HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Greek Dictionary
CEFR Level
A1

Greek — Beginner Vocabulary

473 words

Can understand and use familiar everyday expressions and very basic phrases.

# Word Type IPA Definition
1 ΝΑ Ουσιαστικό, Επίρρημα, Σύνδεσμος, Φράση /ˈna/ συνοδευόμενο από ένα ή δύο χέρια με όλα τα δάχτυλα ανοιχτά, σημαίνει βρισιά] (παλιότερα κακή ευχή).
2 το Αντωνυμία, Άρθρο /to/ άλλη μορφή του τον· αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ο.
3 δεν Επίρρημα /ˈðen/ ανάμεσα σε επανάληψη του ίδιου ρήματος για να προσδώσει την έννοια του περίπου, σχεδόν.
4 είναι Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈine/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι.
5 θα Ουσιαστικό, Επίρρημα /θa/ χρησιμοποιείται για το σχηματισμό των ρηματικών τύπων που περιγράφουν μια πράξη η οποία πρόκειται να γίνει στο μέλλον.
6 ϗ Ουσιαστικό, Σύνδεσμος /ce/ συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης.
7 Ϗ Ουσιαστικό τυπογραφικό / καλλιγραφικό σύμπλεγμα (λιγκατούρα), ως συντομογραφία του συνδέσμου και.
8 μου Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Επιφώνημα γενική της προσωπικής αντωνυμίας α' προσώπου (εγώ).
9 με Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Πρόθεση /me/ ισότητα, ομοιότητα, συμφωνία, φιλική ή εχθρική επικοινωνία.
10 για Ουσιαστικό, Επίρρημα, Πρόθεση, Σύνδεσμος /[ʝa]/ δηλώνει κίνηση προς έναν τόπο.
11 την Αντωνυμία, Άρθρο /tin/ αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους του ο.
12 ο Ουσιαστικό, Άρθρο /o̞/ άρθρο που μπαίνει πριν από ουσιαστικό, κύριο όνομα ή επίθετο.
13 η Ουσιαστικό, Επίθετο, Σύνδεσμος, Άρθρο /ˈi/ το έβδομο πεζό γράμμα (και τρίτο φωνήεν) του ελληνικού αλφαβήτου.
14 τον Αντωνυμία, Άρθρο /ˈton/ αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ο.
15 τα Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Άρθρο, Φράση /ta/ ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ο.
16 που Ουσιαστικό, Επίρρημα, Αντωνυμία, Σύνδεσμος, Φράση /pu/ that, who, whom, which.
17 σου Ουσιαστικό, Αντωνυμία /ˈsu/ προσωπική αντωνυμία δεύτερου προσώπου στη γενική ενικού (ονομαστική εσύ)· χρησιμοποιείται ως έμμεσο αντικείμενο.
18 σε Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Πρόθεση /[se]/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
19 αυτό Αντωνυμία /aˈfto/ ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του αυτός.
20 του Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Άρθρο γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ο.
21 τι Ουσιαστικό, Επίρρημα, Αντωνυμία, Σύνδεσμος, Επιφώνημα /ˈti/ πολυτονική γραφή του τι.
22 ότι Σύνδεσμος /oti/ εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις μετά από ρήμα λεκτικό, δοξαστικό, αισθήσεως κλπ ή παράγωγό του.
23 από Ουσιαστικό, Πρόθεση, Φράση /apo/ (Ουσιαστικό).
24 στο Ουσιαστικό, Άρθρο /sto/ contraction of σου (sou) + το (to), literally “(to) you”.
25 της Αντωνυμία, Άρθρο /ˈtis/ γενική ενικού, θηλυκού γένους του ο.
26 όχι Ουσιαστικό, Επίρρημα, Επιφώνημα /[ˈo̞çi]/ πόσο μάλλον, ακόμα περισσότερο.
27 ναι Ουσιαστικό, Επίρρημα, Επιφώνημα /[ne̞]/ συμφωνία, κατάφαση, καταφατική απάντηση.
28 ΕΝΑ Επίθετο, Αντωνυμία, Άρθρο, Φράση /ˈe.na/ άλλη μορφή του έναν· αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ένας.
29 τη Αντωνυμία, Άρθρο /ti/ πολυτονική γραφή του τη.
30 αν Ουσιαστικό, Σύνδεσμος /ˈan/ εισάγει ερώτηση, απορία ή αμφιβολία.
31 αλλά Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία, Σύνδεσμος /aˈla/ nominative/accusative/vocative neuter plural of άλλος (állos).
32 εδώ Επίρρημα /eˈðo/ σε αυτό το μέρος, στο σημείο που βρίσκομαι ή για το οποίο γίνεται λόγος.
33 μια Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία, Άρθρο /ˈmi.a/ προφορά του μία, θηλυκό του ένας.
34 Σας Ουσιαστικό, Αντωνυμία αιτιατική πληθυντικού του εσύ.
35 τους Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Άρθρο /tus/ αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ο.
36 ήταν Ρήμα /ˈitan/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του είμαι.
37 μας Ουσιαστικό, Αντωνυμία /ˈmas/ αιτιατική πληθυντικού του εγώ.
38 πρέπει Ρήμα /ˈpɾe.pi/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πρέπω: ταιριάζει, αρμόζει, αξίζει σε κάποιον.
39 είσαι Ρήμα /ˈise/ β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι.
40 είμαι Ρήμα /ˈi.me/ με μετοχή παθητικού παρακειμένου, χρησιμοποιείται ως βοηθητικό ρήμα αντί του έχω για το σχηματισμό περιφραστικών τύπων…
41 οι Επιφώνημα, Άρθρο /i/ ονομαστική πληθυντικού, θηλυκού γένους (η) του ο.
42 στην Ουσιαστικό, Άρθρο /stin/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
43 Πόλυ Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /poˈli/ ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πολύς.
44 κι Ουσιαστικό, Σύνδεσμος /c‿/ το και όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν.
45 γιατί Ουσιαστικό, Επίρρημα, Σύνδεσμος /ʝaˈti/ why, the reason why.
46 πως Ουσιαστικό, Επίρρημα, Σύνδεσμος /ˈpos/ (Ουσιαστικό).
47 τώρα Ουσιαστικό, Επίρρημα, Επιφώνημα /ˈtoɾa/ φιλικός τρόπος για να ξεκινήσει κανείς μια πρόταση.
48 εγώ Ουσιαστικό, Αντωνυμία /eˈɣo/ εκφράζει το πρόσωπο το οποίο μιλά.
49 εντάξει Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίρρημα, Επιφώνημα /enˈda.ksi/ (Ουσιαστικό).
50 κάτι Ουσιαστικό, Αντωνυμία /ˈkati/ στη θέση των αόριστων αντωνυμιών: κάποιοι, κάποιες, κάποια, μερικοί, μερικές, μερικά.
51 έχει Ρήμα /ˈe.çi/ γ' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος έχω.
52 ξέρω Ρήμα /ˈkse.ɾo/ γνωρίζω κάτι ή κάποιον.
53 τις Αντωνυμία, Άρθρο /tis/ αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ο.
54 έχω Ρήμα /ˈexo/ αισθάνομαι / συμπεριφέρομαι θετικά ή αρνητικά.
55 δε Επίρρημα, Φράση /ˈðe/ άλλη μορφή του δεν.
56 Μην Ουσιαστικό, Επίρρημα /min/ με μετοχές, ουσιαστικά ή επίθετα δηλώνει την αρνητική τους σημασία.
57 έτσι Ουσιαστικό, Επίρρημα, Σύνδεσμος /ˈetsi/ κάπως, ως έκφραση δισταγμού του ομιλητή στο να χαρακτηρίσει κάποιον ή κάτι.
58 ΕΣΥ Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Φράση /eˈsi/ initialism of Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ethnikó Sýstima Ygeías, “National Health Service”).
59 καλά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /kaˈla/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (καλό) του καλός.
60 αυτή Αντωνυμία, Άρθρο /aˈfti/ nominative/accusative/vocative feminine singular of αυτός (aftós) ("this").
61 θέλω Ρήμα /ˈθelo/ έχω την επιθυμία να αποκτήσω ή να κάνω κάτι, επιδιώκω ή απαιτώ.
62 όταν Σύνδεσμος /ˈotan/ εισάγει δευτερεύουσες χρονικο-υποθετικές προτάσεις.
63 στον Ουσιαστικό /ˈston/ σε με έκθλιψη + τον οριστικό άρθρο, αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους και σχηματισμό μίας λέξης, χωρίς απόστροφο.
64 στη Ουσιαστικό, Άρθρο /sti/ contraction of σε (se) + τη (ti), literally “to the”, form of στην (stin) without final [n] before consonants < β δ θ φ…
65 μπορώ Ρήμα /boˈɾo/ σε ευγενική ερώτηση-παράκληση, για να ζητήσω κάτι ή την άδεια για να κάνω κάτι.
66 ξέρεις Ρήμα να ξέρεις: second-person singular perfective future subjunctive of ξέρω (xéro).
67 έχεις Ρήμα /ˈe.çis/
68 κάνεις Ρήμα, Αντωνυμία /ˈka.nis/ β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κάνω.
69 μόνο Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Σύνδεσμος /ˈmono/ αποκλειστικά, μοναχά.
70 Μάζι Ουσιαστικό, Επίρρημα /maˈzi/ όχι μόνος, από κοινού, αντάμα, στο ίδιο μέρος.
71 εκεί Επίρρημα /[e̞ˈci]/ σε τόπο ή σημείο που βρίσκεται σε κάποιο απόσταση από τον ομιλητή (σε σύγκριση με τη λέξη εδώ).
72 Σαν Ουσιαστικό, Επίρρημα, Πρόθεση, Σύνδεσμος, Φράση /ˈsan/ because, as, when.
73 όλα Επίθετο, Αντωνυμία /ˈola/ everything.
74 τίποτα Αντωνυμία /ˈti.po.ta/ ούτε το παραμικρό, ούτε το ελάχιστο, το αντίθετο του κάτι.
75 ευχαριστώ Ουσιαστικό, Ρήμα, Επιφώνημα /ef.xa.ɾiˈsto/ επιφώνημα που λέγεται σε κάποιον ως αναγνώριση και ένδειξη ικανοποίησης (για κάποιο δώρο, πράξη κ.λπ.).
76 κάνω Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈkano/ (Ουσιαστικό).
77 απ Επιφώνημα /ˈap/ (for sudden, unexpected movement, or when taking someone by surprise).
78 τόσο Επίρρημα, Αντωνυμία /ˈtoso/ επίρρημα που χρησιμοποιείται για να δηλώσει μέγεθος, ποσότητα ή ένταση, είτε απόλυτα είτε συγκριτικά ή συμπερασματικά.
79 μπορεί Ρήμα /boˈɾi/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ.
80 κάνει Ρήμα /ˈka.ni/ γ΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής αορίστου του κάνω.
81 ποτέ Επίρρημα /poˈte/ σε ποια χρονική στιγμή θα συμβεί ή έχει συμβεί κάποια πράξη/δράση.
82 απλά Επίθετο, Επίρρημα /aˈpla/ με απλό τρόπο.
83 αυτά Αντωνυμία, Άρθρο /aˈfta/ nominative/accusative/vocative neuter plural of αυτός (aftós) ("these").
84 των Άρθρο /ˈton/ γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ο.
85 έλα Ουσιαστικό, Ρήμα, Επιφώνημα /ˈe.la/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος έρχομαι.
86 λοιπόν Ουσιαστικό, Σύνδεσμος /liˈpon/ (Ουσιαστικό).
87 στα Ουσιαστικό, Άρθρο /ˈsta/ contraction of σε (se) + τα (ta), literally “to the”.
88 υπάρχει Ρήμα /iˈpaɾ.çi/ πολυτονική γραφή του υπάρχει· γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του υπάρχω.
89 ακόμα Επίρρημα /aˈkoma/ άλλη μορφή του ακόμη.
90 μπορείς Ρήμα /boˈɾis/ β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ.
91 μέσα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ˈme.sa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μέσο) του μέσος.
92 πάμε Ρήμα, Φράση θα πάμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πηγαίνω.
93 σπίτι Ουσιαστικό /ˈspiti/ το κτήριο ή το διαμέρισμα που αποτελεί την κατοικία ενός ανθρώπου ή μιας οικογένειας.
94 αυτός Αντωνυμία, Άρθρο /aˈftos/ this (masculine singular, nominative).
95 τότε Επίθετο, Επίρρημα /ˈtote/ το χρονικό διάστημα το οποίο αναφέρθηκε προηγούμενα στην πρόταση.
96 Ίσως Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈisos/ την πιθανότητα για κάτι.
97 έχουμε Ρήμα /ˈexume/ α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του έχω.
98 Γι Ουσιαστικό /ˈʝi/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
99 Πίο Ουσιαστικό, Επίρρημα /[ˈpço]/ περισσότερο.
100 παρακαλώ Ρήμα, Επιφώνημα /parakaˈlo/ χρησιμοποιείται σαν ευγενική απάντηση σε κάποιον που λέει « ευχαριστώ ».
101 ένας Επίθετο, Αντωνυμία, Άρθρο /ˈenas/ αόριστο άρθρο για πρόσωπο ή αντικείμενο ή κατάσταση όταν ο ομιλητής δε δίνει έμφαση στο ουσιαστικό, αλλά ούτε και στην π…
102 κύριε Ουσιαστικό, Επιφώνημα /ˈci.ɾi.e/ κλητική ενικού του κύριος.
103 μετά Ουσιαστικό, Επίρρημα, Πρόθεση, Σύνδεσμος /meˈta/ αφού έχει περάσει ένα ορισμένο χρονικό διάστημα.
104 νομίζω Ουσιαστικό, Ρήμα /noˈmizo/ (Ουσιαστικό).
105 είμαστε Ρήμα /ˈimaste/ α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι.
106 πριν Ουσιαστικό, Επίρρημα, Πρόθεση, Σύνδεσμος /pɾin/ προηγούμενα, νωρίτερα.
107 πάντα Ουσιαστικό, Επίρρημα, Άρθρο /ˈpan.da/ πάντοτε, διαρκώς, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου.
108 πίσω Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Επιφώνημα /ˈpiso/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
109 γεια Ουσιαστικό, Επιφώνημα /ˈʝa/ οικείος χαιρετισμός όταν κάποιος έρχεται ή φεύγει.
110 λίγο Επίθετο, Επίρρημα /ˈli.ɣo/ λίγος, στην ονομαστική / αιτιατική / κλητική του ενικού του ουδετέρου γένους.
111 πω Ρήμα, Επιφώνημα θα πω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λέω.
112 όπως Επίρρημα, Πρόθεση, Σύνδεσμος /ˈo.pos/ εισάγει αναφορικές προτάσεις που δείχνουν τον τρόπο.
113 δουλειά Ουσιαστικό /ðuˈʎa/ η εργασία, ο τόπος ή ο φορέας (εταιρεία, οργανισμός, επιχείρηση, κατάστημα, συνεργείο) στον οποίο κάποιος εργάζεται.
114 αλήθεια Ουσιαστικό, Επίρρημα /aˈli.θça/ really, truly.
115 ποιος Αντωνυμία /ˈpços/ who, whom.
116 δύο Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈði.o/ απόλυτο αριθμητικό, άλλη μορφή του δύο (προφέρεται ως μία συλλαβή και γράφεται στο μονοτονικό σύστημα χωρίς τόνο).
117 είπε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λέω.
118 όλοι Επίθετο /ˈo.li/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του όλος.
119 είχε Ρήμα /ˈi.çe/
120 ΑΣ Επίρρημα, Φράση /as/ χρησιμοποιείται σε προτροπές.
121 έναν Επίθετο, Αντωνυμία, Άρθρο /ˈe.nan/ αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ένας.
122 Λες Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈles/ θα λες: β' ενικό εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος λέω.
123 παιδιά Ουσιαστικό /peðiˈa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδί.
124 άλλο Επίθετο, Επίρρημα, Αντωνυμία /ˈa.lo/ περισσότερο.
125 θέλεις Ρήμα /ˈθe.lis/ β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω.
126 ζωή Ουσιαστικό /zoˈi/ η γενική κατάσταση που διαφοροποιεί τα ενόργανα όντα από τα άψυχα αντικείμενα και τους νεκρούς οργανισμούς. Χαρακτηρίζετ…
127 κάνουμε Ρήμα /ˈka.nu.me/ α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κάνω.
128 δω Ρήμα, Επίρρημα /ˈðo/ άλλη μορφή του εδώ πριν από [a], [e], [o].
129 πάω Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈpa.o/ (Ουσιαστικό).
130 μη Επίρρημα, Επιφώνημα /mi/ άλλη μορφή του μην.
131 έξω Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Πρόθεση /ˈeɪ.ksoʊ/ στο εξωτερικό μέρος, εκτός ενός κλειστού χώρου, συνήθως ενός κτηρίου.
132 καλό Ουσιαστικό, Επίθετο /kaˈlo/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καλός.
133 είπα Ρήμα /ˈi.pa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λέω.
134 έχουν Ρήμα /ˈe.xun/ γ' πληθυντικό οριστικής ή υποτακτική ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος έχω.
135 επειδή Ουσιαστικό, Σύνδεσμος /e.piˈði/ (Ουσιαστικό).
136 ήμουν Ρήμα /ˈimun/ α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του εἶμαι· πολυτονική γραφή του ήμουν.
137 μέχρι Επίρρημα, Πρόθεση, Σύνδεσμος /ˈmexɾi/ ακόμα και, έως και.
138 στις Ουσιαστικό, Άρθρο /ˈstis/ contraction of σε (se) + τις (tis), literally “to the”.
139 έπρεπε Ρήμα /ˈe.pɾe.pe/
140 κοίτα Ρήμα, Επιφώνημα β' πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος κοιτάω / κοιτώ.
141 ώρα Ουσιαστικό /ˈo.ra/ η ώριμη ή κατάλληλη ή συνήθης χρονική στιγμή για μια ενέργεια, όπως και αντίθετα η κακή συγκυρία.
142 πανώ Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈpa.no/ κατοχή αντικειμένου ή μέσων, μαζί με κάποιον, δίπλα σε κάποιον.
143 φορά Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈfoɾa/ κάποτε, σε εκφράσεις με το ρήμα σε παρελθοντικό χρόνο, με τάσεις αναπόλησης.
144 χρόνια Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ˈxro.ni.a/ γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Χρόνιας.
145 Σένα Ουσιαστικό γυναικείο επώνυμο.
146 είστε Ρήμα /ˈiste/ β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι.
147 ήθελα Ρήμα α' ενικό παρατατικού του ρήματος θέλω.
148 ούτε Σύνδεσμος /ˈu.te/ συνδέει παρατακτικά δύο όρους (λέξεις, προτάσεις) σε μια αρνητική, αποφατική πρόταση.
149 σωστά Επίθετο, Επίρρημα /soˈsta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωστό.
150 ωραία Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /oˈɾe.a/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ὡραῖος στο πολυτονικό από την ελληνιστική εποχή μέχρι τα τέλη του 20ου…
151 όμως Ουσιαστικό, Σύνδεσμος /ˈo.mos/ (Ουσιαστικό).
152 Κάποιος Ουσιαστικό, Αντωνυμία /ˈka.pços/ δηλώνει αόριστα πρόσωπο, ζώο ή πράγμα που δεν κατονομάζεται ή του οποίου η ακριβής ταυτότητα δεν είναι γνωστή.
153 Μα Ουσιαστικό, Επίρρημα, Σύνδεσμος /ma/ για να εκφράσει αντίθεση.
154 κάθε Αντωνυμία /ˈka.θe/ ένας ένας/μία μία/ένα ένα.
155 πράγματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πράγμα.
156 πες Ρήμα /ˈpes/ β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του λέω.
157 είχα Ρήμα /ˈi.xa/
158 καλή Ουσιαστικό, Επίθετο /kaˈli/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλός.
159 χωρίς Πρόθεση /xoˈɾis/ μη έχοντας, μη συμπεριλαμβάνοντας (το εμπρόθετο δηλώνει εξαίρεση ή απουσία).
160 μέρα Ουσιαστικό /ˈmera/ χρονικό διάστημα μεταξύ ανατολής και δύσης του ηλίου.
161 κάτω Επίθετο, Επίρρημα, Επιφώνημα /ˈka.to/ κάτω από: σε σημείο που υπερκαλύπτεται από μια επιφάνεια.
162 γυναίκα Ουσιαστικό /ʝiˈne.ka/ κάθε ενήλικος άνθρωπος θηλυκού φύλου (κατ' αντιδιαστολή προς το κορίτσι).
163 μπορούμε Ρήμα /boˈɾu.me/ α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ.
164 μόλις Επίρρημα, Σύνδεσμος /ˈmo.lis/ ελάχιστα, σχεδόν καθόλου, με μεγάλη δυσκολία.
165 θες Ρήμα β' ενικό ενεστώτα του ρήματος θέλω.
166 έκανε Ρήμα
167 μαμά Ουσιαστικό /[maˈma]/ η μητέρα, γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει.
168 ακριβώς Επίρρημα /a.kɾiˈvos/ για θέση, ποσότητα, χρονικό σημείο κλπ. που περιγράφεται με ακρίβεια, όχι "στο περίπου".
169 καλύτερα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /kaˈli.te.ɾa/ (Ουσιαστικό).
170 αυτόν Επίθετο, Αντωνυμία /aˈfton/ accusative masculine singular of αυτός (aftós, “this”).
171 πάει Ρήμα θα πάει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πηγαίνω.
172 σήμερα Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈsi.me.ra/ αυτήν την ημέρα, την ημέρα που βρίσκεται αυτός που μιλάει.
173 αρέσει Ρήμα
174 θέλει Ρήμα /ˈθe.li/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω.
175 λέει Ρήμα /ˈle.i/ γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού ενεστώτα του λέω.
176 πόσο Επίρρημα, Αντωνυμία πόσων χρονών, ποιας ηλικίας.
177 συγγνώμη Ουσιαστικό, Επιφώνημα /siŋˈɣno.mi/ επιφώνημα που δηλώνει μετάνοια ή δικαιολόγηση ενόχλησης ή διακοπής.
178 έκανα Ρήμα /ˈe.ka.na/ α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος κάνω.
179 φαίνεται Ρήμα /ˈfe.ne.te/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του φαίνομαι.
180 θεέ Ουσιαστικό κλητική ενικού του θεός.
181 φυσικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /fisiˈka/ γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φυσίκας.
182 λυπάμαι Ρήμα /liˈpa.me/ αισθάνομαι λύπη, συμπόνια και οίκτο για κάποιον.
183 μέρος Ουσιαστικό /ˈmeɾos/ το τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, κομμάτι από κάτι μεγαλύτερο.
184 συμβαίνει Ρήμα /siɱˈve.ni/ συχνά για δυσάρεστα γεγονότα που ο άνθρωπος αποδίδει στην "κακιά στιγμή", στη μοίρα, στον Θεό, για τα οποία δε θέλει ή δ…
185 έγινε Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του γίνομαι.
186 Πας Ουσιαστικό, Ρήμα, Αντωνυμία, Άρθρο /ˈpas/ every, any.
187 εμένα Αντωνυμία γενική και αιτιατική ενικού του εγώ.
188 πεις Ουσιαστικό, Ρήμα θα πεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λέω.
189 πολλά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /poˈla/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολύς.
190 όσο Ουσιαστικό, Επίρρημα, Αντωνυμία /ˈo.so/ (Ουσιαστικό).
191 στιγμή Ουσιαστικό /stiɣˈmi/ η μικρότερη μονάδα μέτρησης μεγέθους (1/72ο της ίντσας ή 1στ.=0,3528 χιλ.) των τυπογραφικών στοιχείων· δώδεκα στιγμές κά…
192 κάποιον Αντωνυμία αιτιατική ενικού του κάποιος.
193 λάθος Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈla.θos/ η απόκλιση ανάμεσα στην πραγματική τιμή που προκύπτει από μια μαθηματική πράξη και στην τιμή που βρίσκει κάποιος από αυτ…
194 οπότε Σύνδεσμος /oˈpo.te/ σε απροσδιόριστα χρονικά σημεία, κάθε φορά που.
195 πράγμα Ουσιαστικό /ˈpɾaɣma/ κάθε αντικείμενο, κάθε τι που μπορούμε να το αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας.
196 έχετε Ρήμα /ˈe.çe.te/
197 χρόνο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του χρόνος.
198 είπες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λέω.
199 ω Ουσιαστικό, Επίθετο, Επιφώνημα το ωμέγα, το 24ο γράμμα και 7ο φωνήεν του ελληνικού αλφαβήτου.
200 γίνει Ρήμα θα γίνει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γίνομαι.
201 εσένα Αντωνυμία αιτιατική ενικού του εσύ.
202 κάποια Αντωνυμία ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κάποιος.
203 ως Επίρρημα, Πρόθεση, Σύνδεσμος /os/ για κάτι που του αποδίδεται μία ιδιότητα, όπως (και) έναν/μια/ένα.
204 ε Ουσιαστικό, Επίθετο, Επιφώνημα /ˈe/ προς δήλωση απορίας και έκπληξης.
205 περίμενε Ρήμα /peˈri.me.ne/
206 πρόβλημα Ουσιαστικό /ˈpɾo.vli.ma/ ένα ερώτημα, συνήθως μαθηματικό, που για να απαντηθεί πρέπει με επιστημονικό τρόπο να συνδυαστούν κάποια δεδομένα και να…
207 παιδί Ουσιαστικό /peˈði/ νεαρό άτομο μικρής ηλικίας, συνήθως ανάμεσα στη βρεφική και την εφηβική ηλικία, που η σωματική και πνευματική του ανάπτυ…
208 ήσουν Ρήμα /ˈisun/ β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του είμαι.
209 πραγματικά Επίθετο, Επίρρημα /pɾaɣmatiˈka/ που συμβαίνει στην πραγματικότητα, που αληθεύει.
210 πάλι Ουσιαστικό, Επίρρημα /[ˈpali]/ της Ινδίας, ιερών σανσκριτικών κειμένων.
211 άλλη Επίθετο, Αντωνυμία /ˈa.li/ nominative/accusative/vocative feminine singular of άλλος (állos).
212 έκανες Ρήμα
213 όλο Επίθετο, Επίρρημα /ˈo.lo/ όλο και: δίνει επιτατική σημασία σ' αυτά που ακολουθούν.
214 χρειάζεται Ρήμα /xɾiˈa.ze.te/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του χρειάζομαι.
215 βλέπω Ρήμα /ˈvle.po/ αντιλαμβάνομαι την ύπαρξη αντικειμένων με τα μάτια μου.
216 μητέρα Ουσιαστικό /miˈtera/ γυναίκα ή φορέας ή ιδέα που βοηθά στη γέννηση ιδεών ή πραγμάτων ή που φροντίζει κάποιους ως μητέρα χωρίς να είναι συγγεν…
217 υπάρχουν Ρήμα /iˈpaɾ.xun/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του υπάρχω.
218 πιστεύω Ουσιαστικό, Ρήμα /piˈste.vo/ έχω πίστη.
219 δικό Επίθετο, Αντωνυμία accusative masculine singular of δικός (dikós).
220 ίδιο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ίδιος.
221 φίλε Ουσιαστικό, Επίθετο vocative masculine singular of φίλος (fílos).
222 Γρηγορά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ˈɣɾiɣoɾa/ σε μικρό χρονικό διάστημα, σύντομα.
223 στους Ουσιαστικό, Άρθρο /ˈstus/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
224 πάρει Ρήμα θα πάρει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίρνω.
225 σίγουρα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ˈsi.ɣu.ɾa/ με σιγουριά, με βεβαιότητα.
226 πάρω Ρήμα θα πάρω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίρνω.
227 αρκετά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Επιφώνημα /aɾ.ceˈta/ (Ουσιαστικό).
228 μπαμπά Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπαμπάς.
229 ΙΔΕΑ Ουσιαστικό, Φράση /iˈðe.a/ σκέψη, σχέδιο, έμπνευση, σύλληψη που μπορεί να βοηθήσει στη λύση ενός προβλήματος.
230 όλη Επίθετο /ˈo.li/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του όλος.
231 εσείς Αντωνυμία /eˈsis/ προσωπική αντωνυμία που εκφράζει το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο: αναφέρεται στους συνομιλητές.
232 λένε Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος λέω.
233 λεφτά Ουσιαστικό /leˈfta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεφτό.
234 γίνεται Ρήμα /ˈʝi.ne.te/ β΄ πρόσωπο ενικού ενεστώτα του γίνομαι.
235 νέα Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νέος.
236 Λεώ Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈleo/ ονομάζω κάτι ή κάποιον με ένα συγκεκριμένο όνομα, αποκαλώ.
237 ξέρει Ρήμα
238 πήγαινε Ρήμα β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος πηγαίνω.
239 νομίζεις Ρήμα β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του νομίζω.
240 φορές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φόρα.
241 δει Ρήμα γ΄ ενικό πρόσωπο στιγμιαίου μέλλοντα και υποτακτικής του βλέπω.
242 Μάλλον Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈmalon/ χρησιμοποιείται και για να προσδώσει ένα βαθμό αβεβαιότητας σε μια απόφανση.
243 κ. Ουσιαστικό
244 ήδη Επίρρημα /ˈi.ði/ δηλώνει έμφαση για κάτι που έγινε στο άμεσο παρελθόν, με τρόπο πολύ πιο γρήγορο από όσο νομίζαμε· κιόλας.
245 είδα Ρήμα /ˈi.ða/ α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βλέπω.
246 σημαίνει Ρήμα
247 εμείς Αντωνυμία /eˈmis/ προσωπική αντωνυμία που εκφράζει το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: εγώ ο ομιλητής μαζί με άλλους.
248 ακόμη Επίρρημα /aˈko.mi/ εκφράζει τη συνέχεια κάποιου πράγματος, κάτι που συνεχίζει κάποιος να κάνει, που δεν το έχει σταματήσει ή δεν το έχει ολ…
249 όλους Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του όλος.
250 πατέρας Ουσιαστικό /paˈte.ɾas/ άντρας που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει.
251 κάνουν Ρήμα /ˈka.nun/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κάνω.
252 προς Πρόθεση /ˈpɾos/ δηλώνει την κατεύθυνση της κίνησης, προς το μέρος.
253 εκτός Επίρρημα, Πρόθεση /eˈktos/ έξω από, μακριά από (τοπικό).
254 κόσμο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του κόσμος.
255 βραδύ Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ˈvraði/ at night, by night, nightly.
256 μωρό Ουσιαστικό, Επίθετο /moˈɾo/ πολύ νεαρό παιδί που δεν ξέρει ακόμα να μιλά και να περπατά, το βρέφος.
257 συγνώμη Ουσιαστικό, Επιφώνημα /siˈɣno.mi/ colloquial form of συγγνώμη (syngnómi).
258 όνομα Ουσιαστικό /ˈo.no.ma/ το αναγνωριστικό, λέξη με την οποία ταυτοποιείται μία οντότητα (εντολή, μεταβλητή, συνάρτηση, κλπ) σε μια γλώσσα προγραμ…
259 πατέρα Ουσιαστικό /paˈte.ra/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατερό.
260 βλέπεις Ρήμα /ˈvle.pis/ β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βλέπω.
261 χαρά Ουσιαστικό /xaˈɾa/ συναίσθημα ευχαρίστησης για μια κατάσταση.
262 αύριο Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈa.vɾi.o/ κατά τη διάρκεια της μέρας που έρχεται μετά από τη σημερινή.
263 μπορούσα Ουσιαστικό, Ρήμα
264 σταμάτα Ουσιαστικό, Ρήμα /staˈma.ta/ οικισμός της Αττικής.
265 μπορείτε Ρήμα /boˈɾi.te/ β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ.
266 μόνος Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία /ˈmonos/ αυτοκίνητο που ο αριθμός κυκλοφορίας του είναι μονός, που λήγει σε μονό ψηφίο.
267 αυτές Αντωνυμία, Άρθρο /aˈftes/ nominative/accusative/vocative feminine plural of αυτός (aftós, “these”).
268 νόμιζα Ρήμα
269 αγάπη Ουσιαστικό /aˈɣa.pi/ συναίσθημα συμπάθειας, φιλίας ή στοργής καθώς και η έκφρασή του με λόγια ή πράξεις.
270 πρόκειται Ρήμα /ˈpɾo.ci.te/ κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει.
271 τελευταία Επίθετο, Επίρρημα /teleˈftea/ nominative/accusative/vocative feminine singular of τελευταίος (teleftaíos).
272 άνθρωποι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνθρωπος.
273 πρώτη Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈpɾo.ti/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρώτος.
274 Πέι Ουσιαστικό, Ρήμα θα πει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λέω.
275 μεγάλη Ουσιαστικό, Επίθετο /meˈɣa.li/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγάλος.
276 καταλαβαίνω Ρήμα /ka.ta.laˈve.no/ συνειδητοποιώ, αντιλαμβάνομαι έπειτα από σκέψη ή εμπειρία την πραγματικότητα, την αλήθεια, τις αιτίες, τα κίνητρα ή τα α…
277 ήξερα Ρήμα α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού παρατατικού του ρήματος ξέρω.
278 δίκιο Ουσιαστικό /ˈðico/ αυτό που είναι σύμφωνο με τις αρχές της ηθικής και της δικαιοσύνης.
279 απόψε Επίρρημα /aˈpopse/ σήμερα το βράδυ.
280 κανένα Αντωνυμία /kaˈne.na/ άλλη μορφή του κανέναν· αιτιατική, αρσενικού γένους του κανείς.
281 συνέβη Ρήμα γ' πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος συμβαίνει.
282 μακριά Επίθετο, Επίρρημα /makɾiˈa/ σε μεγάλη απόσταση στο χρόνο.
283 τέλος Ουσιαστικό /ˈte.los/ το σημείο πέραν του οποίου δε συνεχίζεται μια ενέργεια ή ένα πράγμα, το έσχατο σημείο, το πέρας.
284 ποιο Αντωνυμία /ˈpço/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ποιος.
285 μπορούσε Ρήμα
286 απλώς Επίρρημα /[aˈplɔs]/ just, only.
287 αμέσως Επίρρημα, Επιφώνημα /aˈme.sos/ την ίδια στιγμή.
288 ξανά Ουσιαστικό, Επίρρημα /ksaˈna/ ως πρώτο συνθετικό σε πολλές λέξεις για να δείξει την επανάληψη, σε άλλες από τις οποίες έχει αντικαταστήσει το ἀνά ενώ…
289 τρόπο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του τρόπος.
290 Παρέ Ουσιαστικό, Ρήμα β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του παίρνω.
291 θέση Ουσιαστικό /ˈθe.si/ πρώτη θέση, δεύτερη θέση, οικονομική θέση κλπ: οι ανέσεις ή τα προνόμια που αντιστοιχούν στην τιμή του εισιτηρίου.
292 μήπως Σύνδεσμος /ˈmi.pos/ εισάγει ευθείες ερωτήσεις (ρητορικές ερωτήσεις) που εκφράζουν κατάφαση ή άρνηση.
293 αυτοί Αντωνυμία /aˈfti/ ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτός.
294 ξέρετε Ρήμα
295 αυτούς Αντωνυμία, Άρθρο /aˈftus/ accusative masculine plural of αυτός (aftós).
296 ήρθε Ρήμα /ˈiɾ.θe/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι.
297 εαυτό Αντωνυμία /e.aˈfto/ αιτιατική ενικού του εαυτός.
298 δική Επίθετο, Αντωνυμία nominative feminine singular of δικός (dikós).
299 Ποία Ουσιαστικό, Αντωνυμία /pça/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ποιος.
300 αυτήν Αντωνυμία αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους (αυτή) του αυτός.
301 μάλιστα Ουσιαστικό, Επίρρημα, Επιφώνημα /ˈma.li.sta/ (Ουσιαστικό).
302 κάνετε Ρήμα /ˈka.ne.te/ β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κάνω.
303 περισσότερο Επίθετο, Επίρρημα /pe.ɾiˈso.te.ɾo/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περισσότερος.
304 κατά Ουσιαστικό, Πρόθεση /kaˈta/ γυναικείο επώνυμο.
305 πόλη Ουσιαστικό /ˈpoli/ οικισμός με πολλά σπίτια, κατοίκους και διάφορες διοικητικές, οικονομικές ή άλλες υπηρεσίες.
306 Πια Ουσιαστικό, Επίρρημα /[pça]/ ενισχύει τη σημασία του ρήματος με την έννοια του οριστικού και τελεσίδικου, πλέον.
307 κορίτσι Ουσιαστικό /koˈɾi.t͡si/ η νεαρή κοπέλα με την οποία έχει κάποιος δεσμό.
308 θέλετε Ρήμα /ˈθe.le.te/ β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω.
309 κάποιο Αντωνυμία ουδέτερο του κάποιος.
310 λεπτό Ουσιαστικό, Επίθετο /leˈpto/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λεπτός.
311 κοντά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /konˈda/ καταληκτικό τμήμα σύνθεσης-μουσικού κομματιού (κυρίως σονάτας).
312 χρειάζομαι Ουσιαστικό, Ρήμα /xɾiˈa.zo.me/ (Ουσιαστικό).
313 θέμα Ουσιαστικό /ˈθema/ το μέρος της λέξης το οποίο παράγεται από τη ρίζα, παραμένει αφαιρώντας την κατάληξη και δε μεταβάλλεται κατά την κλίση.
314 μιλήσω Ρήμα θα μιλήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μιλώ.
315 μέρες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέρα.
316 είχες Ρήμα /ˈi.çes/
317 τύπος Ουσιαστικό /ˈti.pos/ γραπτή αποτύπωση με σύμβολα μιας χημικής ουσίας ή μιας χημικής αντίδρασης ή μιας μαθηματικής σχέσης.
318 λεπτά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτό.
319 επίσης Επίρρημα χρησιμοποιείται μονολεκτικά για ανταπόδοση ευχής.
320 χέρια Ουσιαστικό /çeɾˈʝa/ τρόπος μέτρησης του νήματος και του υφάσματος στα υφαντουργεία, όπου μια χεριά ήταν η απόσταση του άκρου του μικρού δακτ…
321 εκείνη Αντωνυμία /eˈci.ni/ ονομαστική και αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους του εκείνος.
322 έρθει Ρήμα θα έρθει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος έρχομαι.
323 βρω Ρήμα θα βρω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκω.
324 τέτοιο Αντωνυμία nominative/accusative/vocative neuter singular of τέτοιος (tétoios).
325 μερικές Επίθετο, Αντωνυμία ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερική.
326 πειράζει Ρήμα /piˈɾa.zi/ ευγενικός τρόπος να ρωτήσει κανείς αν κάτι ενοχλεί, αν επιτρέπεται ή αν υπάρχει αντίρρηση.
327 βοήθεια Ουσιαστικό, Επιφώνημα /voˈi.θi.a/ η ενέργεια που στοχεύει στην υποστήριξη, στην ενίσχυση, στην προστασία ή στην ανακούφιση κάποιου.
328 εννοώ Ουσιαστικό, Ρήμα /e.noˈo/ (Ουσιαστικό).
329 άνθρωπος Ουσιαστικό /ˈan.θɾo.pos/ αυτός και αυτή που έχει ορισμένα ψυχικά χαρακτηριστικά που τον/ην κάνουν αποδεκτό/ή από την κοινωνία.
330 μεγάλο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μεγάλος.
331 βρούμε Ρήμα /ˈvɾu.me/ θα βρούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκω.
332 ανθρώπους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του άνθρωπος.
333 δεις Ρήμα θα δεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βλέπω.
334 καθόλου Ουσιαστικό, Επίρρημα /kaˈθo.lu/ γυναικείο επώνυμο.
335 εννοείς Ρήμα
336 ορίστε Ουσιαστικό, Ρήμα, Επιφώνημα /oˈɾiste/ (Ουσιαστικό).
337 αφού Ουσιαστικό, Σύνδεσμος /aˈfu/ (Ουσιαστικό).
338 πέρα Επίρρημα σε χρονικό σημείο που βρίσκεται μετά από το χρόνο που αναφέρεται, μετά.
339 όπλο Ουσιαστικό /ˈoplo/ καθετί που χρησιμεύει για την άμυνα ή την επίθεση.
340 σίγουρος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈsiɣuɾos/ που προκαλεί το αίσθημα της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης, που απομακρύνει το αίσθημα της αβεβαιότητας και της ανησυχία…
341 ιστορία Ουσιαστικό /[i.stoˈɾi.a]/ το ιστορικό ενός περιστατικού που δε συνέβη τυχαία, το υπόβαθρό του και συχνά ο υπαινιγμός για ερωτική σχέση που προϋπήρ…
342 πηρέ Ρήμα, Επίθετο γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνω.
343 δούμε Ρήμα θα δούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βλέπω.
344 πρωί Ουσιαστικό, Επίρρημα /pɾoˈi/ οι πρώτες ώρες της ημέρας μετά την ανατολή του ήλιου.
345 ήθελε Ρήμα θα μπορούσε να (μόνο σε σταθερές εκφράσεις όπως ό,τι ήθελε προκύψει και ό,τι ήθελε συμβεί).
346 ελπίζω Ρήμα /elˈpi.zo/ είμαι αισιόδοξος ότι θα συμβεί κάτι καλό.
347 πόρτα Ουσιαστικό /ˈpor.ta/ κατασκευή, συνήθως ξύλινη ή μεταλλική, που προσαρμόζεται στην είσοδο κτιρίου, δωματίου ή ακάλυπτου περιφραγμένου χώρου…
348 μάτια Ουσιαστικό /ˈmatça/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάτι.
349 Κανέ Ουσιαστικό, Ρήμα
350 δρόμο Ουσιαστικό, Επιφώνημα αιτιατική ενικού του δρόμος.
351 Όλες Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όλη.
352 πιστεύεις Ρήμα /pisˈte.vis/ β΄πρόσωπο ενικού οριστικής εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος πιστεύω.
353 ομάδα Ουσιαστικό /oˈma.ða/ σύνολο αθλητών που συμμετέχουν σε ομαδικό παιχνίδι αντιμετωπίζοντας έναν αντίπαλο.
354 α Ουσιαστικό, Επίθετο, Σύνδεσμος, Επιφώνημα, Φράση /a/ άλφα: το πρώτο πεζό γράμμα (και πρώτο φωνήεν) του ελληνικού αλφαβήτου.
355 μπροστά Επίρρημα /bɾoˈsta/ προσδιορίζει κάποιον ή κάτι που βρίσκεται στην πρώτη σειρά ή θέση σε σχέση με τον ομιλητή.
356 κακό Ουσιαστικό, Επίθετο /kaˈko/ συμφορά, καταστροφικό γεγονός, π.χ. πυρκαγιά, πόλεμος, αρρώστια κλπ.
357 καλύτερο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καλύτερος.
358 σχέση Ουσιαστικό η συσχέτιση (αντιστοίχιση) μεταξύ των γραμμών (rows) διαφορετικών πινάκων (tables) με την χρήση πρωτευόντων (primary key…
359 καλός Ουσιαστικό, Επίθετο /kaˈlos/ ο θετικά, αγαθά, φιλικά διακείμενος προς τους άλλους, όχι μόνον θεωρητικά, αλλά και συναισθηματικά και πρακτικά, που βοη…
360 ώρες Ουσιαστικό /ˈo.ɾes/ θεότητες, η Θαλλώ, η Αυξώ και η Καρπώ, κόρες του Δία και της Θέμιδας, αδελφές των Μοιρών και ρυθμιστικές των εποχών. Ο Η…
361 αστυνομία Ουσιαστικό /astinoˈmia/ ομάδα ένστολων οπλισμένων ανθρώπων που είναι αρμόδιοι για την διατήρηση της δημόσιας τάξης σε μια περιοχή, την σύλληψη ε…
362 φύγω Ρήμα θα φύγω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φεύγω.
363 θυμάσαι Ρήμα β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του θυμάμαι.
364 ευκαιρία Ουσιαστικό /ef.ceˈri.a/ η δυνατότητα που παρουσιάζεται σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, για να γίνει κάτι που πρέπει ή θέλουμε να κάνουμε, κα…
365 λόγο Ουσιαστικό /ˈloɣo/ αιτιατική ενικού του λόγος.
366 τ Ουσιαστικό, Επίθετο ταυ: το δέκατο ένατο γράμμα (και δέκατο τέταρτο σύμφωνο) του ελληνικού αλφαβήτου.
367 διάολο Ουσιαστικό accusative singular of διάολος (diáolos).
368 βοηθήσω Ρήμα θα βοηθήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βοηθώ.
369 χέρι Ουσιαστικό /ˈçe.ɾi/ το καθένα από τα δύο άνω άκρα του ανθρώπινου σώματος, από τον ώμο μέχρι τις άκρες των δαχτύλων.
370 αμάξι Ουσιαστικό όχημα με τέσσερις τροχούς που το τραβάει ένα ή περισσότερα ζώα, συνήθως άλογα, άμαξα.
371 ώστε Σύνδεσμος /ˈo.ste/ με σκοπό να... , έτσι που να... (η δευτερεύουσα πρόταση περιγράφει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα).
372 νύχτα Ουσιαστικό /ˈni.xta/ το μέρος του εικοσιτετραώρου που ακολουθεί το βράδυ και διαρκεί μέχρι την ανατολή του ήλιου.
373 χαίρομαι Ρήμα /ˈçe.ɾo.me/ νιώθω χαρά, ευτυχία, ενθουσιασμό.
374 κεφάλι Ουσιαστικό /ceˈfa.li/ η εξουσία, οι επικεφαλής κυριολεκτικά, ειρωνικά ή επικριτικά (με μομφή αναξιότητας της εξουσίας ή αδυναμίας του εξουσιαζ…
375 πήγε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω.
376 φύγε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φεύγω.
377 ξέρουμε Ρήμα
378 γραφείο Ουσιαστικό /ɣɾa.ˈfi.o/ χώρος σε εταιρεία ή υπηρεσία που στεγάζει τις δραστηριότητες ενός υπαλλήλου ή στελέχους.
379 βρήκα Ρήμα /ˈvɾi.ka/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίσκω.
380 καν Ουσιαστικό, Σύνδεσμος /ˈkan/ επιτατικό αρνητικό μόριο.
381 τέλεια Επίθετο, Επίρρημα /ˈtelia/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τέλειος.
382 γαμώτο Ουσιαστικό, Επιφώνημα /ˈɣaˈmoto/ έκφραση αγανάκτησης ή απογοήτευσης.
383 ελατέ Ρήμα, Επίθετο /eˈla.te/
384 δωμάτιο Ουσιαστικό /ðoˈma.ti.o/ εσωτερικός χώρος κτηρίου, π.χ. σπιτιού, διαμερίσματος, ξενοδοχείου, (λαϊκότροπο) ο οντάς.
385 Μίλας Ουσιαστικό, Ρήμα
386 ίδια Επίθετο, Επίρρημα /ˈi.ðʝa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ίδιος.
387 δώσε Ρήμα β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του δίνω.
388 κόρη Ουσιαστικό /ˈko.ɾi/ το άγαλμα νεαρής γυναίκας της αρχαϊκής εποχής.
389 φίλος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈfi.los/ πρόσωπο με το οποίο συνδέεται κανείς με σχέση αμοιβαίας αγάπης, αφοσίωσης και κατανόησης, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει σ…
390 όπου Επίρρημα /ˈo.pu/ εκεί που, στο μέρος που (προσδιορίζει τόπο αόριστα).
391 κανέναν Αντωνυμία /kaˈne.nan/ αιτιατική, αρσενικού γένους του κανείς.
392 αγαπώ Ρήμα /a.ɣaˈpo/ άλλη μορφή του αγαπάω.
393 πρώτα Επίθετο, Επίρρημα /ˈpɾo.ta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρώτος.
394 ψέματα Ουσιαστικό /ˈpse.ma.ta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψέμα.
395 οικογένεια Ουσιαστικό /i.koˈʝe.ni.a/ πληροφορική τυπογραφία) σύνολο γραμματοσειρών που έχουν κοινά χαρακτηριστικά (συνήθως οι διάφορες εκδοχές της γραμματοσε…
396 πάρεις Ρήμα θα πάρεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίρνω.
397 χρήματα Ουσιαστικό /ˈxri.ma.ta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρήμα.
398 Δηλάδη Ουσιαστικό, Σύνδεσμος /ði.laˈði/ επεξηγηματικός σύνδεσμος: τουτέστιν, δηλονότι, λοιπόν, με άλλα λόγια, για την ακρίβεια, πιο αναλυτικά, συγκεκριμένα.
399 ανησυχείς Ρήμα
400 αγόρι Ουσιαστικό /aˈɣo.ɾi/ ο σερβιτόρος ή ο καμαριέρης.
401 Τρεις Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈtɾis/ το αρσενικό και θηλυκό γένος του αριθμητικού επιθέτου τρία.
402 ενός Επίθετο, Αντωνυμία, Άρθρο /eˈnos/ γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ένας.
403 πέθανε Ρήμα /ˈpeθane/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω.
404 ωραίο Ουσιαστικό, Επίθετο /oˈɾe.o/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ωραίος.
405 σοβαρά Επίθετο, Επίρρημα /so.vaˈɾa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σοβαρός.
406 αλλιώς Επίρρημα διαφορετικά, με διαφορετικό τρόπο.
407 είχαμε Ρήμα /ˈi.xa.me/
408 άντρας Ουσιαστικό /[ˈandras]/ αυτός που έχει τις καλές ιδιότητες που, συνήθως, αποδίδονται στους άντρες (γενναιοδωρία, αποφασιστικότητα κ.α.).
409 τουλάχιστον Επίρρημα /tuˈla.çi.ston/ το ελάχιστο, το λιγότερο.
410 έρχεται Ρήμα
411 Πανέ Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο /ˈpa.ne/ θα πάνε: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πηγαίνω.
412 μικρό Ουσιαστικό, Επίθετο /miˈkɾo/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μικρός.
413 καρδιά Ουσιαστικό /karˈðʝa/ μυώδες κοίλο όργανο που λειτουργεί ως αντλία για την κυκλοφορία του αίματος.
414 πήρα Ρήμα /ˈpi.ɾa/ α΄ πρόσωπο ενικού ενεργητικού αορίστου του παίρνω.
415 δύσκολο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δύσκολος.
416 φύγουμε Ρήμα θα φύγουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φεύγω.
417 πούμε Ρήμα /ˈpu.me/ θα πούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λέω.
418 τηλέφωνο Ουσιαστικό /tiˈle.fo.no/ η εγκατάσταση μιας τηλεφωνικής συσκευής και η σύνδεσή της με το τηλεφωνικό δίκτυο που παρέχει τη δυνατότητα για τηλεφωνι…
419 λέμε Ρήμα /ˈleme/
420 αργότερα Επίρρημα /aɾˈɣoteɾa/ μετά την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος, σε μεταγενέστερο χρόνο.
421 εάν Σύνδεσμος /eˈan/ άλλη μορφή του αν.
422 νερό Ουσιαστικό /neˈɾo/ (χημικός τύπος: H₂O) το άχρωμο και συνήθως άοσμο και άγευστο υγρό στοιχείο της φύσης, που προκύπτει από τη χημική ένωση…
423 σχεδόν Επίρρημα /sçeˈðon/ εξαιρουμένων μικρών λεπτομερειών.
424 τέτοια Αντωνυμία ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τέτοιος.
425 είδες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπω.
426 Κάπου Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈka.pu/ κατά κάποιον τρόπο, σε κάποιο βαθμό.
427 μεταξύ Επίρρημα, Πρόθεση /me.taˈksi/ ανάμεσα, σε χρονικό ή τοπικό σημείο που βρίσκεται μετά από το ένα άκρο και πριν το επόμενο άκρο.
428 χθες Ουσιαστικό, Επίρρημα /xθes/ άλλη μορφή του χτες.
429 νιώθω Ρήμα /ˈɲo.θo/ αντιλαμβάνομαι κατά ένα ορισμένο τρόπο την ψυχολογική μου κατάσταση ή τις σωματικές μου δυνάμεις και την κατάσταση της υ…
430 αντίο Ουσιαστικό, Επιφώνημα /aˈdio/ αποχαιρετιστήρια προσφώνηση που λέγεται όταν κάποιος φεύγει.
431 υπόθεση Ουσιαστικό το πρώτο σκέλος ενός υποθετικού λόγου με δεύτερο την απόδοση· συνήθως είναι υποθετική πρόταση που εισάγεται με το αν, μπ…
432 πέντε Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈpen.de/ το απόλυτο αριθμητικό (5) που ακολουθεί το τέσσερα και προηγείται του έξι.
433 Δωσώ Ουσιαστικό, Ρήμα /ðoˈso/ θα δώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δίνω.
434 μήνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μήνας.
435 μυαλό Ουσιαστικό /mɲaˈlo/ το αποτέλεσμα της εγκεφαλικής λειτουργίας, ένας εγκέφαλος σε λειτουργία, η νοητική και βιωματική (εκ των έσω) απόδοση το…
436 τρία Επίθετο /ˈtɾi.a/ το απόλυτο αριθμητικό (3) που ακολουθεί το δυο και προηγείται του τέσσερα.
437 θυμάμαι Ρήμα /θiˈma.me/ δεν ξεχνώ να κάνω δώρο κάποιον που γιορτάζει ή να του ευχηθώ ή να του αφήσω κάτι στη διαθήκη μου.
438 συμβεί Ρήμα θα συμβεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμβαίνει.
439 κόσμος Ουσιαστικό /ˈko.zmos/ τα εγκόσμια κατ' αντιδιαστολή προς τον μοναχισμό.
440 θέλουν Ρήμα /ˈθe.lun/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω.
441 αίμα Ουσιαστικό /ˈe.ma/ το υγρό με κόκκινο χρώμα που κυκλοφορεί μέσα στο σώμα του ανθρώπου κι άλλων ζώων (στα έντομα είναι κίτρινο) μέσω της καρ…
442 μικρή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρός.
443 ρε Ουσιαστικό, Επιφώνημα /ɾe/ μωρέ ή μωρή.
444 πάρα Επίρρημα /ˈpaɾa/ επιτατικό μόριο, συνοδεύει τη λέξη πολύ.
445 σχολείο Ουσιαστικό /sxoˈli.o/ μία συγκεκριμένη σχολική μονάδα της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που στεγάζεται σε δικό της κτίριο (ή…
446 τρόπος Ουσιαστικό /ˈtɾo.pos/ οι επιλεγμένοι φθόγγοι (συνήθως επτά) μέσα στο διάστημα μιας οκτάβας, με προκαθορισμένη απόσταση διαστημάτων μεταξύ τους…
447 σύντομα Επίθετο, Επίρρημα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
448 γυναίκες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναίκα.
449 καμιά Αντωνυμία /kaˈmɲa/ άλλη μορφή του καμία· ονομαστική και αιτιατική, θηλυκού γένους του κανείς.
450 βέβαια Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Επιφώνημα (Ουσιαστικό).
451 μπορούν Ρήμα /boˈɾun/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ.
452 υποθέτω Ρήμα /i.poˈθe.to/ εξετάζω κάτι ως ενδεχόμενο ή πιθανά αληθινό χωρίς όμως να υπάρχουν στοιχεία ότι αληθεύει ή ότι σίγουρα θα επαληθευτεί με…
453 θέλουμε Ρήμα /ˈθe.lu.me/ α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω.
454 σκατά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Επιφώνημα /skaˈta/ ευτελής, κακής ποιότητας, αηδιαστικός.
455 ήθελες Ρήμα
456 μπαμπάς Ουσιαστικό /baˈbas/ ο πατέρας, άντρας που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει.
457 είχαν Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈi.xan/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του έχω.
458 μιλήσουμε Ρήμα θα μιλήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μιλώ.
459 αργά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα γυναικείο όνομα.
460 εμάς Αντωνυμία αιτιατική πληθυντικού του εγώ.
461 Μέρικα Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερικό.
462 άντρες Ουσιαστικό /ˈan.dɾes/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άντρας.
463 φίλοι Ουσιαστικό, Επίθετο nominative masculine plural of φίλος (fílos).
464 τρέχει Ρήμα
465 συνέχεια Ουσιαστικό, Επίρρημα /siˈneçia/ άλλη μορφή του συνεχώς.
466 φυλακή Ουσιαστικό /fi.laˈci/ ποινή για αδικήματα στα ποινικά δικαστήρια.
467 σκέφτηκα Ρήμα /ˈsce.fti.ka/ α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του σκέφτομαι.
468 φύγει Ρήμα θα φύγει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φεύγω.
469 ήρθες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι.
470 πείτε Ρήμα /ˈpi.te/ β΄ πρόσωπο πληθυντικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του λέω.
471 εκείνο Αντωνυμία /eˈci.no/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εκείνος.
472 αφήσω Ρήμα θα αφήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αφήνω.
473 όσα Αντωνυμία /ˈo.sa/ ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του όσος.
Level A1 of 6 A2 →

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, CEFR level, and more.

Open Dictionary