Meaning of το | Babel Free
/to/Ορισμοί
- ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του ο
- ουδέτερο οριστικό άρθρο στην ονομαστική ενικού
- ουδέτερο οριστικό άρθρο στην αιτιατική ενικού
-
άλλη μορφή του τον· αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ο familiar
Παραδείγματα
“Το καλό το παλικάρι, ξέρει κι άλλο μονοπάτι.”
“Άλλο το ένα, άλλο το άλλο.”
“Δεν έχει το γνώθι σαυτόν.”
“(δείτε, Παράρτημα:Γραμματική#τελικό ν)”
“Έχε το νου σου!”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.