HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανοίγω — definition

Conjugation of ανοίγω

Regular CEFR C1
aˈni.ɣo

ξεκλειδώνω ή ενεργοποιώ έναν μηχανισμό που θα επιτρέψει το άνοιγμα (πόρτας, κλειστού χώρου κλπ) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανοίγω
εσύ ανοίγεις
αυτός / αυτή / αυτό ανοίγει
εμείς ανοίγουμε
εσείς ανοίγετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανοίγουν
Παρατατικός
εγώ άνοιγα
εσύ άνοιγες
αυτός / αυτή / αυτό άνοιγε
εμείς ανοίγαμε
εσείς ανοίγατε
αυτοί / αυτές / αυτά άνοιγαν
Αόριστος
εγώ άνοιξα
εσύ άνοιξες
αυτός / αυτή / αυτό άνοιξε
εμείς ανοίξαμε
εσείς ανοίξατε
αυτοί / αυτές / αυτά άνοιξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανοίξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανοίξω
εσύ ανοίξεις
αυτός / αυτή / αυτό ανοίξει
εμείς ανοίξουμε
εσείς ανοίξετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανοίξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άνοιγε
εσείς ανοίγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άνοιξε
εσείς ανοίξτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανοίξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανοίγομαι
εσύ ανοίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανοίγεται
εμείς ανοιγόμαστε
εσείς ανοίγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανοίγονται
Παρατατικός
εγώ ανοιγόμουν
εσύ ανοιγόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανοιγόταν
εμείς ανοιγόμασταν
εσείς ανοιγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανοίγονταν
Αόριστος
εγώ ανοίχτηκα
εσύ ανοίχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανοίχτηκε
εμείς ανοιχτήκαμε
εσείς ανοιχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανοίχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανοιχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανοιχτώ
εσύ ανοιχτείς
αυτός / αυτή / αυτό ανοιχτεί
εμείς ανοιχτούμε
εσείς ανοιχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανοιχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανοίγεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανοίξου
εσείς ανοιχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανοιχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary