HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

στον

Ουσιαστικό CEFR A1 Common
ˈston

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. σε με έκθλιψη + τον οριστικό άρθρο, αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους και σχηματισμό μίας λέξης, χωρίς απόστροφο

Ισοδύναμα

Englishatthe
Españolello
Françaislethethé
17 more languages
Afrikaansdie
Български-та-те-тоПо
Deutschderumso
ΕλληνικάΟ
Eestisee
Italianoilthe
日本語ザ
Македонски-ов-от
Nederlandsde
Portuguêso
Svenska-enden
TagalogAng

Παραδείγματα

“Έδωσε ένα ποτό στον Σταύρο.”

She gave a drink to Stavros.

“Πήγα στον γιατρό.”

I went to the doctor.

“Κοιμόμασταν στον Βόλο.”

We slept in Volos.

“Το ξενοδοχείο στον Βόλο.”

The hotel at Volos.

Επίπεδο CEFR

A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
See all A1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη στον σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free