Meaning of δέ | Babel Free
/ˈðe/Ορισμοί
- δηλώνει αντίθεση μεταξύ δύο όρων ή προτάσεων ίσης σημασίας ή βάρους
- επιπλέον
- στην θέση καθενός από δυο σύνολα πραγμάτων ή ομάδες προσώπων, που διαφοροποιούνται με βάση ένα κριτήριο
Παραδείγματα
“Ο μεν γαμπρός ήταν ευτυχισμένος, η δε νύφη έκλαιγε.”
On the one hand, the groom was happy, on the other hand the bride was crying.
“Θέλω δε να προσθέσω ότι …”
Also I wish to add that …
“Πάντοτε ήταν επιθετικός. Τώρα δε, που άρχισε να πίνει, έχει γίνει επικίνδυνος.”
He has always been aggressive. And/especially now, that he started drinking, he has become dangerous.
“Από τα δυο αδέλφια ο μεν Γιώργος είναι κοινωνικός, η δε Άννα μοναχική.”
“Όλα τα παιδιά είναι καταπληκτικοί ποδοσφαιριστές. Ο δε Νίκος είναι εξαιρετικός και στον στίβο.”
“(λόγιο) Τὸ μὲν πνεῦνα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής. Το πνεύμα θέλει, αλλά το σώμα δεν αντέχει.”
“Η δε Μαρία, την κοίταζε με ιδιαίτερη προσοχή.”
“Οι μεν έπαιζαν χαρτιά, οι δε κουτσομπόλευαν στο σαλόνι.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.