μπεκ | Ουσιαστικό | στενό εξάρτημα το οποίο χρησιμοποιείται για ρύθμιση της ταχύτητας (άρα και της πίεσης) υγρών και αερίων. | |
| 1537 | μπαλκόνι | Ουσιαστικό | /balˈko.ni/ | περιφραγμένη προεξοχή σε κτίριο, συνήθως στο ίδιο επίπεδο με το πάτωμα του ορόφου στον οποίο βρίσκεται. |
| 1538 | τσίχλα | Ουσιαστικό | /ˈt͡si.xla/ | προϊόν που αποτελείται από κάποια φυσική ή τεχνητή ρητίνη, περιέχει γλυκαντικές και αρωματικές ουσίες και μπορεί να μασι… |
| 1539 | μπαταρίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαταρία. | |
| 1540 | φανερό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φανερός. | |
| 1541 | τόσος | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | /ˈtosos/ | ίδιος ή όμοιος σε σχέση με το μέγεθος, την ένταση, τη διάρκεια ή την ποσότητα. |
| 1542 | τρελές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρελή. | |
| 1543 | μήτρα | Ουσιαστικό | /ˈmi.tɾa/ | μυώδες κοίλο όργανο του γεννητικού συστήματος των γυναικών που βρίσκεται στη λεκάνη ανάμεσα στην ουροδόχο κύστη και το ο… |
| 1544 | αγρότες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρότης. | |
| 1545 | αναθεματισμένο | Ρήμα | /anaθematiˈzmeno/ | nominative/accusative/vocative neuter singular of αναθεματισμένος (anathematisménos). |
| 1546 | εκείνου | Επίθετο, Αντωνυμία | genitive masculine singular of εκείνος (ekeínos). | |
| 1547 | ρόπαλο | Ουσιαστικό | χοντρό ραβδί, με πιο πλατύ το ένα άκρο, που χρησιμοποιείται συνήθως σε επιθετικές ενέργειες. | |
| 1548 | φώναξα | Ρήμα | /ˈfo.na.ksa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωνάζω. |
| 1549 | περπατήσει | Ρήμα | θα περπατήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περπατώ. | |
| 1550 | ασήμαντο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ασήμαντος. | |
| 1551 | Χέσε | Ουσιαστικό, Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χέζω. | |
| 1552 | βιτρίνα | Ουσιαστικό | η προθήκη καταστήματος όπου τοποθετούνται επιλεγμένα εμπορεύματα πίσω από τζάμι, ώστε να είναι ορατά από το δρόμο. | |
| 1553 | παλιοί | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλιός. | |
| 1554 | κυκλοφορία | Ουσιαστικό | /ci.klo.foˈɾi.a/ | η μετακίνηση κάποιων πραγμάτων (στερεών, υγρών ή αερίων). |
| 1555 | πέτυχες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω. | |
| 1556 | πρόδωσες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδίδω. | |
| 1557 | τελειώσατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω. | |
| 1558 | αγχωμένος | Ρήμα | /aŋ.xoˈme.nos/ | μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αγχώνω, που έχει καταληφθεί από άγχος. |
| 1559 | αυτόματα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /aˈfto.ma.ta/ | με αυτόματο τρόπο. |
| 1560 | ματς | Ουσιαστικό | ανδρικό επώνυμο. | |
| 1561 | πάλεψε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παλεύω. | |
| 1562 | ενθουσιασμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του ενθουσιασμός. | |
| 1563 | αισθανθείς | Ρήμα | θα αισθανθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αισθάνομαι. | |
| 1564 | οίκος | Ουσιαστικό | /ˈikos/ | ένα από τα 12 τμήματα στα οποία χωρίζουν οι αστρολόγοι το γενέθλιο χάρτη ενός ατόμου. |
| 1565 | κατέστρεψα | Ρήμα | /kaˈte.stɾe.psa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω. |
| 1566 | καθηγητές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθηγητής. | |
| 1567 | μέθοδο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του μέθοδος. | |
| 1568 | αξιωματικοί | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιωματικός. | |
| 1569 | χημεία | Ουσιαστικό | /çiˈmi.a/ | η επιστήμη που μελετά τη σύσταση και τη σύνθεση ουσιών καθώς και τις μεταβολές που αυτές παρουσιάζουν. |
| 1570 | τρομοκράτης | Ουσιαστικό | /tɾomoˈkɾatis/ | άτομο (συχνά μέλος τρομοκρατικής ομάδας) που για διάφορους λόγους τρομοκρατεί ή / και τραυματίζει / σκοτώνει ανθρώπους. |
| 1571 | χειρουργική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /çi.ɾuɾ.ʝiˈci/ | ο κλάδος της ιατρικής που ειδικεύεται στη θεραπεία του ασθενούς με τη χρήση χειρουργικών μεθόδων-επεμβάσεων στο σώμα του… |
| 1572 | κούρεμα | Ουσιαστικό | /ˈku.ɾe.ma/ | ο ήχος και η φθορά που προκαλείται στα γρανάζια του κιβωτίου των ταχυτήτων των οχημάτων από κακή χρήση κατά την αλλαγή τ… |
| 1573 | ανοίξετε | Ρήμα | θα ανοίξετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανοίγω. | |
| 1574 | μορφές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφή. | |
| 1575 | νεκρού | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του νεκρός. | |
| 1576 | εμπόρευμα | Ουσιαστικό | /emˈbo.ɾev.ma/ | ό,τι εμπορεύεται κάποιος, ό,τι πουλιέται ή αγοράζεται για εμπορικούς λόγους. |
| 1577 | γυναικείο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γυναικείος. | |
| 1578 | προσεχτικά | Επίθετο, Επίρρημα | προσεκτικά. | |
| 1579 | νοσοκόμες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσοκόμα. | |
| 1580 | τραπεζαρία | Ουσιαστικό | δωμάτιο ενός διαμερίσματος με μεγάλο τραπέζι, που χρησιμεύει στην υποδοχή καλεσμένων. | |
| 1581 | προσθέσω | Ρήμα | θα προσθέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσθέτω. | |
| 1582 | κινδύνους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του κίνδυνος. | |
| 1583 | διαμάχη | Ουσιαστικό | η αντιπαράθεση (σε έντονο ύφος) ανάμεσα σε άτομα ή ομάδες. | |
| 1584 | ζητήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζήτημα. | |
| 1585 | κλεμμένο | Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κλεμμένος. | |
| 1586 | ανησυχίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανησυχία. | |
| 1587 | προσδοκίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσδοκία. | |
| 1588 | βαρέλι | Ουσιαστικό | /vaˈɾe.li/ | μεγάλο δοχείο σε σχήμα κυλίνδρου, κανονικού ή με κυρτά τοιχώματα, για την αποθήκευση κυρίως υγρών. |
| 1589 | δημητριακά | Ουσιαστικό | τα σιτηρά. | |
| 1590 | κόλλησα | Ρήμα | /ˈko.li.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολλώ. |
| 1591 | ύποπτοι | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύποπτος. | |
| 1592 | θυμίσω | Ρήμα | θα θυμίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θυμίζω. | |
| 1593 | Λυπημένος | Ουσιαστικό, Ρήμα | /li.piˈme.nos/ | που νιώθει λύπη. |
| 1594 | λευκούς | Ουσιαστικό, Επίθετο | /lefˈkus/ | αιτιατική πληθυντικού του λευκός. |
| 1595 | έκρυψε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβω. | |
| 1596 | απολογηθώ | Ρήμα | θα απολογηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απολογούμαι. | |
| 1597 | παραδοθεί | Ρήμα | θα παραδοθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραδίδομαι. | |
| 1598 | μπόνους | Ουσιαστικό | /ˈbo.nus/ | πριμ ή (γενικότερα) χρηματικό ποσό ως δώρο. |
| 1599 | εγωιστής | Ουσιαστικό | που χαρακτηρίζεται από εγωισμό. | |
| 1600 | φέρθηκα | Ρήμα | /ˈfeɾ.θi.ka/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέρνομαι / φέρομαι. |
| 1601 | κλίμα | Ουσιαστικό | /ˈkli.ma/ | το σύνολο των καιρικών και μετεωρολογικών φαινομένων και συνθηκών που επικρατούν και μεταβάλλονται σε μια περιοχή για έν… |
| 1602 | ξεκινάω | Ρήμα | /kse.ciˈna.o/ | ασυναίρετος τύπος του ξεκινώ. |
| 1603 | εκ. | Επίθετο | abbreviation of εκατομμύριο (ekatommýrio): one million. | |
| 1604 | διαγωνισμός | Ουσιαστικό | /ði̯a.ɣo.niˈzmos.ɣo.niˈzmos/ | διαδικασία γραπτών, προφορικών ή άλλων εξετάσεων και δοκιμασιών για τη διεκδίκηση μιας εργασίας, βραβείου κ.λπ. |
| 1605 | υποστεί | Ρήμα | /i.poˈsti/ | |
| 1606 | ποδιών | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του πόδι. | |
| 1607 | κοριό | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 1608 | αισθάνθηκα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισθάνομαι. | |
| 1609 | επέλεξα | Ρήμα | ||
| 1610 | ευχαριστιών | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του ευχαριστία. | |
| 1611 | ινστιτούτο | Ουσιαστικό | /in.stiˈtu.to/ | οργανισμός που με τις ενέργειές του προωθεί τα γράμματα, τις επιστήμες ή τον πολιτισμό καθώς και (κατ’ επέκταση) το κτήρ… |
| 1612 | δήλωσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δηλώνω. | |
| 1613 | κτήμα | Ουσιαστικό | /ˈkti.ma/ | κάτι που το έχω μελετήσει και το γνωρίζω (κατέχω) καλά. |
| 1614 | γοητευτική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γοητευτικός. | |
| 1615 | ορφανοτροφείο | Ουσιαστικό | /oɾ.fa.no.tɾoˈfi.o/ | ίδρυμα (με οικοτροφείο) για την περίθαλψη των ορφανών. |
| 1616 | ελαφρύ | Επίθετο | ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ελαφρύς. | |
| 1617 | φτερό | Ουσιαστικό | /fteˈɾo/ | το καθένα από τα δύο μέλη (άνω άκρα) του σώματος των πτηνών και τα αντίστοιχα αρκετών εντόμων που χρησιμεύουν στο πέταγμ… |
| 1618 | θυρίδα | Ουσιαστικό | άνοιγμα σε τοίχο ή διαχωριστικό σε γραφείο ή υπηρεσία, μέσα απ’ το οποίο γίνεται η επικοινωνία και η συναλλαγή των υπαλλ… | |
| 1619 | δίσκος | Ουσιαστικό | /ˈðiskos/ | platter: ο μαγνητικός δίσκος σε μία συστοιχία δίσκων μιάς μονάδας σκληρών δίσκων (hard-disk drive), κατασκευασμένος από… |
| 1620 | καταρρέει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καταρρέω. | |
| 1621 | θανατική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θανατικός. | |
| 1622 | πειρασμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του πειρασμός. | |
| 1623 | καιρούς | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του καιρός. | |
| 1624 | ρόμπα | Ουσιαστικό | /ˈɾo.ba/ | πρόχειρο μακρύ ρούχο που κουμπώνει ή δένει μπροστά, συνήθως γυναικείο. |
| 1625 | σχολής | Ουσιαστικό | γενική ενικού του σχολή. | |
| 1626 | οδού | Ουσιαστικό | /oˈðu/ | γενική ενικού του οδός. |
| 1627 | βρεθούν | Ρήμα | θα βρεθούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκομαι. | |
| 1628 | μαριχουάνα | Ουσιαστικό | /[maɾiˈχwana]/ | Το φυτό ινδική κάνναβις και το ναρκωτικό που παράγεται από αυτό. |
| 1629 | θηρίο | Ουσιαστικό | /θiˈɾi.o/ | το Θηρίο, παλιά γραμμή τρένου που ... (Χρειάζεται επεξεργασία). |
| 1630 | ανθρωποκτονιών | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του ανθρωποκτονία. | |
| 1631 | παρηγοριά | Ουσιαστικό | /pa.ɾi.ɣoˈɾʝa/ | η απαλλαγή, η ανακούφιση από μια θλίψη, πόνο, κλπ. |
| 1632 | γνωριστεί | Ρήμα | θα γνωριστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γνωρίζομαι. | |
| 1633 | εντυπωσιακή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντυπωσιακός. | |
| 1634 | άδειες | Ουσιαστικό, Επίθετο | nominative plural of άδεια (ádeia). | |
| 1635 | δυναμικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ði.na.miˈko/ | ό,τι έχει μια επιχείρηση στη διάθεσή της, προκειμένου να παράγει: εργαζόμενοι, μηχανές κ.λπ. |
| 1636 | λεπτάκι | Ουσιαστικό | υποκοριστικό του λεπτό. | |
| 1637 | ονειρεύτηκα | Ρήμα | /o.niˈɾe.fti.ka/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονειρεύομαι. |
| 1638 | λοχαγό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του λοχαγός. | |
| 1639 | ανακάλυψαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω. | |
| 1640 | λαμβάνει | Ρήμα | /laɱˈva.ni/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του λαμβάνω. |
| 1641 | θετικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /θe.tiˈka/ | (Ουσιαστικό). |
| 1642 | έκτακτη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκτακτος. | |
| 1643 | κέντρα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέντρο. | |
| 1644 | εγγόνια | Ουσιαστικό | /eŋˈɡoɲa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγόνι. |
| 1645 | θυμός | Ουσιαστικό | /θiˈmos/ | ενδοκρινής αδένας που υπάρχει στα βρέφη και στους εφήβους και μικραίνει ιδιαίτερα στους ενήλικες και στον οποίο ωριμάζου… |
| 1646 | μετρήσω | Ρήμα | θα μετρήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μετρώ. | |
| 1647 | τραπέζια | Ουσιαστικό | /tɾaˈpezʝa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπέζιο. |
| 1648 | οπαδός | Ουσιαστικό | /o.pa.ˈðos/ | αυτός που παθιάζεται υπέρμετρα ή φανατίζεται με μία ομάδα ή οργάνωση. |
| 1649 | πάγου | Ουσιαστικό | /ˈpa.ɣu/ | γενική ενικού του πάγος. |
| 1650 | χεριού | Ουσιαστικό | γενική ενικού του χέρι. | |
| 1651 | διώξεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα διώξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διώχνω. | |
| 1652 | χολ | Ουσιαστικό | χώρος ή διάδρομος που βρίσκεται μεταξύ κυρίων δωματίων, ή αμέσως μετά την είσοδο κατοικίας, οικοδομής κ.λπ. | |
| 1653 | αέριου | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.eˈɾi.u/ | γενική ενικού του αέριο. |
| 1654 | λογισμικό | Ουσιαστικό | το σύνολο των προγραμμάτων ενός υπολογιστή, συστήματος, εταιρίας ή οργανισμού γενικά. | |
| 1655 | τρόμαξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρομάζω. | |
| 1656 | απέτυχα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω. | |
| 1657 | δικής | Επίθετο, Αντωνυμία | genitive feminine singular of δικός (dikós). | |
| 1658 | ψευδώνυμο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /pseˈvðo.ni.mo/ | πλαστό όνομα ή ονοματεπώνυμο που επιλέγεται συνήθως από συγγραφείς και καλλιτέχνες, όταν δε θέλουν να χρησιμοποιούν το π… |
| 1659 | ουράνιο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /uˈɾa.nio/ | χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 92 και χημικό σύμβολο το U, βαρύ, αργυρόλευκο, με μεταλλικ… |
| 1660 | ακτίνες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτίνα. | |
| 1661 | διαφωνία | Ουσιαστικό | η διάσταση γνωμών, η ασυμφωνία. | |
| 1662 | αλήτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλήτης. | |
| 1663 | παραμείνω | Ρήμα | /pa.ɾaˈmi.no/ | θα παραμείνω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραμένω. |
| 1664 | σκλάβος | Ουσιαστικό | /ˈskla.vos/ | άτομο που έχει αιχμαλωτισθεί και χρησιμοποιείται για χειρωνακτικές, κυρίως, εργασίες. |
| 1665 | κλείνουν | Ρήμα | ||
| 1666 | τεκίλα | Ουσιαστικό | /teˈci.la/ | |
| 1667 | δημαρχείο | Ουσιαστικό | /ðimaɾˈçio/ | η επίσημη έδρα ενός δήμου, κτιριακό συγκρότημα όπου στεγάζονται οι δημοτικές αρχές, τα γραφεία και οι υπηρεσίες ενός δήμ… |
| 1668 | άκρως | Επίρρημα | /ˈa.kɾos/ | ακραία, πάρα πολύ. |
| 1669 | κουνέλι | Ουσιαστικό | /kuˈneli/ | κατοικίδιο θηλαστικό που μοιάζει με το λαγό, αναπαράγεται συχνά και με πολλά μικρά κι εκτρέφεται κυρίως για το κρέας και… |
| 1670 | ψαλίδι | Ουσιαστικό | /psaˈli.ði/ | ακρωτήριο (πρώην Αντιμάχεια στην αρχαιότητα) και λίμνη στην Κω. Η λίμνη ανήκει στους προστατευόμενους βιοτόπους. |
| 1671 | γαμιόλη | Ουσιαστικό | accusative singular of γαμιόλης (gamiólis). | |
| 1672 | απελπισμένος | Ρήμα | /a.pel.piˈzme.nos/ | που δεν έχει ελπίδες. |
| 1673 | ανεχτώ | Ρήμα | θα ανεχτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανέχομαι. | |
| 1674 | έδειξαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνω. | |
| 1675 | απέκτησε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτώ. | |
| 1676 | κραυγές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κραυγή. | |
| 1677 | διαπραγματεύσεις | Ουσιαστικό | /ði̯a.pɾaɣ.maˈtef.sis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπραγμάτευση. |
| 1678 | ερωτικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ερωτικός. | |
| 1679 | καπνίζω | Ρήμα | /kaˈpni.zo/ | με το στόμα μου εισπνέω κατά διαστήματα τον καπνό που παράγεται από ένα αναμμένο τσιγάρο, πούρο ή πίπα και τον εκπνέω απ… |
| 1680 | χρονική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρονικός. | |
| 1681 | αδελφής | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του αδελφή. | |
| 1682 | μπορέσουν | Ρήμα | θα μπορέσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπορώ. | |
| 1683 | καθίσετε | Ρήμα | θα καθίσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι. | |
| 1684 | στήσει | Ρήμα | θα στήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στήνω. | |
| 1685 | χώσω | Ρήμα | θα χώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χώνω. | |
| 1686 | πρωινή | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωινός. | |
| 1687 | μπέργκερ | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 1688 | μέταλλο | Ουσιαστικό | /ˈme.ta.lo/ | χημικό στοιχείο που υπερτερεί από τα άλλα (αμέταλλα) στη στερεότητα, το ειδικό βάρος, τη λάμψη, την αντοχή και είναι αρκ… |
| 1689 | φορέματα | Ουσιαστικό | /foˈɾe.ma.ta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φόρεμα. |
| 1690 | πύργος | Ουσιαστικό | /ˈpiɾ.ɣos/ | το κουτί που περιέχει τη μητρική κάρτα με τον επεξεργαστή και τα άλλα εξαρτήματα ενός σταθερού προσωπικού υπολογιστή, εφ… |
| 1691 | χαρακτηριστικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /xa.ɾa.kti.ɾi.stiˈko/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαρακτηριστικός. |
| 1692 | φτηνά | Επίθετο, Επίρρημα | με χαμηλό κόστος. | |
| 1693 | εξοπλισμός | Ουσιαστικό | ο εφοδιασμός με τα κατάλληλα εργαλεία, εξαρτήματα, μηχανήματα, όργανα. | |
| 1694 | δέλτα | Ουσιαστικό | /ˈðel.ta/ | Το κομμάτι ξηράς (τριγωνική νησίδα) που σχηματίζεται ανάμεσα στα στόμια των εκβολών ενός ποταμού. |
| 1695 | παπάς | Ουσιαστικό | /paˈpas/ | παιχνίδι-απάτη με τη φιγούρα του παπά της τράπουλας, όπου ο διοργανωτής (παπατζής) την ανακατεύει με άλλα δύο τραπουλόχα… |
| 1696 | έλειψε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λείπω. | |
| 1697 | περπατήσεις | Ρήμα | θα περπατήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περπατώ. | |
| 1698 | πέφτω | Ρήμα | /ˈpe.fto/ | έχω κάποια ιδιότητα (μέγεθος, ηλικία, κοινωνική θέση κλπ) η οποία συγκρινόμενη με την αντίστοιχη ιδιότητα άλλου αποδεικν… |
| 1699 | βρώμα | Ουσιαστικό | /ˈvɾo.ma/ | συχνή, σφαλερή γραφή του βρόμα για την ορθογραφία. |
| 1700 | συζητήσει | Ρήμα | θα συζητήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συζητώ. | |
| 1701 | ανώτερο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανώτερος. | |
| 1702 | γκάζι | Ουσιαστικό | /ˈɡa.zi/ | Το πετάλι επιτάχυνσης του αυτοκινήτου. |
| 1703 | πληγώσει | Ρήμα | θα πληγώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληγώνω. | |
| 1704 | κρατούμενος | Ουσιαστικό, Ρήμα | μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος κρατούμαι: που κρατείται, που βρίσκεται υπό κράτηση. | |
| 1705 | μαθήτρια | Ουσιαστικό | /maˈθi.tɾi.a/ | αυτή που παρακολούθησε τη διδασκαλία ενός σημαντικού δασκάλου και συνεχίζει το έργο του. |
| 1706 | καθάρισμα | Ουσιαστικό | η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καθαρίζω. | |
| 1707 | δέσμευση | Ουσιαστικό | /ˈðe.zmef.si/ | η συσχέτιση ενός ονόματος (μεταβλητής, συνάρτησης, κλπ) με μια οντότητα (κώδικας ή δεδομένα) ενός προγράμματος. |
| 1708 | καθαρίζω | Ρήμα | /ka.θaˈɾi.zo/ | βγάζω από ένα μέρος αυτά που δεν ανήκουν ή δεν ταιριάζουν. |
| 1709 | αυθεντικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αυθεντικός. | |
| 1710 | πνεύματος | Ουσιαστικό | /ˈpnev.ma.tos/ | γενική ενικού του πνεύμα. |
| 1711 | πετρελαίου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του πετρέλαιο. | |
| 1712 | φιλοσοφία | Ουσιαστικό | /fi.lo.soˈfi.a/ | η επιστήμη η οποία διερευνά τα θεμελιώδη ερωτήματα γύρω από τον κόσμο, τον άνθρωπο, τη γνώση, το αγαθό και το ωραίο. |
| 1713 | ζήσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζω. | |
| 1714 | πληροφοριοδότης | Ουσιαστικό | μυστικός συνεργάτης ο οποίος δίνει πληροφορίες για κάτι στο οποίο δεν έχουμε άμεση πρόσβαση. | |
| 1715 | πρόβες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόβα. | |
| 1716 | Πατήσα | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈpa.ti.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάω. |
| 1717 | διαθέσιμη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαθέσιμος. | |
| 1718 | τέλους | Ουσιαστικό | γενική ενικού του τέλος. | |
| 1719 | λάβετε | Ρήμα | θα λάβετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λαμβάνω. | |
| 1720 | μπορέσετε | Ρήμα | θα μπορέσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπορώ. | |
| 1721 | κραυγή | Ουσιαστικό | /kɾaˈvʝi/ | πολύ δυνατή άναρθρη φωνή, συχνά λόγω έντονων συναισθημάτων. |
| 1722 | παπά | Ουσιαστικό | /ˈpa.pa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του πάπας. |
| 1723 | ιερή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιερός. | |
| 1724 | συγχωρέσει | Ρήμα | θα συγχωρέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συγχωρώ. | |
| 1725 | συνεπώς | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /si.neˈpos/ | (Ουσιαστικό). |
| 1726 | προφητεία | Ουσιαστικό | ο λόγος ενός προφήτη που μαντεύει το μέλλον. | |
| 1727 | υπνάκο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του υπνάκος. | |
| 1728 | εγγονή | Ουσιαστικό | /eŋ.ɡoˈni/ | η κόρη του παιδιού κάποιου. |
| 1729 | πυροτεχνήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροτέχνημα. | |
| 1730 | ένοχο | Ουσιαστικό, Επίθετο | nominative/accusative/vocative neuter singular of ένοχος (énochos). | |
| 1731 | δύσκολος | Επίθετο | /ˈðiskolos/ | που προξενεί προβλήματα, που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς εύκολα τον ιδιότροπο χαρακτήρα του. |
| 1732 | πρωτοβουλία | Ουσιαστικό | /pɾotovuˈlia/ | η ικανότητα να ενεργείς αυτόνομα και να κινείς πρώτος τις εξελίξεις. |
| 1733 | θεωρητικά | Επίθετο, Επίρρημα | /θe.o.ɾi.tiˈka/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρητικό. |
| 1734 | πράματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πράμα. | |
| 1735 | εθελοντές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθελοντής. | |
| 1736 | χέστηκα | Ρήμα, Επιφώνημα | /ˈçe.sti.ka/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χέζομαι, παθητική φωνή του ρήματος χέζω. |
| 1737 | εκτόξευση | Ουσιαστικό | /eˈkto.ksef.si/ | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκτοξεύω. |
| 1738 | ατυχία | Ουσιαστικό | /a.tiˈçi.a/ | Η έλλειψη τύχης. |
| 1739 | κόσμους | Ουσιαστικό | /ˈko.zmus/ | αιτιατική πληθυντικού του κόσμος. |
| 1740 | χαμπάρι | Ουσιαστικό | /xaˈbaɾi/ | το νέο, η είδηση, το μαντάτο. |
| 1741 | μποξ | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 1742 | παίζοντας | Ρήμα | /ˈpe.zon.das/ | μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παίζω. |
| 1743 | έδιωξαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώχνω. | |
| 1744 | καρπούς | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του καρπός. | |
| 1745 | χαλασμένο | Ρήμα | /xa.laˈzme.no/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαλασμένος. |
| 1746 | άγνωστος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈa.ɣno.stos/ | διάδικος ή μάρτυς αγνώστου διαμονής, ή διαθέτης ή κληρονόμος αγνώστων στοιχείων. |
| 1747 | λαβή | Ουσιαστικό | /laˈvi/ | ο τρόπος με τον οποίο πιάνουμε κάποιον για να τον ακινητοποιήσουμε, όταν παλεύουμε μαζί του. |
| 1748 | πνίγηκε | Ρήμα | /ˈpni.ʝi.ce/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι. |
| 1749 | ηλιοβασίλεμα | Ουσιαστικό | /i.ʎo.vaˈsi.le.ma/ | η δύση του ήλιου. |
| 1750 | τούτο | Αντωνυμία | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τούτος. | |
| 1751 | συνήθειες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνήθεια. | |
| 1752 | 2η | Επίθετο | abbreviation for δεύτερη, second (the ordinal number). | |
| 1753 | ενημερώσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /e.ni.meˈɾo.sis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενημέρωση. |
| 1754 | ενδεχόμενο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /en.ðeˈxo.me.no/ | nominative/accusative/vocative neuter singular. |
| 1755 | ανιχνευτή | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ανιχνευτής. | |
| 1756 | σκοτώσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω. | |
| 1757 | παντρεύομαι | Ρήμα | /panˈdɾe.vo.me/ | παθητική φωνή του ρήματος παντρεύω: συνάπτω γάμο, ενώνομαι με τα δεσμά του γάμου. |
| 1758 | πυροβολισμός | Ουσιαστικό | /pi.ro.vo.liˈzmos/ | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πυροβολώ. |
| 1759 | απόλαυση | Ουσιαστικό | /aˈpo.laf.si/ | το να απολαμβάνει κάποιος κάτι, να αντλεί μεγάλη ευχαρίστηση ή ηδονή από κάτι. |
| 1760 | επιβεβαιώσει | Ρήμα | θα επιβεβαιώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιβεβαιώνω. | |
| 1761 | φτωχούς | Ουσιαστικό, Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του φτωχός. | |
| 1762 | άστρα | Ουσιαστικό | /ˈa.stɾa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άστρο. |
| 1763 | στεριά | Ουσιαστικό | /steˈɾʝa/ | η στερεά επιφάνεια της Γης που δεν καλύπτεται από θάλασσα. |
| 1764 | δημιουργήθηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημιουργούμαι. | |
| 1765 | νόμοι | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νόμος. | |
| 1766 | δυστυχισμένη | Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυστυχισμένος. | |
| 1767 | αδύνατη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδύνατος. | |
| 1768 | μακιγιάζ | Ουσιαστικό | η παραπάνω διαδικασία για απόδοση των χαρακτηριστικών τού ρόλου που υποδύονται. | |
| 1769 | ακυρώσω | Ρήμα | θα ακυρώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακυρώνω. | |
| 1770 | γεύματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεύμα. | |
| 1771 | πιθανά | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πιθανός. | |
| 1772 | συνδέει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συνδέω. | |
| 1773 | επιστάτης | Ουσιαστικό | /e.piˈsta.tis/ | υπάλληλος που έχει τη γενική ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία κτιρίου ή ιδρύματος. |
| 1774 | έμπλεξες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκω. | |
| 1775 | τηλεφωνικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τηλεφωνικός. | |
| 1776 | άξιες | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξία. | |
| 1777 | απογοήτευσα | Ρήμα | /a.po.ɣoˈi.te.fsa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογοητεύω. |
| 1778 | ηθοποιό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του ηθοποιός. | |
| 1779 | προσλάβει | Ρήμα | θα προσλάβει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσλαμβάνω. | |
| 1780 | βεβαιώσου | Ρήμα | ||
| 1781 | πηδήξου | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πηδιέμαι. | |
| 1782 | παντρευτήκαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι. | |
| 1783 | μοιραστείς | Ρήμα | θα μοιραστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μοιράζομαι. | |
| 1784 | εξάμηνο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /eˈksa.mi.no/ | nominative/accusative/vocative neuter singular of εξάμηνος (exáminos). |
| 1785 | έπαιξες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίζω. | |
| 1786 | διακόπτη | Ουσιαστικό | genitive/accusative/vocative singular of διακόπτης (diakóptis). | |
| 1787 | προετοιμασία | Ουσιαστικό | /pɾo.e.ti.maˈsi.a/ | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προετοιμάζω. |
| 1788 | συμφώνησα | Ρήμα | /siɱˈfo.ni.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ. |
| 1789 | τηλεφωνητή | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τηλεφωνητής. | |
| 1790 | ορό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του ορός. | |
| 1791 | τρομάξω | Ρήμα | θα τρομάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρομάζω. | |
| 1792 | διόρθωση | Ουσιαστικό | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διορθώνω. | |
| 1793 | βαθμοί | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθμός. | |
| 1794 | άνετο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άνετος. | |
| 1795 | πολιτικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /po.li.tiˈkos/ | που χαρακτηρίζει τους πολίτες και όχι τους στρατιωτικούς. |
| 1796 | δείξετε | Ρήμα | θα δείξετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δείχνω. | |
| 1797 | παραδόσεις | Ουσιαστικό | /pa.ɾaˈðo.sis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράδοση. |
| 1798 | πελατών | Ουσιαστικό | /pe.laˈton/ | γενική πληθυντικού του πελάτης. |
| 1799 | ρωτούσα | Ρήμα | /ɾoˈtu.sa/ | |
| 1800 | φοιτητής | Ουσιαστικό | /fi.tiˈtis/ | αυτός που σπουδάζει, φοιτά στο πανεπιστήμιο. |
| 1801 | μαρίνα | Ουσιαστικό | /maˈɾi.na/ | μικρό (μη φυσικό) λιμάνι κυρίως για σκάφη αναψυχής, κότερα κ.ά. |
| 1802 | μέθοδος | Ουσιαστικό | /ˈme.θo.ðos/ | συνάρτηση που ορίζεται μέσα σε κλάση, η οποία εκτελείται εξωτερικά μέσω της επίκλησης της κλάσης (στατική μέθοδος) ή κάπ… |
| 1803 | πιστή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστός. | |
| 1804 | προσέλαβα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω. | |
| 1805 | αλυσίδες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλυσίδα. | |
| 1806 | όλου | Επίθετο | γενική ενικού του όλος. | |
| 1807 | ανάπαυση | Ουσιαστικό | /aˈna.paf.si/ | η συγκρατημένη χαλάρωση της στάσης του σώματος σε στρατιωτική ή μαθητική παράταξη και το σχετικό παράγγελμα (Ανάπαυση!). |
| 1808 | αυστηρά | Επίθετο, Επίρρημα | με αυστηρό τρόπο, με αυστηρότητα. | |
| 1809 | κουτάβι | Ουσιαστικό | /kuˈtavi/ | το μικρό του σκύλου, το σκυλάκι. |
| 1810 | σκρόφα | Ουσιαστικό | υβριστικός χαρακτηρισμός που απευθύνεται σε μία γυναίκα. | |
| 1811 | ανιψιός | Ουσιαστικό | /a.nip.siˈos/ | ο γιος του αδελφού ή της αδελφής του/της συζύγου μου. |
| 1812 | δεμένος | Ρήμα | /ðeˈme.nos/ | που έχει βιβλιοδετηθεί με σκληρό εξώφυλλο. |
| 1813 | αντικαταστήσει | Ρήμα | θα αντικαταστήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντικαθιστώ. | |
| 1814 | προσφορές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσφορά. | |
| 1815 | καραμέλες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραμέλα. | |
| 1816 | ξεπέρασε | Ρήμα | /kseˈpe.ɾa.se/ | |
| 1817 | ψευδαίσθηση | Ουσιαστικό | /pseˈvðe.sθi.si/ | η αισθητηριακή αντίληψη ενός πράγματος που δεν υπάρχει. |
| 1818 | τουτού | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | /ˈtu.tu/ | φούστα που φορούν οι χορευτές μπαλέτου, συνήθως πολύ κοντή (αλλά και με μακριές παραλλαγές), που εφαρμόζεται σε κορμάκι. |
| 1819 | έκαψε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίω. | |
| 1820 | κρυφή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυφός. | |
| 1821 | συναρπαστική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναρπαστικός. | |
| 1822 | κλασικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κλασικός. | |
| 1823 | σχεδίασε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω. | |
| 1824 | γόνατο | Ουσιαστικό | /[ˈɣɔnatɔ]/ | το σημείο απ' όπου εκφύονται φύλλα ή βλαστοί. |
| 1825 | μελάνι | Ουσιαστικό | /meˈla.ni/ | πυκνό σκουρόχρωμο υγρό που εκκρίνουν η σουπιά, το χταπόδι και το καλαμάρι, προκειμένου να αντιμετωπίσουν εχθρούς. |
| 1826 | υποχρεώσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποχρέωση. | |
| 1827 | επαναστάτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναστάτης. | |
| 1828 | πανοπλία | Ουσιαστικό | /pa.noˈpli.a/ | τα προστατευτικά, συνήθως μεταλλικά, εξαρτήματα οπλισμού των πολεμιστών παλιών εποχών όπως οι κνημίδες, ο θώρακας, το κρ… |
| 1829 | διαρκέσει | Ρήμα | θα διαρκέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαρκώ. | |
| 1830 | εγκυμοσύνη | Ουσιαστικό | /eŋ.ɟi.moˈsi.ni/ | η κατάσταση της εγκύου που φέρει στη μήτρα της ένα έμβρυο, η κυοφορία ενός νέου όντος. |
| 1831 | περίπατο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του περίπατος. | |
| 1832 | έριξαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνω. | |
| 1833 | αντίληψη | Ουσιαστικό | /anˈdi.li.psi/ | το να αντιλαμβάνεται κανείς κάτι, να το καταλαβαίνει (με τη λογική ή τις αισθήσεις). |
| 1834 | χειριστούμε | Ρήμα | θα χειριστούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χειρίζομαι. | |
| 1835 | αέρια | Ουσιαστικό, Επίθετο | /aˈe.ɾi.a/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αέριο. |
| 1836 | απολαύσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόλαυση. | |
| 1837 | απίστευτος | Επίθετο | /aˈpis.te.ftos/ | που είναι αδύνατον να πιστέψει κανείς ότι είναι αληθινός, εκπληκτικός. |
| 1838 | σιγουρευτούμε | Ρήμα | θα σιγουρευτούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σιγουρεύομαι. | |
| 1839 | όροφος | Ουσιαστικό | /ˈo.ɾo.fos/ | χώρος οικοδομής ανάμεσα σε δύο οροφές που αποτελείται από ένα ή περισσότερα διαμερίσματα που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο… |
| 1840 | μεθαύριο | Επίρρημα | /meˈθavɾio/ | η μέρα που έρχεται μετά την αυριανή. |
| 1841 | χρησιμοποίησαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ. | |
| 1842 | διπλανό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διπλανός. | |
| 1843 | συμμετέχω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /si.meˈte.xo/ | (Ουσιαστικό). |
| 1844 | σκέψης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του σκέψη. | |
| 1845 | παραδώσεις | Ρήμα | /pa.ɾaˈðo.sis/ | θα παραδώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραδίδω. |
| 1846 | απίθανη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απίθανος. | |
| 1847 | δυστύχημα | Ουσιαστικό | /ðiˈsti.çi.ma/ | δυσάρεστη ή ανεπιθύμητη εξέλιξη ή σοβαρό ατύχημα ή γενικότερα ατυχής στιγμή. |
| 1848 | φωνής | Ουσιαστικό | γενική ενικού του φωνή. | |
| 1849 | πειθαρχία | Ουσιαστικό | /pi.θaɾˈçi.a/ | η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πειθαρχώ, η υπακοή σε κάποιες αρχές, κανόνες, νόμους ή στις διαταγές κάποιου ιεραρχικά αν… |
| 1850 | σχολικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ειδικό αυτοκίνητο κίτρινου χρώματος το οποίο μεταφέρει μαθητές σχολείων απ' τα σπίτια τους στο σχολείο και αντίστροφα. | |
| 1851 | διδάξει | Ρήμα | θα διδάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διδάσκω. | |
| 1852 | εστιατόρια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εστιατόριο. | |
| 1853 | κουνηθεί | Ρήμα | θα κουνηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κουνιέμαι. | |
| 1854 | ανίκανος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /aˈni.ka.nos/ | (Ουσιαστικό). |
| 1855 | στρατιωτικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /stɾa.ti̯o.tiˈkos/ | που έχει σχέση με το στρατό ή τους στρατιώτες. |
| 1856 | χειρονομία | Ουσιαστικό | /çi.ɾo.noˈmi.a/ | ενέργεια που γίνεται για να εκφράσει ένα συναίσθημα. |
| 1857 | πιστοί | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιστός. | |
| 1858 | τρομάξει | Ρήμα | θα τρομάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρομάζω. | |
| 1859 | κογκρέσο | Ουσιαστικό | το σώμα που ασκεί τη νομοθετική εξουσία στις ΗΠΑ, αποτελούμενο από τη βουλή και τη γερουσία. | |
| 1860 | γέννηση | Ουσιαστικό | /ˈʝe.ni.si/ | στα θηλαστικά είναι η διαδικασία κατά την οποία ένα έμβρυο εξέρχεται από το σώμα της μητέρας του. |
| 1861 | κατεβαίνω | Ρήμα | /ka.teˈve.no/ | όταν λέμε κατεβάζω τη μπάλα, σε παιχνίδι ή άθλημα, εννοούμε πως κινούμαι από τη δική μου περιοχή προς την περιοχή του αν… |
| 1862 | υποσχεθεί | Ρήμα | θα υποσχεθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπόσχομαι. | |
| 1863 | τηλεφώνησαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ. | |
| 1864 | εμφανίστηκαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι. | |
| 1865 | πόρτας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του πόρτα. | |
| 1866 | μαμάκα | Ουσιαστικό | γυναικείο επώνυμο. | |
| 1867 | ορχήστρα | Ουσιαστικό | /orˈçis.tra/ | σύνολο από μουσικούς ή μουσικά όργανα που εκτελούν πολυφωνική μουσικά κομμάτια με συγκεκριμένη δομή ή αυτοσχέδια (ορχηστ… |
| 1868 | περούκα | Ουσιαστικό | /peˈɾu.ka/ | τεχνητή κόμη που φοριέται για λόγους αισθητικούς αλλά και πρακτικούς. |
| 1869 | αλτ | Επιφώνημα | διαταγή για σταμάτημα. | |
| 1870 | πολυτέλεια | Ουσιαστικό | /po.liˈte.li.a/ | η δαπάνη χρηματικών ποσών και η χρήση αντικειμένων και υπηρεσιών πέρα από την κάλυψη των βασικών αναγκών και πάνω από το… |
| 1871 | προσωρινό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προσωρινός. | |
| 1872 | κολλητέ | Επίθετο | κλητική ενικού του κολλητός. | |
| 1873 | μυστήρια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστήριο. | |
| 1874 | Γάλλος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈɣa.los/ | ευνούχος ιερέας της θεάς Κυβέλης στην αρχαία Φρυγίαhttps://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B9_(%… |
| 1875 | πολύπλοκο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πολύπλοκος. | |
| 1876 | απαγάγει | Ρήμα | θα απαγάγει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απάγω. | |
| 1877 | έκλεισες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλείνω. | |
| 1878 | αναστάτωση | Ουσιαστικό | η αναταραχή, η ταραχή, το κομφούζιο, η προβληματική λειτουργία σε μηχανισμούς με οργανωμένο χρονοδιάγραμμα. | |
| 1879 | μπάρμπεκιου | Ουσιαστικό | /baɾ.beˈcu/ | το ψήσιμο φαγητού (και κυρίως κρέατος) σε τέτοια συσκευή. |
| 1880 | κόλασης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του κόλαση. | |
| 1881 | σινιάλο | Ουσιαστικό | /siˈɲa.lo/ | οπτικό ή ηχητικό σήμα. |
| 1882 | πρόσφατη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρόσφατος. | |
| 1883 | αστυνόμο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του αστυνόμος. | |
| 1884 | βασίζομαι | Ρήμα | στηρίζομαι πάνω σε κάποιον, υπολογίζοντας στις ενέργειές του, τη συμβολή του, τη βοήθειά του κλπ. | |
| 1885 | νεκροψία | Ουσιαστικό | η κλινική εξωτερική εξέταση του σώματος ενός νεκρού είτε για να διευκρινιστούν τα αίτια του θανάτου, ή για άλλους ερευνη… | |
| 1886 | χάρτες | Ουσιαστικό | /ˈxar.tes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάρτα. |
| 1887 | ασφαλιστική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασφαλιστικός. | |
| 1888 | καριέρας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του καριέρα. | |
| 1889 | τεράστιος | Επίθετο | /teˈra.sti.os/ | πολύ μεγάλος. |
| 1890 | υπάλληλο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του υπάλληλος. | |
| 1891 | ψήφο | Ουσιαστικό | /ˈpsi.fo/ | αιτιατική ενικού του ψήφος. |
| 1892 | ανέβασε | Ρήμα | /aˈne.va.se/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανεβάζω. |
| 1893 | εξαιρετικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | (Ουσιαστικό). | |
| 1894 | ατόμου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του άτομο. | |
| 1895 | διμοιρία | Ουσιαστικό | /ði.miˈɾi.a/ | ομάδα λίγων (περίπου 30) στρατιωτών ή αστυνομικών. |
| 1896 | κρυώνω | Ρήμα | /kɾiˈo.no/ | κάνω κάτι πιο κρύο, του χαμηλώνω τη θερμοκρασία. |
| 1897 | περπατάω | Ρήμα | /peɾ.paˈta.o/ | χρησιμοποιώ τα πόδια μου για να κινηθώ ούτε γρήγορα, ούτε αργά. |
| 1898 | ανθρώπινης | Επίθετο | γενική ενικού του ανθρωπινή. | |
| 1899 | διεθνή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεθνές. | |
| 1900 | βιαστείς | Ρήμα | θα βιαστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βιάζομαι. | |
| 1901 | συνοδός | Επίθετο | /si.noˈðos/ | που συνοδεύει, που βρίσκεται δίπλα. |
| 1902 | βοήθησαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθώ. | |
| 1903 | χρησιμοποιείτε | Ρήμα | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χρησιμοποιώ. | |
| 1904 | κάποιας | Αντωνυμία | genitive feminine singular of κάποιος (kápoios). | |
| 1905 | πανδοχείο | Ουσιαστικό | κτήριο κατάλληλο να προσφέρει στέγη και τροφή σε περαστικούς ταξιδιώτες. | |
| 1906 | φιλοδώρημα | Ουσιαστικό | /fi.loˈðo.ɾi.ma/ | μικρό χρηματικό δώρο σε κάποιον που φέρνει έναν λογαριασμό, ένα πακέτο, που κάνει μια δουλειά. |
| 1907 | δα | Επίρρημα, Φράση | /ˈða/ | επιτατικό της σημασίας δεικτικών αντωνυμιών ή επιρρημάτων. |
| 1908 | πέσουμε | Ρήμα | θα πέσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πέφτω. | |
| 1909 | αρχηγού | Ουσιαστικό | γενική ενικού του αρχηγός. | |
| 1910 | κλέψουν | Ρήμα | θα κλέψουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλέβω. | |
| 1911 | ψεύτικες | Επίθετο | /ˈpse.fti.ces/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεύτικη. |
| 1912 | μετακομίσω | Ρήμα | θα μετακομίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μετακομίζω. | |
| 1913 | συμφωνήσω | Ρήμα | θα συμφωνήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμφωνώ. | |
| 1914 | ύφασμα | Ουσιαστικό | /ˈi.faz.ma/ | το υλικό που έχει κατασκευαστεί από φυσικές ή τεχνητές ίνες πλεγμένες κάθετα μεταξύ τους σε αργαλειό ή παρόμοια μηχανήμα… |
| 1915 | δούκας | Ουσιαστικό | /ˈðu.kas/ | τίτλος ευγενείας της Δυτικής Ευρώπης. |
| 1916 | αγάπησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγαπώ. | |
| 1917 | ρεύματος | Ουσιαστικό | /ˈɾev.ma.tos/ | γενική ενικού του ρεύμα. |
| 1918 | εγκληματολογικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εγκληματολογικός. | |
| 1919 | έσπασαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάω. | |
| 1920 | τουφέκι | Ουσιαστικό | /tuˈfe.ci/ | φορητό πυροβόλο όπλο με στενόμακρη κάννη. |
| 1921 | άγγελοι | Ουσιαστικό | ένα από τα τάγματα των αγγέλων, άγγελος της τρίτης ταξιαρχίας της τρίτης τάξης (κατά τον ψευδο-Διονύσιο Αεροπαγίτη). | |
| 1922 | προσπαθήσουν | Ρήμα | θα προσπαθήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσπαθώ. | |
| 1923 | αγοράσετε | Ρήμα | θα αγοράσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγοράζω. | |
| 1924 | καταφέρουν | Ρήμα | θα καταφέρουν: γ' πληθυντικό οριστικής εξακολουθητικού και στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταφέρω. | |
| 1925 | οικία | Ουσιαστικό | /iˈci.a/ | η κατοικία, το κτίριο ή το διαμέρισμα όπου κατοικεί κάποιος, όπου ζει μονίμως. |
| 1926 | έπεισες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθω. | |
| 1927 | αποφύγει | Ρήμα | θα αποφύγει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφεύγω. | |
| 1928 | περπατήσουμε | Ρήμα | θα περπατήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περπατώ. | |
| 1929 | απαραίτητη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραίτητος. | |
| 1930 | τεχνικές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνική. | |
| 1931 | όραση | Ουσιαστικό | /ˈo.ɾa.si/ | μία από τις πέντε αισθήσεις· η ικανότητα ενός οργανισμού να προσλαμβάνει με τα μάτια οπτικά ερεθίσματα και να σχηματίζει… |
| 1932 | αποικία | Ουσιαστικό | χώρα εκτός Ευρώπης που κατακτήθηκε από ευρωπαϊκό κράτος και εγκαταστάθηκαν σ'αυτήν Ευρωπαίοι κάτοικοι, οι οποίοι είτε βα… | |
| 1933 | αδίκημα | Ουσιαστικό | /aˈði.ci.ma/ | η πράξη που αντιτίθεται στο δίκαιο. |
| 1934 | κατέβηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω. | |
| 1935 | αγαπητοί | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαπητός. | |
| 1936 | τραγουδήσει | Ρήμα | θα τραγουδήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τραγουδώ. | |
| 1937 | πείσουμε | Ρήμα | θα πείσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πείθω. | |
| 1938 | μαγιό | Ουσιαστικό | /maˈʝo/ | ρούχο για την κολύμβηση, για το μπάνιο. |
| 1939 | ικανοποίηση | Ουσιαστικό | /i.ka.noˈpi.i.si/ | η ευχαρίστηση, η ευαρέσκεια που λαμβάνουμε, επειδή πραγματοποιήθηκε κάτι που επιθυμούσαμε ή προσδοκούσαμε. |
| 1940 | περιπολία | Ουσιαστικό | /pe.ɾi.poˈli.a/ | η τακτική μετακίνηση μιας ένοπλης ομάδας με σκοπό τον έλεγχο της ασφάλειας ενός στρατοπέδου ή για τη φύλαξη μιας περιοχή… |
| 1941 | βίαιος | Επίθετο | /ˈvi.e.os/ | που εκδηλώνεται με σφοδρότητα και ορμητικότητα. |
| 1942 | μπροστινό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μπροστινός. | |
| 1943 | τίμια | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈti.mi.a/ | feminine nominative/accusative/vocative singular. |
| 1944 | τροχαίο | Ουσιαστικό, Επίθετο | τροχαίος, στην αιτιατική του ενικού. | |
| 1945 | καταλήξουμε | Ρήμα | θα καταλήξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλήγω. | |
| 1946 | υπενθυμίσω | Ρήμα | θα υπενθυμίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπενθυμίζω. | |
| 1947 | ασχοληθεί | Ρήμα | θα ασχοληθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ασχολούμαι. | |
| 1948 | απογοητευμένος | Ρήμα, Επίθετο | disappointed. | |
| 1949 | λυπημένη | Ρήμα | /lipiˈmeni/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυπημένος. |
| 1950 | πλαίσιο | Ουσιαστικό | /ˈple.si.o/ | ξύλινος, μεταλλικός κ.λπ. σκελετός, που βρίσκεται γύρω από κάτι για συγκράτηση, στερέωση, προφύλαξη κ.λπ. |
| 1951 | παραιτηθείς | Ρήμα | θα παραιτηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραιτούμαι. | |
| 1952 | σταθείς | Ρήμα | θα σταθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέκομαι. | |
| 1953 | οίκτο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του οίκτος. | |
| 1954 | ευχάριστα | Επίθετο, Επίρρημα | /eˈfxa.ɾi.sta/ | nominative/accusative/vocative neuter plural of ευχάριστος (efcháristos). |
| 1955 | συμμορίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμορία. | |
| 1956 | γενιές | Ουσιαστικό | /ʝeˈɲes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενιά. |
| 1957 | κόψουν | Ρήμα | θα κόψουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κόβω. | |
| 1958 | σφυγμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του σφυγμός. | |
| 1959 | μαθητή | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαθητής. | |
| 1960 | μοναχικός | Επίθετο | /mo.na.çiˈkos/ | που αρέσκεται να ζει στη μοναξιά, που επιδιώκει να ζει μόνος. |
| 1961 | άσχετο | Επίθετο | nominative/accusative/vocative neuter singular of άσχετος (áschetos). | |
| 1962 | διάλεξη | Ουσιαστικό | η ομιλία σχετική με ένα επιστημονικό θέμα. | |
| 1963 | απατεώνες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απατεώνας. | |
| 1964 | εισαγγελία | Ουσιαστικό | /i.saŋ.ɟeˈli.a/ | το λειτούργημα ενός εισαγγελέα καθώς και η εξουσία που απορρέει απ’ αυτό. |
| 1965 | συμπεράσματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπέρασμα. | |
| 1966 | δράκο | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 1967 | αστυνομικού | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του αστυνομικός. | |
| 1968 | μαζέψτε | Ρήμα | /maˈze.pste/ | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύω. |
| 1969 | θύμωσες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμώνω. | |
| 1970 | παραιτηθεί | Ρήμα | /pa.ɾe.tiˈθi/ | θα παραιτηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραιτούμαι. |
| 1971 | διασταύρωση | Ουσιαστικό | /ði.aˈsta.vɾo.si/ | η σύγκριση με άλλες πηγές ώστε να εξακριβωθεί ή να επαληθευθεί η ορθότητα, η αλήθεια κάποιου στοιχείου. |
| 1972 | οργανισμός | Ουσιαστικό | /oɾ.ɣa.niˈzmos/ | κάθε ον που φέρει τις ιδιότητες της ζωής κι αποτελείται από ένα ή περισσότερα στοιχεία που έχουν συγκεκριμένα χαρακτηρισ… |
| 1973 | φωνάξτε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φωνάζω. | |
| 1974 | γέννα | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈʝe.na/ | το αποτέλεσμα του γεννώ, το παιδί, το τέκνο. |
| 1975 | σαββατοκύριακα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαββατοκύριακο. | |
| 1976 | φωτογράφος | Ουσιαστικό | /fo.toˈɣɾa.fos/ | ο επαγγελματίας που έχει ως αντικείμενο τη λήψη φωτογραφιών. |
| 1977 | πνεύμονες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνεύμονας. | |
| 1978 | μπερδεμένο | Ρήμα | /beɾ.ðeˈme.no/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μπερδεμένος. |
| 1979 | μυστηριώδης | Επίθετο | /[mistiɾiˈɔðis]/ | που περιβάλλεται από μυστήριο. |
| 1980 | ξυπνήστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ. | |
| 1981 | χειροκρότημα | Ουσιαστικό | το χτύπημα των παλαμών των χεριών μεταξύ τους και ο θόρυβος που προκαλείται με σκοπό να εκφραστεί αποδοχή, επιδοκιμασία… | |
| 1982 | γιλέκο | Ουσιαστικό | /ʝiˈle.ko/ | ρούχο χωρίς μανίκια και γιακά που κουμπώνει μπροστά (κυρίως αυτό που φοριέται πάνω από το πουκάμισο και κάτω από το σακά… |
| 1983 | ψυχίατρο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του ψυχίατρος. | |
| 1984 | αποδείχθηκε | Ρήμα | /a.poˈði.xθi.ce/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του αποδεικνύω. |
| 1985 | άστον | Ουσιαστικό | ονομασία πόλεων της Αγγλίας όπως το Aston του Μπέρμιγχαμ. | |
| 1986 | νικητή | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νικητής. | |
| 1987 | καραντίνα | Ουσιαστικό | περιορισμός για κάποιο χρονικό διάστημα και εξέταση όσων ανθρώπων (ή ζώων ή εμπορευμάτων) έρχονταν από περιοχές που είχα… | |
| 1988 | επισκεφτώ | Ρήμα | θα επισκεφτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επισκέπτομαι. | |
| 1989 | μπανάνα | Ουσιαστικό | /baˈnana/ | o καρπός της μπανανιάς. Φρούτο στενόμακρο, σε σχήμα μισοφέγγαρου, είναι πράσινη όταν είναι άγουρη και κίτρινη όταν ωριμά… |
| 1990 | αποδεικνύεται | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αποδεικνύομαι. | |
| 1991 | ενήλικας | Ουσιαστικό | /eˈni.li.kas/ | άλλη γραφή του ενήλικος. |
| 1992 | εμπόδια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπόδιο. | |
| 1993 | έμπλεξε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκω. | |
| 1994 | φρικτή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρικτός. | |
| 1995 | ανωμαλία | Ουσιαστικό | /[anɔmaˈlia]/ | προεξοχή ή εσοχή στο έδαφος ή σε (λεία) επιφάνεια. |
| 1996 | αιδεσιμότατε | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του αιδεσιμότατος. | |
| 1997 | εξουσίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του εξουσία. | |
| 1998 | εντόπισα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω. | |
| 1999 | απότομα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | (Ουσιαστικό). | |
| 2000 | χελώνα | Ουσιαστικό | /çeˈlo.na/ | Στρατιωτική εντολή άμυνας (Ρωμαϊκός στρατός) για να δημιουργήσουν οι στρατιώτες κέλυφος παρόμοιο της χελώνας με τις ασπί… |