CEFR Level
A1
Greek — Beginner Vocabulary
473 words
Can understand and use familiar everyday expressions and very basic phrases.
| # | Word | Type | IPA | Definition |
|---|---|---|---|---|
| 1 | ΝΑ | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Σύνδεσμος, Φράση | /ˈna/ | συνοδευόμενο από ένα ή δύο χέρια με όλα τα δάχτυλα ανοιχτά, σημαίνει βρισιά] (παλιότερα κακή ευχή). |
| 2 | το | Αντωνυμία, Άρθρο | /to/ | άλλη μορφή του τον· αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ο. |
| 3 | δεν | Επίρρημα | /ˈðen/ | ανάμεσα σε επανάληψη του ίδιου ρήματος για να προσδώσει την έννοια του περίπου, σχεδόν. |
| 4 | είναι | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈine/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι. |
| 5 | θα | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /θa/ | χρησιμοποιείται για το σχηματισμό των ρηματικών τύπων που περιγράφουν μια πράξη η οποία πρόκειται να γίνει στο μέλλον. |
| 6 | ϗ | Ουσιαστικό, Σύνδεσμος | /ce/ | συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης. |
| 7 | Ϗ | Ουσιαστικό | τυπογραφικό / καλλιγραφικό σύμπλεγμα (λιγκατούρα), ως συντομογραφία του συνδέσμου και. | |
| 8 | μου | Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Επιφώνημα | γενική της προσωπικής αντωνυμίας α' προσώπου (εγώ). | |
| 9 | με | Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Πρόθεση | /me/ | ισότητα, ομοιότητα, συμφωνία, φιλική ή εχθρική επικοινωνία. |
| 10 | για | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Πρόθεση, Σύνδεσμος | /[ʝa]/ | δηλώνει κίνηση προς έναν τόπο. |
| 11 | την | Αντωνυμία, Άρθρο | /tin/ | αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους του ο. |
| 12 | ο | Ουσιαστικό, Άρθρο | /o̞/ | άρθρο που μπαίνει πριν από ουσιαστικό, κύριο όνομα ή επίθετο. |
| 13 | η | Ουσιαστικό, Επίθετο, Σύνδεσμος, Άρθρο | /ˈi/ | το έβδομο πεζό γράμμα (και τρίτο φωνήεν) του ελληνικού αλφαβήτου. |
| 14 | τον | Αντωνυμία, Άρθρο | /ˈton/ | αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ο. |
| 15 | τα | Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Άρθρο, Φράση | /ta/ | ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ο. |
| 16 | που | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Αντωνυμία, Σύνδεσμος, Φράση | /pu/ | that, who, whom, which. |
| 17 | σου | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | /ˈsu/ | προσωπική αντωνυμία δεύτερου προσώπου στη γενική ενικού (ονομαστική εσύ)· χρησιμοποιείται ως έμμεσο αντικείμενο. |
| 18 | σε | Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Πρόθεση | /[se]/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 19 | αυτό | Αντωνυμία | /aˈfto/ | ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του αυτός. |
| 20 | του | Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Άρθρο | γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ο. | |
| 21 | τι | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Αντωνυμία, Σύνδεσμος, Επιφώνημα | /ˈti/ | πολυτονική γραφή του τι. |
| 22 | ότι | Σύνδεσμος | /oti/ | εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις μετά από ρήμα λεκτικό, δοξαστικό, αισθήσεως κλπ ή παράγωγό του. |
| 23 | από | Ουσιαστικό, Πρόθεση, Φράση | /apo/ | (Ουσιαστικό). |
| 24 | στο | Ουσιαστικό, Άρθρο | /sto/ | contraction of σου (sou) + το (to), literally “(to) you”. |
| 25 | της | Αντωνυμία, Άρθρο | /ˈtis/ | γενική ενικού, θηλυκού γένους του ο. |
| 26 | όχι | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Επιφώνημα | /[ˈo̞çi]/ | πόσο μάλλον, ακόμα περισσότερο. |
| 27 | ναι | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Επιφώνημα | /[ne̞]/ | συμφωνία, κατάφαση, καταφατική απάντηση. |
| 28 | ΕΝΑ | Επίθετο, Αντωνυμία, Άρθρο, Φράση | /ˈe.na/ | άλλη μορφή του έναν· αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ένας. |
| 29 | τη | Αντωνυμία, Άρθρο | /ti/ | πολυτονική γραφή του τη. |
| 30 | αν | Ουσιαστικό, Σύνδεσμος | /ˈan/ | εισάγει ερώτηση, απορία ή αμφιβολία. |
| 31 | αλλά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία, Σύνδεσμος | /aˈla/ | nominative/accusative/vocative neuter plural of άλλος (állos). |
| 32 | εδώ | Επίρρημα | /eˈðo/ | σε αυτό το μέρος, στο σημείο που βρίσκομαι ή για το οποίο γίνεται λόγος. |
| 33 | μια | Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία, Άρθρο | /ˈmi.a/ | προφορά του μία, θηλυκό του ένας. |
| 34 | Σας | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | αιτιατική πληθυντικού του εσύ. | |
| 35 | τους | Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Άρθρο | /tus/ | αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ο. |
| 36 | ήταν | Ρήμα | /ˈitan/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του είμαι. |
| 37 | μας | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | /ˈmas/ | αιτιατική πληθυντικού του εγώ. |
| 38 | πρέπει | Ρήμα | /ˈpɾe.pi/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πρέπω: ταιριάζει, αρμόζει, αξίζει σε κάποιον. |
| 39 | είσαι | Ρήμα | /ˈise/ | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι. |
| 40 | είμαι | Ρήμα | /ˈi.me/ | με μετοχή παθητικού παρακειμένου, χρησιμοποιείται ως βοηθητικό ρήμα αντί του έχω για το σχηματισμό περιφραστικών τύπων… |
| 41 | οι | Επιφώνημα, Άρθρο | /i/ | ονομαστική πληθυντικού, θηλυκού γένους (η) του ο. |
| 42 | στην | Ουσιαστικό, Άρθρο | /stin/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 43 | Πόλυ | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /poˈli/ | ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πολύς. |
| 44 | κι | Ουσιαστικό, Σύνδεσμος | /c‿/ | το και όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν. |
| 45 | γιατί | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Σύνδεσμος | /ʝaˈti/ | why, the reason why. |
| 46 | πως | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Σύνδεσμος | /ˈpos/ | (Ουσιαστικό). |
| 47 | τώρα | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Επιφώνημα | /ˈtoɾa/ | φιλικός τρόπος για να ξεκινήσει κανείς μια πρόταση. |
| 48 | εγώ | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | /eˈɣo/ | εκφράζει το πρόσωπο το οποίο μιλά. |
| 49 | εντάξει | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίρρημα, Επιφώνημα | /enˈda.ksi/ | (Ουσιαστικό). |
| 50 | κάτι | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | /ˈkati/ | στη θέση των αόριστων αντωνυμιών: κάποιοι, κάποιες, κάποια, μερικοί, μερικές, μερικά. |
| 51 | έχει | Ρήμα | /ˈe.çi/ | γ' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος έχω. |
| 52 | ξέρω | Ρήμα | /ˈkse.ɾo/ | γνωρίζω κάτι ή κάποιον. |
| 53 | τις | Αντωνυμία, Άρθρο | /tis/ | αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ο. |
| 54 | έχω | Ρήμα | /ˈexo/ | αισθάνομαι / συμπεριφέρομαι θετικά ή αρνητικά. |
| 55 | δε | Επίρρημα, Φράση | /ˈðe/ | άλλη μορφή του δεν. |
| 56 | Μην | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /min/ | με μετοχές, ουσιαστικά ή επίθετα δηλώνει την αρνητική τους σημασία. |
| 57 | έτσι | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Σύνδεσμος | /ˈetsi/ | κάπως, ως έκφραση δισταγμού του ομιλητή στο να χαρακτηρίσει κάποιον ή κάτι. |
| 58 | ΕΣΥ | Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Φράση | /eˈsi/ | initialism of Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ethnikó Sýstima Ygeías, “National Health Service”). |
| 59 | καλά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /kaˈla/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (καλό) του καλός. |
| 60 | αυτή | Αντωνυμία, Άρθρο | /aˈfti/ | nominative/accusative/vocative feminine singular of αυτός (aftós) ("this"). |
| 61 | θέλω | Ρήμα | /ˈθelo/ | έχω την επιθυμία να αποκτήσω ή να κάνω κάτι, επιδιώκω ή απαιτώ. |
| 62 | όταν | Σύνδεσμος | /ˈotan/ | εισάγει δευτερεύουσες χρονικο-υποθετικές προτάσεις. |
| 63 | στον | Ουσιαστικό | /ˈston/ | σε με έκθλιψη + τον οριστικό άρθρο, αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους και σχηματισμό μίας λέξης, χωρίς απόστροφο. |
| 64 | στη | Ουσιαστικό, Άρθρο | /sti/ | contraction of σε (se) + τη (ti), literally “to the”, form of στην (stin) without final [n] before consonants < β δ θ φ… |
| 65 | μπορώ | Ρήμα | /boˈɾo/ | σε ευγενική ερώτηση-παράκληση, για να ζητήσω κάτι ή την άδεια για να κάνω κάτι. |
| 66 | ξέρεις | Ρήμα | να ξέρεις: second-person singular perfective future subjunctive of ξέρω (xéro). | |
| 67 | έχεις | Ρήμα | /ˈe.çis/ | |
| 68 | κάνεις | Ρήμα, Αντωνυμία | /ˈka.nis/ | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κάνω. |
| 69 | μόνο | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Σύνδεσμος | /ˈmono/ | αποκλειστικά, μοναχά. |
| 70 | Μάζι | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /maˈzi/ | όχι μόνος, από κοινού, αντάμα, στο ίδιο μέρος. |
| 71 | εκεί | Επίρρημα | /[e̞ˈci]/ | σε τόπο ή σημείο που βρίσκεται σε κάποιο απόσταση από τον ομιλητή (σε σύγκριση με τη λέξη εδώ). |
| 72 | Σαν | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Πρόθεση, Σύνδεσμος, Φράση | /ˈsan/ | because, as, when. |
| 73 | όλα | Επίθετο, Αντωνυμία | /ˈola/ | everything. |
| 74 | τίποτα | Αντωνυμία | /ˈti.po.ta/ | ούτε το παραμικρό, ούτε το ελάχιστο, το αντίθετο του κάτι. |
| 75 | ευχαριστώ | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επιφώνημα | /ef.xa.ɾiˈsto/ | επιφώνημα που λέγεται σε κάποιον ως αναγνώριση και ένδειξη ικανοποίησης (για κάποιο δώρο, πράξη κ.λπ.). |
| 76 | κάνω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈkano/ | (Ουσιαστικό). |
| 77 | απ | Επιφώνημα | /ˈap/ | (for sudden, unexpected movement, or when taking someone by surprise). |
| 78 | τόσο | Επίρρημα, Αντωνυμία | /ˈtoso/ | επίρρημα που χρησιμοποιείται για να δηλώσει μέγεθος, ποσότητα ή ένταση, είτε απόλυτα είτε συγκριτικά ή συμπερασματικά. |
| 79 | μπορεί | Ρήμα | /boˈɾi/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ. |
| 80 | κάνει | Ρήμα | /ˈka.ni/ | γ΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής αορίστου του κάνω. |
| 81 | ποτέ | Επίρρημα | /poˈte/ | σε ποια χρονική στιγμή θα συμβεί ή έχει συμβεί κάποια πράξη/δράση. |
| 82 | απλά | Επίθετο, Επίρρημα | /aˈpla/ | με απλό τρόπο. |
| 83 | αυτά | Αντωνυμία, Άρθρο | /aˈfta/ | nominative/accusative/vocative neuter plural of αυτός (aftós) ("these"). |
| 84 | των | Άρθρο | /ˈton/ | γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ο. |
| 85 | έλα | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επιφώνημα | /ˈe.la/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος έρχομαι. |
| 86 | λοιπόν | Ουσιαστικό, Σύνδεσμος | /liˈpon/ | (Ουσιαστικό). |
| 87 | στα | Ουσιαστικό, Άρθρο | /ˈsta/ | contraction of σε (se) + τα (ta), literally “to the”. |
| 88 | υπάρχει | Ρήμα | /iˈpaɾ.çi/ | πολυτονική γραφή του υπάρχει· γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του υπάρχω. |
| 89 | ακόμα | Επίρρημα | /aˈkoma/ | άλλη μορφή του ακόμη. |
| 90 | μπορείς | Ρήμα | /boˈɾis/ | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ. |
| 91 | μέσα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈme.sa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μέσο) του μέσος. |
| 92 | πάμε | Ρήμα, Φράση | θα πάμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πηγαίνω. | |
| 93 | σπίτι | Ουσιαστικό | /ˈspiti/ | το κτήριο ή το διαμέρισμα που αποτελεί την κατοικία ενός ανθρώπου ή μιας οικογένειας. |
| 94 | αυτός | Αντωνυμία, Άρθρο | /aˈftos/ | this (masculine singular, nominative). |
| 95 | τότε | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈtote/ | το χρονικό διάστημα το οποίο αναφέρθηκε προηγούμενα στην πρόταση. |
| 96 | Ίσως | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈisos/ | την πιθανότητα για κάτι. |
| 97 | έχουμε | Ρήμα | /ˈexume/ | α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του έχω. |
| 98 | Γι | Ουσιαστικό | /ˈʝi/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 99 | Πίο | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /[ˈpço]/ | περισσότερο. |
| 100 | παρακαλώ | Ρήμα, Επιφώνημα | /parakaˈlo/ | χρησιμοποιείται σαν ευγενική απάντηση σε κάποιον που λέει « ευχαριστώ ». |
| 101 | ένας | Επίθετο, Αντωνυμία, Άρθρο | /ˈenas/ | αόριστο άρθρο για πρόσωπο ή αντικείμενο ή κατάσταση όταν ο ομιλητής δε δίνει έμφαση στο ουσιαστικό, αλλά ούτε και στην π… |
| 102 | κύριε | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /ˈci.ɾi.e/ | κλητική ενικού του κύριος. |
| 103 | μετά | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Πρόθεση, Σύνδεσμος | /meˈta/ | αφού έχει περάσει ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. |
| 104 | νομίζω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /noˈmizo/ | (Ουσιαστικό). |
| 105 | είμαστε | Ρήμα | /ˈimaste/ | α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι. |
| 106 | πριν | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Πρόθεση, Σύνδεσμος | /pɾin/ | προηγούμενα, νωρίτερα. |
| 107 | πάντα | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Άρθρο | /ˈpan.da/ | πάντοτε, διαρκώς, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. |
| 108 | πίσω | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Επιφώνημα | /ˈpiso/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 109 | γεια | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /ˈʝa/ | οικείος χαιρετισμός όταν κάποιος έρχεται ή φεύγει. |
| 110 | λίγο | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈli.ɣo/ | λίγος, στην ονομαστική / αιτιατική / κλητική του ενικού του ουδετέρου γένους. |
| 111 | πω | Ρήμα, Επιφώνημα | θα πω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λέω. | |
| 112 | όπως | Επίρρημα, Πρόθεση, Σύνδεσμος | /ˈo.pos/ | εισάγει αναφορικές προτάσεις που δείχνουν τον τρόπο. |
| 113 | δουλειά | Ουσιαστικό | /ðuˈʎa/ | η εργασία, ο τόπος ή ο φορέας (εταιρεία, οργανισμός, επιχείρηση, κατάστημα, συνεργείο) στον οποίο κάποιος εργάζεται. |
| 114 | αλήθεια | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /aˈli.θça/ | really, truly. |
| 115 | ποιος | Αντωνυμία | /ˈpços/ | who, whom. |
| 116 | δύο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈði.o/ | απόλυτο αριθμητικό, άλλη μορφή του δύο (προφέρεται ως μία συλλαβή και γράφεται στο μονοτονικό σύστημα χωρίς τόνο). |
| 117 | είπε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λέω. | |
| 118 | όλοι | Επίθετο | /ˈo.li/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του όλος. |
| 119 | είχε | Ρήμα | /ˈi.çe/ | |
| 120 | ΑΣ | Επίρρημα, Φράση | /as/ | χρησιμοποιείται σε προτροπές. |
| 121 | έναν | Επίθετο, Αντωνυμία, Άρθρο | /ˈe.nan/ | αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ένας. |
| 122 | Λες | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈles/ | θα λες: β' ενικό εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος λέω. |
| 123 | παιδιά | Ουσιαστικό | /peðiˈa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδί. |
| 124 | άλλο | Επίθετο, Επίρρημα, Αντωνυμία | /ˈa.lo/ | περισσότερο. |
| 125 | θέλεις | Ρήμα | /ˈθe.lis/ | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω. |
| 126 | ζωή | Ουσιαστικό | /zoˈi/ | η γενική κατάσταση που διαφοροποιεί τα ενόργανα όντα από τα άψυχα αντικείμενα και τους νεκρούς οργανισμούς. Χαρακτηρίζετ… |
| 127 | κάνουμε | Ρήμα | /ˈka.nu.me/ | α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κάνω. |
| 128 | δω | Ρήμα, Επίρρημα | /ˈðo/ | άλλη μορφή του εδώ πριν από [a], [e], [o]. |
| 129 | πάω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈpa.o/ | (Ουσιαστικό). |
| 130 | μη | Επίρρημα, Επιφώνημα | /mi/ | άλλη μορφή του μην. |
| 131 | έξω | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Πρόθεση | /ˈeɪ.ksoʊ/ | στο εξωτερικό μέρος, εκτός ενός κλειστού χώρου, συνήθως ενός κτηρίου. |
| 132 | καλό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kaˈlo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καλός. |
| 133 | είπα | Ρήμα | /ˈi.pa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λέω. |
| 134 | έχουν | Ρήμα | /ˈe.xun/ | γ' πληθυντικό οριστικής ή υποτακτική ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος έχω. |
| 135 | επειδή | Ουσιαστικό, Σύνδεσμος | /e.piˈði/ | (Ουσιαστικό). |
| 136 | ήμουν | Ρήμα | /ˈimun/ | α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του εἶμαι· πολυτονική γραφή του ήμουν. |
| 137 | μέχρι | Επίρρημα, Πρόθεση, Σύνδεσμος | /ˈmexɾi/ | ακόμα και, έως και. |
| 138 | στις | Ουσιαστικό, Άρθρο | /ˈstis/ | contraction of σε (se) + τις (tis), literally “to the”. |
| 139 | έπρεπε | Ρήμα | /ˈe.pɾe.pe/ | |
| 140 | κοίτα | Ρήμα, Επιφώνημα | β' πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος κοιτάω / κοιτώ. | |
| 141 | ώρα | Ουσιαστικό | /ˈo.ra/ | η ώριμη ή κατάλληλη ή συνήθης χρονική στιγμή για μια ενέργεια, όπως και αντίθετα η κακή συγκυρία. |
| 142 | πανώ | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈpa.no/ | κατοχή αντικειμένου ή μέσων, μαζί με κάποιον, δίπλα σε κάποιον. |
| 143 | φορά | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈfoɾa/ | κάποτε, σε εκφράσεις με το ρήμα σε παρελθοντικό χρόνο, με τάσεις αναπόλησης. |
| 144 | χρόνια | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈxro.ni.a/ | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Χρόνιας. |
| 145 | Σένα | Ουσιαστικό | γυναικείο επώνυμο. | |
| 146 | είστε | Ρήμα | /ˈiste/ | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι. |
| 147 | ήθελα | Ρήμα | α' ενικό παρατατικού του ρήματος θέλω. | |
| 148 | ούτε | Σύνδεσμος | /ˈu.te/ | συνδέει παρατακτικά δύο όρους (λέξεις, προτάσεις) σε μια αρνητική, αποφατική πρόταση. |
| 149 | σωστά | Επίθετο, Επίρρημα | /soˈsta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωστό. |
| 150 | ωραία | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /oˈɾe.a/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ὡραῖος στο πολυτονικό από την ελληνιστική εποχή μέχρι τα τέλη του 20ου… |
| 151 | όμως | Ουσιαστικό, Σύνδεσμος | /ˈo.mos/ | (Ουσιαστικό). |
| 152 | Κάποιος | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | /ˈka.pços/ | δηλώνει αόριστα πρόσωπο, ζώο ή πράγμα που δεν κατονομάζεται ή του οποίου η ακριβής ταυτότητα δεν είναι γνωστή. |
| 153 | Μα | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Σύνδεσμος | /ma/ | για να εκφράσει αντίθεση. |
| 154 | κάθε | Αντωνυμία | /ˈka.θe/ | ένας ένας/μία μία/ένα ένα. |
| 155 | πράγματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πράγμα. | |
| 156 | πες | Ρήμα | /ˈpes/ | β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του λέω. |
| 157 | είχα | Ρήμα | /ˈi.xa/ | |
| 158 | καλή | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kaˈli/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλός. |
| 159 | χωρίς | Πρόθεση | /xoˈɾis/ | μη έχοντας, μη συμπεριλαμβάνοντας (το εμπρόθετο δηλώνει εξαίρεση ή απουσία). |
| 160 | μέρα | Ουσιαστικό | /ˈmera/ | χρονικό διάστημα μεταξύ ανατολής και δύσης του ηλίου. |
| 161 | κάτω | Επίθετο, Επίρρημα, Επιφώνημα | /ˈka.to/ | κάτω από: σε σημείο που υπερκαλύπτεται από μια επιφάνεια. |
| 162 | γυναίκα | Ουσιαστικό | /ʝiˈne.ka/ | κάθε ενήλικος άνθρωπος θηλυκού φύλου (κατ' αντιδιαστολή προς το κορίτσι). |
| 163 | μπορούμε | Ρήμα | /boˈɾu.me/ | α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ. |
| 164 | μόλις | Επίρρημα, Σύνδεσμος | /ˈmo.lis/ | ελάχιστα, σχεδόν καθόλου, με μεγάλη δυσκολία. |
| 165 | θες | Ρήμα | β' ενικό ενεστώτα του ρήματος θέλω. | |
| 166 | έκανε | Ρήμα | ||
| 167 | μαμά | Ουσιαστικό | /[maˈma]/ | η μητέρα, γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει. |
| 168 | ακριβώς | Επίρρημα | /a.kɾiˈvos/ | για θέση, ποσότητα, χρονικό σημείο κλπ. που περιγράφεται με ακρίβεια, όχι "στο περίπου". |
| 169 | καλύτερα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /kaˈli.te.ɾa/ | (Ουσιαστικό). |
| 170 | αυτόν | Επίθετο, Αντωνυμία | /aˈfton/ | accusative masculine singular of αυτός (aftós, “this”). |
| 171 | πάει | Ρήμα | θα πάει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πηγαίνω. | |
| 172 | σήμερα | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈsi.me.ra/ | αυτήν την ημέρα, την ημέρα που βρίσκεται αυτός που μιλάει. |
| 173 | αρέσει | Ρήμα | ||
| 174 | θέλει | Ρήμα | /ˈθe.li/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω. |
| 175 | λέει | Ρήμα | /ˈle.i/ | γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού ενεστώτα του λέω. |
| 176 | πόσο | Επίρρημα, Αντωνυμία | πόσων χρονών, ποιας ηλικίας. | |
| 177 | συγγνώμη | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /siŋˈɣno.mi/ | επιφώνημα που δηλώνει μετάνοια ή δικαιολόγηση ενόχλησης ή διακοπής. |
| 178 | έκανα | Ρήμα | /ˈe.ka.na/ | α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος κάνω. |
| 179 | φαίνεται | Ρήμα | /ˈfe.ne.te/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του φαίνομαι. |
| 180 | θεέ | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του θεός. | |
| 181 | φυσικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /fisiˈka/ | γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φυσίκας. |
| 182 | λυπάμαι | Ρήμα | /liˈpa.me/ | αισθάνομαι λύπη, συμπόνια και οίκτο για κάποιον. |
| 183 | μέρος | Ουσιαστικό | /ˈmeɾos/ | το τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, κομμάτι από κάτι μεγαλύτερο. |
| 184 | συμβαίνει | Ρήμα | /siɱˈve.ni/ | συχνά για δυσάρεστα γεγονότα που ο άνθρωπος αποδίδει στην "κακιά στιγμή", στη μοίρα, στον Θεό, για τα οποία δε θέλει ή δ… |
| 185 | έγινε | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του γίνομαι. | |
| 186 | Πας | Ουσιαστικό, Ρήμα, Αντωνυμία, Άρθρο | /ˈpas/ | every, any. |
| 187 | εμένα | Αντωνυμία | γενική και αιτιατική ενικού του εγώ. | |
| 188 | πεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα πεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λέω. | |
| 189 | πολλά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /poˈla/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολύς. |
| 190 | όσο | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Αντωνυμία | /ˈo.so/ | (Ουσιαστικό). |
| 191 | στιγμή | Ουσιαστικό | /stiɣˈmi/ | η μικρότερη μονάδα μέτρησης μεγέθους (1/72ο της ίντσας ή 1στ.=0,3528 χιλ.) των τυπογραφικών στοιχείων· δώδεκα στιγμές κά… |
| 192 | κάποιον | Αντωνυμία | αιτιατική ενικού του κάποιος. | |
| 193 | λάθος | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈla.θos/ | η απόκλιση ανάμεσα στην πραγματική τιμή που προκύπτει από μια μαθηματική πράξη και στην τιμή που βρίσκει κάποιος από αυτ… |
| 194 | οπότε | Σύνδεσμος | /oˈpo.te/ | σε απροσδιόριστα χρονικά σημεία, κάθε φορά που. |
| 195 | πράγμα | Ουσιαστικό | /ˈpɾaɣma/ | κάθε αντικείμενο, κάθε τι που μπορούμε να το αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας. |
| 196 | έχετε | Ρήμα | /ˈe.çe.te/ | |
| 197 | χρόνο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του χρόνος. | |
| 198 | είπες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λέω. | |
| 199 | ω | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επιφώνημα | το ωμέγα, το 24ο γράμμα και 7ο φωνήεν του ελληνικού αλφαβήτου. | |
| 200 | γίνει | Ρήμα | θα γίνει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γίνομαι. | |
| 201 | εσένα | Αντωνυμία | αιτιατική ενικού του εσύ. | |
| 202 | κάποια | Αντωνυμία | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κάποιος. | |
| 203 | ως | Επίρρημα, Πρόθεση, Σύνδεσμος | /os/ | για κάτι που του αποδίδεται μία ιδιότητα, όπως (και) έναν/μια/ένα. |
| 204 | ε | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επιφώνημα | /ˈe/ | προς δήλωση απορίας και έκπληξης. |
| 205 | περίμενε | Ρήμα | /peˈri.me.ne/ | |
| 206 | πρόβλημα | Ουσιαστικό | /ˈpɾo.vli.ma/ | ένα ερώτημα, συνήθως μαθηματικό, που για να απαντηθεί πρέπει με επιστημονικό τρόπο να συνδυαστούν κάποια δεδομένα και να… |
| 207 | παιδί | Ουσιαστικό | /peˈði/ | νεαρό άτομο μικρής ηλικίας, συνήθως ανάμεσα στη βρεφική και την εφηβική ηλικία, που η σωματική και πνευματική του ανάπτυ… |
| 208 | ήσουν | Ρήμα | /ˈisun/ | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του είμαι. |
| 209 | πραγματικά | Επίθετο, Επίρρημα | /pɾaɣmatiˈka/ | που συμβαίνει στην πραγματικότητα, που αληθεύει. |
| 210 | πάλι | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /[ˈpali]/ | της Ινδίας, ιερών σανσκριτικών κειμένων. |
| 211 | άλλη | Επίθετο, Αντωνυμία | /ˈa.li/ | nominative/accusative/vocative feminine singular of άλλος (állos). |
| 212 | έκανες | Ρήμα | ||
| 213 | όλο | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈo.lo/ | όλο και: δίνει επιτατική σημασία σ' αυτά που ακολουθούν. |
| 214 | χρειάζεται | Ρήμα | /xɾiˈa.ze.te/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του χρειάζομαι. |
| 215 | βλέπω | Ρήμα | /ˈvle.po/ | αντιλαμβάνομαι την ύπαρξη αντικειμένων με τα μάτια μου. |
| 216 | μητέρα | Ουσιαστικό | /miˈtera/ | γυναίκα ή φορέας ή ιδέα που βοηθά στη γέννηση ιδεών ή πραγμάτων ή που φροντίζει κάποιους ως μητέρα χωρίς να είναι συγγεν… |
| 217 | υπάρχουν | Ρήμα | /iˈpaɾ.xun/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του υπάρχω. |
| 218 | πιστεύω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /piˈste.vo/ | έχω πίστη. |
| 219 | δικό | Επίθετο, Αντωνυμία | accusative masculine singular of δικός (dikós). | |
| 220 | ίδιο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ίδιος. | |
| 221 | φίλε | Ουσιαστικό, Επίθετο | vocative masculine singular of φίλος (fílos). | |
| 222 | Γρηγορά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈɣɾiɣoɾa/ | σε μικρό χρονικό διάστημα, σύντομα. |
| 223 | στους | Ουσιαστικό, Άρθρο | /ˈstus/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 224 | πάρει | Ρήμα | θα πάρει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίρνω. | |
| 225 | σίγουρα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈsi.ɣu.ɾa/ | με σιγουριά, με βεβαιότητα. |
| 226 | πάρω | Ρήμα | θα πάρω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίρνω. | |
| 227 | αρκετά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Επιφώνημα | /aɾ.ceˈta/ | (Ουσιαστικό). |
| 228 | μπαμπά | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπαμπάς. | |
| 229 | ΙΔΕΑ | Ουσιαστικό, Φράση | /iˈðe.a/ | σκέψη, σχέδιο, έμπνευση, σύλληψη που μπορεί να βοηθήσει στη λύση ενός προβλήματος. |
| 230 | όλη | Επίθετο | /ˈo.li/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του όλος. |
| 231 | εσείς | Αντωνυμία | /eˈsis/ | προσωπική αντωνυμία που εκφράζει το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο: αναφέρεται στους συνομιλητές. |
| 232 | λένε | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος λέω. | |
| 233 | λεφτά | Ουσιαστικό | /leˈfta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεφτό. |
| 234 | γίνεται | Ρήμα | /ˈʝi.ne.te/ | β΄ πρόσωπο ενικού ενεστώτα του γίνομαι. |
| 235 | νέα | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νέος. | |
| 236 | Λεώ | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈleo/ | ονομάζω κάτι ή κάποιον με ένα συγκεκριμένο όνομα, αποκαλώ. |
| 237 | ξέρει | Ρήμα | ||
| 238 | πήγαινε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος πηγαίνω. | |
| 239 | νομίζεις | Ρήμα | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του νομίζω. | |
| 240 | φορές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φόρα. | |
| 241 | δει | Ρήμα | γ΄ ενικό πρόσωπο στιγμιαίου μέλλοντα και υποτακτικής του βλέπω. | |
| 242 | Μάλλον | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈmalon/ | χρησιμοποιείται και για να προσδώσει ένα βαθμό αβεβαιότητας σε μια απόφανση. |
| 243 | κ. | Ουσιαστικό | ||
| 244 | ήδη | Επίρρημα | /ˈi.ði/ | δηλώνει έμφαση για κάτι που έγινε στο άμεσο παρελθόν, με τρόπο πολύ πιο γρήγορο από όσο νομίζαμε· κιόλας. |
| 245 | είδα | Ρήμα | /ˈi.ða/ | α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βλέπω. |
| 246 | σημαίνει | Ρήμα | ||
| 247 | εμείς | Αντωνυμία | /eˈmis/ | προσωπική αντωνυμία που εκφράζει το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: εγώ ο ομιλητής μαζί με άλλους. |
| 248 | ακόμη | Επίρρημα | /aˈko.mi/ | εκφράζει τη συνέχεια κάποιου πράγματος, κάτι που συνεχίζει κάποιος να κάνει, που δεν το έχει σταματήσει ή δεν το έχει ολ… |
| 249 | όλους | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του όλος. | |
| 250 | πατέρας | Ουσιαστικό | /paˈte.ɾas/ | άντρας που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει. |
| 251 | κάνουν | Ρήμα | /ˈka.nun/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κάνω. |
| 252 | προς | Πρόθεση | /ˈpɾos/ | δηλώνει την κατεύθυνση της κίνησης, προς το μέρος. |
| 253 | εκτός | Επίρρημα, Πρόθεση | /eˈktos/ | έξω από, μακριά από (τοπικό). |
| 254 | κόσμο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του κόσμος. | |
| 255 | βραδύ | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈvraði/ | at night, by night, nightly. |
| 256 | μωρό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /moˈɾo/ | πολύ νεαρό παιδί που δεν ξέρει ακόμα να μιλά και να περπατά, το βρέφος. |
| 257 | συγνώμη | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /siˈɣno.mi/ | colloquial form of συγγνώμη (syngnómi). |
| 258 | όνομα | Ουσιαστικό | /ˈo.no.ma/ | το αναγνωριστικό, λέξη με την οποία ταυτοποιείται μία οντότητα (εντολή, μεταβλητή, συνάρτηση, κλπ) σε μια γλώσσα προγραμ… |
| 259 | πατέρα | Ουσιαστικό | /paˈte.ra/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατερό. |
| 260 | βλέπεις | Ρήμα | /ˈvle.pis/ | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βλέπω. |
| 261 | χαρά | Ουσιαστικό | /xaˈɾa/ | συναίσθημα ευχαρίστησης για μια κατάσταση. |
| 262 | αύριο | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈa.vɾi.o/ | κατά τη διάρκεια της μέρας που έρχεται μετά από τη σημερινή. |
| 263 | μπορούσα | Ουσιαστικό, Ρήμα | ||
| 264 | σταμάτα | Ουσιαστικό, Ρήμα | /staˈma.ta/ | οικισμός της Αττικής. |
| 265 | μπορείτε | Ρήμα | /boˈɾi.te/ | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ. |
| 266 | μόνος | Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία | /ˈmonos/ | αυτοκίνητο που ο αριθμός κυκλοφορίας του είναι μονός, που λήγει σε μονό ψηφίο. |
| 267 | αυτές | Αντωνυμία, Άρθρο | /aˈftes/ | nominative/accusative/vocative feminine plural of αυτός (aftós, “these”). |
| 268 | νόμιζα | Ρήμα | ||
| 269 | αγάπη | Ουσιαστικό | /aˈɣa.pi/ | συναίσθημα συμπάθειας, φιλίας ή στοργής καθώς και η έκφρασή του με λόγια ή πράξεις. |
| 270 | πρόκειται | Ρήμα | /ˈpɾo.ci.te/ | κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει. |
| 271 | τελευταία | Επίθετο, Επίρρημα | /teleˈftea/ | nominative/accusative/vocative feminine singular of τελευταίος (teleftaíos). |
| 272 | άνθρωποι | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνθρωπος. | |
| 273 | πρώτη | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈpɾo.ti/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρώτος. |
| 274 | Πέι | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα πει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λέω. | |
| 275 | μεγάλη | Ουσιαστικό, Επίθετο | /meˈɣa.li/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγάλος. |
| 276 | καταλαβαίνω | Ρήμα | /ka.ta.laˈve.no/ | συνειδητοποιώ, αντιλαμβάνομαι έπειτα από σκέψη ή εμπειρία την πραγματικότητα, την αλήθεια, τις αιτίες, τα κίνητρα ή τα α… |
| 277 | ήξερα | Ρήμα | α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού παρατατικού του ρήματος ξέρω. | |
| 278 | δίκιο | Ουσιαστικό | /ˈðico/ | αυτό που είναι σύμφωνο με τις αρχές της ηθικής και της δικαιοσύνης. |
| 279 | απόψε | Επίρρημα | /aˈpopse/ | σήμερα το βράδυ. |
| 280 | κανένα | Αντωνυμία | /kaˈne.na/ | άλλη μορφή του κανέναν· αιτιατική, αρσενικού γένους του κανείς. |
| 281 | συνέβη | Ρήμα | γ' πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος συμβαίνει. | |
| 282 | μακριά | Επίθετο, Επίρρημα | /makɾiˈa/ | σε μεγάλη απόσταση στο χρόνο. |
| 283 | τέλος | Ουσιαστικό | /ˈte.los/ | το σημείο πέραν του οποίου δε συνεχίζεται μια ενέργεια ή ένα πράγμα, το έσχατο σημείο, το πέρας. |
| 284 | ποιο | Αντωνυμία | /ˈpço/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ποιος. |
| 285 | μπορούσε | Ρήμα | ||
| 286 | απλώς | Επίρρημα | /[aˈplɔs]/ | just, only. |
| 287 | αμέσως | Επίρρημα, Επιφώνημα | /aˈme.sos/ | την ίδια στιγμή. |
| 288 | ξανά | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ksaˈna/ | ως πρώτο συνθετικό σε πολλές λέξεις για να δείξει την επανάληψη, σε άλλες από τις οποίες έχει αντικαταστήσει το ἀνά ενώ… |
| 289 | τρόπο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του τρόπος. | |
| 290 | Παρέ | Ουσιαστικό, Ρήμα | β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του παίρνω. | |
| 291 | θέση | Ουσιαστικό | /ˈθe.si/ | πρώτη θέση, δεύτερη θέση, οικονομική θέση κλπ: οι ανέσεις ή τα προνόμια που αντιστοιχούν στην τιμή του εισιτηρίου. |
| 292 | μήπως | Σύνδεσμος | /ˈmi.pos/ | εισάγει ευθείες ερωτήσεις (ρητορικές ερωτήσεις) που εκφράζουν κατάφαση ή άρνηση. |
| 293 | αυτοί | Αντωνυμία | /aˈfti/ | ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτός. |
| 294 | ξέρετε | Ρήμα | ||
| 295 | αυτούς | Αντωνυμία, Άρθρο | /aˈftus/ | accusative masculine plural of αυτός (aftós). |
| 296 | ήρθε | Ρήμα | /ˈiɾ.θe/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι. |
| 297 | εαυτό | Αντωνυμία | /e.aˈfto/ | αιτιατική ενικού του εαυτός. |
| 298 | δική | Επίθετο, Αντωνυμία | nominative feminine singular of δικός (dikós). | |
| 299 | Ποία | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | /pça/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ποιος. |
| 300 | αυτήν | Αντωνυμία | αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους (αυτή) του αυτός. | |
| 301 | μάλιστα | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Επιφώνημα | /ˈma.li.sta/ | (Ουσιαστικό). |
| 302 | κάνετε | Ρήμα | /ˈka.ne.te/ | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κάνω. |
| 303 | περισσότερο | Επίθετο, Επίρρημα | /pe.ɾiˈso.te.ɾo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περισσότερος. |
| 304 | κατά | Ουσιαστικό, Πρόθεση | /kaˈta/ | γυναικείο επώνυμο. |
| 305 | πόλη | Ουσιαστικό | /ˈpoli/ | οικισμός με πολλά σπίτια, κατοίκους και διάφορες διοικητικές, οικονομικές ή άλλες υπηρεσίες. |
| 306 | Πια | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /[pça]/ | ενισχύει τη σημασία του ρήματος με την έννοια του οριστικού και τελεσίδικου, πλέον. |
| 307 | κορίτσι | Ουσιαστικό | /koˈɾi.t͡si/ | η νεαρή κοπέλα με την οποία έχει κάποιος δεσμό. |
| 308 | θέλετε | Ρήμα | /ˈθe.le.te/ | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω. |
| 309 | κάποιο | Αντωνυμία | ουδέτερο του κάποιος. | |
| 310 | λεπτό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /leˈpto/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λεπτός. |
| 311 | κοντά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /konˈda/ | καταληκτικό τμήμα σύνθεσης-μουσικού κομματιού (κυρίως σονάτας). |
| 312 | χρειάζομαι | Ουσιαστικό, Ρήμα | /xɾiˈa.zo.me/ | (Ουσιαστικό). |
| 313 | θέμα | Ουσιαστικό | /ˈθema/ | το μέρος της λέξης το οποίο παράγεται από τη ρίζα, παραμένει αφαιρώντας την κατάληξη και δε μεταβάλλεται κατά την κλίση. |
| 314 | μιλήσω | Ρήμα | θα μιλήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μιλώ. | |
| 315 | μέρες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέρα. | |
| 316 | είχες | Ρήμα | /ˈi.çes/ | |
| 317 | τύπος | Ουσιαστικό | /ˈti.pos/ | γραπτή αποτύπωση με σύμβολα μιας χημικής ουσίας ή μιας χημικής αντίδρασης ή μιας μαθηματικής σχέσης. |
| 318 | λεπτά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτό. | |
| 319 | επίσης | Επίρρημα | χρησιμοποιείται μονολεκτικά για ανταπόδοση ευχής. | |
| 320 | χέρια | Ουσιαστικό | /çeɾˈʝa/ | τρόπος μέτρησης του νήματος και του υφάσματος στα υφαντουργεία, όπου μια χεριά ήταν η απόσταση του άκρου του μικρού δακτ… |
| 321 | εκείνη | Αντωνυμία | /eˈci.ni/ | ονομαστική και αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους του εκείνος. |
| 322 | έρθει | Ρήμα | θα έρθει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος έρχομαι. | |
| 323 | βρω | Ρήμα | θα βρω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκω. | |
| 324 | τέτοιο | Αντωνυμία | nominative/accusative/vocative neuter singular of τέτοιος (tétoios). | |
| 325 | μερικές | Επίθετο, Αντωνυμία | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερική. | |
| 326 | πειράζει | Ρήμα | /piˈɾa.zi/ | ευγενικός τρόπος να ρωτήσει κανείς αν κάτι ενοχλεί, αν επιτρέπεται ή αν υπάρχει αντίρρηση. |
| 327 | βοήθεια | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /voˈi.θi.a/ | η ενέργεια που στοχεύει στην υποστήριξη, στην ενίσχυση, στην προστασία ή στην ανακούφιση κάποιου. |
| 328 | εννοώ | Ουσιαστικό, Ρήμα | /e.noˈo/ | (Ουσιαστικό). |
| 329 | άνθρωπος | Ουσιαστικό | /ˈan.θɾo.pos/ | αυτός και αυτή που έχει ορισμένα ψυχικά χαρακτηριστικά που τον/ην κάνουν αποδεκτό/ή από την κοινωνία. |
| 330 | μεγάλο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μεγάλος. | |
| 331 | βρούμε | Ρήμα | /ˈvɾu.me/ | θα βρούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκω. |
| 332 | ανθρώπους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του άνθρωπος. | |
| 333 | δεις | Ρήμα | θα δεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βλέπω. | |
| 334 | καθόλου | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /kaˈθo.lu/ | γυναικείο επώνυμο. |
| 335 | εννοείς | Ρήμα | ||
| 336 | ορίστε | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επιφώνημα | /oˈɾiste/ | (Ουσιαστικό). |
| 337 | αφού | Ουσιαστικό, Σύνδεσμος | /aˈfu/ | (Ουσιαστικό). |
| 338 | πέρα | Επίρρημα | σε χρονικό σημείο που βρίσκεται μετά από το χρόνο που αναφέρεται, μετά. | |
| 339 | όπλο | Ουσιαστικό | /ˈoplo/ | καθετί που χρησιμεύει για την άμυνα ή την επίθεση. |
| 340 | σίγουρος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈsiɣuɾos/ | που προκαλεί το αίσθημα της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης, που απομακρύνει το αίσθημα της αβεβαιότητας και της ανησυχία… |
| 341 | ιστορία | Ουσιαστικό | /[i.stoˈɾi.a]/ | το ιστορικό ενός περιστατικού που δε συνέβη τυχαία, το υπόβαθρό του και συχνά ο υπαινιγμός για ερωτική σχέση που προϋπήρ… |
| 342 | πηρέ | Ρήμα, Επίθετο | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνω. | |
| 343 | δούμε | Ρήμα | θα δούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βλέπω. | |
| 344 | πρωί | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /pɾoˈi/ | οι πρώτες ώρες της ημέρας μετά την ανατολή του ήλιου. |
| 345 | ήθελε | Ρήμα | θα μπορούσε να (μόνο σε σταθερές εκφράσεις όπως ό,τι ήθελε προκύψει και ό,τι ήθελε συμβεί). | |
| 346 | ελπίζω | Ρήμα | /elˈpi.zo/ | είμαι αισιόδοξος ότι θα συμβεί κάτι καλό. |
| 347 | πόρτα | Ουσιαστικό | /ˈpor.ta/ | κατασκευή, συνήθως ξύλινη ή μεταλλική, που προσαρμόζεται στην είσοδο κτιρίου, δωματίου ή ακάλυπτου περιφραγμένου χώρου… |
| 348 | μάτια | Ουσιαστικό | /ˈmatça/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάτι. |
| 349 | Κανέ | Ουσιαστικό, Ρήμα | ||
| 350 | δρόμο | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | αιτιατική ενικού του δρόμος. | |
| 351 | Όλες | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όλη. | |
| 352 | πιστεύεις | Ρήμα | /pisˈte.vis/ | β΄πρόσωπο ενικού οριστικής εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος πιστεύω. |
| 353 | ομάδα | Ουσιαστικό | /oˈma.ða/ | σύνολο αθλητών που συμμετέχουν σε ομαδικό παιχνίδι αντιμετωπίζοντας έναν αντίπαλο. |
| 354 | α | Ουσιαστικό, Επίθετο, Σύνδεσμος, Επιφώνημα, Φράση | /a/ | άλφα: το πρώτο πεζό γράμμα (και πρώτο φωνήεν) του ελληνικού αλφαβήτου. |
| 355 | μπροστά | Επίρρημα | /bɾoˈsta/ | προσδιορίζει κάποιον ή κάτι που βρίσκεται στην πρώτη σειρά ή θέση σε σχέση με τον ομιλητή. |
| 356 | κακό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kaˈko/ | συμφορά, καταστροφικό γεγονός, π.χ. πυρκαγιά, πόλεμος, αρρώστια κλπ. |
| 357 | καλύτερο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καλύτερος. | |
| 358 | σχέση | Ουσιαστικό | η συσχέτιση (αντιστοίχιση) μεταξύ των γραμμών (rows) διαφορετικών πινάκων (tables) με την χρήση πρωτευόντων (primary key… | |
| 359 | καλός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kaˈlos/ | ο θετικά, αγαθά, φιλικά διακείμενος προς τους άλλους, όχι μόνον θεωρητικά, αλλά και συναισθηματικά και πρακτικά, που βοη… |
| 360 | ώρες | Ουσιαστικό | /ˈo.ɾes/ | θεότητες, η Θαλλώ, η Αυξώ και η Καρπώ, κόρες του Δία και της Θέμιδας, αδελφές των Μοιρών και ρυθμιστικές των εποχών. Ο Η… |
| 361 | αστυνομία | Ουσιαστικό | /astinoˈmia/ | ομάδα ένστολων οπλισμένων ανθρώπων που είναι αρμόδιοι για την διατήρηση της δημόσιας τάξης σε μια περιοχή, την σύλληψη ε… |
| 362 | φύγω | Ρήμα | θα φύγω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φεύγω. | |
| 363 | θυμάσαι | Ρήμα | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του θυμάμαι. | |
| 364 | ευκαιρία | Ουσιαστικό | /ef.ceˈri.a/ | η δυνατότητα που παρουσιάζεται σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, για να γίνει κάτι που πρέπει ή θέλουμε να κάνουμε, κα… |
| 365 | λόγο | Ουσιαστικό | /ˈloɣo/ | αιτιατική ενικού του λόγος. |
| 366 | τ | Ουσιαστικό, Επίθετο | ταυ: το δέκατο ένατο γράμμα (και δέκατο τέταρτο σύμφωνο) του ελληνικού αλφαβήτου. | |
| 367 | διάολο | Ουσιαστικό | accusative singular of διάολος (diáolos). | |
| 368 | βοηθήσω | Ρήμα | θα βοηθήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βοηθώ. | |
| 369 | χέρι | Ουσιαστικό | /ˈçe.ɾi/ | το καθένα από τα δύο άνω άκρα του ανθρώπινου σώματος, από τον ώμο μέχρι τις άκρες των δαχτύλων. |
| 370 | αμάξι | Ουσιαστικό | όχημα με τέσσερις τροχούς που το τραβάει ένα ή περισσότερα ζώα, συνήθως άλογα, άμαξα. | |
| 371 | ώστε | Σύνδεσμος | /ˈo.ste/ | με σκοπό να... , έτσι που να... (η δευτερεύουσα πρόταση περιγράφει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα). |
| 372 | νύχτα | Ουσιαστικό | /ˈni.xta/ | το μέρος του εικοσιτετραώρου που ακολουθεί το βράδυ και διαρκεί μέχρι την ανατολή του ήλιου. |
| 373 | χαίρομαι | Ρήμα | /ˈçe.ɾo.me/ | νιώθω χαρά, ευτυχία, ενθουσιασμό. |
| 374 | κεφάλι | Ουσιαστικό | /ceˈfa.li/ | η εξουσία, οι επικεφαλής κυριολεκτικά, ειρωνικά ή επικριτικά (με μομφή αναξιότητας της εξουσίας ή αδυναμίας του εξουσιαζ… |
| 375 | πήγε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω. | |
| 376 | φύγε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φεύγω. | |
| 377 | ξέρουμε | Ρήμα | ||
| 378 | γραφείο | Ουσιαστικό | /ɣɾa.ˈfi.o/ | χώρος σε εταιρεία ή υπηρεσία που στεγάζει τις δραστηριότητες ενός υπαλλήλου ή στελέχους. |
| 379 | βρήκα | Ρήμα | /ˈvɾi.ka/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίσκω. |
| 380 | καν | Ουσιαστικό, Σύνδεσμος | /ˈkan/ | επιτατικό αρνητικό μόριο. |
| 381 | τέλεια | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈtelia/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τέλειος. |
| 382 | γαμώτο | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /ˈɣaˈmoto/ | έκφραση αγανάκτησης ή απογοήτευσης. |
| 383 | ελατέ | Ρήμα, Επίθετο | /eˈla.te/ | |
| 384 | δωμάτιο | Ουσιαστικό | /ðoˈma.ti.o/ | εσωτερικός χώρος κτηρίου, π.χ. σπιτιού, διαμερίσματος, ξενοδοχείου, (λαϊκότροπο) ο οντάς. |
| 385 | Μίλας | Ουσιαστικό, Ρήμα | ||
| 386 | ίδια | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈi.ðʝa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ίδιος. |
| 387 | δώσε | Ρήμα | β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του δίνω. | |
| 388 | κόρη | Ουσιαστικό | /ˈko.ɾi/ | το άγαλμα νεαρής γυναίκας της αρχαϊκής εποχής. |
| 389 | φίλος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈfi.los/ | πρόσωπο με το οποίο συνδέεται κανείς με σχέση αμοιβαίας αγάπης, αφοσίωσης και κατανόησης, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει σ… |
| 390 | όπου | Επίρρημα | /ˈo.pu/ | εκεί που, στο μέρος που (προσδιορίζει τόπο αόριστα). |
| 391 | κανέναν | Αντωνυμία | /kaˈne.nan/ | αιτιατική, αρσενικού γένους του κανείς. |
| 392 | αγαπώ | Ρήμα | /a.ɣaˈpo/ | άλλη μορφή του αγαπάω. |
| 393 | πρώτα | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈpɾo.ta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρώτος. |
| 394 | ψέματα | Ουσιαστικό | /ˈpse.ma.ta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψέμα. |
| 395 | οικογένεια | Ουσιαστικό | /i.koˈʝe.ni.a/ | πληροφορική τυπογραφία) σύνολο γραμματοσειρών που έχουν κοινά χαρακτηριστικά (συνήθως οι διάφορες εκδοχές της γραμματοσε… |
| 396 | πάρεις | Ρήμα | θα πάρεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίρνω. | |
| 397 | χρήματα | Ουσιαστικό | /ˈxri.ma.ta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρήμα. |
| 398 | Δηλάδη | Ουσιαστικό, Σύνδεσμος | /ði.laˈði/ | επεξηγηματικός σύνδεσμος: τουτέστιν, δηλονότι, λοιπόν, με άλλα λόγια, για την ακρίβεια, πιο αναλυτικά, συγκεκριμένα. |
| 399 | ανησυχείς | Ρήμα | ||
| 400 | αγόρι | Ουσιαστικό | /aˈɣo.ɾi/ | ο σερβιτόρος ή ο καμαριέρης. |
| 401 | Τρεις | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈtɾis/ | το αρσενικό και θηλυκό γένος του αριθμητικού επιθέτου τρία. |
| 402 | ενός | Επίθετο, Αντωνυμία, Άρθρο | /eˈnos/ | γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ένας. |
| 403 | πέθανε | Ρήμα | /ˈpeθane/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω. |
| 404 | ωραίο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /oˈɾe.o/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ωραίος. |
| 405 | σοβαρά | Επίθετο, Επίρρημα | /so.vaˈɾa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σοβαρός. |
| 406 | αλλιώς | Επίρρημα | διαφορετικά, με διαφορετικό τρόπο. | |
| 407 | είχαμε | Ρήμα | /ˈi.xa.me/ | |
| 408 | άντρας | Ουσιαστικό | /[ˈandras]/ | αυτός που έχει τις καλές ιδιότητες που, συνήθως, αποδίδονται στους άντρες (γενναιοδωρία, αποφασιστικότητα κ.α.). |
| 409 | τουλάχιστον | Επίρρημα | /tuˈla.çi.ston/ | το ελάχιστο, το λιγότερο. |
| 410 | έρχεται | Ρήμα | ||
| 411 | Πανέ | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | /ˈpa.ne/ | θα πάνε: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πηγαίνω. |
| 412 | μικρό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /miˈkɾo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μικρός. |
| 413 | καρδιά | Ουσιαστικό | /karˈðʝa/ | μυώδες κοίλο όργανο που λειτουργεί ως αντλία για την κυκλοφορία του αίματος. |
| 414 | πήρα | Ρήμα | /ˈpi.ɾa/ | α΄ πρόσωπο ενικού ενεργητικού αορίστου του παίρνω. |
| 415 | δύσκολο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δύσκολος. | |
| 416 | φύγουμε | Ρήμα | θα φύγουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φεύγω. | |
| 417 | πούμε | Ρήμα | /ˈpu.me/ | θα πούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λέω. |
| 418 | τηλέφωνο | Ουσιαστικό | /tiˈle.fo.no/ | η εγκατάσταση μιας τηλεφωνικής συσκευής και η σύνδεσή της με το τηλεφωνικό δίκτυο που παρέχει τη δυνατότητα για τηλεφωνι… |
| 419 | λέμε | Ρήμα | /ˈleme/ | |
| 420 | αργότερα | Επίρρημα | /aɾˈɣoteɾa/ | μετά την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος, σε μεταγενέστερο χρόνο. |
| 421 | εάν | Σύνδεσμος | /eˈan/ | άλλη μορφή του αν. |
| 422 | νερό | Ουσιαστικό | /neˈɾo/ | (χημικός τύπος: H₂O) το άχρωμο και συνήθως άοσμο και άγευστο υγρό στοιχείο της φύσης, που προκύπτει από τη χημική ένωση… |
| 423 | σχεδόν | Επίρρημα | /sçeˈðon/ | εξαιρουμένων μικρών λεπτομερειών. |
| 424 | τέτοια | Αντωνυμία | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τέτοιος. | |
| 425 | είδες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπω. | |
| 426 | Κάπου | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈka.pu/ | κατά κάποιον τρόπο, σε κάποιο βαθμό. |
| 427 | μεταξύ | Επίρρημα, Πρόθεση | /me.taˈksi/ | ανάμεσα, σε χρονικό ή τοπικό σημείο που βρίσκεται μετά από το ένα άκρο και πριν το επόμενο άκρο. |
| 428 | χθες | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /xθes/ | άλλη μορφή του χτες. |
| 429 | νιώθω | Ρήμα | /ˈɲo.θo/ | αντιλαμβάνομαι κατά ένα ορισμένο τρόπο την ψυχολογική μου κατάσταση ή τις σωματικές μου δυνάμεις και την κατάσταση της υ… |
| 430 | αντίο | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /aˈdio/ | αποχαιρετιστήρια προσφώνηση που λέγεται όταν κάποιος φεύγει. |
| 431 | υπόθεση | Ουσιαστικό | το πρώτο σκέλος ενός υποθετικού λόγου με δεύτερο την απόδοση· συνήθως είναι υποθετική πρόταση που εισάγεται με το αν, μπ… | |
| 432 | πέντε | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈpen.de/ | το απόλυτο αριθμητικό (5) που ακολουθεί το τέσσερα και προηγείται του έξι. |
| 433 | Δωσώ | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ðoˈso/ | θα δώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δίνω. |
| 434 | μήνες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μήνας. | |
| 435 | μυαλό | Ουσιαστικό | /mɲaˈlo/ | το αποτέλεσμα της εγκεφαλικής λειτουργίας, ένας εγκέφαλος σε λειτουργία, η νοητική και βιωματική (εκ των έσω) απόδοση το… |
| 436 | τρία | Επίθετο | /ˈtɾi.a/ | το απόλυτο αριθμητικό (3) που ακολουθεί το δυο και προηγείται του τέσσερα. |
| 437 | θυμάμαι | Ρήμα | /θiˈma.me/ | δεν ξεχνώ να κάνω δώρο κάποιον που γιορτάζει ή να του ευχηθώ ή να του αφήσω κάτι στη διαθήκη μου. |
| 438 | συμβεί | Ρήμα | θα συμβεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμβαίνει. | |
| 439 | κόσμος | Ουσιαστικό | /ˈko.zmos/ | τα εγκόσμια κατ' αντιδιαστολή προς τον μοναχισμό. |
| 440 | θέλουν | Ρήμα | /ˈθe.lun/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω. |
| 441 | αίμα | Ουσιαστικό | /ˈe.ma/ | το υγρό με κόκκινο χρώμα που κυκλοφορεί μέσα στο σώμα του ανθρώπου κι άλλων ζώων (στα έντομα είναι κίτρινο) μέσω της καρ… |
| 442 | μικρή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρός. | |
| 443 | ρε | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /ɾe/ | μωρέ ή μωρή. |
| 444 | πάρα | Επίρρημα | /ˈpaɾa/ | επιτατικό μόριο, συνοδεύει τη λέξη πολύ. |
| 445 | σχολείο | Ουσιαστικό | /sxoˈli.o/ | μία συγκεκριμένη σχολική μονάδα της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που στεγάζεται σε δικό της κτίριο (ή… |
| 446 | τρόπος | Ουσιαστικό | /ˈtɾo.pos/ | οι επιλεγμένοι φθόγγοι (συνήθως επτά) μέσα στο διάστημα μιας οκτάβας, με προκαθορισμένη απόσταση διαστημάτων μεταξύ τους… |
| 447 | σύντομα | Επίθετο, Επίρρημα | σε σύντομο χρονικό διάστημα. | |
| 448 | γυναίκες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναίκα. | |
| 449 | καμιά | Αντωνυμία | /kaˈmɲa/ | άλλη μορφή του καμία· ονομαστική και αιτιατική, θηλυκού γένους του κανείς. |
| 450 | βέβαια | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Επιφώνημα | (Ουσιαστικό). | |
| 451 | μπορούν | Ρήμα | /boˈɾun/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ. |
| 452 | υποθέτω | Ρήμα | /i.poˈθe.to/ | εξετάζω κάτι ως ενδεχόμενο ή πιθανά αληθινό χωρίς όμως να υπάρχουν στοιχεία ότι αληθεύει ή ότι σίγουρα θα επαληθευτεί με… |
| 453 | θέλουμε | Ρήμα | /ˈθe.lu.me/ | α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω. |
| 454 | σκατά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Επιφώνημα | /skaˈta/ | ευτελής, κακής ποιότητας, αηδιαστικός. |
| 455 | ήθελες | Ρήμα | ||
| 456 | μπαμπάς | Ουσιαστικό | /baˈbas/ | ο πατέρας, άντρας που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει. |
| 457 | είχαν | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈi.xan/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του έχω. |
| 458 | μιλήσουμε | Ρήμα | θα μιλήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μιλώ. | |
| 459 | αργά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | γυναικείο όνομα. | |
| 460 | εμάς | Αντωνυμία | αιτιατική πληθυντικού του εγώ. | |
| 461 | Μέρικα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερικό. | |
| 462 | άντρες | Ουσιαστικό | /ˈan.dɾes/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άντρας. |
| 463 | φίλοι | Ουσιαστικό, Επίθετο | nominative masculine plural of φίλος (fílos). | |
| 464 | τρέχει | Ρήμα | ||
| 465 | συνέχεια | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /siˈneçia/ | άλλη μορφή του συνεχώς. |
| 466 | φυλακή | Ουσιαστικό | /fi.laˈci/ | ποινή για αδικήματα στα ποινικά δικαστήρια. |
| 467 | σκέφτηκα | Ρήμα | /ˈsce.fti.ka/ | α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του σκέφτομαι. |
| 468 | φύγει | Ρήμα | θα φύγει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φεύγω. | |
| 469 | ήρθες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι. | |
| 470 | πείτε | Ρήμα | /ˈpi.te/ | β΄ πρόσωπο πληθυντικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του λέω. |
| 471 | εκείνο | Αντωνυμία | /eˈci.no/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εκείνος. |
| 472 | αφήσω | Ρήμα | θα αφήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αφήνω. | |
| 473 | όσα | Αντωνυμία | /ˈo.sa/ | ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του όσος. |
Level A1 of 6
A2 →