Conjugation of ανοίγω
aˈni.ɣoξεκλειδώνω ή ενεργοποιώ έναν μηχανισμό που θα επιτρέψει το άνοιγμα (πόρτας, κλειστού χώρου κλπ) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανοίγω |
| εσύ | ανοίγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανοίγει |
| εμείς | ανοίγουμε |
| εσείς | ανοίγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανοίγουν |
Παρατατικός
| εγώ | άνοιγα |
| εσύ | άνοιγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άνοιγε |
| εμείς | ανοίγαμε |
| εσείς | ανοίγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άνοιγαν |
Αόριστος
| εγώ | άνοιξα |
| εσύ | άνοιξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άνοιξε |
| εμείς | ανοίξαμε |
| εσείς | ανοίξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άνοιξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανοίξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανοίξω |
| εσύ | ανοίξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανοίξει |
| εμείς | ανοίξουμε |
| εσείς | ανοίξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανοίξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | άνοιγε |
| εσείς | ανοίγετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | άνοιξε |
| εσείς | ανοίξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανοίξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανοίγομαι |
| εσύ | ανοίγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανοίγεται |
| εμείς | ανοιγόμαστε |
| εσείς | ανοίγεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανοίγονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανοιγόμουν |
| εσύ | ανοιγόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανοιγόταν |
| εμείς | ανοιγόμασταν |
| εσείς | ανοιγόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανοίγονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανοίχτηκα |
| εσύ | ανοίχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανοίχτηκε |
| εμείς | ανοιχτήκαμε |
| εσείς | ανοιχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανοίχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανοιχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανοιχτώ |
| εσύ | ανοιχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανοιχτεί |
| εμείς | ανοιχτούμε |
| εσείς | ανοιχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανοιχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανοίγεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανοίξου |
| εσείς | ανοιχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανοιχτεί |