Meaning of ανοίγω | Babel Free
/aˈni.ɣo/Ορισμοί
-
μετακινώ κάτι που εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο transitive
-
ξεκλειδώνω ή ενεργοποιώ έναν μηχανισμό που θα επιτρέψει το άνοιγμα (πόρτας, κλειστού χώρου κλπ) transitive
-
ανοίγω σε κάποιον την πόρτα για να μπορέσει να μπει σε έναν χώρο transitive
-
μετακινούμαι ώστε να ελευθερωθεί ένα πέρασμα intransitive, transitive
-
κάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να λειτουργήσει ένα αισθητήριο όργανο transitive
-
ανοίγω το στόμα: απομακρύνω τις σιαγόνες τη μία από την άλλη για να φάω ή να μιλήσω transitive
-
ανοίγω τα μάτια transitive
-
μετακινώ τα βλέφαρα προς τα πάνω transitive
-
ξυπνώ transitive
-
αποκαλύπτω την αλήθεια σε κάποιον που την αγνοούσε transitive
-
ανοίγω τ' αφτιά μου: (μεταφορικά) δίνω προσοχή σε αυτά που μου λένε transitive
-
απελευθερώνω την πρόσβαση σε έναν χώρο transitive
-
αρχίζω να εργάζομαι και να εξυπηρετώ το κοινό intransitive, transitive
-
αρχίζω να λειτουργώ intransitive, transitive
-
ξεκινώ μια καινούρια επιχείρηση ή υποκατάστημα
transitive
-
ξεκινώ, ενεργώ έτσι ώστε να ξεκινήσει μια διαδικασία transitive
-
γυρίζω έναν διακόπτη ώστε να αρχίσει η ροή σε ένα δίκτυο transitive
-
θέτω σε λειτουργία transitive
-
απομακρύνω μια μάζα υλικού ώστε να δημιουργηθεί ένα κενό ή ένα πέρασμα που δεν υπήρχε πριν transitive
-
απλώνω, εκτείνω κάτι transitive
-
ανοίγω φύλλο: απλώνω τη ζύμη με τον πλάστη ώστε να φτιάξω ένα φύλλο για πίτα transitive
- κάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να αποκτήσω πρόσβαση στο εσωτερικό ενός πράγματος
- ξεσκεπάζω, αφαιρώ το σκέπασμα από κουτί, δοχείο ή μπουκάλι
- μετακινώ το εξώφυλλο (ή και και σελίδες) ώστε να μπορώ να διαβάσω το κείμενο
-
δημιουργώ ένα άνοιγμα που επιτρέπει να φανεί αυτό που βρίσκεται από κάτω ή μέσα transitive
-
ξεκουμπώνω ή κατεβάζω το φερμουάρ transitive
-
σχίζω ή κόβω ένα τμήμα transitive
-
κάνω χειρουργική επέμβαση transitive
- αποκαλύπτω
- κάνω κάτι πιο ανοιχτόχρωμο
- ενεργώ ώστε τα περιεχόμενα ενός αρχείου να γίνουν ορατά στον χρήστη
Παραδείγματα
“πότε ανοίγει;”
when does it open?
“πάτα το κουμπί του θυροτηλέφωνου για να ανοίξεις την πόρτα”
“Κάποιος χτυπάει το κουδούνι. Άνοιξέ του!”
“η πόρτα άνοιξε”
“θα πάω να ανοίξω την αποθήκη για να αεριστεί λιγάκι”
“ανοίγω την ντουλάπα”
“ανοίγω το συρτάρι (τραβώντας το προς τα έξω)”
“χιόνισε πολύ αλλά τα γκρέιντερ της Νομαρχίας άνοιξαν τους δρόμους”
“ο δρόμος άνοιξε”
“οι τράπεζες δε θα ανοίξουν αύριο”
“η Τράπεζά μας θα ανοίξει ένα καινούριο υποκατάστημα στην πόλη σας”
“ακούστηκε ότι θα ανοίξει ένα νέο σουπερμάρκετ”
“άνοιξα μια συζήτηση για το περιβάλλον”
“το συνέδριο θα ανοίξει με την ομιλία του Προέδρου”
“ανοίγω την τηλεόραση, τον υπολογιστή”
“με το τρυπάνι άνοιξε μερικές τρύπες στον τοίχο”
“το υπουργείο σχεδιάζει να ανοίξει δύο καινούργιους δρόμους στην περιοχή”
“σχεδιάζεται να ανοίξουν δύο νέοι δρόμοι στην περιοχή”
“ο φιλόσοφος αυτός άνοιξε νέους δρόμους με τη σκέψη του”
“ας ανοίξουμε μια σαμπάνια για να γιορτάσουμε την επιστροφή σου!”
“διαβάζω: παράτα την τηλεόραση και άνοιξε κανένα βιβλίο!”
“τον ανοίξανε και βρήκαν τους πνεύμονές του κατεστραμμένους”
“ανοίγω τα χαρτιά μου: φανερώνω τις προθέσεις μου”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.