HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
EL

Ελληνικά Λεξικό

Αναζητήστε λέξεις, ισοδύναμα και παραδείγματα σε 24 γλώσσες — με επίπεδα CEFR.

768,456
Words
1,034,951
Ορισμοί
614,765
Ισοδύναμα
CEFR
A1 — C2

Δωρεάν Ελληνικό Λεξικό — Babel Free

Το Babel Free προσφέρει ένα δωρεάν ελληνικό λεξικό με ορισμούς, ισοδύναμα σε 24 γλώσσες και επίπεδα CEFR. Αναζητήστε ελληνικές λέξεις και βρείτε ισοδύναμα στα αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά και άλλες γλώσσες.

Αγγλικό-Ελληνικό Λεξικό Online

Ψάχνετε λεξικό αγγλικό ελληνικό; Κάθε λέξη περιλαμβάνει ορισμό, προφορά, επίπεδο CEFR και ισοδύναμα σε 24 γλώσσες. Συμπληρώνει το Λεξικό Τριανταφυλλίδη με πολυγλωσσικές λειτουργίες. Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.

Ελληνικό Λεξιλόγιο — Αρχαία και Νέα Ελληνικά

Χτίστε το ελληνικό σας λεξιλόγιο από A1 έως C2. Κάθε λέξη είναι σημαδεμένη με επίπεδο CEFR. Το καλύτερο ελληνικό λεξικό online — δωρεάν και πολυγλωσσικό.

Popular words

A1 να Adverb χρησιμεύει για να δείξουμε κάτι A1 ΝΑ Noun επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο) A1 να Conjunction μακάρι, είθε δηλώνει ευχή ή κατάρα (μπορεί να συνοδεύεται από τα μακάρι, είθε ) A1 ΝΑ Phrase νοτιοανατολικός, νοτιοανατολική, νοτιοανατολικό A1 το Article ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του ο A1 το Pronoun αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας γ' προσώπου, αντί του αυτό A1 δεν Adverb αρνητικό μόριο που τίθεται πριν από ρηματικό τύπο οριστικής έγκλισης A1 είναι Verb γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι A1 είναι Noun η κατάσταση της ύπαρξης, το να υπάρχει κάποιος A1 θα Adverb χρησιμοποιείται για το σχηματισμό των ρηματικών τύπων που περιγράφουν μια πράξη A1 θα Noun οι υποσχέσεις A1 και Conjunction συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης A1 ϗ Noun όνομα A1 Ϗ Noun τυπογραφικό / καλλιγραφικό σύμπλεγμα (λιγκατούρα), ως συντομογραφία του συνδέσμο A1 μου Pronoun γενική της προσωπικής αντωνυμίας α' προσώπου (εγώ) A1 μου Interjection ο ήχος του μουκανητού (μούγκρισμα) της αγελάδας και του βοδιού A1 μου Noun το όνομα του γράμματος μι, ιδίως σε απαγγελία A1 με Preposition συνοδεία, συντροφιά, παρέα A1 με Pronoun αιτιατική ενικού του εγώ A1 Με Noun ανδρικό όνομα A1 για Preposition δηλώνει την αιτία A1 για Conjunction ή διαζευτικό A1 για Adverb δηλώνει αγανάκτηση, απειλή, ειρωνεία, προτροπή, κ.τ.λ. A1 Για Noun γυναικείο όνομα

Επίπεδο CEFR

A1
869
Beginner
A2
2,616
Elementary
B1
135,394
Intermediate
B2
305,190
Upper Intermediate
C1
223,666
Advanced
C2
100,721
Mastery

More dictionaries

Learn this word in context

See Ελληνικά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course