HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Greek Dictionary
CEFR Level
C2

Greek — Proficiency Vocabulary

2,000 words

Can understand with ease virtually everything heard or read.

# Word Type IPA Definition
1 ώρας Ουσιαστικό /ˈo.ras/ γενική ενικού του ώρα.
2 φονιά Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φονιάς.
3 επειγόντως Ουσιαστικό, Επίρρημα (Ουσιαστικό).
4 εθελοντικά Επίθετο, Επίρρημα /e.θe.lo(n).diˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθελοντικό.
5 Πεινασμένος Ουσιαστικό, Ρήμα /pi.naˈzme.nos/ ανδρικό επώνυμο.
6 καρχαρίας Ουσιαστικό /kaɾ.xaˈɾi.as/ το σαρκοβόρο ψάρι που έχει ιδιαίτερες ικανότητες στο κολύμπι εξαιτίας του υδροδυναμικού σώματός του, με αιχμηρά σαγόνια…
7 αναπόφευκτο Ουσιαστικό αυτο που δεν μπορεί να αποφευχθεί.
8 πανικός Ουσιαστικό /pa.niˈkos/ η κατάσταση στην οποία κάποιος έχει πολλά πράγματα να κάνει σε πολύ λίγο χρόνο.
9 φιλοδοξία Ουσιαστικό /fi.lo.ðoˈksi.a/ η επιθυμία να αποκτήσει κάποιος κάτι για το οποίο πιθανόν να μην αρκούν οι δυνάμεις του.
10 δέσιμο Ουσιαστικό η ενέργεια του δένω (για σχοινιά, αντικείμενα που δένονται μαζί για να αποτελέσουν ένα σύνολο).
11 απαντήσετε Ρήμα θα απαντήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απαντώ.
12 φαράγγι Ουσιαστικό βαθύ ρήγμα σε βουνά, βαθιά χαράδρα με απότομες πλαγιές.
13 άνοιξες Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈa.ni.kses/ άλλη μορφή του ανοίξεις - ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνοιξη.
14 πολεμική Ουσιαστικό, Επίθετο /po.le.miˈci/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολεμικός.
15 επισκέπτης Ουσιαστικό άτομο που επισκέπτεται, που κάνει επίσκεψη.
16 καθημερινή Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθημερινός.
17 σταματάω Ουσιαστικό, Ρήμα /sta.maˈta.o/ (Ουσιαστικό).
18 ξεκουραστώ Ρήμα θα ξεκουραστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεκουράζομαι.
19 κλείσετε Ρήμα θα κλείσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλείνω.
20 πέραν Ουσιαστικό, Επίρρημα για να δείξουμε ότι υπερβήκαμε κάποια όρια, έξω από, μακριά από.
21 παρατήσουμε Ρήμα θα παρατήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρατώ.
22 γεμίσω Ρήμα θα γεμίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γεμίζω.
23 αποφασίζω Ρήμα /a.po.faˈsi.zo/ ορίζω ή επιβάλλω το πρακτέο, έχοντας την εξουσία ή τη δυνατότητα να το κάνω αυτό.
24 δίκαιος Ουσιαστικό, Επίθετο /ðiˈce.os/ σύμφωνος με το σωστό και το νόμιμο.
25 κρύψου Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρύβομαι.
26 γυρνάω Ρήμα /ʝiɾˈna.o/ άλλη μορφή του γυρνώ.
27 χοντρά Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρό.
28 πύραυλο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του πύραυλος.
29 δημιουργούν Ρήμα γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του δημιουργώ.
30 αρπάξει Ρήμα θα αρπάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρπάζω.
31 σεβασμός Ουσιαστικό η συμπεριφορά απέναντι σε κάτι που δεν προσβάλλει ή απειλεί την ταυτότητα, την ιδιαιτερότητα ή την ίδια την ύπαρξή του.
32 ψυχολογία Ουσιαστικό /psi.xo.loˈʝi.a/ επιστήμη που μελετά τη σκέψη και τη συμπεριφορά των ανθρώπων.
33 αποψινό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αποψινός.
34 ντροπαλός Επίθετο /dɾopaˈlos/ που δεν νιώθει άνετα μπροστά σε άλλους, που ντρέπεται εύκολα.
35 υπηρεσιών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του υπηρεσία.
36 αβγά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγό.
37 τακτοποιήσουμε Ρήμα θα τακτοποιήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τακτοποιώ.
38 ζούσαμε Ρήμα
39 παραμείνουν Ρήμα θα παραμείνουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραμένω.
40 υπολείμματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόλειμμα.
41 μηχανικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μηχανικός.
42 εξωφρενικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εξωφρενικός.
43 μάζεψα Ρήμα /ˈma.ze.psa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζεύω.
44 ολοκληρωτικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /o.lo.kli.ɾo.tiˈka/ (Ουσιαστικό).
45 κόμματος Ουσιαστικό πάρα πολύ όμορφη γυναίκα ή άνδρας.
46 συγγραφείς Ουσιαστικό, Ρήμα /siŋ.ɣraˈfis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγγραφέας.
47 αργό Ουσιαστικό, Επίθετο /aɾˈɣo/ άλλη μορφή του αργόν.
48 πεισματάρης Επίθετο /pi.zmaˈta.ɾis/ που δεν αλλάζει γνώμη εύκολα και εμμένει στις αποφάσεις του παρά τα λογικά επιχειρήματα που επικαλούνται οι άλλοι, ο πεί…
49 διαδρόμου Ουσιαστικό genitive singular of διάδρομος (diádromos).
50 αντιλαμβάνομαι Ρήμα /an.di.laɱˈva.no.me/ καταλαβαίνω κάτι χάρη στις αισθήσεις μου.
51 σαμουράι Ουσιαστικό /sa.muˈɾa.i/ ευγενής πολεμιστής στην προβιομηχανική Ιαπωνία, δεινός χειριστής του σπαθιού και μέλος της ομώνυμης τάξης που υπηρετούσε…
52 ίδιου Επίθετο γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ίδιος.
53 επηρέασε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επηρεάζω.
54 ώθηση Ουσιαστικό /ˈo.θi.si/ το διανυσματικό μέγεθος που ισούται με το γινόμενο της δύναμης επί τον χρόνο που αυτή ασκείται· έχει τις ίδιες μονάδες μ…
55 χώρισα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζω.
56 φρικτά Επίθετο, Επίρρημα κατά φρικτό τρόπο, πολύ άσχημα.
57 προσφέρθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφέρομαι.
58 ιππότη Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιππότης.
59 διαμονή Ουσιαστικό /[ði̯amoˈni]/ το να διαμένει κάποιος σε κάποιο μέρος.
60 ερωτήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερώτημα.
61 αδελφοί Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδελφός.
62 προχθές Επίρρημα η μέρα που ήταν πριν από χθες, δύο ημέρες πριν από σήμερα.
63 ανάψω Ρήμα θα ανάψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανάβω.
64 βάσεις Ουσιαστικό /[ˈvasis]/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάση.
65 μοιραστεί Ρήμα /mi.ɾaˈsti/ θα μοιραστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μοιράζομαι.
66 βελτίωση Ουσιαστικό /velˈti.o.si/ διορθώσεις, αλλαγές με σκοπό την καλυτέρευση.
67 γεννήσει Ρήμα θα γεννήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γεννώ.
68 κάδο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του κάδος.
69 βάθη Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάθος.
70 παίχτης Ουσιαστικό άλλη μορφή του παίκτης.
71 οικονομικών Επίθετο γενική πληθυντικού του οικονομικός.
72 κινητού Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του κινητός.
73 βούληση Ουσιαστικό /ˈvu.li.si/ η επιθυμία προς επιδίωξη κάποιου σκοπού.
74 θερμότητα Ουσιαστικό /θeɾˈmo.ti.ta/ μορφή ενέργειας που, εξαιτίας της μεταβολής θερμοκρασίας, μεταφέρεται από ένα σώμα και το περιβάλλον του σε ένα άλλο.
75 απομένει Ρήμα /a.poˈme.ni/
76 νηφάλιος Επίθετο /niˈfa.li.os/ που διαθέτει ή χαρακτηρίζεται από διαύγεια πνεύματος.
77 σύνθημα Ουσιαστικό /ˈsin.θi.ma/ φράση με πολιτικό περιεχόμενο που τη φωνάζουν ρυθμικά οι συγκεντρωμένοι σε μια πολιτική συγκέντρωση.
78 υποθέσεων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του υπόθεση.
79 τρένα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρένο.
80 υγιές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υγιής.
81 λείψω Ρήμα /ˈli.pso/ θα λείψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λείπω.
82 φρένα Ουσιαστικό /ˈfre.na/ nominative/accusative/vocative plural of φρένο (fréno).
83 φυλακισμένος Ουσιαστικό, Ρήμα ο δέσμιος, ο παγιδευμένος, που ζει σαν να βρίσκεται έγκλειστος σε φυλακή.
84 οστών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του οστό.
85 απατεώνα Ουσιαστικό genitive/accusative/vocative singular of απατεώνας (apateónas).
86 επενδύσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /e.penˈði.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επένδυση.
87 βρετανική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρετανικός.
88 τυφλό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τυφλός.
89 απαγόρευση Ουσιαστικό /a.paˈɣo.re.fsi/ η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απαγορεύω.
90 σκεφτήκατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι.
91 κατάπιε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταπίνω.
92 αναγνωρίσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /a.na.ɣnoˈɾi.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγνώριση.
93 άγγελο Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
94 δίψα Ουσιαστικό /ˈði.psa/ το αίσθημα που προκαλεί η ανάγκη για νερό.
95 όρισες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορίζω.
96 ούρα Ουσιαστικό, Επιφώνημα /ˈu.ɾa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ούρο: σωματικό υγρό που εκκρίνεται από τα νεφρά και αποβάλλεται από τη…
97 απελπισμένη Ρήμα, Επίθετο /apelpiˈzmeni/ nominative/accusative/vocative feminine singular of απελπισμένος (apelpisménos).
98 κρησφύγετο Ουσιαστικό σπίτι, σπηλιά ή άλλο σημείο στο οποίο καταφεύγει για να κρυφτεί κάποιος εκτός νόμου.
99 δαχτυλίδια Ουσιαστικό nominative/accusative/vocative plural of δαχτυλίδι (dachtylídi).
100 βούλωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βουλώνω.
101 θελήσει Ρήμα θα θελήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θέλω.
102 μανιακός Ουσιαστικό, Επίθετο ψυχικά ασθενής που εμφανίζει συχνά κρίσεις πανικού, ακρατή συμπεριφορά, βία, σπασμούς, επαναλαμβανόμενες δράσεις και σκέ…
103 σταγόνες Ουσιαστικό /staˈɣo.nes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταγόνα.
104 υπήρξα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπάρχω.
105 λήστεψαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ληστεύω.
106 μηχανής Ουσιαστικό genitive singular of μηχανή (michaní).
107 πίεσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιέζω.
108 τρένου Ουσιαστικό γενική ενικού του τρένο.
109 αράπη Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αράπης.
110 συστατικά Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστατικό.
111 παρομοίως Επίρρημα άλλη μορφή του παρόμοια.
112 ανώμαλος Ουσιαστικό, Επίθετο για λέξεις που κλίνονται με ιδιαίτερο τρόπο και δεν ακολουθούν τα συνήθη πρότυπα σχηματισμού κλιτών τύπων.
113 βουλώσεις Ρήμα θα βουλώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βουλώνω.
114 σβήσω Ρήμα θα σβήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σβήνω.
115 λιποθύμησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιποθυμώ.
116 σκλάβους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του σκλάβος.
117 ουσίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουσία.
118 μαρτυρία Ουσιαστικό /maɾ.tiˈɾi.a/ η κατάθεση ενός ατόμου στο δικαστήριο ή σε κάποια σχετικά επίσημη περίσταση για ένα περιστατικό που γνωρίζει αυτοπροσώπω…
119 ζητώντας Ρήμα /ziˈton.das/ μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ζητάω / ζητώ.
120 δημοσιογράφους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του δημοσιογράφος.
121 κατηγορήσει Ρήμα θα κατηγορήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατηγορώ.
122 διασκεδάσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκέδαση.
123 σηκώνεται Ρήμα /siˈko.ne.te/
124 αφοσιωμένος Ρήμα /a.fo.si.oˈme.nos/ που έχει αφοσιωθεί σε κάτι ή σε κάποιον.
125 ηρεμιστικό Ουσιαστικό, Επίθετο φάρμακο που επιδρά ηρεμιστικά, που καταπραΰνει ψυχολογικές εξάρσεις και έντονα συναισθήματα.
126 φιλίας Ουσιαστικό γενική ενικού του φιλία.
127 κοινωνικής Επίθετο γενική ενικού του κοινωνική.
128 παντρέψου Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι.
129 εκκένωση Ουσιαστικό /eˈce.no.si/ η απομάκρυνση κάποιων ατόμων από έναν χώρο (για στρατιωτικούς ή άλλους λόγους).
130 έκτρωση Ουσιαστικό /ˈek.tɾo.si/ η εκούσια διακοπή της εγκυμοσύνης.
131 μεταφέρθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφέρομαι.
132 κοτόπουλα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτόπουλο.
133 πανικού Ουσιαστικό γενική ενικού του πανικός.
134 εμφανιστείς Ρήμα θα εμφανιστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμφανίζομαι.
135 διαβάστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαβάζω.
136 κηδεμονία Ουσιαστικό /ci.ðe.moˈni.a/ η εξουσία και η ευθύνη του κηδεμόνα.
137 βλάψω Ρήμα /ˈvla.pso/ θα βλάψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βλάπτω.
138 τζόγο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του τζόγος.
139 ξεπέρασα Ρήμα
140 μπλέξω Ρήμα θα μπλέξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπλέκω.
141 κινηματογράφο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του κινηματογράφος.
142 περιφέρεια Ουσιαστικό /pe.ɾiˈfe.ɾi.a/ το περίγραμμα ενός κύκλου ή μιας έλλειψης.
143 καρφιά Ουσιαστικό /kaɾˈfça/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρφί.
144 ειδάλλως Επίρρημα σε διαφορετική περίπτωση, αλλιώς, διαφορετικά.
145 παραδώσουμε Ρήμα θα παραδώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραδίδω.
146 βουνού Ουσιαστικό /vuˈnu/ γενική ενικού του βουνό.
147 κακοποίηση Ουσιαστικό /ka.koˈpi.i.si/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κακοποιώ.
148 γέροι Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερός.
149 άρρωστοι Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άρρωστος.
150 ανάψει Ρήμα θα ανάψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανάβω.
151 δρομάκι Ουσιαστικό μικρός στενός δρόμος.
152 ατζέντα Ουσιαστικό πράγματα που έχει σχεδιαστεί (ή πρέπει) να γίνουν σε συγκεκριμένο χρόνο.
153 χαμογέλασε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαμογελώ.
154 χάθηκες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνομαι.
155 βοηθάμε Ρήμα /voi̯ˈθa.me/
156 ματιών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του μάτι.
157 Ανατολικό Ουσιαστικό, Επίθετο /a.na.to.liˈko/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανατολικός.
158 γοητευτικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γοητευτικός.
159 λαθραία Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα nominative neuter plural of λαθραίος (lathraíos).
160 σολ Ουσιαστικό κλειδί του σολ: μουσικό σημείο που σημειώνεται στην αρχή του πενταγράμμου και δηλώνει τη θέση της νότας σολ στη δεύτερη…
161 οδηγήσουν Ρήμα θα οδηγήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος οδηγώ.
162 απέξω Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα με αποστήθιση, χωρίς να κοιτάζω κάποιο γραπτό.
163 ορυχεία Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυχείο.
164 πλοίαρχος Ουσιαστικό /ˈpli.ar.xos/ ανώτερος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού ή του Λιμενικού Σώματος με βαθμό ανώτερο του αντιπλοιάρχου και κατώτερο του…
165 πολεμιστή Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πολεμιστής.
166 δαγκώσει Ρήμα /ðaŋˈɡosi/ θα δαγκώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δαγκώνω.
167 ψάξιμο Ουσιαστικό /ˈpsa.ksi.mo/ αναζήτηση, έρευνα, αλλά συνήθως για αντικείμενα.
168 φρουρό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του φρουρός.
169 πανικό Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
170 μελωδία Ουσιαστικό /me.loˈði.a/ υπέροχο συναίσθημα ή κατάσταση που προκαλείται από κάτι (φυσικό ή εγκεφαλικό).
171 συμβουλεύω Ρήμα /siɱ.vuˈle.vo/ διατυπώνω την γνώμη μου και καθοδηγώ κάποιον ως προς το πώς πρέπει να ενεργήσει, να συμπεριφερθεί ή να αντιμετωπίσει μια…
172 λεγεώνα Ουσιαστικό ταξινομική βαθμίδα κατώτερη της μικρόταξης και ανώτερης της υπεροικογένειας.
173 κινεζικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ciˈne.zi.ka/ η κινεζική γλώσσα που μιλιέται στην Κίνα, η γλώσσα των Χαν, κυρίως η μανδαρίνικη ποικιλία, με ιστορία 3.000 χρόνων. Μιλι…
174 μαζική Επίθετο /ma.zi.ˈci/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαζικός.
175 Υπερήφανος Ουσιαστικό, Επίθετο /i.peˈɾi.fa.nos/ που έχει υπερηφάνεια, που δεν θέλει να τον μειώνουν, να τον υποτιμούν, να τον θίγουν, να του κάνουν παρατηρήσεις.
176 γούνα Ουσιαστικό /ˈɣuna/ το πλούσιο και απαλό τρίχωμα μερικών ζώων.
177 συνάδελφο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του συνάδελφος.
178 εμφανιστούν Ρήμα θα εμφανιστούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμφανίζομαι.
179 πυρηνικό Επίθετο /pi.ɾi.niˈko/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πυρηνικός.
180 Χαλάσα Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈxa.la.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλάω / χαλώ / χαλνώ.
181 ελευθερώσω Ρήμα θα ελευθερώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ελευθερώνω.
182 ταραγμένη Ρήμα /ta.ɾaɣˈme.ni/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταραγμένος.
183 στέλεχος Ουσιαστικό το πιο οπίσθιο μέρος του εγκεφάλου, που συνδέει τον εγκέφαλο με το νωτιαίο μυελό. Λέγεται και εγκεφαλικό στέλεχος.
184 ανοιχτές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτή.
185 έμπορο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του έμπορος.
186 χειμώνας Ουσιαστικό /çiˈmo.nas/ η εποχή του έτους, μετά το φθινόπωρο και πριν την άνοιξη, κατά την οποία ο ήλιος βρίσκεται σε χαμηλότερη θέση στον ουραν…
187 κυνήγησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυνηγώ.
188 μετακομίσει Ρήμα θα μετακομίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μετακομίζω.
189 απολύσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόλυση.
190 νιώσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νιώθω.
191 ενεργοποίηση Ουσιαστικό /e.neɾ.ɣoˈpi.i.si/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενεργοποιώ.
192 υποφέρω Ουσιαστικό, Ρήμα /i.poˈfe.ɾo/ (Ουσιαστικό).
193 μείον Ουσιαστικό, Επίρρημα στην πράξη της αφαίρεσης προηγείται του αφαιρετέου.
194 μαχητής Ουσιαστικό είδος πουλιού.
195 αποτυχημένος Ρήμα για άνθρωπο που τον χαρακτηρίζει η αποτυχία, που αποτυγχάνει συνεχώς.
196 παρότι Σύνδεσμος /paˈɾo.ti/ εναντιωματικός σύνδεσμος, που εισάγει εναντιωματικές προτάσεις.
197 δορυφόρο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του δορυφόρος.
198 Φιλικός Ουσιαστικό, Επίθετο στο ποδόσφαιρο, ο αγώνας που δεν εντάσσεται σε κάποια επίσημη διοργάνωση.
199 γενναιόδωρη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενναιόδωρος.
200 γαμήσεις Ρήμα θα γαμήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γαμώ.
201 τελεία Ουσιαστικό σημείο στίξης που σηματοδοτεί το τέλος μιας πρότασης.
202 τραβάω Ουσιαστικό, Ρήμα /tɾaˈva.o/ (Ουσιαστικό).
203 ιδιωτικός Επίθετο /iðiotiˈkos/ σχετικός με έναν ιδιώτη, ένα άτομο ως ξεχωριστή προσωπικότητα και όχι ως μέλος ενός συνόλου.
204 φι Ουσιαστικό /[fi]/ το εικοστό πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (φ, κεφαλαίο: Φ).
205 έρημου Ουσιαστικό, Επίθετο επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
206 πυρός Ουσιαστικό /piˈɾos/ γενική ενικού του πυρ.
207 συνεργαστείς Ρήμα θα συνεργαστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνεργάζομαι.
208 ξεχάσατε Ρήμα β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του ξεχνάω.
209 ναός Ουσιαστικό /naˈos/ ο χώρος ο οποίος θεωρείται σύμβολο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής δραστηριότητας.
210 καθιστά Ρήμα, Επίθετο, Επίρρημα όντας κάποιος καθιστός.
211 τηλεόρασης Ουσιαστικό γενική ενικού του τηλεόραση.
212 βρεθώ Ρήμα θα βρεθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκομαι.
213 άνετη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνετος.
214 σιρόπι Ουσιαστικό /siˈɾo.pi/ παχύρρευστο υγρό με μεγάλη περιεκτικότητα σε ζάχαρη.
215 Βαρέτα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρετό.
216 εκρήξεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκρηξη.
217 επιτυχίας Ουσιαστικό γενική ενικού του επιτυχία.
218 υπνοδωμάτιο Ουσιαστικό /ˌi.pno.ðoˈma.ti.o/ κρεβατοκάμαρα.
219 σπάσουν Ρήμα θα σπάσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σπάω.
220 σύμβολα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμβολο.
221 πορτ-μπαγκάζ Ουσιαστικό /port-baˈgaz/ άλλη μορφή του πορτμπαγκάζ.
222 αξονική Ουσιαστικό, Επίθετο /a.kso.niˈci/ η αξονική τομογραφία, δηλαδή μια μέθοδος ακτινολογικής εξέτασης του ανθρώπινου σώματος με ακτίνες Χ.
223 φυλάω Ουσιαστικό, Ρήμα /fiˈla.o/ (Ουσιαστικό).
224 κράτους Ουσιαστικό γενική ενικού του κράτος.
225 συλλήψεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύλληψη.
226 μαρμελάδα Ουσιαστικό /maɾ.meˈla.ða/ πολτώδες γλυκό παρασκεύασμα φτιαγμένο από βρασμένα φρούτα και ζάχαρη.
227 βρεθήκαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίσκομαι.
228 κάρφωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρφώνω.
229 τηλεφωνήσουμε Ρήμα θα τηλεφωνήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τηλεφωνώ.
230 ηθοποιούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του ηθοποιός.
231 κατούρημα Ουσιαστικό /kaˈtuɾima/ η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κατουρώ.
232 ενέργειες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενέργεια.
233 ασχοληθούμε Ρήμα θα ασχοληθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ασχολούμαι.
234 αναγνωρίσω Ρήμα θα αναγνωρίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναγνωρίζω.
235 δικαστές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαστής.
236 πο Ουσιαστικό, Επιφώνημα, Φράση Ποδοσφαιρικός Όμιλος.
237 εγγονός Ουσιαστικό /eŋ.ɡoˈnos/ ο γιος του παιδιού κάποιου.
238 κλέβω Ρήμα /ˈkle.vo/ αποσπώ πληροφορία που ο κάτοχός της δε συναίνεσε ή δε θέλει να δώσει/μοιραστεί.
239 μαμάδες Ουσιαστικό nominative plural of μαμά (mamá).
240 τσίλι Ουσιαστικό το τσίλι (είδος καυτερής πιπεριάς).
241 εντοπίσουν Ρήμα θα εντοπίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εντοπίζω.
242 γαμήσει Ρήμα θα γαμήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γαμώ.
243 κάμπινγκ Ουσιαστικό /ˈkam.piŋ/ άλλη γραφή του κάμπιγκ.
244 γέννησης Ουσιαστικό γενική ενικού του γέννηση.
245 κοινωνικές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνική.
246 κατσίκα Ουσιαστικό μηρυκαστικό θηλαστικό του γένους Capra, συγγενές με το πρόβατο· το εξημερωμένο είδος Capra aegagrus hircus εκτρέφεται γι…
247 κλάψεις Ρήμα θα κλάψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλαίω.
248 τανκ Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
249 καταστράφηκαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι.
250 πατατάκια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατατάκι.
251 μετράω Ρήμα /meˈtɾa.o/ διαπιστώνω πόσα πράγματα ανήκουν σε ένα σύνολο· αναθέτω στο καθένα έναν αριθμό, αρχίζοντας με 1 και καταλήγοντας στον συ…
252 ομαδική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομαδικός.
253 δίκης Ουσιαστικό ανδρικό επώνυμο.
254 σκλάβα Ουσιαστικό θηλυκό του σκλάβος.
255 μικρούς Ουσιαστικό, Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του μικρός.
256 φρικιά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρικιό.
257 προσλάβω Ρήμα θα προσλάβω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσλαμβάνω.
258 μοναχικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μοναχικός.
259 απεχθάνομαι Ρήμα /apeˈxθanome/ νιώθω έντονα αρνητικά συναισθήματα για κάτι ή κάποιον που δεν μου αρέσει ή απορρίπτω, π.χ. απέχθεια, αποστροφή, αντιπάθε…
260 δροσερό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δροσερός.
261 ελευθέρωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνω.
262 προσπαθήσετε Ρήμα θα προσπαθήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσπαθώ.
263 τρίο Ουσιαστικό το φύλλο με τον αριθμό τρία στην τράπουλα.
264 εγχειρίδιο Ουσιαστικό /[eŋçirˈiðio]/ βιβλίο συνήθως μικρού μεγέθους που εκθέτει με οργανωμένο τρόπο τις βασικές αρχές ενός γνωστικού αντικειμένου.
265 υπολογίζω Ουσιαστικό, Ρήμα /ipoloˈʝizo/ (Ουσιαστικό).
266 καταλήξαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλήγω.
267 υπόστεγο Ουσιαστικό χώρος που έχει κάποια μορφή σκεπής και είναι ανοικτός τουλάχιστον από δύο πλευρές.
268 φτυάρι Ουσιαστικό με μακριά λαβή και πλατύ μεταλλικό έλασμα για τη μεταφορά χώματος, χαλικιών, λάσπης κ.λπ. ή για σκάψιμο σε μαλακό έδαφος.
269 αξιαγάπητη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιαγάπητος.
270 υπεράσπισης Ουσιαστικό γενική ενικού του υπεράσπιση.
271 αγχωμένη Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγχωμένος.
272 κόμικ Ουσιαστικό άλλη μορφή του κόμικς.
273 κρυφτώ Ρήμα θα κρυφτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρύβομαι.
274 θάμνους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του θάμνος.
275 πραγματικές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματική.
276 γυρίσματα Ουσιαστικό /ʝiˈɾi.zma.ta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γύρισμα.
277 πολιτικοί Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτικός.
278 διακριτικά Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακριτικό.
279 σπαθιά Ουσιαστικό το τραύμα που προκαλεί ένα τέτοιο χτύπημα.
280 ιερά Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερό.
281 κρατούμενο Ουσιαστικό κατά την πρόσθεση με πρακτικό τρόπο, ο αριθμός που αντιπροσωπεύει τις δεκάδες του αθροίσματος των ψηφίων μίας στήλης, ο…
282 αφεντικού Ουσιαστικό γενική ενικού του αφεντικό.
283 μεταφορικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μεταφορικός.
284 εποχών Ουσιαστικό genitive plural of εποχή (epochí).
285 δέχτηκες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέχομαι.
286 επίθετο Ουσιαστικό, Επίθετο /eˈpi.θe.to/ κλιτή λέξη που χαρακτηρίζει το ουσιαστικό, φανερώνοντας κάποια ποιότητα ή ιδιότητά του.
287 άνοιξαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοίγω.
288 κρυμμένη Ρήμα /kriˈmeni/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυμμένος.
289 ρίζα Ουσιαστικό /ˈɾi.za/ το αρχικό και αμετάβλητο μέρος μιας λέξης από το οποίο μπορούν να παράγονται πολλά θέματα.
290 τραγουδάω Ρήμα /tɾa.ɣuˈða.o/ αρθρώνω λέξεις ή ήχους με ορισμένο ρυθμό και αλλαγές στη συχνότητα του ήχου, ακολουθώ μια μελωδία.
291 απέλυσαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύω.
292 βάρδιες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάρδια.
293 ξεκουραστεί Ρήμα θα ξεκουραστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεκουράζομαι.
294 σύρμα Ουσιαστικό /ˈsiɾ.ma/ εύκαμπτο έλασμα από κράμα μέταλλων, κυκλικής διατομής, με διάμετρο μικρότερη από ένα εκατοστό του μέτρου ως και μερικές…
295 κακώς Επίρρημα /kaˈkos/ με μη σωστό ή άσχημο τρόπο.
296 θυμήθηκες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμάμαι.
297 κατηγόρησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατηγορώ.
298 φρίκη Ουσιαστικό /ˈfɾi.ci/ αρνητικός χαρακτηρισμός για οτιδήποτε δε μας αρέσει, ισοδυναμεί με το επίθετο φρικτός.
299 θύελλα Ουσιαστικό /ˈθiela/ μεγάλη καταιγίδα με δυνατό άνεμο και βροχή.
300 ηγεσία Ουσιαστικό /i.ʝeˈsi.a/ το σύνολο αυτών που ασκούν την εξουσία ή πρωτοπορούν σε κάποιο τομέα.
301 σώσετε Ρήμα θα σώσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σώζω.
302 κλίση Ουσιαστικό /ˈkʎi.si/ ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο σχηματίζονται οι διάφοροι τύποι ενός ονόματος, αντωνυμίας ή ρήματος.
303 τουαλέτας Ουσιαστικό /tu.aˈle.tas/ γενική ενικού του τουαλέτα.
304 απογείωση Ουσιαστικό /apoˈʝiosi/ η ανύψωση αεροπλάνου, ελικοπτέρου, στον αέρα.
305 προφυλακτικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα με προφυλακτικό τρόπο, προφυλάσσοντας.
306 διαβατήρια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβατήριο.
307 περιγράψω Ρήμα θα περιγράψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περιγράφω.
308 δοκίμασες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω.
309 ζήλια Ουσιαστικό /ˈzi.ʎa/ το συναίσθημα που νιώθει κάποιος, όταν επιθυμεί να αποκτήσει τα αντικείμενα ή τα χαρίσματα ή τις κοινωνικές συναναστροφέ…
310 χαρτοφύλακα Ουσιαστικό /xaɾ.toˈfi.la.ka/ γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χαρτοφύλακας.
311 κρατούμενοι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρατούμενος.
312 σακίδιο Ουσιαστικό εκδρομικός σάκος με ιμάντες για να φορεθεί στην πλάτη.
313 λεκάνη Ουσιαστικό /leˈka.ni/ μεγάλο σύνθετο οστό που αποτελείται από το ιερόν οστούν, τον κόκκυγα, τα δύο λαγόνια και τα δύο ισχιακά οστά· η διάταξη…
314 οίκου Ουσιαστικό γενική ενικού του οίκος.
315 αναφέρθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφέρομαι.
316 πεντάγωνο Ουσιαστικό, Επίθετο /penˈdaɣono/ γεωμετρικό σχήμα που έχει πέντε πλευρές και πέντε γωνίες.
317 εξαφανιστούν Ρήμα θα εξαφανιστούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξαφανίζομαι.
318 κόπος Ουσιαστικό /ˈko.pos/ αμοιβή από εργασία.
319 βαρετός Επίθετο που δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον ή εναλλαγές και επομένως προκαλεί βαρεμάρα, ανία.
320 εκτελεστής Ουσιαστικό, Επίθετο το άτομο, στο οποίο ανατίθεται η υλοποίηση μιας επιθυμίας, η διεκπεραίωση μιας εργασίας.
321 κατάρρευση Ουσιαστικό /kaˈta.ɾef.si/ το γκρέμισμα ως το έδαφος, η ολοκληρωτική πτώση.
322 πραγματικοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραγματικός.
323 λογιστής Ουσιαστικό αυτός που ασχολείται με τα λογιστικά, την διαχείριση, τον έλεγχο, την απεικόνιση και την καταγραφή των πόρων (οικονομικώ…
324 σπίρτα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπίρτο.
325 δεσμά Ουσιαστικό οτιδήποτε περιορίζει την ελευθερία μας ή οτιδήποτε ενώνει τους ανθρώπους, οι δεσμοί.
326 μανίκι Ουσιαστικό το τμήμα ενός ρούχου που περιβάλλει το χέρι από τον ώμο καί κάτω, μέχρι τον καρπό.
327 αυστηρή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυστηρός.
328 πολιτών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του πολίτης.
329 ζωγράφος Ουσιαστικό /zoˈɣɾa.fos/ καλλιτέχνης που ζωγραφίζει, ασχολείται με τη ζωγραφική.
330 πλήγωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πληγώνω.
331 κομητεία Ουσιαστικό διοικητική υποδιαίρεση σε σύγχρονες χώρες (π.χ. Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ).
332 στάθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέκομαι.
333 πρόλαβε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προλαβαίνω.
334 ακολούθησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ.
335 σεξουαλικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σεξουαλικός.
336 ειρηνικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ειρηνικός.
337 βέβαιο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βέβαιος.
338 πλάκες Ουσιαστικό /ˈpla.ces/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάκα.
339 αντισταθεί Ρήμα θα αντισταθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντιστέκομαι.
340 υγρασία Ουσιαστικό /i.ɣɾaˈsi.a/ τα σταγονίδια νερού που σχηματίζονται σε μια επιφάνεια ή το σάπισμα από αυτά σε τοίχο.
341 αόρατος Επίθετο που δεν είναι ορατός, που είναι αδύνατον να τον δεις.
342 γύρους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του γύρος.
343 ομελέτα Ουσιαστικό /o.meˈle.ta/ φαγητό που παρασκευάζεται από χτυπημένα αβγά, μαγειρεμένα με λάδι στο τηγάνι, στα οποία προστίθενται ενίοτε κι άλλα υλικ…
344 Δέστε Ουσιαστικό, Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δένω.
345 χαμήλωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαμηλώνω.
346 μαχαίρωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω.
347 επιχείρημα Ουσιαστικό /e.piˈçi.ɾi.ma/ συλλογισμός που χρησιμοποιείται σε μια διαλογική συζήτηση, για να υπερασπιστούμε ή να απορρίψουμε μια άποψη.
348 λιοντάρια Ουσιαστικό nominative plural of λιοντάρι (liontári).
349 λατινικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /la.ti.niˈka/ η λατινική γλώσσα.
350 ρόδες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόδα.
351 λέγανε Ρήμα
352 ιταλικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα η ιταλική γλώσσα.
353 μαζευτείτε Ρήμα θα μαζευτείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαζεύομαι.
354 κοιτώντας Ρήμα μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κοιτάω / κοιτώ.
355 κατέχει Ρήμα /kaˈte.çi/
356 μπάζα Ουσιαστικό /ˈba.za/ το κέρδος, η είσπραξη χρημάτων από μια δουλειά, η λεία μιας κλοπής.
357 ένοιωσα Ρήμα
358 προβλήτα Ουσιαστικό /pɾoˈvli.ta/ προεξοχή ενός λιμανιού, εκεί που δένουν τα καράβια.
359 σκύψε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκύβω.
360 μπόρεσαν Ρήμα /ˈbo.ɾe.san/ γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπορώ.
361 τινάξω Ρήμα θα τινάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τινάζω.
362 συντρόφους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του σύντροφος.
363 αετός Ουσιαστικό /a.eˈtos/ όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον…
364 ωκεανού Ουσιαστικό /o.ce.aˈnu/ γενική ενικού του ωκεανός.
365 παίρναμε Ρήμα
366 κοριτσάκια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοριτσάκι.
367 χειροβομβίδα Ουσιαστικό βομβίδα που εκσφενδονίζεται με το χέρι.
368 σπόρους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του σπόρος.
369 διαστημικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διαστημικός.
370 ταμπέλα Ουσιαστικό /taˈbe.la/ μεταλλικό, πλαστικό ή ξύλινο επίπεδο φύλλο συνήθως στηριζόμενο με έναν ή δύο στύλους που έχει σήμα ή σύνθημα.
371 μύες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυς.
372 χείλος Ουσιαστικό /ˈçi.los/ καθένας από τους δύο μυικούς ιστούς του προσώπου που σχηματίζουν εξωτερικά το στόμα.
373 γωνίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γωνιά.
374 ξαναείδα Ρήμα
375 ανησυχητικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανησυχητικός.
376 ιταλικό Επίθετο /italiˈko/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιταλικός.
377 πιάτσα Ουσιαστικό /ˈpça.t͡sa/ δρόμος ή πλατεία όπου περιμένει κάποιος τους πελάτες του.
378 πολιτισμού Ουσιαστικό γενική ενικού του πολιτισμός.
379 καυγάς Ουσιαστικό ανδρικό επώνυμο.
380 σκύλους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του σκύλος.
381 δέχονται Ρήμα /ˈðe.xon.de/
382 ρητό Ουσιαστικό, Επίθετο /ɾiˈto/ σύντομη παρατήρηση για μια γενική αλήθεια, τρόπο συμπεριφοράς ή βασική αρχή, που λέγεται συχνά με την ίδια ή παρόμοια μο…
383 αντισταθώ Ρήμα θα αντισταθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντιστέκομαι.
384 κατέστρεψαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω.
385 παλιάς Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του παλιά.
386 διψάω Ρήμα /ðiˈpsa.o/ νιώθω την επιθυμία να πιω (ή ν’ απορροφήσω) νερό ή άλλο υγρό.
387 επιθεώρηση Ουσιαστικό θεατρικό έργο που σατιρίζει την επικαιρότητα και αποτελείται από σύντομα αυτοτελή διαλογικά μέρη και παρένθετα μουσικοχο…
388 ένοχοι Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένοχος.
389 επανάληψη Ουσιαστικό /epaˈnalipsi/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναλαμβάνω.
390 πολεμικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πολεμικός.
391 ηλίθιες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλίθια.
392 γεμάτες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεμάτη.
393 υπηρετώ Ρήμα /i.pi.ɾeˈto/ εργάζομαι ως δημόσιος υπάλληλος κρατικής υπηρεσίας ή ως στρατιωτικός.
394 μιούζικαλ Ουσιαστικό θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο που περιλαμβάνει τραγούδια, χορευτικά και μουσικά νούμερα.
395 μπαμπάκας Ουσιαστικό /baˈba.kas/ χαϊδευτική προσφώνηση, αντί του μπαμπάς.
396 αγαπημένους Ουσιαστικό, Ρήμα /aɣapiˈmenus/ αιτιατική πληθυντικού του αγαπημένος.
397 γερμανικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γερμανικός.
398 ετικέτα Ουσιαστικό /e.tiˈce.ta/ tag: είναι η σήμανση (markup) που ορίζει ένα στοιχείο σε μια γλώσσα σήμανσης, όπως οι ετικέτες <h1> και </h1> στο στοιχε…
399 ημερομηνίες Ουσιαστικό /i.me.ɾo.miˈni.es/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημερομηνία.
400 φλέβα Ουσιαστικό /ˈfle.va/ πλούσιο κοίτασμα ορυκτού ή μετάλλου· κάθε ακανόνιστη διείσδυση ορυκτού ή μετάλλου σε περιβάλλοντα πετρώματα.
401 κρυφτούμε Ρήμα θα κρυφτούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρύβομαι.
402 ασφυξία Ουσιαστικό δυσφορία από παρατεταμένο σταμάτημα τής αναπνοής.
403 έλθω Ρήμα θα έλθω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος έρχομαι.
404 άγγιξα Ρήμα /ˈaŋ.ɟi.ksa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγγίζω.
405 φιλάκι Ουσιαστικό χαϊδευτικό για το φιλί.
406 βιασμού Ουσιαστικό γενική ενικού του βιασμός.
407 βάζοντας Ρήμα /ˈva.zon.das/ Present participle of βάζω (vázo): putting on, setting.
408 υποψία Ουσιαστικό /i.popˈsi.a/ η υπόνοια, η γνώμη ότι κάποιος είναι πιθανόν ένοχος για κάτι ή ότι κάτι άσχημο συμβαίνει, η οποία στηρίζεται σε κάποιες…
409 ζελέ Ουσιαστικό /zeˈle/ τρόφιμο που έχει πηξει με ψύξη και με τη χρήση ζελατίνης και έχει κολλώδη υφή.
410 ανθρώπινες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπινή.
411 ομπρέλα Ουσιαστικό /omˈbɾe.la/ αντικείμενο που αποτελείται από μεταλλικό ή ξύλινο σκελετό πάνω στον οποίο τεντώνεται ύφασμα σε στρογγυλό σχήμα· ανοίγει…
412 δίχτυ Ουσιαστικό /ˈði.xti/ πλέγμα μεθόδων ή ενεργειών που «παγιδεύουν» τους ανθρώπους και συμβάλλουν στην παρακολούθησή τους.
413 καθαριστήριο Ουσιαστικό κατάστημα που αναλαμβάνει τον καθαρισμό ρούχων, ιδίως αυτών που χρειάζονται στεγνό καθάρισμα.
414 κοινωνικά Επίθετο, Επίρρημα /ci.no.niˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοινωνικός.
415 απληστία Ουσιαστικό η ιδιότητα του άπληστου, το να μην ικανοποιείται κάποιος ποτέ και να θέλει πάντα περισσότερα.
416 σύλληψης Ουσιαστικό γενική ενικού του σύλληψη.
417 χάλασες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλάω / χαλώ / χαλνώ.
418 απλές Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλή.
419 Κέινο Ουσιαστικό, Αντωνυμία /ˈci.no/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κείνος.
420 συναλλαγές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναλλαγή.
421 τελετουργικό Ουσιαστικό, Επίθετο /te.le.tuɾ.ʝiˈko/ η αυστηρά καθορισμένη διαδικασία που ακολουθείται σε μια τελετή.
422 άουτ Ουσιαστικό, Επίρρημα το αποτέλεσμα μιας βολής που έστειλε την μπάλα εκτός ορίων.
423 λεμονάδα Ουσιαστικό /le.moˈna.ða/ δροσιστικό αναψυκτικό από χυμό λεμονιού (με ή χωρίς ζάχαρη).
424 κολλητοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολλητός.
425 γνωριστήκατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνωρίζομαι.
426 άβολο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άβολος.
427 ελικόπτερα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελικόπτερο.
428 νομικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νομικός.
429 υποψηφιότητα Ουσιαστικό /i.po.psi.fiˈo.ti.ta/ το να είναι κάποιος υποψήφιος για κάποια θέση, αξίωμα κ.λπ.
430 παλέψει Ρήμα θα παλέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παλεύω.
431 μπήκατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω.
432 καμπάνα Ουσιαστικό /kamˈba.na/ ηχητικό όργανο που έχει σχήμα ανάποδου κόλουρου κώνου μέσα στον οποίο βρίσκεται ένα γλωσσίδι και συνήθως χρησιμεύει για…
433 διευθύνω Ρήμα /ði.eˈfθi.no/ διοικώ, ασκώ την διεύθυνση, κουμαντάρω.
434 οδυνηρό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οδυνηρός.
435 ρυθμός Ουσιαστικό /ɾiˈθmos/ το τέμπο ή το μέτρο· η ταχύτητα ενός κομματιού ή ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο οι νότες τονίζονται και σχηματίζουν…
436 ηλιακό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ηλιακός.
437 δέρματος Ουσιαστικό γενική ενικού του δέρμα.
438 κανονίσεις Ρήμα θα κανονίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κανονίζω.
439 ένωσης Ουσιαστικό γενική ενικού του ένωση.
440 ετοιμαστώ Ρήμα θα ετοιμαστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ετοιμάζομαι.
441 εγκλημάτων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του έγκλημα.
442 βασικός Επίθετο σχετικός με μία βάση, που έχει χαρακτηριστικά μιας βάσης.
443 κίνησης Ουσιαστικό γενική ενικού του κίνηση.
444 κάπα Ουσιαστικό, Φράση /ˈka.pa/ χοντρό μάλλινο πανωφόρι, με κουκούλα και χωρίς μανίκια, χαρακτηριστικό χειμερινό ένδυμα βοσκών και χωρικών.
445 υπάρχω Ουσιαστικό, Ρήμα /iˈpar.xo/ (Ουσιαστικό).
446 εντοπίσεις Ουσιαστικό, Ρήμα θα εντοπίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εντοπίζω.
447 ατζέντης Ουσιαστικό πρόσωπο που αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση υποθέσεων (ιδίως καλλιτεχνών) με αμοιβή.
448 υγιή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (υγιές) του υγιής.
449 φαρμακευτική Ουσιαστικό, Επίθετο /faɾ.ma.ce.ftiˈci/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρμακευτικός.
450 χρηματοδότηση Ουσιαστικό /xɾi.ma.toˈðo.ti.si/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρηματοδοτώ.
451 ξεκάθαρος Ουσιαστικό, Επίθετο /kseˈka.θa.ɾos/ (Ουσιαστικό).
452 διαλέγω Ρήμα /ðʝaˈle.ɣo/ απομακρύνω από ένα σύνολο τα άχρηστα, ξεδιαλέγω, ξεσκαρτάρω.
453 σταθμούς Ουσιαστικό /staθˈmus/ αιτιατική πληθυντικού του σταθμός.
454 νομοσχέδιο Ουσιαστικό /no.moˈsçe.ði.o/ το σχέδιο νόμου, που υποβάλλεται στο νομοθετικό σώμα (Βουλή) προς ψήφιση.
455 νόρμα Ουσιαστικό προκαθορισμένος χρόνος εκτέλεσης έργου, προρυθμισμένη διάρκεια.
456 απέλυσε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύω.
457 μάντρα Ουσιαστικό /ˈman.dɾa/ οικόπεδο, συνήθως περιφραγμένο, που χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση και την πώληση οικοδομικών υλικών, αυτοκινήτων κλ…
458 ποικιλία Ουσιαστικό /pi.ciˈli.a/ γενική ονομασία για πιάτο που σερβίρεται με διάφορους μεζέδες, συνήθως σαν συνοδευτικό ποτού.
459 ξαφνικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ξαφνικός.
460 σ. Ουσιαστικό abbreviation of σελίδα (selída) (page).
461 ανεξάρτητη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξάρτητος.
462 Τρέλλος Ουσιαστικό, Επίθετο ανδρικό επώνυμο.
463 έφεση Ουσιαστικό /ˈe.fe.si/ το ένδικο μέσο το οποίο ασκείται σε ένα δικαστήριο ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε μια απόφαση και με την οποία επιδιώκετ…
464 σερβιτόρος Ουσιαστικό /seɾ.viˈto.ɾos/ αυτός που σερβίρει φαγητό και ποτά στους πελάτες σε εστιατόριο, καφενείο κλπ.
465 περιπέτειες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπέτεια.
466 ανέχομαι Ρήμα /aˈne.xo.me/ δέχομαι χωρίς αντίδραση κάτι που μ’ ενοχλεί ή μου προκαλεί δυσφορία και (ενδεχομένως) το παραβλέπω.
467 αποφασισμένος Ρήμα που έχει πάρει τις αποφάσεις του, που έχει ήδη αποφασίσει.
468 κολάρο Ουσιαστικό /koˈla.ɾo/ μεταλλικό κυκλικός σύνδεσμος που χρησιμοποιείται στην σφράγιση ή στερέωση ενός κυλινδροειδούς.
469 όρκους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του όρκος.
470 κουτάλι Ουσιαστικό /kuˈta.li/ το οικιακό σκεύος με το οποίο τρώγονται οι υγρές, πολτώδεις ή κρεμώδεις τροφές. Αποτελείται από μια μικρή και ρηχή κοιλό…
471 ενεργοποίησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιώ.
472 ανοικτή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοικτός.
473 πλειοψηφία Ουσιαστικό /pli.o.psiˈfi.a/ η παράταξη που πήρε τις περισσότερες ψήφους ή έδρες σε μια εκλογική διαδικασία, ή σε ένα εκλεγμένο όργανο.
474 ασταθής Ουσιαστικό, Επίθετο (Ουσιαστικό).
475 κρύβω Ρήμα /ˈkɾi.vo/ ανοίγω μια τρύπα σ΄ ένα κομμάτι κρέας και βάζω μέσα μπαχαρικό ή κάτι άλλο που δίνει γεύση.
476 θεωρούμε Ρήμα /θe.oˈɾu.me/ α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα (θεωρούμαι) του θεωρώ.
477 φανείς Ρήμα θα φανείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φαίνομαι.
478 επιδημία Ουσιαστικό /e.pi.ðiˈmi.a/ λοιμώδης ασθένεια που εξαπλώνεται σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού (ανθρώπων, ζώων ή φυτών) μιας ευρύτερης περιοχής.
479 φίλησες Ρήμα /ˈfi.li.ses/ β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλώ.
480 διακόσμηση Ουσιαστικό η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακοσμώ.
481 καμαριέρα Ουσιαστικό /ka.maɾˈʝe.ɾa/ θηλυκό του καμαριέρης.
482 διάσειση Ουσιαστικό /ˈði̯a.si.si/ η πρόσκαιρη διαταραχή της λειτουργίας του εγκεφάλου εξαιτίας χτυπήματος.
483 τάσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάση.
484 ανακωχή Ουσιαστικό /a.na.koˈçi/ μανούβρα ιστιοπλοϊκού σκάφους στην οποία η τζένοα τοποθετείται αντίρροπα με τον άνεμο με σκοπό να σταματήσει η εμπρόσθια…
485 κατώφλι Ουσιαστικό /kaˈto.fli/ ξύλινη ή πέτρινη πλάκα που ενώνει, στο κάτω μέρος, τις κατακόρυφες πλευρές της πόρτας.
486 υπέγραψα Ρήμα /iˈpe.ɣra.psa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπογράφω.
487 πίνετε Ρήμα /ˈpi.ne.te/
488 διαζυγίου Ουσιαστικό genitive singular of διαζύγιο (diazýgio).
489 φιλανθρωπία Ουσιαστικό η υποστήριξη των ατόμων ή των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού που χρειάζονται βοήθεια.
490 κόπανε Ουσιαστικό vocative singular of κόπανος (kópanos).
491 μάρκες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάρκα.
492 πέμπτο Ουσιαστικό, Επίθετο accusative masculine singular of πέμπτος (pémptos).
493 εγκαίνια Ουσιαστικό τρύπα στο κέντρο της Αγίας Τράπεζας που περιέχει υλικά (σμύρνα, μαστίχα, τμήμα λειψάνων κάποιου αγίου ή μάρτυρα της Εκκλ…
494 σοκολάτας Ουσιαστικό γενική ενικού του σοκολάτα.
495 κατοικίδιο Ουσιαστικό domesticated animal, pet.
496 σκάι Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
497 παροχή Ουσιαστικό /pa.ɾoˈçi/ όγκος του ρευστού, υγρού ή αέριου ο οποίος διέρχεται από έναν αγωγό στη μονάδα του χρόνου.
498 ανταγωνισμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του ανταγωνισμός.
499 αυτοκινητιστικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αυτοκινητιστικός.
500 υπογράψτε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπογράφω.
501 σάρωση Ουσιαστικό διαδικασία ψηφιακής αναπαράστασης και ελέγχου ενός τρισδιάστατου αντικειμένου για ιατρικούς λόγους, λόγους ασφαλείας και…
502 τοπίο Ουσιαστικό /toˈpi.o/ η κατάσταση και οι ιδιαιτερότητες που παρατηρούνται σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.
503 γροθιές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γροθιά.
504 χώρισαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζω.
505 προκάλεσες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλώ.
506 κλαίνε Ρήμα
507 ιδίως Επίρρημα /iˈði.os/ σε μεγαλύτερο βαθμό, πολύ περισσότερο, προπάντων, κυρίως.
508 ενοχλήσει Ρήμα θα ενοχλήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενοχλώ.
509 ερμηνεία Ουσιαστικό /eɾ.miˈni.a/ προσωπική εκτίμηση γεγονότων, υποκειμενική ανάγνωση δεδομένων κι εξαγωγή συμπερασμάτων.
510 ορκίστηκα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορκίζομαι.
511 μπλου Ουσιαστικό, Επίθετο επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
512 Έντιμος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈen.di.mos/ που διαθέτει και χαρακτηρίζεται από ευσυνειδησία, ειλικρίνεια, τιμιότητα, ηθικότητα.
513 σωστέ Ρήμα, Επίθετο κλητική ενικού του σωστός.
514 σειράς Ουσιαστικό γενική ενικού του σειρά.
515 σωματίδια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματίδιο.
516 ψυχολογικά Επίθετο, Επίρρημα /psi.xo.lo.ʝiˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχολογικό.
517 πολιτικούς Ουσιαστικό, Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του πολιτικός.
518 επιτρέπω Ρήμα /e.piˈtɾe.po/ δείχνω ανοχή ή αδιαφορία απέναντι σε μια αρνητική εξέλιξη, δεν την εμποδίζω.
519 πισώπλατα Επίρρημα πίσω από την (ή στην) πλάτη.
520 θέματος Ουσιαστικό /ˈθe.ma.tos/ γενική ενικού του θέμα.
521 απογοητεύσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογοήτευση.
522 σειρές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σειρά.
523 αντίθετη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντίθετος.
524 κουκούλα Ουσιαστικό /kuˈkula/ κάλυμμα της κεφαλής προσαρτημένο σε ένα άλλο ρούχο, π.χ. παλτό, αδιάβροχο κ.λπ.
525 ράγκμπι Ουσιαστικό ομαδικό άθλημα κατά το οποίο δύο ομάδες προσπαθούν να ακουμπίσουν μια οβάλ μπάλα στο έδαφος, πίσω από τη γραμμή γκολ του…
526 προστατεύσουμε Ρήμα θα προστατεύσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προστατεύω.
527 απέτυχες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω.
528 διαίσθηση Ουσιαστικό /ðiˈe.sθi.si/ η αντίληψη και η γνώση κάποιων πραγμάτων, που δεν προκύπτει από τις αισθήσεις ή τη λογική αλλά με απροσδιόριστο τρόπο.
529 οκέι Ουσιαστικό, Επιφώνημα έγκριση, συμφωνία.
530 δειλοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δειλός.
531 προκύψει Ρήμα θα προκύψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προκύπτω.
532 ευγενικοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευγενικός.
533 ερευνήσουμε Ρήμα θα ερευνήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ερευνώ.
534 ομοσπονδία Ουσιαστικό /o.mo.sponˈði.a/ η ένωση δύο τουλάχιστον ανεξάρτητων κι αυτόνομων κρατών, ώστε να συνιστούν μια ενιαία κρατική υπόσταση με διεθνή προσωπι…
535 συνεχή Επίθετο /si.neˈçi/ less formal variant of συνεχούς (synechoús), genitive masculine singular of συνεχής (synechís).
536 αποκαλυφθεί Ρήμα θα αποκαλυφθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποκαλύπτομαι.
537 ανοικτό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανοικτός.
538 ελληνικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /eliniˈka/ η ελληνική γλώσσα σε όλες τις ιστορικές της περιόδους και όλες τις ποικιλίες (διαλέκτους και ιδιώματα).
539 ωρών Ουσιαστικό /oˈɾon/ γενική πληθυντικού του ώρα.
540 πολέμησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολεμώ.
541 τελευταίοι Επίθετο /te.lefˈte.i/ τελευταίος, στην ονομαστική του πληθυντικού.
542 συγγενή Επίθετο accusative masculine singular of συγγενής (syngenís).
543 αποσυρθεί Ρήμα θα αποσυρθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποσύρομαι.
544 δεχτείτε Ρήμα θα δεχτείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δέχομαι.
545 εγκαύματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγκαυμα.
546 συμφωνήσουμε Ρήμα θα συμφωνήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμφωνώ.
547 μετακομίσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακόμιση.
548 διευθύνσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεύθυνση.
549 οδήγησαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδηγώ.
550 πιέσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίεση.
551 μπαλέτο Ουσιαστικό /baˈle.to/ χορογραφία που παρουσιάζεται σε κοινό από χορευτές κλασικού χορού, με συνοδεία μουσικής.
552 βρέθηκες Ρήμα
553 έλειπα Ρήμα
554 εξαφανιστείς Ρήμα θα εξαφανιστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξαφανίζομαι.
555 έφηβη Ουσιαστικό /ˈe.fi.vi/ θηλυκό του έφηβος.
556 θάψουμε Ρήμα θα θάψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θάβω.
557 αξιολύπητο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αξιολύπητος.
558 στιλέτο Ουσιαστικό /stiˈle.to/ μαχαιράκι, εγχειρίδιο, με το οποίο πραγματοποιούνται επιθέσεις δολοφονίας.
559 καθίκια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθίκι.
560 ασυνήθιστη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους (ασυνήθιστη) του ασυνήθιστος.
561 νίκησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικώ.
562 καθυστερήσω Ρήμα θα καθυστερήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθυστερώ.
563 δραπετεύσει Ρήμα θα δραπετεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δραπετεύω.
564 ένορκων Ουσιαστικό, Επίθετο genitive masculine plural of ένορκος (énorkos).
565 ταραγμένος Ρήμα /ta.ɾaɣˈme.nos/ μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ταράζω.
566 σουτ Ουσιαστικό, Επιφώνημα /sut/ shot (act of launching a ball or similar object toward a goal).
567 φέρθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέρνομαι / φέρομαι.
568 κοπάνα Ουσιαστικό το να μην πηγαίνει κανείς στη δουλειά του, πχ προσποιούμενος τον άρρωστο.
569 αδυναμίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδυναμία.
570 απλοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλός.
571 υπολογιστών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του υπολογιστής.
572 άσπρη Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈas.pri/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
573 τοπικές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπική.
574 έθνη Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έθνος.
575 φοιτήτρια Ουσιαστικό /fiˈti.tri.a/ κοπέλα ή γυναίκα που σπουδάζει σε ανώτατη σχολή.
576 παραμείνουμε Ρήμα θα παραμείνουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραμένω.
577 αγορές Ουσιαστικό /aɣoˈres/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγορά.
578 ντόπιοι Επίθετο /ˈdo.pçi.i/ nominative/vocative masculine plural of ντόπιος (ntópios).
579 βάρκες Ουσιαστικό /ˈvaɾ.ces/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάρκα.
580 ερωτεύτηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτεύομαι.
581 καθοδήγηση Ουσιαστικό /ka.θoˈði.ʝi.si/ το κομματικό στέλεχος ή όργανο που καθοδηγεί μια κομματική οργάνωση ενός κόμματος (η χρήση του όρου ξεκίνησε από τα κομμ…
582 επομένη Ουσιαστικό /e.poˈme.ni/ η επόμενη μέρα, η μέρα που ακολουθεί.
583 μαντάρα Ουσιαστικό /manˈda.ɾa/ άνω κάτω, κουλουβάχατα.
584 χώρους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του χώρος.
585 γκρεμό Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
586 ηρεμήσουμε Ρήμα θα ηρεμήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ηρεμώ.
587 πολέμους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του πόλεμος.
588 ερευνά Ρήμα /e.ɾevˈna/
589 λογαριασμοί Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογαριασμός.
590 τσέκαρε Ρήμα /ˈtse.ka.ɾe/
591 βολές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολή.
592 αρραβώνα Ουσιαστικό /a.ɾaˈvo.na/ γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αρραβώνας.
593 άστρο Ουσιαστικό /ˈa.stɾo/ ομοίωμα (ζωγραφισμένο ή χάρτινο ή από άλλο υλικό) φωτεινής πηγής στον ουρανό με πέντε (πεντάλφα) ή έξι ακτίνες.
594 ξηρά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ksiˈɾa/ η στεριά, σε αντίθεση με τη θάλασσα.
595 κίνητρα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίνητρο.
596 δεχτούν Ρήμα θα δεχτούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δέχομαι.
597 παρέδωσε Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του παραδίδω.
598 άψογα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα (Ουσιαστικό).
599 ευγενείς Ουσιαστικό, Επίθετο nominative/accusative/vocative masculine/feminine plural of ευγενής (evgenís).
600 αγαπούλα Ουσιαστικό /a.ɣaˈpu.la/ υποκοριστικό του αγάπη.
601 ορφανά Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ορφανός.
602 διαφυγή Ουσιαστικό η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφεύγω.
603 διαπραγμάτευση Ουσιαστικό /ði̯a.pɾaɣˈma.tef.si/ η συζήτηση που γίνεται μεταξύ δύο ή περισσότερων πλευρών που διαφωνούν σε κάτι με σκοπό την εξεύρεση μιας αποδεκτής λύση…
604 παράπονο Ουσιαστικό /pa.ˈɾa.po.no/ η έκφραση δυσαρέσκειας, λύπης, πίκρας.
605 κυνηγήσεις Ρήμα θα κυνηγήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κυνηγώ.
606 φριχτό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φριχτός.
607 ευχαριστημένοι Ρήμα ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευχαριστημένος.
608 εξουσιοδότηση Ουσιαστικό /e.ksu.si.oˈðo.ti.si/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξουσιοδοτώ καθώς και το σχετικό έγγραφο.
609 διασκεδαστική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασκεδαστικός.
610 λεία Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈli.a/ εβραϊκό γυναικείο όνομα: σύζυγος του Ιακώβ και μεγαλύτερη αδελφή της Ραχήλ.
611 παύση Ουσιαστικό /ˈpaf.si/ φθογγόσημο που δηλώνει ότι για ορισμένο χρόνο δεν ακούγεται καμία νότα.
612 σεξουαλικές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεξουαλική.
613 αποτοξίνωση Ουσιαστικό η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτοξινώνω.
614 προκλήθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλούμαι.
615 ευτυχισμένα Επίθετο, Επίρρημα nominative/accusative/vocative neuter plural of ευτυχισμένος (eftychisménos).
616 ελευθερώσει Ρήμα θα ελευθερώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ελευθερώνω.
617 κοινότητας Ουσιαστικό γενική ενικού του κοινότητα.
618 ξεκουραστείτε Ρήμα θα ξεκουραστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεκουράζομαι.
619 επιτρέψουμε Ρήμα θα επιτρέψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιτρέπω.
620 κρούσης Ουσιαστικό γενική ενικού του κρούση.
621 εξωτερικά Επίθετο, Επίρρημα /e.kso.te.ɾiˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξωτερικός.
622 ασημένιο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ασημένιος.
623 γερμανική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γερμανικός.
624 έτρεχα Ρήμα
625 μηχανοστάσιο Ουσιαστικό (σιδηροδρομικός όρος): ο χώρος στάθμευσης - συντήρησης - επισκευής των μηχανών έλξης ή άλλων των τροχιοδρομικών ή σιδηρο…
626 επεξεργασία Ουσιαστικό /e.pe.kseɾ.ɣaˈsi.a/ ενός έργου, μίας πνευματικής δημιουργίας, έτσι ώστε να πάρει την τελική του μορφή.
627 πληθυσμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του πληθυσμός.
628 λάβουμε Ρήμα θα λάβουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λαμβάνω.
629 χρησιμοποιήστε Ρήμα β΄ πρόσωπο πληθυντικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του χρησιμοποιώ.
630 ξεκινούν Ρήμα γ' πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος ξεκινώ.
631 σίδερο Ουσιαστικό /ˈsi.ðe.ɾo/ σκληρό μέταλλο που χρησιμοποιείται από τη μεταλλουργία για την κατασκευή αντικειμένων με αυξημένη αντοχή και σκληρότητα.
632 πρέσβης Ουσιαστικό /ˈpɾe.zvis/ ανώτερος διπλωματικός αντιπρόσωπος μιας χώρας σε άλλη χώρα ή διεθνή οργανισμό.
633 προχώρησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προχωρώ.
634 αποφασίσουν Ρήμα θα αποφασίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφασίζω.
635 υποστηρίζω Ουσιαστικό, Ρήμα /i.po.stiˈɾi.zo/ (Ουσιαστικό).
636 σφηνάκια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφηνάκι.
637 πλαστά Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλαστός.
638 αισθανθεί Ρήμα θα αισθανθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αισθάνομαι.
639 πουτάνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουτάνα.
640 τρομακτικός Επίθετο /tɾo.ma.ktiˈkos/ τρομαχτικός.
641 Ζεστός Ουσιαστικό, Επίθετο /[ze̞ˈsto̞s]/ που έχει σχετικά υψηλή θερμοκρασία, υψηλότερη από τον χλιαρό αλλά χαμηλότερη από τον καυτό.
642 μυς Ουσιαστικό /mis/ ανδρικό όνομα.
643 διορθώσει Ρήμα θα διορθώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διορθώνω.
644 φόρμουλα Ουσιαστικό το πρωτάθλημα στους αγώνες αυτοκινήτων που παίρνει το όνομά του ανάλογα με την ειδικότερη κατηγορία του αυτοκινήτου που…
645 Μέγας Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈme.ɣas/ προσωνυμία: o μεγάλος, για ηγεμόνες ή ιστορικές ή θρησκευτικές προσωπικότητες ή εκκλησιαστικούς όρους ή τίτλους έργων.
646 ειρωνικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ειρωνικός.
647 τυπικό Ουσιαστικό, Επίθετο /ti.piˈko/ το κομμάτι της γραμματικής το οποίο έχει ως ασχολία τους τύπους των λέξεων, δηλαδή την κλίση των ουσιαστικών, των αντωνυ…
648 σκύλες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκύλα.
649 μεσαίο Επίθετο μεσαίος, στην αιτιατική του ενικού.
650 φανταστικός Επίθετο /fan.da.stiˈkos/ που γίνεται αντιληπτός με τη φαντασία.
651 παραστάσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράσταση.
652 εβδομάδων Ουσιαστικό genitive plural of εβδομάδα (evdomáda).
653 εμπλακεί Ρήμα /em.blaˈci/ θα εμπλακεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμπλέκομαι.
654 ακτές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτή.
655 πατεράδες Ουσιαστικό /pa.teˈra.ðes/ εναλλακτική μορφή της ονομαστικής του πληθυντικού της λέξης πατέρας.
656 γενετική Ουσιαστικό, Επίθετο επιστήμη της κληρονομικότητας.
657 εξαφανιστώ Ρήμα θα εξαφανιστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξαφανίζομαι.
658 περιορισμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του περιορισμός.
659 έκτη Ουσιαστικό, Επίθετο nominative feminine singular of έκτος (éktos).
660 διεθνές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (διεθνές) του διεθνής.
661 πλύση Ουσιαστικό ιατρική πράξη για καθαρισμό οργάνων του σώματος.
662 επιθετική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιθετικός.
663 αόρατο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αόρατος.
664 ρινγκ Ουσιαστικό η παλαίστρα.
665 τομή Ουσιαστικό /toˈmi/ δυαδικός τελεστής που δέχεται ως τελεστέους δύο σύνολα και παράγει ως αποτέλεσμα ένα νέο σύνολο με τα κοινά στοιχεία του…
666 υπερωρίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερωρία.
667 ξαφνική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαφνικός.
668 εφικτό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εφικτός.
669 γράψετε Ρήμα θα γράψετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γράφω.
670 επιθετικός Ουσιαστικό, Επίθετο /e.pi.θe.tiˈkos/ ο παίκτης μιας ομάδας (ποδοσφαίρου, μπάσκετ κλπ) που παίζει κυρίως στην επίθεση, προσπαθώντας να διασπάσει την αντίπαλη…
671 πορτοκάλι Ουσιαστικό /poɾtoˈkali/ ο χυμός του φρούτου αυτού.
672 τρομοκρατία Ουσιαστικό /tɾomokɾaˈtia/ το σύνολο βίαιων ενεργειών και πράξεων εναντίον ατόμων ή κοινωνιών.
673 τρελούς Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του τρελός.
674 Διάνα Ουσιαστικό, Επίρρημα, Επιφώνημα ακριβώς, επιτυχία, κέντρο.
675 διαλυθεί Ρήμα θα διαλυθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαλύομαι.
676 κονιάκ Ουσιαστικό /koˈɲak/ ποικιλία μπράντι· οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται σε συγκεκριμένη περιοχή της Γαλλίας, γύρω από την πόλη Κονιάκ, με δ…
677 απολύσει Ρήμα θα απολύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απολύω.
678 κλειδαριές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδαριά.
679 μεγάλων Επίθετο γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του μεγάλος.
680 σκοπευτή Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκοπευτής.
681 νησιού Ουσιαστικό genitive singular of νησί (nisí).
682 ταυτότητας Ουσιαστικό γενική ενικού του ταυτότητα.
683 ξαπλωμένος Ουσιαστικό, Ρήμα /ksa.ploˈme.nos/ (Ουσιαστικό).
684 περιστασιακά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα (Ουσιαστικό).
685 σχεδίασα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω.
686 λαμβάνετε Ρήμα /laɱˈva.ne.te/
687 υπολογισμούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του υπολογισμός.
688 φυλλάδια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλλάδιο.
689 ξωτικά Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξωτικό.
690 άνεση Ουσιαστικό /ˈanesi/ ο μεγάλη έκταση σε χώρους ή σε χρόνο, η ελευθερία στην κίνηση στο χώρο ή στο χρονικό όριο, η έλλειψη περιορισμών.
691 επιστρέψαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω.
692 ενεργό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ενεργός.
693 βραδιάς Ουσιαστικό γενική ενικού του βραδιά.
694 ελέγξουν Ρήμα θα ελέγξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ελέγχω.
695 μισθός Ουσιαστικό /miˈsθos/ η μηνιαία αμοιβή ενός υπαλλήλου (σε αντίθεση με το ημερομίσθιο του εργάτη).
696 ελαφρώς Επίρρημα /e.laˈfɾos/ λίγο, κάπως.
697 δημοσιογράφο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του δημοσιογράφος.
698 επιστολές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστολή.
699 έκρηξης Ουσιαστικό γενική ενικού του έκρηξη.
700 συμμετέχεις Ρήμα β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συμμετέχω.
701 ανόητα Επίθετο, Επίρρημα nominative neuter plural of ανόητος (anóitos).
702 ερωτικά Επίθετο, Επίρρημα /e.ɾo.tiˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτικό.
703 παλαβός Ουσιαστικό, Επίθετο /palaˈvos/ που κάνει τρέλες, που δεν είναι σοβαρός στη συμπεριφορά του.
704 διέπραξε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπράττω.
705 πόστο Ουσιαστικό θέση εργασίας, σημείο απασχόλησης, το μέρος όπου τοποθετείται κάποιος εργαζόμενος.
706 μετατρέψει Ρήμα θα μετατρέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μετατρέπω.
707 κατεβάσω Ρήμα θα κατεβάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατεβάζω.
708 πρόβατο Ουσιαστικό /ˈpɾo.va.to/ τετράποδο θηλαστικό οικόσιτο ζώο (επιστημονικό όνομα Ovis aries) που ζει σε κοπάδι· εκτρέφεται για το μαλλί του, καθώς κ…
709 πολύτιμα Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολύτιμος.
710 κοντινή Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοντινός.
711 Λαμπρή Ουσιαστικό, Επίθετο γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Λαμπρής).
712 φαντασιώσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαντασίωση.
713 βελόνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελόνα.
714 συνηθίζω Ρήμα /si.niˈθi.zo/ δίνω σε κάποιον τη συνήθεια να κάνει κάτι, εξασκώ.
715 νεαροί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεαρός.
716 κουτσομπολιά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσομπολιό.
717 παραδοσιακό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παραδοσιακός.
718 έλθεις Ρήμα θα έλθεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος έρχομαι.
719 ερευνητής Ουσιαστικό /e.ɾev.niˈtis/ αυτός που διεξάγει έρευνα.
720 κλωτσιά Ουσιαστικό γραφή του κλοτσιά.
721 ασθενών Ουσιαστικό, Επίθετο γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ασθενής.
722 τραγουδιστής Ουσιαστικό, Επίθετο /tɾaɣuðiˈstis/ πρόσωπο που τραγουδά, ιδιαίτερα επαγγελματικά.
723 γειτονιάς Ουσιαστικό γενική ενικού του γειτονιά.
724 πυροβόλα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροβόλο.
725 ασπιρίνη Ουσιαστικό /a.spiˈɾi.ni/ φαρμακευτικό σκεύασμα που έχει ως δραστική ουσία το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, με αναλγητική, αντιπυρετική κι αντιφλεγμονώδη…
726 βάσης Ουσιαστικό γενική ενικού του βάση.
727 ες Ουσιαστικό, Πρόθεση άλλη μορφή του εις.
728 νυχτερινό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νυχτερινός.
729 πλάσματος Ουσιαστικό γενική ενικού του πλάσμα.
730 δούκισσα Ουσιαστικό θηλυκό του δούκας.
731 διαγώνισμα Ουσιαστικό γραπτή σχολική εξέταση σε ορισμένη εξεταστέα ύλη.
732 κατάληξη Ουσιαστικό το μεταβλητό τελείωμα λέξης.
733 λύθηκε Ρήμα /ˈliθice/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λύνομαι.
734 ανάγκασαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω.
735 μιάμιση Επίθετο /ˈmɲamisi/ μία και μισή.
736 ανάγνωση Ουσιαστικό /aˈna.ɣno.si/ η πρώτη προσέγγιση των ρόλων ενός θεατρικού έργου, κατά την πρώτη κοινή συνάντηση των ηθοποιών που θα τους ερμηνεύσουν.
737 περιουσίας Ουσιαστικό γενική ενικού του περιουσία.
738 χειρότερες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρότερη.
739 επιβιώσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /e.pi.viˈo.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβίωση.
740 φτιάξετε Ρήμα θα φτιάξετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτιάχνω.
741 πεδίου Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
742 προλάβεις Ρήμα θα προλάβεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προλαβαίνω.
743 παντρευτούν Ρήμα θα παντρευτούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παντρεύομαι.
744 κρουαζιέρα Ουσιαστικό /kɾu.aˈzʝe.ɾa/ θαλάσσιο ταξίδι αναψυχής.
745 συγκεκριμένος Ρήμα, Επίθετο /siŋ.ɟe.kɾiˈme.nos/ concrete (not abstract).
746 κατηγορούμενο Ουσιαστικό, Ρήμα /ka.ti.ɣoˈɾu.me.no/ ο όρος της πρότασης που αποδίδει μια ιδιότητα στο υποκείμενο ή το αντικείμενο διά του ρήματος.
747 σκοτωθώ Ρήμα θα σκοτωθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκοτώνομαι.
748 επιβεβαιώσω Ρήμα θα επιβεβαιώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιβεβαιώνω.
749 προσποιηθώ Ρήμα θα προσποιηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσποιούμαι.
750 βλάπτει Ρήμα /ˈvla.pti/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βλάπτω.
751 μείωση Ουσιαστικό /ˈmi.o.si/ είδος κυτταρικής διαίρεσης κατά την οποία τα κύτταρα που προκύπτουν έχουν το μισό αριθμό χρωμοσωμάτων από το αρχικό.
752 έφαγαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω.
753 φώναξες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωνάζω.
754 ανοιχτός Επίθετο που επιτελείται εκτός ενός χώρου, συνήθως προβλεπόμενου για κάποιες ενέργειες, ή χωρίς να χρειάζεται διανομή σε αυτόν.
755 ανάπτυξης Ουσιαστικό γενική ενικού του ανάπτυξη.
756 προκάλεσα Ρήμα /pɾoˈka.le.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλώ.
757 ρόδα Ουσιαστικό /ˈɾo.ða/ εξάρτημα των μέσων μεταφοράς που περιστρέφεται γύρω από έναν οριζόντιο άξονα προσαρμοσμένο στη βάση του οχήματος, ο τροχ…
758 καουμπόι Ουσιαστικό άκλιτη μορφή του καουμπόης.
759 γράψιμο Ουσιαστικό /ˈɣɾa.psi.mo/ η συγγραφή ενός κειμένου, η σύνταξη και διατύπωσή του σε σε γραπτή μορφή, καθώς και το κείμενο που γράφτηκε.
760 σκηνής Ουσιαστικό genitive singular of σκηνή (skiní).
761 εσωτερικές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσωτερική.
762 παίρνοντας Ρήμα μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παίρνω.
763 ζαμπόν Ουσιαστικό /zamˈbon/ χοιρινό κρέας, από το μηρό ή την πλάτη, που έχει παστωθεί και παρασκευαστεί με τέτοιο ειδικό τρόπο, ώστε να μπορεί να συ…
764 θάψω Ρήμα θα θάψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θάβω.
765 απολύθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύομαι.
766 ρίσκα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρίσκο.
767 ταινιών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του ταινία.
768 προειδοποίησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προειδοποιώ.
769 ψυχρή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχρός.
770 προηγούμενες Ουσιαστικό, Ρήμα /pro.i.ˈɣu.me.nes/ nominative/accusative/vocative plural of προηγουμένη (proïgouméni).
771 πολιτισμός Ουσιαστικό το σύνολο της υλικής και άυλης δημιουργίας ενός λαού στη διάρκεια των εξελίξεών του με σκοπό την κάλυψη των αναγκών του.
772 λεσβίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεσβία.
773 πίστωση Ουσιαστικό παροχή εμπορευμάτων με μελλοντική πληρωμή (επί πιστώσει).
774 κάλεσμα Ουσιαστικό /ˈka.lez.ma/ η πρόσκληση (είτε σε επίσημη -εόρτια- συνάντηση είτε σε κοινή προσπάθεια).
775 δεδομένο Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο /ðe.ðoˈme.no/ στοιχείο ή πληροφορία, συνήθως με μορφή δυαδικών αριθμών που δύναται να υποστεί επεξεργασία από κάποια ηλεκτρονική συσκε…
776 δυστυχισμένος Ρήμα, Επίθετο /ðis.ti.çizˈme.nos/ unhappy (characterised by, feeling or showing unhappiness).
777 μεγάλωσαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω.
778 απαγωγείς Ουσιαστικό nominative/accusative/vocative plural of απαγωγέας (apagogéas).
779 υπερηφάνεια Ουσιαστικό /iperiˈfani.a/ το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν συνειδητοποιεί την αξία του ως άνθρωπος και πλήττεται όταν κάποιος προσβάλλει την…
780 υιοθεσία Ουσιαστικό /i.o.θeˈsi.a/ η νομική διαδικασία κατά την οποία αποκτά κάποιος με δικαστική απόφαση τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του γονέα για έ…
781 αμνησία Ουσιαστικό η απώλεια της συλλογικής ιστορικής μνήμης.
782 στήσουμε Ρήμα θα στήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στήνω.
783 μεγαλώσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω.
784 καράτε Ουσιαστικό /kaˈɾa.te/ ιαπωνική πολεμική τέχνη που βασίζεται στη θέληση και τεχνικά χτυπήματα με όλα τα μέρη του σώματος.
785 πορείας Ουσιαστικό γενική ενικού του πορεία.
786 παλμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του παλμός.
787 αναλαμβάνει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αναλαμβάνω.
788 εκείνης Επίθετο, Αντωνυμία genitive feminine singular of εκείνος (ekeínos).
789 ξέσπασε Ρήμα /ˈkse.spa.se/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεσπώ.
790 αλεξίπτωτο Ουσιαστικό /a.leˈksi.pto.to/ συσκευή που, με το άνοιγμά της, αποβλέπει στο φρενάρισμα της πτώσης αντικειμένων, χάρη στην αντίσταση του αέρα.
791 χθεσινή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χθεσινός.
792 ειδοποιήσουμε Ρήμα θα ειδοποιήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ειδοποιώ.
793 πήδηξες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδώ.
794 τηλεφωνήστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ.
795 στείλατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω.
796 πειράξω Ρήμα θα πειράξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πειράζω.
797 μηχανισμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του μηχανισμός.
798 λύκους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του λύκος.
799 συμμετέχει Ρήμα γʹ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος συνδέω.
800 συμφέροντα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφέρον.
801 αντλία Ουσιαστικό /andˈli.a/ όνομα αστερισμού του νότιου ημισφαιρίου. Σημειώθηκε για πρώτη φορά από τον Nicolas Louis de Lacaille το 1763 και ανήκει…
802 θραύσματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θραύσμα.
803 εργαστεί Ρήμα θα εργαστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εργάζομαι.
804 οστό Ουσιαστικό /[o̞ˈsto̞]/ οποιοδήποτε μέρος σκελετού ζώου.
805 Αρίστα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα nominative/accusative/vocative neuter plural of άριστος (áristos).
806 μετακινήσουμε Ρήμα θα μετακινήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μετακινώ.
807 έφηβος Ουσιαστικό /ˈe̞.fi.vo̞s/ άτομο που διανύει την περίοδο της εφηβείας.
808 παράνοια Ουσιαστικό η παραφροσύνη, ο παραλογισμός.
809 έπαθαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω.
810 εμφανίστηκες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι.
811 μετακομίσουμε Ρήμα θα μετακομίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μετακομίζω.
812 προσγειώθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσγειώνομαι.
813 αμαξιού Ουσιαστικό genitive singular of αμάξι (amáxi).
814 ανέλαβα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω.
815 ζητήσετε Ρήμα θα ζητήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζητώ.
816 έγγραφη Ουσιαστικό, Επίθετο /eŋ.ɣraˈfi/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έγγραφος.
817 άλογου Ουσιαστικό, Επίθετο σπανιότερη μορφή του αλόγου, γενική ενικού του άλογο.
818 τιμωρηθεί Ρήμα /ti.mo.ɾiˈθi/ θα τιμωρηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τιμωρούμαι.
819 αγκαλιάσω Ρήμα θα αγκαλιάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγκαλιάζω.
820 λέγετε Ρήμα /ˈleʝete/ β΄ πρόσωπο πληθυντικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του λέγω.
821 δεμένο Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεμένος.
822 αντίπαλος Ουσιαστικό, Επίθετο /anˈdi.pa.los/ που παλεύει με κάποιον, που προσπαθεί να τον νικήσει.
823 ντοκιμαντέρ Ουσιαστικό /do.ci.manˈteɾ/ κινηματογραφική ταινία ιστορικού, πολιτιστικού ή άλλου περιεχομένου που βασίζεται σε οπτικά ή ηχητικά ντοκουμέντα.
824 ενοχλητική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενοχλητικός.
825 φρένο Ουσιαστικό /ˈfɾe.no/ μηχανισμός που ελαττώνει την ταχύτητα ενός αντικειμένου.
826 ανάμειξη Ουσιαστικό η παρέμβαση σε ξένες υποθέσεις, σε υποθέσεις που νομότυπα και ηθικά δεν έχει κάποιος λόγο επειδή αφορούν άλλη οικογένεια…
827 καθάρισα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω.
828 αιτήσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίτηση.
829 ναύαρχος Ουσιαστικό /ˈna.vaɾ.xos/ τιμητική προσφώνηση για ανώτατους αξιωματικούς του ναυτικού με τον βαθμό του υποναυάρχου και του αντιναυάρχου.
830 γαμηθείτε Ρήμα /[ɣamiˈθite]/ θα γαμηθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γαμιέμαι.
831 αναχώρηση Ουσιαστικό /a.naˈzo.ɾi.si/ το ξεκίνημα ενός ταξιδιού (λέγεται για τους ταξιδιώτες ή τα συγκοινωνιακά μέσα).
832 μηχανική Ουσιαστικό, Επίθετο /mi.xa.niˈci/ ο κλάδος της φυσικής που ασχολείται με την κίνηση και την ισορροπία της ύλης, καθώς και τις συναφείς δυνάμεις και φυσικέ…
833 ανιχνευτής Ουσιαστικό στρατιώτης με αποστολή την ανίχνευση.
834 αποφασίσετε Ρήμα θα αποφασίσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφασίζω.
835 έγκαιρα Επίθετο, Επίρρημα /ˈeŋ.ɟe.ɾa/ άλλη μορφή του εγκαίρως.
836 υποχώρηση Ουσιαστικό /i.pɔˈxɔ.ɾi.si/ η μείωση των απαιτήσεων, των προσδοκιών ή των αξιώσεων.
837 λαρύγγι Ουσιαστικό /laˈɾiŋ.ɟi/ η εξωτερική επιφάνεια του λαιμού, στο ύψος περίπου των φωνητικών χορδών.
838 δικτύου Ουσιαστικό γενική ενικού του δίκτυο.
839 ανάσες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάσα.
840 εκλιπαρώ Ρήμα /e.kli.paˈɾo/ παρακαλώ κάποιον με επιμονή και θέρμη.
841 χαθούν Ρήμα θα χαθούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χάνομαι.
842 κουλουράκια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλουράκι.
843 μπαλόνι Ουσιαστικό /baˈlo.ni/ ελαστικός και διάφανος (συνήθως) σάκος, διαφόρων μεγεθών και χρωμάτων, που γεμίζει με αέρα ή αέριο και αποκτά διάφορα σχ…
844 θάψει Ρήμα θα θάψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θάβω.
845 κρύψουμε Ρήμα θα κρύψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρύβω.
846 διακίνηση Ουσιαστικό /ði̯aˈci.ni.si/ η μεταφορά, η μετακίνηση, η διάθεση, η διανομή (ανθρώπων, εμπορευμάτων, οικονομικών ή πνευματικών αγαθών κ.λπ.).
847 διαπράξει Ρήμα θα διαπράξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαπράττω.
848 πύραυλος Ουσιαστικό /ˈpi.ɾa.vlos/ βλήμα με αυτόνομο σύστημα προώσεως, το οποίο εκτοξεύεται από μια βάση και μπορεί να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα. Χρησιμοπο…
849 σερβίρω Ρήμα /seɾˈvi.ɾo/ τοποθετώ φαγητό σε πιάτο ή ποτό σε ποτήρι (για κάποιον).
850 ντυθείς Ρήμα θα ντυθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ντύνομαι.
851 διαστάσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάσταση.
852 δεχθεί Ρήμα /ðeˈxθi/
853 παρέμβαση Ουσιαστικό /paˈɾeɱ.va.si/ η άποψη που μπορεί να εκφέρει κάποιος για ένα θέμα σε μια συζήτηση.
854 ερείπια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερείπιο.
855 νεφρά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφρό.
856 εδάφη Ουσιαστικό, Επίθετο nominative/accusative/vocative plural of έδαφος (édafos).
857 ακεραιότητα Ουσιαστικό η απόλυτη εντιμότητα μιας προσωπικότητας.
858 μεγαλείο Ουσιαστικό /me.ɣaˈli.o/ η ιδιότητα ενός πράγματος να εντυπωσιάζει με το μεγάλο μέγεθος, δύναμη, πλούτο, πολιτισμό κλπ.
859 μούσι Ουσιαστικό /ˈmu.si/ το γένι που αφήνεται να αναπτυχθεί μόνο στο πηγούνι.
860 πήδηξα Ρήμα /ˈpi.ði.ksa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδάω, πηδώ.
861 ανθρώπινου Επίθετο γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ανθρώπινος.
862 χάρισε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαρίζω.
863 επιζήσει Ρήμα θα επιζήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιζώ.
864 τσίτα Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈt͡si.ta/ τεντωτά, σφιχτά.
865 επιστημονικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επιστημονικός.
866 πληγώνει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του πληγώνω.
867 τραυματιστεί Ρήμα θα τραυματιστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τραυματίζομαι.
868 εμπορίου Ουσιαστικό γενική ενικού του εμπόριο.
869 διοίκησης Ουσιαστικό γενική ενικού του διοίκηση.
870 ψίχουλα Ουσιαστικό /ˈpsi.xu.la/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψίχουλο.
871 συγκεκριμένες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκεκριμένη.
872 γράφεται Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του γράφω.
873 πυξίδα Ουσιαστικό /piˈksi.ða/ όργανο προσανατολισμού. Αποτελείται από ένα κουτί, κατασκευασμένο από μη μαγνητικό υλικό, που στο κέντρο του είναι στερε…
874 αντιμετωπίζω Ρήμα /an.di.me.toˈpi.zo/ είμαι αντιμέτωπος με κάποιον ή κάτι (που με αμφισβητεί, με κρίνει, με ανταγωνίζεται, με κριτικάρει κ.λπ.).
875 εξήγησα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξηγώ.
876 καταδίωξη Ουσιαστικό μανία καταδιώξεως: μορφή ψυχοπάθειας που εκδηλώνεται με την έμμονη ιδέα του αρρώστου ότι όλοι τον κατατρέχουν.
877 φυγάς Ουσιαστικό που έχει δραπετεύσει ή διαφεύγει τη σύλληψη.
878 σκάτωσα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκατώνω.
879 εκθέσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκθεση.
880 τρομοκρατική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρομοκρατικός.
881 θητεία Ουσιαστικό /θiˈti.a/ το διάστημα κατά το οποίο παραμένει στο στρατό ένας κληρωτός, η στρατιωτική υπηρεσία.
882 φτάνω Ρήμα /ˈfta.no/ οδηγούμαι σε ένα σημείο συνήθως παρά τη θέλησή μου ή πάντως χωρίς να το επιδιώκω συνειδητά, καταντώ.
883 δυσάρεστη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσάρεστος.
884 ασυλία Ουσιαστικό νομικός όρος, πολιτική: το ακαταδίωκτο του βουλευτή.
885 ψυχολόγο Ουσιαστικό /psi.xoˈlo.ɣo/ αιτιατική ενικού του ψυχολόγος.
886 γούστα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γούστο.
887 τακούνια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τακούνι.
888 πουτίγκα Ουσιαστικό /puˈtiŋ.ɡa/ ψημένο επιδόρπιο με κρούστα και γέμιση κρέμας.
889 καταγωγή Ουσιαστικό /ka.ta.ɣoˈʝi/ η προέλευση της οικογένειας ενός ατόμου, οι πρόγονοί του, δηλαδή ο τόπος από τον οποίο κατάγονται.
890 απέκτησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτώ.
891 τέτοιοι Αντωνυμία nominative/vocative masculine plural of τέτοιος (tétoios).
892 διέλυσε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλύω.
893 σέρβερ Ουσιαστικό ο διακομιστής.
894 ακολουθία Ουσιαστικό κατηγορία δομών δεδομένων (data structures) που έχουν χαρακτηριστικά ακολουθίας, όπως ο πίνακας (array), η λίστα (list)…
895 πυροβολώ Ρήμα /pi.ɾo.voˈlo/ ρυθμίζω την βολή ενός πυροβόλου όπλου εναντίον κάποιου.
896 χορέψει Ρήμα θα χορέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χορεύω.
897 επανέλθει Ρήμα /e.paˈnel.θi/ θα επανέλθει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επανέρχομαι.
898 ωραίοι Επίθετο /oˈɾe.i/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ωραίος.
899 βουτιά Ουσιαστικό /vuˈtça/ η εκτίναξη του σώματος με την οποία κάποιος μπαίνει ορμητικά στο νερό (σε θάλασσα, λίμνη ή ποταμό), συνήθως από κάποιο υ…
900 ζητήσουν Ρήμα θα ζητήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζητώ.
901 υποψιάζομαι Ρήμα /i.po.psiˈa.zo.me/ με αφορμή κάτι μικρό, κάποιες ενδείξεις, συνθέτω στο μυαλό μου μια πλήρη εικόνα που θεωρώ πιθανή.
902 συνειδητοποιώ Ρήμα /si.ni.ði.to.piˈo/ αντιλαμβάνομαι (καλά) κάτι που με αφορά ή υπάρχει γύρω μου, αποκτώ τη σχετική συνείδηση.
903 εξυπηρετήσω Ρήμα θα εξυπηρετήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξυπηρετώ.
904 στόλος Ουσιαστικό /ˈsto.los/ μεγάλη μονάδα του πολεμικού ναυτικού που περιλαμβάνει το σύνολο των πλοίων που επιχειρούν σε μια συγκεκριμένη περιοχή.
905 προάστια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προάστιο.
906 μαγειρική Ουσιαστικό, Επίθετο /[maʝiɾici]/ μαγειρική σχολή και τεχνικές μαγειρέματος.
907 ομοιότητα Ουσιαστικό /o.miˈo.ti.ta/ η ιδιότητα αυτού που είναι όμοιος με κάποιον/κάτι άλλο, η ιδιότητα που έχουν δύο άτομα ή αντικείμενα να μοιάζουν μεταξύ…
908 κόκκαλο Ουσιαστικό άλλη γραφή του κόκαλο.
909 καραμέλα Ουσιαστικό /ka.ɾaˈme.la/ μικρό στερό σκληρό γλύκισμα διαφόρων γεύσεων και αρωμάτων που λειώνει στο στόμα.
910 απολαύσω Ρήμα θα απολαύσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απολαμβάνω.
911 συγκάτοικος Ουσιαστικό /siŋˈɡa.ti.kos/ που κατοικεί μαζί με κάποιον άλλο, που μοιράζονται την ίδια οικία (διαμέρισμα, σπίτι κ.λπ.), που συγκατοικεί.
912 καλύψτε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλύπτω.
913 πείρα Ουσιαστικό /ˈpi.ɾa/ η γνώση που προσφέρει η πρακτική ενασχόληση με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο·.
914 καυγάδες Ουσιαστικό nominative plural of καυγάς (kavgás).
915 εκπομπές Ουσιαστικό /ek.pomˈbes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπομπή.
916 υποστηρίξει Ρήμα θα υποστηρίξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υποστηρίζω.
917 διαχείριση Ουσιαστικό /ði̯aˈçi.ɾi.si/ η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαχειρίζομαι.
918 δικηγόρου Ουσιαστικό γενική ενικού του δικηγόρος.
919 σπίθα Ουσιαστικό /ˈspiθa/ έξυπνος άνθρωπος.
920 παράλληλα Επίθετο, Επίρρημα nominative/accusative/vocative neuter plural of παράλληλος (parállilos).
921 εγκληματική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκληματικός.
922 χωρισμό Ουσιαστικό /xo.ɾiˈzmo/ αιτιατική ενικού του χωρισμός.
923 ξάδερφος Ουσιαστικό δεύτερος ξάδερφος: ο γιος του εξάδελφου ή της εξαδέλφης ενός από τους γονείς μου.
924 επιβεβαιώθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνομαι.
925 αποδυτήρια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδυτήριο.
926 έκρυψα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβω.
927 προβλέψει Ρήμα θα προβλέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προβλέπω.
928 στρατιωτικές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατιωτική.
929 μνήμες Ουσιαστικό /ˈmnimes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνήμη.
930 τρομερός Επίθετο /tɾo.meˈɾos/ πολύ ισχυρός, με μεγάλες ικανότητες, καταπληκτικός, δεινός.
931 περιστέρι Ουσιαστικό /pe.ɾiˈste.ɾi/ πτηνό με μικρό και παχουλό σώμα και χαρακτηριστική (γουργουριστή) φωνή, το οποίο εξημερώνεται εύκολα και εντοπίζεται, συ…
932 παρακολουθήσω Ρήμα θα παρακολουθήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρακολουθώ.
933 γραμμής Ουσιαστικό ανδρικό επώνυμο.
934 δραματική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δραματικός.
935 βασίζονται Ρήμα γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του βασίζομαι.
936 ελέφαντες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελέφαντας.
937 γεμάτοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεμάτος.
938 φωνάξει Ρήμα θα φωνάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φωνάζω.
939 πίνοντας Ρήμα μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πίνω.
940 πεπεισμένος Ρήμα /pe.piˈzme.nos/ που έχει πειστεί για κάτι.
941 λόρδο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του λόρδος.
942 δίνη Ουσιαστικό /ˈði.ni/ η περιστροφική κίνηση του νερού ή του ανέμου, η οποία συμβαίνει συνήθως όταν συναντώνται αντίθετα ρεύματα.
943 αρνήθηκα Ρήμα /aɾˈni.θi.ka/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρνούμαι.
944 πανούκλα Ουσιαστικό Γενικότερα, κάθε θανατηφόρα επιδημία (λοιμός) και -κυρίως- κάθε θανατηφόρα πανδημία.
945 δεσμούς Ουσιαστικό accusative plural of δεσμός (desmós).
946 σεισμός Ουσιαστικό /siˈzmos/ δόνηση του εδάφους, η οποία οφείλεται στα κύματα που παράγονται, όταν εκλύεται ενέργεια από το σπάσιμο ή τη μετακίνηση τ…
947 επαγγελματία Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επαγγελματίας.
948 τ. Ουσιαστικό abbreviation of τεμάχιο (temáchio) (piece).
949 καριόλα Ουσιαστικό /kaɾˈʝola/ πόρνη, ανήθικη γυναίκα.
950 σκίτσο Ουσιαστικό /ˈsci.t͡so/ πρόχειρο συνήθως σχέδιο με μολύβι, ιχνογράφημα.
951 φέρνουμε Ρήμα /ˈfeɾ.nu.me/ α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φέρνω.
952 βουλή Ουσιαστικό /vuˈli/ το κτίριο εντός του οποίου συνεδριάζει το ομώνυμο νομοθετικό σώμα.
953 απολύσουν Ρήμα θα απολύσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απολύω.
954 αργήσατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργώ.
955 ρακούν Ουσιαστικό /ɾaˈkun/ σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των Προκυνιδών, που ζει σε χώρες της Αμερικής και έχει συνήθως κοντά πόδια, φουντωτή…
956 φωνάξουμε Ρήμα θα φωνάξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φωνάζω.
957 μπλοκ Ουσιαστικό /ˈblok/ δέσμη χάρτινων φύλλων με ποικίλο περιεχόμενο και για διάφορους σκοπούς, ενωμένων με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί κάποιος…
958 ταίρι Ουσιαστικό /ˈte.ri/ το ένα από τα δύο στοιχεία που συγκροτούν ένα ζεύγος / ζευγάρι.
959 αποφοίτηση Ουσιαστικό η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποφοιτώ.
960 πρωτοσέλιδο Ουσιαστικό αυτό που βρίσκεται στην πρώτη σελίδα ή η ίδια η πρώτη σελίδα ενός εντύπου.
961 σχετίζονται Ρήμα γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του σχετίζομαι.
962 πουρά Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πουρός.
963 παραιτήθηκα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραιτούμαι.
964 ηφαίστειο Ουσιαστικό /iˈfɛstio/ άνοιγμα ή ρωγμή στο φλοιό της Γης ή άλλου πλανήτη, από όπου, συχνά, εκρέουν ή εκρήγνυνται ατμός και ρευστά πετρώματα στη…
965 πιαστεί Ρήμα θα πιαστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιάνομαι.
966 δέσω Ρήμα θα δέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δένω.
967 ήλθα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι.
968 κοκκινομάλλα Ουσιαστικό, Επίθετο /ko.ci.noˈma.la/ θηλυκό του κοκκινομάλλης.
969 κόσμημα Ουσιαστικό εξάρτημα ενδυμασίας που ομορφαίνει την εξωτερική εμφάνιση αλλά συχνά προσδίδει και κύρος στο άτομο που το φέρει.
970 ιδιοκτησίας Ουσιαστικό γενική ενικού του ιδιοκτησία.
971 ουρανούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του ουρανός.
972 σπάσιμο Ουσιαστικό /ˈspa.si.mo/ ο διαχωρισμός ενός αντικειμένου σε δύο ή περισσότερα κομμάτια με την επενέργεια μιας εξωτερικής δύναμης.
973 χαρτονομίσματα Ουσιαστικό /xaɾ.to.noˈmi.zma.ta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτονόμισμα.
974 συνέταιρος Ουσιαστικό συμμέτοχος σε επιχείρηση.
975 πλήγωσα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγώνω.
976 κουβέρτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβέρτα.
977 δεκαετίας Ουσιαστικό γενική ενικού του δεκαετία.
978 συλλυπητήρια Ουσιαστικό, Επίθετο /si.li.piˈti.ri.a/ έκφραση που λέγεται προς κάποιον που πενθεί τον πρόσφατο θάνατο οικείου, αγαπημένου προσώπου.
979 κρίκετ Ουσιαστικό /ˈkɾi.ket/ ομαδικό άθλημα με δύο ομάδες των έντεκα παικτών η κάθε μία, που με ειδικά ρόπαλα χτυπούν μια μικρή μπάλα, προσπαθώντας ν…
980 έψαξε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνω.
981 Σταθερός Ουσιαστικό, Επίθετο /sta.θeˈɾos/ που δεν παρεκκλίνει από τις αρχές του και τη στάση που έχει υιοθετήσει.
982 σώζεις Ρήμα β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του σώζω.
983 μακρά Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μακρός.
984 απορία Ουσιαστικό η έλλειψη οικονομικών πόρων, φτώχια.
985 τριαντάφυλλο Ουσιαστικό /tɾi.a(n)ˈda.fi.lo/ το λουλούδι της τριανταφυλλιάς.
986 συγκινητικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συγκινητικός.
987 ιδανική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδανικός.
988 απόθεμα Ουσιαστικό δυνάμεις, σωματικές ή ψυχικές, που έχει ακόμη κάποιος ώστε να συνεχίσει μια επίπονη προσπάθεια.
989 αναίσθητη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναίσθητος.
990 ολόκληρα Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόκληρο.
991 μετατραπεί Ρήμα θα μετατραπεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μετατρέπομαι.
992 διώξουμε Ρήμα θα διώξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διώχνω.
993 υπόγραψε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπογράφω.
994 παράσιτο Ουσιαστικό για κάποιον που βασίζεται σε άλλους για την επιβίωση ή την ανάδειξή του, με απαξιωτική σημασία.
995 μελετήσει Ρήμα θα μελετήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μελετώ.
996 κάγκελα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάγκελο.
997 πρώτων Επίθετο γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρώτος.
998 μάπα Ουσιαστικό /ˈma.pa/ κάθε είδους κούμπωμα, πόρπη ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)).
999 συντριβή Ουσιαστικό /sin.dɾiˈvi/ η σύγκρουση και η συνακόλουθη διάλυση κάποιου πράγματος, το σπάσιμο σε κομματάκια.
1000 δανείστηκα Ρήμα /ðaˈni.sti.ka/ α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του δανείζω.
1001 χαθήκαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνομαι.
1002 απόγνωση Ουσιαστικό η απελπισία (μεγάλης έντασης).
1003 ξαδέλφη Ουσιαστικό /ksaˈðel.fi/ άλλη μορφή του ξαδέρφη.
1004 πλούτο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του πλούτος.
1005 αξιολύπητος Επίθετο /aksioˈlipitos/ που είναι άξιος της λύπης μας, που βρίσκεται σε μια κατάσταση που προκαλεί τη συμπόνια μας.
1006 μπουκιά Ουσιαστικό μέρος τροφής που αντιστοιχεί στη χωρητικότητα του στόματος και που καταπίνουμε μονομιάς.
1007 υπεράνω Επίρρημα /i.peˈɾa.no/ πάνω από, πιο πάνω.
1008 αγγέλους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του άγγελος.
1009 εγκατέλειψες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω.
1010 διασκεδάσω Ρήμα θα διασκεδάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διασκεδάζω.
1011 επίμονα Επίθετο, Επίρρημα με επιμονή.
1012 απέκτησα Ρήμα /aˈpe.kti.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτώ.
1013 ωκεανός Ουσιαστικό /o.ce.aˈnos/ μεγάλη θαλάσσια έκταση που χωρίζει ηπείρους μεταξύ τους και καλύπτει μεγάλο μέρος της υδρογείου.
1014 ψεύτες Ουσιαστικό /ˈpse.ftes/ nominative/accusative/vocative plural of ψεύτης (pséftis).
1015 πάπιες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάπια.
1016 νίκης Ουσιαστικό γενική ενικού του νίκη.
1017 κοντός Ουσιαστικό, Επίθετο /konˈdos/ που έχει μικρό ανάστημα.
1018 διαθέτει Ρήμα /ði.aˈθe.ti/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαθέτω.
1019 οποίας Αντωνυμία genitive feminine singular of οποίος (opoíos).
1020 συνδέσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /sinˈðe.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνδεση.
1021 ομορφούλα Ουσιαστικό θηλυκό του ομορφούλης.
1022 πανεύκολο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πανεύκολος.
1023 αποκάλυψε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτω.
1024 θεωρηθεί Ρήμα θα θεωρηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θεωρούμαι.
1025 γυρνάμε Ρήμα
1026 διαδικασίας Ουσιαστικό γενική ενικού του διαδικασία.
1027 μισές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισή.
1028 σοκολάτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοκολάτα.
1029 λατρέψεις Ρήμα θα λατρέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λατρεύω.
1030 ρεζίλι Ουσιαστικό /ɾeˈzi.li/ ο περίγελος.
1031 μαργαρίτα Ουσιαστικό /maɾ.ɣaˈɾi.ta/ το αγριολούλουδο και το φυτό με λευκά ή κίτρινα πέταλα.
1032 φυλλάδιο Ουσιαστικό /fiˈla.ði.o/ ολιγοσέλιδο έντυπο.
1033 ετοιμάζω Ρήμα /e.tiˈma.zo/ με τις κατάλληλες ενέργειες και προεργασία φέρνω κάποιον ή κάτι σε κατάσταση ετοιμότητας, το(ν) καθιστώ έτοιμο για κάτι.
1034 νυχτώσει Ρήμα θα νυχτώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νυχτώνω.
1035 αδικία Ουσιαστικό /a.ðiˈci.a/ πράξη που επιβαρύνει κάποιον περισσότερο ή ευνοεί κάποιον λιγότερο συγκριτικά με κάποιον άλλο και παραβιάζει τις αρχές τ…
1036 σκοπευτές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοπευτής.
1037 χτίσουμε Ρήμα θα χτίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χτίζω.
1038 εξαιρέσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /e.skeˈɾe.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαίρεση.
1039 κεραυνός Ουσιαστικό /ce.raˈvnos/ ηλεκτρική εκκένωση που συνοδεύεται από εκτυφλωτική λάμψη (αστραπή) και βίαιη έκρηξη (βροντή).
1040 κώλους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του κώλος.
1041 μοναχική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοναχικός.
1042 παραγγελίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγγελιά.
1043 σωτήρας Ουσιαστικό /soˈti.ɾas/ ο Ιησούς Χριστός.
1044 έλαβες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω.
1045 φαρμάκων Ουσιαστικό /faɾˈma.kon/ γενική πληθυντικού του φάρμακο.
1046 εγγονό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του εγγονός.
1047 τύφλα Ουσιαστικό η έλλειψη όρασης.
1048 ομοσπονδιακός Επίθετο /o.mo.spon.ði.aˈkos/ που συσχετίζεται με ομοσπονδία.
1049 κατέληξες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλήγω.
1050 αφίσα Ουσιαστικό /aˈfi.sa/ φύλλο χαρτιού (ή από άλλο υλικό) που κολλιέται σε τοίχους ή ειδικούς χώρους και με το οποίο γνωστοποιείται ή ανακοινώνετ…
1051 φόβου Ουσιαστικό /ˈfo.vu/ γενική ενικού του φόβος.
1052 αγγλική Ουσιαστικό, Επίθετο English (language).
1053 υποθήκη Ουσιαστικό /i.poˈθi.ci/ η συμβουλή ή παραίνεση και ιδιαίτερα οι συμβουλές που αφήνει ένας πατέρας στον γιο του ή ένας πολιτικός ηγέτης στο λαό τ…
1054 ακουστικό Ουσιαστικό, Επίθετο η συσκευή ή το τμήμα συσκευής που βάζουμε στο αφτί μας για να ακούσουμε.
1055 άμμος Ουσιαστικό /ˈa.mos/ πέτρωμα που έχει τριφτεί σε πολύ μικρούς κόκκους και καλύπτει συνήθως παραλίες, όχθες λιμνών και ποταμών, το βυθό της θά…
1056 Κοινός Ουσιαστικό, Επίθετο /ciˈnos/ ο συνηθισμένος στην εμφάνιση.
1057 ρεσεψιόν Ουσιαστικό ο χώρος υποδοχής των επισκεπτών-πελατών, κυρίως σε ένα ξενοδοχείο.
1058 πετάχτηκε Ρήμα /peˈta.xti.ce/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετιέμαι.
1059 κρυώσει Ρήμα θα κρυώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρυώνω.
1060 τεχνητή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεχνητός.
1061 βίκι Ουσιαστικό /ˈvi.ci/ ιστοχώρος συνεργασίας, όπου ο καθένας που έχει πρόσβαση σε αυτόν, μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξή του.
1062 βρωμικός Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈvɾo.mi.kos/ (Ουσιαστικό).
1063 μοντέρνα Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοντέρνος.
1064 παραγγείλουμε Ρήμα θα παραγγείλουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραγγέλλω.
1065 οδοντίατρο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του οδοντίατρος.
1066 ιεραρχία Ουσιαστικό /i.e.ɾaɾˈçi.a/ οι θέσεις μιας υπηρεσίας (πολιτικής ή στρατιωτικής) που βρίσκονται σε κλιμακωτή σχέση εξάρτησης η καθεμιά από κάποια ανώ…
1067 παρθένος Ουσιαστικό, Επίθετο /paɾˈθe.nos/ που δεν έχει υποστεί νόθευση ή θερμική ή χημική επεξεργασία, επομένως διατηρεί τα αρχικά του συστατικά και την επιθυμητή…
1068 πατάτα Ουσιαστικό /paˈta.ta/ μαγειρεμένος ο κόνδυλος της πατατιάς.
1069 τεχνικός Ουσιαστικό, Επίθετο /te.xniˈkos/ σχετικός με την πρακτική εφαρμογή θεωρητικών γνώσεων.
1070 σοφό Ουσιαστικό, Επίθετο /soˈfo/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σοφός.
1071 ήχου Ουσιαστικό γενική ενικού του ήχος.
1072 παίκτη Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παίκτης.
1073 ήρεμοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ήρεμος.
1074 ακούγοντας Ρήμα /aˈkuɣondas/ Present participle of ακούω (akoúo): hearing, listening to.
1075 καθίσματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάθισμα.
1076 τσιμέντο Ουσιαστικό /t͡siˈmen.do/ συνδετικό δομικό υλικό, που αποτελείται από λεπτή ασβεστολιθική ή αργιλική σκόνη, που σε ανάμειξη με νερό σχηματίζει παχ…
1077 φαγούρα Ουσιαστικό /faˈɣuɾa/ ο κνησμός, όταν μας "τρώει" το δέρμα μας, ο ερεθισμός του δέρματος που δημιουργεί την ανάγκη σε κάποιον να ξυθεί.
1078 θεατές Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεατής.
1079 προσβλητικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προσβλητικός.
1080 ποσοστά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσοστό.
1081 διαστήματος Ουσιαστικό γενική ενικού του διάστημα.
1082 χιλιάδων Ουσιαστικό genitive plural of χιλιάδα (chiliáda).
1083 γυμνασίου Ουσιαστικό γενική ενικού του γυμνάσιο.
1084 στοιχειωμένο Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του στοιχειωμένος.
1085 εκδηλώσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /ek.ðiˈlo.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδήλωση.
1086 ειδικότητα Ουσιαστικό /i.ðiˈko.ti.ta/ το να είναι κάποιος ειδικός σε έναν τομέα (επάγγελμα, επιστήμη, τέχνη), η ιδιότητα του ειδικού.
1087 ταύρος Ουσιαστικό /ˈta.vɾos/ όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον…
1088 θεατρικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θεατρικός.
1089 μοιράζομαι Ρήμα /miˈɾa.zo.me/ εγώ και κάποιος άλλος παίρνουμε μερίδιο από το ίδιο πράγμα.
1090 φορείο Ουσιαστικό εναέρια χειράμαξα καθιστού (-ών) επιβάτη χωρίς ρόδες που στηρίζεται από φορείς.
1091 γνωστοί Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνωστός.
1092 αποφεύγω Ρήμα /a.poˈfev.ɣo/ προσπαθώ να κρατηθώ μακριά από κάποιον ή κάτι ενοχλητικό.
1093 οργάνων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του όργανο.
1094 ολοκληρώσει Ρήμα /o.lo.kliˈɾo.si/ θα ολοκληρώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ολοκληρώνω.
1095 κάλυμμα Ουσιαστικό /ˈka.li.ma/ το απόθεμα σε συνάλλαγμα ή παλαιότερα σε χρυσό (πια παγκοσμίως υπάρχει κεφαλαιουχικά αμελητέος αριθμός ράβδων και σαφέστ…
1096 οικογενειακά Επίθετο, Επίρρημα οικογενειακώς.
1097 σειρήνα Ουσιαστικό /siˈri.na/ συσκευή που παράγει πολύ δυνατό και οξύ ήχο, για να σημάνει συναγερμό ή για να προειδοποιήσει για έκτακτη ανάγκη, όπως γ…
1098 τραυματισμένος Ρήμα /tɾav.ma.tiˈzme.nos/ που τον έχουν τραυματίσει.
1099 κόμισσα Ουσιαστικό η σύζυγος του κόμη.
1100 καμπάνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπάνα.
1101 εγκρίνω Ρήμα /eŋˈɡɾi.no/ δηλώνω επίσημα ή ανεπίσημα, προφορικά ή γραπτά, ότι αποδέχομαι και συμφωνώ με τις ενέργειες κάποιου που βρίσκεται υπό τη…
1102 μπικίνι Ουσιαστικό /biˈci.ni/ γυναικείο μαγιό που αποτελείται από δύο κομμάτια, ένα για να καλύπτει το στήθος και ένα για να καλύπτει μέρος του υπογάσ…
1103 τύχει Ρήμα /ˈti.çi/ θα τύχει: γ' ενικό συνοπτικού μέλλοντα του ρήματος τυχαίνω.
1104 ελληνική Ουσιαστικό, Επίθετο /e.li.niˈci/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελληνικός.
1105 έστησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνω.
1106 πεζοναύτης Ουσιαστικό /pe.zoˈna.ftis/ στρατιώτης ειδικευμένος σε αποβάσεις.
1107 μοίρας Ουσιαστικό γενική ενικού του μοίρα.
1108 αλκοολικός Ουσιαστικό, Επίθετο /al.ko.o.liˈkos/ ο αναφερόμενος στις αλκοόλες.
1109 προσποιούμαι Ρήμα /pɾo.spiˈu.me/ υποκρίνομαι για να δείξω μια πλαστή, μη πραγματική εικόνα του εαυτού μου.
1110 ενέσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένεση.
1111 μοσχάρι Ουσιαστικό /moˈsxa.ɾi/ το κρέας αυτού του ζώου ως φαγητό, το μοσχαρίσιο κρέας.
1112 έκρυψες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβω.
1113 εξηγήσετε Ρήμα θα εξηγήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξηγώ.
1114 χαιρετώ Ρήμα /çe.ɾeˈto/ Χρήση του ρήματος για αποχαιρετισμό.
1115 επισκευές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκευή.
1116 χτίσει Ρήμα θα χτίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χτίζω.
1117 μάταια Επίθετο, Επίρρημα neuter nominative/accusative/vocative plural of μάταιος (mátaios).
1118 χάθηκα Ρήμα /ˈxa.θi.ka/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνομαι.
1119 κρακ Ουσιαστικό ναρκωτικό, παράγωγο της κοκαΐνης.
1120 αναγκάζει Ρήμα /a.naŋˈɡa.zi/
1121 ουράνια Ουσιαστικό, Επίθετο /u.ɾaˈni.a/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουράνιο.
1122 ετοιμάσουμε Ρήμα θα ετοιμάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ετοιμάζω.
1123 μνημείο Ουσιαστικό /mniˈmi.o/ μεμονωμένο οικοδόμημα ή σύνολο οικοδομημάτων που διασώθηκε από παλιότερη ιστορική περίοδο και θεωρείται σημαντικό από άπ…
1124 συναντώ Ουσιαστικό, Ρήμα /si.nanˈdo/ (Ουσιαστικό).
1125 συγκεντρωθείς Ρήμα θα συγκεντρωθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συγκεντρώνομαι.
1126 επιτρέψεις Ρήμα θα επιτρέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιτρέπω.
1127 συνιστώ Ουσιαστικό, Ρήμα /si.niˈsto/ (Ουσιαστικό).
1128 ξύλινο Επίθετο accusative masculine singular of ξύλινος (xýlinos).
1129 τραβήχτηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβιέμαι.
1130 θεραπείες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεραπεία.
1131 ψυχρό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ψυχρός.
1132 ρομαντικός Επίθετο /ɾo.man.diˈkos/ που ακολουθεί τη τεχνοτροπία του ρομαντισμού.
1133 αχούρι Ουσιαστικό στάβλος αλόγων ή γαϊδάρων.
1134 καρφίτσα Ουσιαστικό είδος ραφής που γίνεται με μεταλλικό υλικό· (κατ’ επέκταση) το μηχάνημα με το οποίο γίνεται αυτή η ραφή, η καρφιτσωτική…
1135 ένοπλη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένοπλος.
1136 πατρικό Ουσιαστικό, Επίθετο το επώνυμο της οικογένειας του πατέρα μιας γυναίκας, σε αντιδιαστολή με το επώνυμο του συζύγου.
1137 ατυχήματος Ουσιαστικό γενική ενικού του ατύχημα.
1138 μαρτύριο Ουσιαστικό αυτό που υφίστανται όσοι βασανίζονται για την θρησκεία τους.
1139 αναμείνατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμένω.
1140 υψηλές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψηλή.
1141 έντομο Ουσιαστικό /ˈen.do.mo/ μικρόσωμο αρθρωτό ζώο που ανήκει στην ομοταξία Έντομα (Insecta)· έχει έξι πόδια και το σώμα του χωρίζεται με τομές σε τρ…
1142 χρήσης Ουσιαστικό γενική ενικού του χρήση.
1143 ψυχρός Επίθετο /psiˈxɾos/ άνθρωπος που δεν εκδηλώνει συναισθήματα, που δεν έχει θέρμη, ζήλο, ενθουσιασμό.
1144 εξωγήινη Ουσιαστικό, Επίθετο alien, extraterrestrial being.
1145 κατέθεσε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθέτω.
1146 έκδοτης Ουσιαστικό, Επίθετο αυτός που εκδίδει (δημοσιεύει) βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες κλπ.
1147 ανώφελο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανώφελος.
1148 παζάρι Ουσιαστικό /paˈza.ɾi/ η διαπραγμάτευση για την τιμή ενός προϊόντος μεταξύ εμπόρου και αγοραστή.
1149 χορεύουμε Ρήμα /xoˈɾe.vu.me/
1150 ξέσπασμα Ουσιαστικό /ˈkse.spa.zma/ η εκδήλωση με απότομο και βίαιο τρόπο ενός πράγματος ή μιας κατάστασης που δε φαινόταν αλλά αναπτυσσόταν κρυφά.
1151 φοβήθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι.
1152 έμποροι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμπορος.
1153 ερευνητές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερευνητής.
1154 κομψό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κομψός.
1155 αργός Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈaɾɣos/ μυθικός γίγαντας, ο Πανόπτης με εκατό μάτια.
1156 αφτιά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφτί.
1157 αεροπλάνου Ουσιαστικό γενική ενικού του αερόπλανο.
1158 διοικητικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διοικητικός.
1159 σεμινάριο Ουσιαστικό /se.miˈna.ɾi.o/ σειρά διαλέξεων και μαθημάτων για τη διεξοδική και αναλυτική παρουσίαση κάποιων γνωστικών αντικειμένων.
1160 οδηγού Ουσιαστικό γενική ενικού του οδηγός.
1161 στίχους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του στίχος.
1162 έναντι Επίρρημα /ˈe.nan.di/ όχι πλήρως, που αποτελεί τμήμα οφειλής αλλά δεν αποπληρώνεται με αυτό το ποσό.
1163 γκρίνια Ουσιαστικό /ˈɡɾiɲa/ τα συνεχή παράπονα, η εριστική διάθεση και συμπεριφορά.
1164 ακριβείς Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριβής.
1165 επιτυχημένη Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτυχημένος.
1166 ανακοπή Ουσιαστικό το ένδικο μέσο εναντίον βουλεύματος δικαστικού συμβουλίου ώστε να ακυρωθεί ή πάντως να αναβληθεί, να ανασταλεί η εφαρμογ…
1167 ετοίμασα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζω.
1168 γατάκι Ουσιαστικό /ɣaˈta.ci/ υποκοριστικό του γάτα.
1169 ελάχιστη Επίθετο nominative/accusative/vocative feminine singular of ελάχιστος (eláchistos), the absolute superlative degree of λίγος (lí…
1170 βρικόλακα Ουσιαστικό accusative singular of βρικόλακας (vrikólakas).
1171 χωρίσω Ρήμα θα χωρίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χωρίζω.
1172 πνευματικά Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευματικό.
1173 κάπταιν Ουσιαστικό μη απλοποιημένη γραφή του κάπτεν.
1174 χειραψία Ουσιαστικό ο χαιρετισμός με το δόσιμο των χεριών σε συναντήσεις, το άγγιγμα και πιάσιμο του χεριού του ενός από το χέρι του άλλου…
1175 γύρα Ουσιαστικό κίνηση σε χορό που περιέχει είτε περιστροφή γύρω από τον εαυτό μας είτε μετακίνηση σε κύκλο με χορευτικές κινήσεις.
1176 εξυπηρέτηση Ουσιαστικό /e.ksi.piˈɾe.ti.si/ οι ενέργειες που γίνονται για την ικανοποίηση ενός πελάτη, π.χ. σε εμπορικό κατάστημα, η περιποίηση σε ξενοδοχείο, εστια…
1177 αποτελείται Ρήμα /a.po.teˈli.te/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του αποτελώ.
1178 θάλαμος Ουσιαστικό /ˈθa.la.mos/ ο χώρος του ματιού με υδατοειδές υγρό· βρίσκεται ανάμεσα στον κερατοειδή και την ίριδα και ανάμεσα στην ίριδα και το φακ…
1179 πολλαπλές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολλαπλή.
1180 αναρρωτήριο Ουσιαστικό ο άλλος χαρακτηρισμός για τους οίκους ευγηρίας αλλά και για κλινικές που δέχονται χρονίως πάσχοντες καθώς και νέους στην…
1181 τσούρμο Ουσιαστικό το πλήρωμα ενός πλοίου (επί τουρκοκρατίας), όρος που υφίσταται και σήμερα για πλήρωμα αλιευτικού.
1182 μεθύσι Ουσιαστικό /meˈθi.si/ drunkenness.
1183 γελάσω Ρήμα θα γελάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γελώ.
1184 έξαλλος Επίθετο /ˈe.ksa.los/ που έχει παρασυρθεί από εντονότατα συναισθήματα, ο εκτός εαυτού.
1185 εκφράσω Ρήμα θα εκφράσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκφράζω.
1186 ψηλότερα Επίθετο, Επίρρημα για κάτι που βρίσκεται ή βρισκόταν ή πρόκειται να βρεθεί σε υψηλότερο επίπεδο από κάτι άλλο ή από τον εαυτό του σε άλλη…
1187 εκτεθεί Ρήμα θα εκτεθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκτίθεμαι.
1188 ευημερία Ουσιαστικό /e.vi.meˈɾi.a/ άνετος τρόπος ζωής.
1189 σκοτεινές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτεινή.
1190 ενθουσιασμένοι Ρήμα ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενθουσιασμένος.
1191 διαβάσουμε Ρήμα θα διαβάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαβάζω.
1192 όροι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όρος.
1193 καλέσουν Ρήμα θα καλέσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καλώ.
1194 θεραπεύσει Ρήμα θα θεραπεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θεραπεύω.
1195 παραλογή Ουσιαστικό, Επίθετο πολύστιχο αφηγηματικό δημοτικό τραγούδι με «φτιαχτή / πλαστή» υπόθεση.
1196 φυλαχτό Ουσιαστικό /filaˈxto/ αντικείμενο που οι άνθρωποι φέρουν ή διατηρούν σε κάποιο χώρο, πιστεύοντας ότι αυτό τους προστατεύει και τους προφυλάσσε…
1197 μπάνιου Ουσιαστικό γενική ενικού του μπάνιο.
1198 λευκού Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του λευκός.
1199 άστεγος Ουσιαστικό, Επίθετο (Ουσιαστικό).
1200 καυσίμων Ουσιαστικό, Επίθετο γενική πληθυντικού του καύσιμο.
1201 ηθικής Ουσιαστικό, Επίθετο genitive singular of ηθική (ithikí).
1202 βαλβίδα Ουσιαστικό /valˈvi.ða/ αυτό που ελέγχει την κατεύθυνση της ροής ενός ρευστού εντός ενός αγωγού. Διακρίνεται σε μηχανική και βιολογική:.
1203 προστάτης Ουσιαστικό /pɾoˈsta.tis/ ο αδένας που ανήκει στο ανδρικό γεννητικό σύστημα.
1204 προσέλαβες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω.
1205 μελέτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελέτη.
1206 επίκεντρο Ουσιαστικό /eˈpi.cen.dɾo/ το σημείο της γήινης επιφάνειας που βρίσκεται ακριβώς από πάνω (σε κατακόρυφη διάταξη από το υπόκεντρο της σεισμικής εστ…
1207 εξιτήριο Ουσιαστικό το έγγραφο που επιτρέπει σε ασθενή να βγει από το νοσοκομείο στο οποίο νοσηλεύεται και περιγράφει την ασθένειά του.
1208 καταστήματα Ουσιαστικό /ka.taˈsti.ma.ta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάστημα.
1209 κλειδωμένα Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδωμένο.
1210 σωματοφύλακες Ουσιαστικό nominative plural of σωματοφύλακας (somatofýlakas).
1211 επιβιώσουν Ρήμα θα επιβιώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιβιώνω.
1212 χαζοί Επίθετο /xaˈzi/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαζός.
1213 αρένα Ουσιαστικό χώρος (ενίοτε σκεπασμένος με άμμο) όπου διεξάγονται αγώνες ή θεάματα όπως μονομαχίες, ταυρομαχίες κ.λπ.
1214 προσωπικός Επίθετο /pɾo.so.piˈkos/ που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή στο μπροστινό τμήμα του κεφαλιού.
1215 μπλουζάκια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλουζάκι.
1216 παρήγγειλε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω.
1217 χαζομάρα Ουσιαστικό /xa.zoˈma.ɾa/ η ιδιότητα του χαζού, η έλλειψη εξυπνάδας.
1218 κακόμοιρο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κακόμοιρος.
1219 Σπάσε Ουσιαστικό, Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπάω.
1220 ήπιαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πίνω.
1221 πεθαμένος Ρήμα /pe.θaˈme.nos/ μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πεθαίνω: που έχει πεθάνει.
1222 προτίμηση Ουσιαστικό αυτό που κανείς προτιμά.
1223 ευγενή Ουσιαστικό, Επίθετο genitive/accusative/vocative masculine singular of ευγενής (evgenís).
1224 μάγουλο Ουσιαστικό /ˈma.ɣu.lo/ το σχετικά πιο μαλακό τμήμα του προσώπου κάτω από τα μήλα και έως τα αφτιά, τη μύτη και το σαγόνι, το εξωτερικό μέρος το…
1225 υπέροχοι Επίθετο /iˈpeɾoçi/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπέροχος.
1226 γεννημένος Ρήμα /ʝe.niˈme.nos/ που έχει/είχε γεννηθεί.
1227 σύμβαση Ουσιαστικό /ˈsiɱ.va.si/ η γραπτή ή άγραφη συμφωνία μεταξύ των μελών μιας ομάδας ή κοινωνίας ότι θα υιοθετήσουν ορισμένες συνήθειες ή πρακτικές.
1228 αναγνώρισης Ουσιαστικό γενική ενικού του αναγνώριση.
1229 εξήντα Ουσιαστικό, Επίθετο /eˈksi.ⁿda/ το απόλυτο αριθμητικό (60) που ακολουθεί το πενήντα εννιά και προηγείται του εξήντα ένα, με τα σύμβολα του ελληνικού αλφ…
1230 εκδικηθεί Ρήμα θα εκδικηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκδικούμαι.
1231 λιγότερες Επίθετο /liˈɣoteres/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγότερη.
1232 καλεσμένο Ουσιαστικό /ka.leˈzme.no/ αιτιατική του καλεσμένος.
1233 μπριζόλες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπριζόλα.
1234 μηχανισμός Ουσιαστικό ο τρόπος λειτουργίας των ηλεκτρικών συσκευών και όλων των μηχανοκίνητων πραγμάτων.
1235 προϋπολογισμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του προϋπολογισμός.
1236 πάψει Ρήμα /ˈpa.psi/ θα πάψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παύω.
1237 ονομάζω Ρήμα /o.noˈma.zo/ δίνω όνομα σε κάποιον ή κάτι.
1238 αγοραστή Ουσιαστικό, Επίθετο /a.ɣo.ɾaˈsti/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγοραστός.
1239 θυμώσεις Ρήμα θα θυμώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θυμώνω.
1240 αεροσκάφη Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροσκάφος.
1241 ανεπάρκεια Ουσιαστικό /aneˈpaɾcia/ η έλλειψη κάποιων απαραίτητων πραγμάτων, ικανοτήτων κ.λπ., η μη επίτευξη επάρκειας.
1242 αδρεναλίνη Ουσιαστικό /a.ðɾe.naˈli.ni/ ορμόνη των επινεφρίδιων αδένων.
1243 κληρονόμος Ουσιαστικό /kli.ɾoˈno.mos/ συνεχιστής της παράδοσης των προηγούμενων γενεών.
1244 ουλές Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈu.les/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουλή.
1245 δειλέ Επίθετο κλητική ενικού του δειλός.
1246 σύμβουλε Ουσιαστικό κλητική ενικού του σύμβουλος.
1247 αγγίζω Ρήμα /aŋˈɟi.zo/ ασχολούμαι με κάτι νέο, πολύ επιφανειακά, χωρίς να εμβαθύνω.
1248 καλεσμένη Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλεσμένος.
1249 τζέντλεμαν Ουσιαστικό o ευγενικός και έντιμος, αυτός που είναι πραγματικός κύριος.
1250 λίμνης Ουσιαστικό /ˈli.mnis/ γενική ενικού του λίμνη.
1251 δυναμική Ουσιαστικό, Επίθετο /ði.na.miˈci/ οι κατάλληλες συνθήκες που επικρατούν και οδηγούν στην εξέλιξη των πραγμάτων προς κάποια κατεύθυνση.
1252 τροχό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του τροχός.
1253 φρούτο Ουσιαστικό /ˈfru.to/ άτομο με παράδοξη προσωπικότητα ή μια νέα συνήθεια.
1254 απόρριψη Ουσιαστικό η αδυναμία του οργανισμού να αφομοιώσει ξένο σώμα ή ξένο ιστό.
1255 ειδικούς Ουσιαστικό, Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του ειδικός.
1256 αυτοκρατορίας Ουσιαστικό γενική ενικού του αυτοκρατορία.
1257 επικοινωνήσεις Ρήμα θα επικοινωνήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επικοινωνώ.
1258 ντόπιους Επίθετο /ˈdopçus/ accusative masculine plural of ντόπιος (ntópios).
1259 ζωγράφισε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζω.
1260 θαυμάσιος Επίθετο εξαιρετικά καλός, υπέροχος, τόσο καλός ώστε να προκαλεί τον θαυμασμό.
1261 ρ Ουσιαστικό /ɾ/ στο σχεσιακό μοντέλο, σύμβολο του τελεστή μετονομασίας στη σχεσιακή άλγεβρα (ρ_(S(Β1),Β₂,...,Βₙ)(R)).
1262 κομμένο Ρήμα /koˈmeno/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κομμένος.
1263 καλόγρια Ουσιαστικό /kaˈloɣɾia/ γυναίκα ντυμένη το μοναχικό σχήμα.
1264 στέκι Ουσιαστικό /ˈste.ci/ συνηθισμένο σημείο συνάντησης μιας παρέας, π.χ. ένα καφενείο ή ένα μπαρ.
1265 αστυφύλακας Ουσιαστικό /astiˈfilakas/ κατώτερο όργανο της αστυνομίας, κατώτερος από υπαρχιφύλακα.
1266 συμπάθεια Ουσιαστικό /simˈba.θi.a/ φαινόμενο κατά το οποίο ένα υλικό αποκτά μερικές ή παρεμφερείς ή όλες τις ιδιότητες άλλου.
1267 ανεπίσημα Επίθετο, Επίρρημα χωρίς επίσημη κάλυψη, χωρίς εξουσιοδότηση, χωρίς επισημότητα, άτυπα, διακριτικά, χωρίς τήρηση πρακτικών.
1268 πορνεία Ουσιαστικό /poɾˈni.a/ η έναντι αμοιβής προσφορά σεξουαλικών υπηρεσιών.
1269 φιλοδοξίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοδοξία.
1270 καλών Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο /kaˈlon/ γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του καλός.
1271 κλάψει Ρήμα θα κλάψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλαίω.
1272 εμπιστευτεί Ρήμα θα εμπιστευτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμπιστεύομαι.
1273 εργένης Ουσιαστικό /eɾˈʝe.nis/ ο άγαμος άνδρας που ζει μόνος του.
1274 μητρικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μητρικός.
1275 υπερασπιστώ Ρήμα θα υπερασπιστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπερασπίζομαι.
1276 συγχαρώ Ρήμα θα συγχαρώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συγχαίρω.
1277 αεράκι Ουσιαστικό /a.eˈɾa.ci/ ελαφριά πνοή ανέμου.
1278 τοποθεσίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοποθεσία.
1279 ακουστικά Ουσιαστικό, Επίθετο nominative/accusative/vocative plural of ακουστικό (akoustikó).
1280 αφίσες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφίσα.
1281 αλλεργικός Ουσιαστικό, Επίθετο που αναφέρεται στην αλλεργία, κάθε κατάσταση που έχει ως χαρακτηριστικό την έντονη αντίδραση του οργανισμού απέναντι σε…
1282 τυπικά Επίθετο, Επίρρημα /ti.piˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπικό.
1283 επέτειος Ουσιαστικό /eˈpe.ti.os/ η μέρα που συμπληρώνεται ένα ή περισσότερα έτη από την ημέρα ενός αξιόλογου ή αξιομνημόνευτου γεγονότος ή συμβάντος.
1284 πουλήθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλιέμαι.
1285 μόνιμο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μόνιμος.
1286 μαστουρωμένος Ρήμα μετοχή παθητικού παρακειμένου μαστουρώνω.
1287 φεγγαριού Ουσιαστικό γενική ενικού του φεγγάρι.
1288 κατηγορήσω Ρήμα θα κατηγορήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατηγορώ.
1289 χούφτα Ουσιαστικό /ˈxu.fta/ γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χούφτας.
1290 πλήρωσαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνω.
1291 υψηλού Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του υψηλός.
1292 τάξεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάξη.
1293 πλησιάσουμε Ρήμα θα πλησιάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πλησιάζω.
1294 αδελφούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του αδελφός.
1295 άθλιος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈa.θli.os/ που προκαλεί αρνητικά συναισθήματα (όπως απόρριψη, αποστροφή, απέχθεια), πολύ κακός.
1296 ενήμερο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ενήμερος.
1297 σεξουαλικής Επίθετο γενική ενικού του σεξουαλική.
1298 ευτυχίας Ουσιαστικό γενική ενικού του ευτυχία.
1299 φροντίσουν Ρήμα θα φροντίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φροντίζω.
1300 ακτινογραφία Ουσιαστικό /aktinoɣɾaˈfia/ η τεχνική φωτογραφίας του εσωτερικού ενός σώματος χάρη στις ακτίνες Χ και η επιφάνεια στην οποία αποτυπώνεται το αποτέλε…
1301 κάρυ Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1302 ανταγωνισμός Ουσιαστικό /an.da.ɣo.niˈzmos/ η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταγωνίζομαι.
1303 κυριαρχία Ουσιαστικό /ci.ɾi.aɾˈçi.a/ το δικαίωμα της πολιτείας να ασκεί εξουσία στα εσωτερικά της ζητήματα και να καθορίζει την εξωτερικη της πολιτική.
1304 πένα Ουσιαστικό μικρό έλασμα που το χρησιμοποιούσαν παλαιότερα στους κονδυλοφόρους.
1305 δαγκώνει Ρήμα
1306 εμποδίσω Ρήμα θα εμποδίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμποδίζω.
1307 σμόκιν Ουσιαστικό επίσημο ανδρικό ένδυμα, μαύρο συνήθως σακάκι με σατέν πέτα.
1308 φερμουάρ Ουσιαστικό μηχανισμός που κλείνει/κουμπώνει τσάντες, βαλίτσες, ρούχα κλπ. Αποτελείται από δύο σειρές δοντιών και μια λαβή - οδηγό…
1309 σκουπιδιών Ουσιαστικό genitive plural of σκουπίδι (skoupídi).
1310 ρόλους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του ρόλος.
1311 διάφορους Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του διάφορος.
1312 σπηλιές Ουσιαστικό /spiˈʎes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπηλιά.
1313 περιστέρια Ουσιαστικό /pe.ɾiˈsteɾ.ʝa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστέρι.
1314 περπατώντας Ρήμα /peɾ.paˈton.das/ μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περπατάω / περπατώ.
1315 αδύναμοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδύναμος.
1316 διατεθειμένος Ρήμα /ði̯a.te.θiˈme.nos/ μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαθέτω / διατίθεμαι.
1317 σαχλαμάρες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαχλαμάρας.
1318 πυραύλων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του πύραυλος.
1319 σαλούν Ουσιαστικό μπαρ, ταβέρνα στην Άγρια Δύση.
1320 καθολική Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθολικός.
1321 εξερράγη Ρήμα /e.kseˈɾa.ʝi/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκρήγνυμαι.
1322 δεσμός Ουσιαστικό /ðeˈzmos/ οτιδήποτε συνδέει μεταξύ τους δύο άτομα ή σύνολα από συναισθηματική, κοινωνική, οικονομική κ.α. άποψη.
1323 προσαρμογή Ουσιαστικό /pɾo.saɾ.moˈʝi/ η τροποποίηση και αλλαγή που γίνεται σε κάτι, προκειμένου να ταιριάζει ή να συμφωνεί με κάτι άλλο.
1324 έστησαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνω.
1325 μικρότερος Επίθετο συγκριτικός βαθμός του μικρός, πιο μικρός.
1326 κρεμμύδια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμμύδι.
1327 καπνίσω Ρήμα θα καπνίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καπνίζω.
1328 παγιδευμένοι Ρήμα ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγιδευμένος.
1329 δολοφόνε Ουσιαστικό κλητική ενικού του δολοφόνος.
1330 αρρωστημένο Ρήμα /arostiˈmeno/ nominative/accusative/vocative neuter singular of αρρωστημένος (arrostiménos).
1331 δούλεψες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δουλεύω.
1332 κουρτίνα Ουσιαστικό /kuɾˈti.na/ κομμάτι από ύφασμα, συνήθως κατάλληλα ραμμένο, που χρησιμοποιείται για να μειώσει το φως του ήλιου ή την ορατότητα ή να…
1333 επικρατεί Ρήμα
1334 ηχογράφηση Ουσιαστικό /i.xoˈɣɾa.fi.si/ η καταγραφή ήχων σε κάποιο μέσο, συνήθως μαγνητικό, ώστε να είναι δυνατόν αυτοί αργότερα να αναπαραχθούν από κατάλληλη σ…
1335 κιβώτια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιβώτιο.
1336 πιάνουμε Ρήμα
1337 προσέξεις Ρήμα θα προσέξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσέχω.
1338 λιώσει Ρήμα θα λιώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λιώνω.
1339 αγαθά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /a.ɣaˈθa/ αντικείμενα και περιουσία που αποκτά ή επιζητεί να αποκτήσει κάποιος.
1340 λεκ Ουσιαστικό /ˈlek/ το εθνικό νόμισμα της Αλβανίας.
1341 χαλαρή Ουσιαστικό, Επίθετο /xa.laˈɾi/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλαρός.
1342 τόνος Ουσιαστικό /ˈtonos/ μονάδα μέτρησης βάρους που αντιστοιχεί σε: «αγγλικός τόννος» 1.016 χιλιόγραμμα και «γαλλικός τόννος» 1.000 χιλιόγραμμα.
1343 εξόδους Ουσιαστικό accusative plural of έξοδος (éxodos).
1344 τρομάξεις Ρήμα θα τρομάξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρομάζω.
1345 ακίνητο Ουσιαστικό, Επίθετο το έδαφος και τα συστατικά του μέρη, δηλαδή τα οικοδομήματα, ό,τι αποφέρουν αυτά, καθώς και ό,τι υπάρχει στο υπέδαφος.
1346 κέτσαπ Ουσιαστικό /ˈce.t͡sap/ έτοιμη σάλτσα από ντομάτα, ζάχαρη και ξίδι.
1347 κοινωνικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κοινωνικός.
1348 δέχτηκαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέχομαι.
1349 ηρωίδα Ουσιαστικό θηλυκό του ήρωας.
1350 καλύψουν Ρήμα θα καλύψουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καλύπτω.
1351 βαρέλια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρέλι.
1352 ορίων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του όριο.
1353 παίξτε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παίζω.
1354 φώναζαν Ρήμα
1355 δασών Ουσιαστικό, Επίθετο genitive plural of δάσος (dásos).
1356 χτίστηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτίζομαι.
1357 προοπτικές Ουσιαστικό, Επίθετο /pɾo.o.ptiˈces/ nominative/accusative/vocative plural of προοπτική (prooptikí).
1358 μικρόβια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρόβιο.
1359 δέμα Ουσιαστικό /ˈðe.ma/ το εσωτερικό μαντήλι κεφαλής (κεφαλόδεσμος) των γυναικών (κυρίως των ηλικιωμένων) της Λευκάδας, με το οποίο συγκρατούσαν…
1360 ρήγμα Ουσιαστικό /ˈɾiɣ.ma/ το σπάσιμο που εμφανίζει την εικόνα μιας γραμμής που διασπά μια ενιαία επιφάνεια.
1361 αντικαταστήσω Ρήμα θα αντικαταστήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντικαθιστώ.
1362 παππούδες Ουσιαστικό αυτοί (από τον τόπο, το λαό ή την οικογένειά μας) που έζησαν πριν από μας· οι πρόγονοι, οι προπάτορες.
1363 χαριτωμένα Επίρρημα με χαριτωμένο τρόπο.
1364 λογοτεχνία Ουσιαστικό /lo.ɣo.teˈxni.a/ η δημιουργία έργων του γραπτού ή προφορικού λόγου με αξιώσεις που αποτελούν επινοήσεις της φαντασίας των δημιουργών τους…
1365 άκρο Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈa.kɾo/ ένα από τα τέσσερα ακραία μέλη του σώματος, δηλαδή τα χέρια ή τα πόδια.
1366 ενίοτε Επίρρημα /eˈni.o.te/ μερικές φορές, καμιά φορά, σε μερικές περιπτώσεις.
1367 φυσάει Ρήμα
1368 μπαλόνια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλόνι.
1369 λειτούργησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λειτουργώ.
1370 υπενθύμιση Ουσιαστικό /i.penˈθi.mi.si/ η πράξη του να θυμίζω κάτι σε κάποιον.
1371 αρουραίος Ουσιαστικό /a.ɾuˈɾe.os/ είδος τρωκτικού, το οποίο μοιάζει με μεγάλο ποντίκι.
1372 καντίνα Ουσιαστικό αυτοκίνητο, ειδικά διαρρυθμισμένο, που σταθμεύει σε εθνικές οδούς και πουλάει τρόφιμα και αναψυκτικά.
1373 στροφές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στροφή.
1374 κουμπάρος Ουσιαστικό /kumˈbaros/ ο άνθρωπος που παντρεύει κάποιο ζευγάρι, που τους αλλάζει τα στέφανα σε εκκλησιαστικό γάμο ή παρίσταται ως μάρτυρας σε π…
1375 ρώτησαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωτώ.
1376 εκπλαγείς Ρήμα θα εκπλαγείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκπλήσσομαι.
1377 φωτεινό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φωτεινός.
1378 χαζέ Επίθετο κλητική ενικού του χαζός.
1379 σέβη Ουσιαστικό /ˈse.vi/ γυναικείο όνομα.
1380 νικήσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικώ.
1381 μαχητές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχητής.
1382 κρυμμένος Ρήμα /kriˈme.nos/ μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κρύβω.
1383 καυτός Επίθετο για άνθρωπο ο οποίος είναι σεξουαλικά ελκυστικός.
1384 ραδιενέργεια Ουσιαστικό η εκπομπή ακτίνων ενέργειας από τους πυρήνες ορισμένων ατόμων.
1385 αφαιρέσω Ρήμα θα αφαιρέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αφαιρώ.
1386 δηλώνει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δηλώνω.
1387 φτάσατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω.
1388 χρονοδιάγραμμα Ουσιαστικό /xɾo.noˈðʝa.ɣɾa.ma/ κατάλογος ή πίνακας προθεσμιών της κάθε φάσης ενός έργου, ενός σχεδίου, κλπ.
1389 μαξιλάρια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαξιλάρι.
1390 υποθετικά Επίθετο, Επίρρημα για κάτι που ίσως ισχύει• για κάτι που προέκυψε ως νοερό συμπέρασμα το οποίο όμως δεν βασίζεται σε σαφή δεδομένα.
1391 κάλτσα Ουσιαστικό /ˈkal.t͡sa/ ρούχο που εφαρμόζει στο πόδι από το πέλμα μέχρι τον αστράγαλο (κοντές κάλτσες) ή μέχρι το γόνατο ή και ψηλότερα (μακριές…
1392 αρμονία Ουσιαστικό /aɾ.moˈni.a/ το ταίριασμα των μουσικών φθόγγων (διαδοχικά σε μελωδία ή κάθετα σε συγχορδία) ώστε να παράγεται ευχάριστο άκουσμα.
1393 ιππασία Ουσιαστικό /i.paˈsi.a/ το καβαλίκεμα ενός αλόγου και η πορεία μ’ αυτό.
1394 ύπαρξης Ουσιαστικό γενική ενικού του ύπαρξη.
1395 μπερδευτεί Ρήμα θα μπερδευτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπερδεύομαι.
1396 διαβεβαιώσω Ρήμα θα διαβεβαιώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαβεβαιώνω.
1397 σκουληκότρυπα Ουσιαστικό υποθετική τοπολογική «σήραγγα» του χωροχρόνου που συνδέει απομακρυσμένες περιοχές του ίδιου σύμπαντος —ή διαφορετικά σύμ…
1398 συνήγορος Ουσιαστικό ο δικηγόρος που υπερασπίζεται τον πελάτη του στο δικαστήριο.
1399 αμηχανία Ουσιαστικό η αδυναμία συμπεριφοράς και αντίδρασης με τον πρέποντα τρόπο· το να μη μπορεί κάποιος να πει ή να κάνει αυτό που είναι κ…
1400 γκαζόν Ουσιαστικό /ɡaˈzon/ χαμηλή και πυκνή χλόη που καλύπτει κήπους, πάρκα και στάδια.
1401 ηλεκτρονικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (ηλεκτρονικό) του ηλεκτρονικός.
1402 κόμικς Ουσιαστικό /ˈko.miks/ μορφή τέχνης με σκίτσα και συχνά σύντομο κείμενο με αστείο, περιπετειώδη ή άλλο προσανατολισμό.
1403 σώσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζω.
1404 κατάσκοπο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του κατάσκοπος.
1405 πανί Ουσιαστικό /paˈni/ μεγάλο κομμάτι υφάσματος που αναρτάται σε ιστιοφόρα πλοία και το οποίο, όταν το φουσκώνει ο άνεμος, κινεί το σκάφος.
1406 φαινόμενα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινόμενο.
1407 αγαπητός Ουσιαστικό, Επίθετο /a.ɣa.piˈtos/ που τον αγαπούν οι άλλοι, που τον συμπαθούν.
1408 ατάκες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατάκα.
1409 περιορισμένη Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιορισμένος.
1410 μπρεντ Ουσιαστικό κατηγορία του αργού πετρελαίου που αντλείται από τη Βόρεια Θάλασσα.
1411 μάρτυς Ουσιαστικό /ˈmaɾ.tis/ εκείνος που μπορεί να μαρτυρήσει την αλήθεια, που τη γνωρίζει, στην έκφραση μάρτυς μου ο Θεός.
1412 εργάτης Ουσιαστικό /eɾˈɣa.tis/ ο μικρός μηχανισμός έλξης με ανέμη που τοποθετείται μπροστά από οχήματα, τύπου τζιπ, ή σε οχήματα ειδικών εργασιών π.χ…
1413 ασχοληθείς Ρήμα θα ασχοληθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ασχολούμαι.
1414 κάψεις Ρήμα θα κάψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καίω.
1415 σβέρκο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του σβέρκος.
1416 κυβερνήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /ci.veɾˈni.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβέρνηση.
1417 τηλεφωνική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεφωνικός.
1418 σκεπή Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈsce.pi/ σκελετός από ξύλο που καλύπτεται με κεραμίδια, πλάκες ή άλλα υλικά και στεγάζει ένα οικοδόμημα.
1419 καθαρίσουν Ρήμα θα καθαρίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθαρίζω.
1420 υπερασπιστεί Ρήμα θα υπερασπιστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπερασπίζομαι.
1421 παραπέρα Επίρρημα λίγο πιο πέρα.
1422 δήθεν Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ˈðiθen/ πρόσωπο που υποκρίνεται και συμπεριφέρεται επιτηδευμένα.
1423 ισχύς Ουσιαστικό /iˈsçis/ ο ρυθμός (παραγωγής, εκπομπής, μετάδοσης, απορρόφησης, κατανάλωσης) ενέργειας σε συνάρτηση με τον χρόνο.
1424 νεότερο Επίθετο accusative masculine singular of νεότερος (neóteros), the comparative degree of νέος (néos), (younger).
1425 πρίζα Ουσιαστικό ο ρευματοδότης, το ντουί, θηλυκός υποδοχέας τροφοδοσίας ρεύματος.
1426 καθυστέρησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθυστερώ.
1427 στόχου Ουσιαστικό γενική ενικού του στόχος.
1428 διαδρόμους Ουσιαστικό accusative plural of διάδρομος (diádromos).
1429 βοηθούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του βοηθός.
1430 σάιτ Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1431 σκύλε Ουσιαστικό κλητική ενικού του σκύλος.
1432 διαλύσω Ρήμα θα διαλύσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαλύω.
1433 δημιουργήσεις Ρήμα θα δημιουργήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δημιουργώ.
1434 τρίγωνο Ουσιαστικό /ˈtɾi.ɣo.no/ επίπεδο γεωμετρικό σχήμα που σχηματίζεται από τρία ευθύγραμμα τμήματα των οποίων και οι δύο άκρες βρίσκονται ενωμένες με…
1435 γειτόνισσα Ουσιαστικό neighbour (UK), neighbor (US).
1436 επήρεια Ουσιαστικό /eˈpi.ɾi.a/ επίδραση (κυρίως στην έκφραση υπό την επήρεια: εξ αιτίας της επίδρασης).
1437 ρήξη Ουσιαστικό /ˈɾi.ksi/ η καταστροφή των δεσμών που ενώνουν ένα άτομο ή σύνολο με άλλα.
1438 μνηστή Ουσιαστικό η αρραβωνιαστικιά.
1439 σύνδεσμο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του σύνδεσμος.
1440 αποκατάσταση Ουσιαστικό /a.po.kaˈta.sta.si/ η ενέργεια με την οποία κάποιος που έχασε άδικα ή παράνομα τη θέση του (π.χ εξαιτίας μιας δικτατορίας) αποκτά ξανά τα δι…
1441 καθαρίστρια Ουσιαστικό γυναίκα η οποία αναλαμβάνει κατ' επάγγελμα να καθαρίζει ιδιωτικά ή δημόσια κτήρια.
1442 φιλικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα με φιλικό και όχι ερωτικό τρόπο ή σκοπό.
1443 μόρα Ουσιαστικό στοιχειό της λαϊκής παράδοσης, που υποτίθεται ότι έρχεται στον ύπνο κάποιου και τον ακινητοποιεί.
1444 επικίνδυνες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικίνδυνη.
1445 καρότσι Ουσιαστικό baby buggy, pushchair, stroller.
1446 εξηγήσουμε Ρήμα θα εξηγήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξηγώ.
1447 έχτισε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτίζω.
1448 αναθεματισμένη Ρήμα /anaθematiˈzmeni/ nominative/accusative/vocative feminine singular of αναθεματισμένος (anathematisménos).
1449 λυκάνθρωπος Ουσιαστικό /liˈkanθɾopos/ άτομο που πάσχει από την ψυχική ασθένεια λυκανθρωπία, κατά την οποία ο άνθρωπος πιστεύει ότι μεταμορφώνεται σε λύκο.
1450 οικογενειακές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικογενειακή.
1451 πρωινά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωινό.
1452 αποφασίσατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω.
1453 ζούσες Ρήμα
1454 τζην Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1455 σκούρο Επίθετο /ˈsku.ɾo/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σκούρος.
1456 διεθνής Ουσιαστικό, Επίθετο /ði̯eˈθnis/ που περιλαμβάνει τη συμμετοχή πολλών εθνών ή αφορά πολλά ή όλα τα έθνη.
1457 πελάτισσα Ουσιαστικό θηλυκό του πελάτης.
1458 νυστέρι Ουσιαστικό /niˈste.ɾi/ μικρό μυτερό εργαλείο που χρησιμοποιείται για χειρουργικές τομές.
1459 πονοκέφαλος Ουσιαστικό /po.noˈce.fa.los/ ο πόνος που εντοπίζεται γενικά στο κεφάλι.
1460 όμορφε Επίθετο /ˈo.moɾ.fe/ κλητική ενικού του όμορφος.
1461 κέντρου Ουσιαστικό γενική ενικού του κέντρο.
1462 λεπτών Ουσιαστικό, Επίθετο genitive plural of λεπτό (leptó).
1463 φυγή Ουσιαστικό /fiˈʝi/ το φευγιό, η εσπευσμένη ή μαζική αναχώρηση και απομάκρυνση από κάπου εν όψει καταδίωξης (κυριολεκτικής ή με μεταφορική έ…
1464 ειλικρινή Ουσιαστικό, Επίθετο accusative masculine singular of ειλικρινής (eilikrinís).
1465 παρθενιά Ουσιαστικό /paɾ.θeˈɲa/ το να είναι κανείς παρθένος, να μην έχει έρθει σε σεξουαλική επαφή, η παρθενιά.
1466 ποιήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποίημα.
1467 συντήρηση Ουσιαστικό /sinˈdi.ɾi.si/ το κύριο μέρος του ψυγείου που συντηρεί σε χαμηλή θερμοκρασία τα τρόφιμα χωρίς να τα καταψύχει.
1468 ταχυδρόμος Ουσιαστικό /taçiˈðɾomos/ υπάλληλος του ταχυδρομείου που παραδίδει την αλληλογραφία στους παραλήπτες στο σπίτι τους ή την έδρα τους.
1469 όμηρος Ουσιαστικό /ˈo.mi.ɾos/ αιχμάλωτος του οποίου απειλείται ακόμα και η ζωή, αν δεν ικανοποιηθούν οι επιθυμίες ή τα αιτήματα αυτού που τον αιχμαλώτ…
1470 αρραβώνων Ουσιαστικό genitive plural of αρραβώνας (arravónas).
1471 έψαξες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνω.
1472 σπασμένη Ρήμα /spaˈzme.ni/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπασμένος.
1473 πομπό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του πομπός.
1474 γλυκούλης Επίθετο κάπως θελκτικός.
1475 τρέμω Ρήμα /ˈtremo/ εμφανίζω ακούσιες κινήσεις σε διάφορα μέρη του σώματός μου, που οφείλονται σε φυσικά ή παθολογικά αίτια.
1476 γενναίοι Επίθετο γενναίος, στην ονομαστική του πληθυντικού.
1477 γενναιοδωρία Ουσιαστικό /ʝe.ne.o.ðoˈɾi.a/ η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του γενναιόδωρου.
1478 αποψινή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποψινός.
1479 μετάβαση Ουσιαστικό /meˈta.va.si/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταβαίνω.
1480 βίζα Ουσιαστικό /ˈvi.za/ άδεια εισόδου σε μια χώρα που εκδίδεται από τις αρχές της χώρας αυτής και δίνεται σε ξένους πολίτες με την θεώρηση και τ…
1481 ΑΜ Ουσιαστικό, Επίρρημα, Επιφώνημα /am/ abbreviation of αστρονομική μονάδα (astronomikí monáda, “au, astronomical unit”).
1482 αντίποινα Ουσιαστικό ενέργεια ή ενέργειες που γίνονται εναντίον άλλων και αποσκοπούν στην τιμωρία τους ή γίνονται για λόγους εκδίκησης.
1483 ομόλογα Ουσιαστικό, Επίθετο nominative neuter plural of ομόλογος (omólogos).
1484 κάστανα Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈka.sta.na/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάστανο.
1485 αφορούσε Ρήμα /a.foˈru.se/
1486 αναπτήρα Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναπτήρας.
1487 ζωγραφική Ουσιαστικό, Επίθετο μία από τις εικαστικές τέχνες· η τέχνη της δημιουργίας με γραμμές και χρώματα δισδιάστατων εικόνων - αναπαραστάσεων προσ…
1488 είσθε Ρήμα β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι.
1489 χυμός Ουσιαστικό το υγρό που προκύπτει από το στύψιμο φρούτων ή λαχανικών και (κατ’ επέκταση) το αναψυκτικό που προκύπτει μετά από σχετικ…
1490 πολύτιμος Ουσιαστικό, Επίθετο /poˈli.ti.mos/ γενικά, για κάθε τι που μας είναι ακριβό ή πολυαγαπημένο.
1491 συνέλευση Ουσιαστικό /siˈne.lef.si/ η οργανωμένη συγκέντρωση και συνεδρίαση προσώπων που ανήκουν σε ένα οργανωμένο σύνολο, με σκοπό τη συζήτηση και πιθανόν…
1492 δημιουργηθεί Ρήμα θα δημιουργηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δημιουργούμαι.
1493 ελκυστικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ελκυστικός.
1494 εγωίστρια Ουσιαστικό θηλυκό του εγωιστής.
1495 κυρίους Ουσιαστικό, Επίθετο accusative plural of κύριος (kýrios).
1496 οικείο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οικείος.
1497 νόστιμα Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόστιμο.
1498 μεγαλώσουν Ρήμα θα μεγαλώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μεγαλώνω.
1499 πάψεις Ρήμα /ˈpa.psis/ θα πάψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παύω.
1500 μύρισε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μυρίζω.
1501 ξυπνήσουμε Ρήμα θα ξυπνήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξυπνώ.
1502 οπλοστάσιο Ουσιαστικό το εργοστάσιο κατασκευής, επισκευής και συντήρησης όπλων.
1503 παρασκήνια Ουσιαστικό /pa.ɾaˈsci.ni.a/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασκήνιο.
1504 όχθη Ουσιαστικό /ˈo.xθi/ μέρος της ξηράς που βρίσκεται κοντά στην επιφάνεια νερού (ποταμού, λίμνης, θάλασσας κ.λπ.).
1505 καρύδι Ουσιαστικό /kaˈɾi.ði/ η προεξοχή του θυρεοειδούς χόνδρου στο λάρυγγα, που λέγεται και « μήλο του Αδάμ » επειδή στον άνδρα σχηματίζει ορθή γωνί…
1506 εκδικηθώ Ρήμα θα εκδικηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκδικούμαι.
1507 αλλάξαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλάζω.
1508 βάσανα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάσανο.
1509 κίτρινη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κίτρινος.
1510 πνιγεί Ρήμα θα πνιγεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πνίγομαι.
1511 στάσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάση.
1512 πολεμικές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεμική.
1513 ανεβάσω Ρήμα θα ανεβάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανεβάζω.
1514 ισχυρά Επίθετο, Επίρρημα /i.sçiˈɾa/ με ισχυρό τρόπο.
1515 ταβέρνα Ουσιαστικό /taˈveɾ.na/ λαϊκό εστιατόριο ελληνικής κουζίνας που προσφέρει και κρασί βαρελίσιο.
1516 μπράτσο Ουσιαστικό /ˈbɾa.t͡so/ τμήμα καθίσματος για στήριξη των χεριών.
1517 διάσημοι Επίθετο nominative masculine plural of διάσημος (diásimos).
1518 αναφέρομαι Ουσιαστικό, Ρήμα /a.naˈfe.ɾo.me/ (Ουσιαστικό).
1519 λουρί Ουσιαστικό /luˈɾi/ μακρύ και στενό (σε σχήμα ταινίας) αντικείμενο από δέρμα, πλαστικό ή άλλο υλικό που χρησιμοποιείται.
1520 κελιά Ουσιαστικό nominative plural of κελί (kelí).
1521 αποστάσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /a.poˈsta.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόσταση.
1522 φιλάρα Ουσιαστικό /fiˈla.ɾa/ γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φιλάρας.
1523 εθελοντής Ουσιαστικό αυτός που παρουσιάζεται στο στρατό για να κάνει θητεία χωρίς να υπάγεται σε αυτή την υποχρέωση.
1524 νεκρές Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκρή.
1525 σάλια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάλιο.
1526 τάφους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του τάφος.
1527 συγκέντρωσης Ουσιαστικό γενική ενικού του συγκέντρωση.
1528 αστρική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστρικός.
1529 κορώνα Ουσιαστικό /koˈɾo.na/ ετυμολογική γραφή όπως στα αρχαία ελληνικά του κορόνα.
1530 τακτοποιήσει Ρήμα θα τακτοποιήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τακτοποιώ.
1531 μετάθεση Ουσιαστικό /meˈta.θe.si/ η μετακίνηση φθόγγων, η αλλαγή της θέσης τους μέσα στη λέξη.
1532 κέρμα Ουσιαστικό /ˈceɾ.ma/ μικρό αντικείμενο που μοιάζει με μεταλλικό νόμισμα και έχει καθορισμένη αξία, συνήθως για τη χρήση αυτόματων μηχανισμών.
1533 ενοχλητικός Επίθετο /enoxlitiˈkos/ που ενοχλεί, που πειράζει κάποιον ή τον αναστατώνει.
1534 μάρα Ουσιαστικό /ˈma.ɾa/ μαράζι, μαρασμός, στενοχώρια, θλίψη.
1535 ταύρο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του ταύρος.
1536 διαόλου Ουσιαστικό genitive singular of διάολος (diáolos).
1537 γκόμενος Ουσιαστικό /ˈɡomenos/ ερωτικός σύντροφος, αυτός με τον οποίο, κάποια/ος έχει ερωτικές σχέσεις.
1538 μπερδεύτηκα Ρήμα /beɾˈðe.fti.ka/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερδεύομαι.
1539 μιζέρια Ουσιαστικό /miˈzeɾ.ʝa/ είδος χαρτοπαίγνιου, στο οποίο νικά κάποιος με το χειρότερο φύλλο.
1540 πρεζόνι Ουσιαστικό /pɾeˈzoni/ ναρκομανής, χρήστης ηρωίνης.
1541 ακατάλληλη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάλληλος.
1542 δράστες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δράστης.
1543 συγκάτοικο Ουσιαστικό /siŋˈɡa.ti.ko/ αιτιατική ενικού του συγκάτοικος.
1544 λαχείο Ουσιαστικό /laˈçi.o/ τυχερό παιχνίδι που οργανώνεται από έναν οργανισμό ή σύλλογο ή άλλη ομάδα ανθρώπων· ο διοργανωτής εκδίδει αριθμημένα δελ…
1545 γένια Ουσιαστικό /ˈʝeɲa/ το σύνολο συγγραφέων, ποιητών κ.λπ. που πρωτοδημοσίευσαν το πρώτο τους έργο την ίδια χρονική περίοδο.
1546 γλέντι Ουσιαστικό /ˈɣlen.di/ έντονη διασκέδαση, συνήθως με ποτό χορό και τραγούδι.
1547 κανόνισες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζω.
1548 φερθείς Ρήμα θα φερθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φέρνομαι.
1549 παγκόσμιος Ουσιαστικό, Επίθετο /paŋˈɡo.zmi.os/ που αναφέρεται, ανήκει ή εμφανίζεται σε ολόκληρη τη γη, σε ολόκληρο τον κόσμο.
1550 ασταμάτητα Επίθετο, Επίρρημα με ασταμάτητο τρόπο, χωρίς σταματημό.
1551 αγοράσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζω.
1552 μετανιώσει Ρήμα θα μετανιώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μετανιώνω.
1553 ερευνήσω Ρήμα θα ερευνήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ερευνώ.
1554 αστειεύεται Ρήμα /a.stiˈe.ve.te/
1555 τεθεί Ρήμα θα τεθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τίθεμαι.
1556 δράκου Ουσιαστικό γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Δράκος.
1557 αναζήτησης Ουσιαστικό γενική ενικού του αναζήτηση.
1558 αράχνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αράχνη.
1559 αγνόησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγνοώ.
1560 φιλανθρωπικό Επίθετο στην ονομαστική / αιτιατική / κλητική του ενικού.
1561 αποχαιρετήσω Ρήμα α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποχαιρετώ.
1562 καταπακτή Ουσιαστικό η οριζόντια πόρτα σε δάπεδο ή οροφή που οδηγεί σε ξεχωριστό χώρο.
1563 καθαρίστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω.
1564 δοκιμαστικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δοκιμαστικός.
1565 γιαούρτι Ουσιαστικό /[ʝaˈuɾti]/ γαλακτοκομικό παρασκεύασμα, το οποίο συχνά συσκευάζεται και διατίθεται στο εμπόριο σε κεσέδες ή γαβάθες.
1566 βιασμός Ουσιαστικό /vi.aˈzmos/ ο εξαναγκασμός ενός ατόμου σε σεξουαλική συνεύρεση ενάντια στη θέλησή του.
1567 πραγματοποιηθεί Ρήμα θα πραγματοποιηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πραγματοποιούμαι.
1568 εγωιστικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εγωιστικός.
1569 αδελφούλα Ουσιαστικό /a.ðelˈfu.la/ άλλη μορφή του αδερφούλα.
1570 ζεστασιά Ουσιαστικό το ευχάριστο αίσθημα που προκαλεί μια υψηλότερη θερμοκρασία περιβάλλοντος.
1571 απήχθη Ρήμα γʹ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος απάγω.
1572 μπύρας Ουσιαστικό γενική ενικού του μπύρα.
1573 πίτες Ουσιαστικό /ˈpi.tes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίτα.
1574 ακτινογραφίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινογραφία.
1575 σοκάκι Ουσιαστικό /soˈkaci/ στενό δρομάκι ανάμεσα σε κτίσματα.
1576 παλίρροια Ουσιαστικό /paˈli.ɾi.a/ φυσικό περιοδικό φαινόμενο κατά το οποίο ανυψώνεται και υποχωρεί η στάθμη του νερού μίας μεγάλης λίμνης και κυρίως των θ…
1577 κενή Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κενός.
1578 χαμογελάστε Ρήμα, Επίθετο κλητική ενικού του χαμογελαστός.
1579 ξεχαστεί Ρήμα θα ξεχαστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεχνιέμαι.
1580 κέρασμα Ουσιαστικό /ˈce.ɾa.zma/ η πληρωμή των εξόδων για κάποιο γεύμα, ποτό κ.λπ., ως προσφορά σε κάποιον.
1581 Χαλαρός Ουσιαστικό, Επίθετο /xa.laˈros/ που δεν χαρακτηρίζεται από ένταση ή γρήγορους ρυθμούς ή εκνευρισμό.
1582 κυνηγούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του κυνηγός.
1583 εργοστάσια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργοστάσιο.
1584 σύγχρονη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σύγχρονος.
1585 ξεσπάσει Ρήμα /kseˈspa.si/ θα ξεσπάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεσπώ.
1586 ασφάλειες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφάλεια.
1587 επιβιώσω Ρήμα θα επιβιώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιβιώνω.
1588 θύμωσα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμώνω.
1589 βότανα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βότανο.
1590 πατρός Ουσιαστικό /paˈtɾos/ γενική ενικού του πατήρ.
1591 παθαίνουν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής ή υποτακτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος παθαίνω.
1592 κατάμουτρα Επίρρημα /kaˈta.mu.tɾa/ απευθείας πάνω στο μούτρο / πρόσωπο κάποιου.
1593 περήφανο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του περήφανος.
1594 μάταιο Ουσιαστικό, Επίθετο neuter nominative/accusative/vocative singular.
1595 ανακοινώσω Ρήμα θα ανακοινώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανακοινώνω.
1596 συνομιλίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνομιλία.
1597 γελάσεις Ρήμα θα γελάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γελώ.
1598 επιστάτη Ουσιαστικό accusative singular of επιστάτης (epistátis).
1599 ευπρόσδεκτοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευπρόσδεκτος.
1600 σηκώθηκα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι.
1601 χημική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χημικός.
1602 αφαιρεθεί Ρήμα θα αφαιρεθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αφαιρούμαι.
1603 αποτρέψει Ρήμα θα αποτρέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποτρέπω.
1604 πουλήσουν Ρήμα θα πουλήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πουλάω.
1605 συναντήσετε Ρήμα θα συναντήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναντώ.
1606 κανονίστηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζομαι.
1607 εφορία Ουσιαστικό /e.foˈɾi.a/ η οικονομική υπηρεσία του δημοσίου που έχει ως αρμοδιότητα τη βεβαίωση και είσπραξη φόρων, τελών και άλλων προσόδων.
1608 τελειότητα Ουσιαστικό /te.liˈo.ti.ta/ η ιδιότητα του τέλειου, αυτού που είναι ολοκληρωμένος και χωρίς ψεγάδια.
1609 απελπισία Ουσιαστικό /apelpiˈsia/ κάτι ή κάποιος που μας απελπίζει.
1610 παράβαση Ουσιαστικό /paˈɾa.va.si/ τμήμα της αρχαίας κωμωδίας στο οποίο ο χορός απευθύνεται άμεσα στο κοινό.
1611 έκσταση Ουσιαστικό ψυχοσωματική κατάσταση με μυστικιστικές καταβολές και προεκτάσεις, κατά την οποία το υποκείμενο αισθάνεται πνευματική με…
1612 σοφή Ουσιαστικό, Επίθετο /soˈfi/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοφός.
1613 βιταμίνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιταμίνη.
1614 ανιψιό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του ανιψιός.
1615 αγάπησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαπώ.
1616 περιττό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του περιττός.
1617 αγώνων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του αγώνας.
1618 φρουράς Ουσιαστικό γενική ενικού του φρουρά.
1619 γενναιόδωρο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γενναιόδωρος.
1620 προμήθεια Ουσιαστικό /pɾoˈmi.θi.a/ το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε κάποιον για την πώληση αγαθών και που αυξάνεται με το ποσό των αγαθών που πωλούντα…
1621 μέγιστο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μέγιστος.
1622 ψάξετε Ρήμα θα ψάξετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ψάχνω.
1623 χριστιανός Ουσιαστικό, Επίθετο /xɾi.stçaˈnos/ ανδρικό όνομα, συνηθισμένο σε βορειοευρωπαϊκές χώρες.
1624 κλαδί Ουσιαστικό /klaˈði/ το ξυλώδες μέρος του φυτού (δέντρου, θάμνου) που φύεται από τον κορμό και έχει φύλλα, άνθη κ.λπ.
1625 γενιάς Ουσιαστικό /ʝeˈɲas/ γενική ενικού του γενιά.
1626 εξαφανίστηκες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι.
1627 τελειωμένος Ρήμα /te.ʎoˈme.nos/ που δεν έχει μέλλον, ο αποτυχημένος, ο ξοφλημένος.
1628 νήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νήμα.
1629 δράσουμε Ρήμα θα δράσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δρω.
1630 ενημέρωσης Ουσιαστικό /e.ni.ˈme.ro.sis/ γενική ενικού του ενημέρωση.
1631 σώζω Ρήμα /ˈsozo/ αποτρέπω ή αποφεύγω μία άσχημη εξέλιξη, μια καταστροφή, ένα ατύχημα.
1632 διαχειριστής Ουσιαστικό πρόσωπο που διαχειρίζεται τα κοινόχρηστα οικονομικά και συνήθως ταυτόχρονα φροντίζει για τη σωστή λειτουργία μιας πολυκα…
1633 αρχαίοι Επίθετο αρχαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού.
1634 αξιόπιστη Επίθετο nominative feminine singular of αξιόπιστος (axiópistos).
1635 έργου Ουσιαστικό γενική ενικού του έργο.
1636 συναγερμού Ουσιαστικό γενική ενικού του συναγερμός.
1637 τικ Ουσιαστικό είδος τροπικού δένδρου, του γένους Tectona grandis, εγγενές στην νότια και νοτιο-ανατολική Ασία.
1638 πεδία Ουσιαστικό /peˈði.a/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδίο.
1639 αυτοκτονήσεις Ρήμα θα αυτοκτονήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αυτοκτονώ.
1640 φανταχτερό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φανταχτερός.
1641 χρέωση Ουσιαστικό /ˈxɾe.o.si/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρεώνω.
1642 ανατροφή Ουσιαστικό η διατροφή, η υλική και συναισθηματική φροντίδα, και κυρίως η διαπαιδαγώγηση που παρέχεται σε ένα παιδί από εκείνον που…
1643 επιλέγω Ουσιαστικό, Ρήμα /epiˈleɣo/ (Ουσιαστικό).
1644 συνέπεια Ουσιαστικό /siˈne.pi.a/ η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του συνεπούς.
1645 λαμπερό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λαμπερός.
1646 πληγωμένη Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληγωμένος.
1647 ολοκληρώσω Ρήμα θα ολοκληρώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ολοκληρώνω.
1648 βόμβας Ουσιαστικό γενική ενικού του βόμβα.
1649 κατάσκοποι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάσκοπος.
1650 μυστικότητα Ουσιαστικό η προσπάθεια να κρατηθεί κάτι μυστικό.
1651 κολλητή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολλητός.
1652 σκίσω Ρήμα θα σκίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκίζω.
1653 μυρίσω Ρήμα θα μυρίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μυρίζω.
1654 αναστολής Ουσιαστικό γενική ενικού του αναστολή.
1655 παρουσιάσει Ρήμα θα παρουσιάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρουσιάζω.
1656 συνήγορε Ουσιαστικό κλητική ενικού του συνήγορος.
1657 σχεδιασμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του σχεδιασμός.
1658 τολμώ Ρήμα /tolˈmo/ λογιότερη μορφή του τολμάω.
1659 ασθενούς Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ασθενής.
1660 κρεμάσω Ρήμα θα κρεμάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρεμάω.
1661 τρώγοντας Ρήμα μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τρώω, τρώγω.
1662 κράτησαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατώ.
1663 πανιά Ουσιαστικό /paˈɲa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανί.
1664 σημειωματάριο Ουσιαστικό /si.mi.o.maˈta.ɾi.o/ το τετράδιο ή το μπλοκ για σημειώσεις.
1665 αρουραίους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του αρουραίος.
1666 αναγκάσω Ρήμα θα αναγκάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναγκάζω.
1667 φιλάει Ρήμα /fiˈla.i/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φιλάω.
1668 κατέληξαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλήγω.
1669 υποστηρίξω Ρήμα θα υποστηρίξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υποστηρίζω.
1670 αξιόπιστος Επίθετο /aksiˈopistos/ που δεν παρουσιάζει συχνές και απρόβλεπτες βλάβες.
1671 φορτηγού Επίθετο γενική ενικού του φορτηγός.
1672 τηλεφωνικά Επίθετο, Επίρρημα απ’ το τηλέφωνο, με το τηλέφωνο.
1673 ιδιωτικά Επίθετο, Επίρρημα ως ιδιώτης (όχι ως δημόσιο πρόσωπο).
1674 αλληλούια Επιφώνημα /a.liˈlu.i.a/ επιφώνημα χαράς που λήγει ορισμένους ύμνους, κυρίως κατά το Πάσχα.
1675 δημόσιος Επίθετο /ðiˈmo.si.os/ κάποιος που προορίζεται για τον λαό.
1676 στατιστικά Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στατιστικός.
1677 τραπεζικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τραπεζικός.
1678 προσγείωσης Ουσιαστικό γενική ενικού του προσγείωση.
1679 θανάσιμο Επίθετο accusative masculine singular of θανάσιμος (thanásimos).
1680 φινάλε Ουσιαστικό άκομψος και πρόχειρος τρόπος έκφρασης της έννοιας "σε τελική ανάλυση", "στο κάτω-κάτω", εν κατακλείδει, το δια ταύτα.
1681 ψεύτικος Επίθετο /ˈpse.fti.kos/ που δεν υπάρχει από τη φύση, αλλά κατασκευάζεται ως απομίμηση ενός φυσικού αντικειμένου.
1682 ταλαντούχος Επίθετο /ta.la.ˈdu.xos/ που έχει τάλαντο, ταλέντο, έμφυτη ικανότητα σε κάποιο τομέα.
1683 πηδάω Ρήμα /piˈða.o/ κάνω άλμα συνήθως παρακάμπτοντας κάτι ενδιάμεσο.
1684 σχοινιά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχοινί.
1685 απομεινάρια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομεινάρι.
1686 λεωφορεία Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεωφορείο.
1687 μαϊμούδες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαϊμού.
1688 διαλύθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλύομαι.
1689 προορισμός Ουσιαστικό ο τελικός σκοπός για τον οποίο υπάρχει ένας άνθρωπος ή αντικείμενο.
1690 παγκοσμίως Ουσιαστικό, Επίρρημα /paŋ.ɡoˈzmi.os/ (Ουσιαστικό).
1691 φυλάκιση Ουσιαστικό /fiˈla.ci.si/ ποινή στον ελληνικό στρατό που παλιότερα εκτίονταν στο πειθαρχείο, σήμερα όμως ισοδυναμεί με τη στέρηση εξόδου.
1692 φτηνή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτηνός.
1693 αλλαγής Ουσιαστικό genitive singular of αλλαγή (allagí).
1694 εμβέλειας Ουσιαστικό γενική ενικού του εμβέλεια.
1695 αυξηθεί Ρήμα /af.ksiˈθi/ θα αυξηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αυξάνομαι.
1696 παραδεχτεί Ρήμα /pa.ɾa.ðeˈxti/ θα παραδεχτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραδέχομαι.
1697 καθυστερήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθυστέρηση.
1698 στρατοδικείο Ουσιαστικό δικαστήριο που συγκροτείται από στρατοδίκες και εκδικάζει παραπτώματα στρατιωτικών ή, σε περίοδο που ισχύει στρατιωτικός…
1699 δάνεια Ουσιαστικό /ðaˈni.a/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάνειο.
1700 αποθέματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόθεμα.
1701 επιστημονικά Επίθετο, Επίρρημα από επιστημονική άποψη.
1702 προετοιμασμένοι Ρήμα ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προετοιμασμένος.
1703 πλέγμα Ουσιαστικό /ˈpleɣ.ma/ οποιοδήποτε δίκτυο (πάσης φύσης) οποιουδήποτε αριθμού διαστάσεων (κυριολεκτικά ή μεταφορικά).
1704 αγγλικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αγγλικός.
1705 καριόλης Ουσιαστικό /kaˈɾʝolis/ κατάπτυστο ή πολύ δυσάρεστο πρόσωπο, ανήθικος άνδρας.
1706 πρωθυπουργό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του πρωθυπουργός.
1707 ακούγομαι Ρήμα /aˈkuɣome/ με ακούν, παράγω ήχο και η παρουσία μου γίνεται αντιληπτή χάρη στον ήχο που παράγω.
1708 τιμωρήσει Ρήμα θα τιμωρήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τιμωρώ.
1709 κακοποιός Ουσιαστικό, Επίθετο ο κακούργος, ο εγκληματίας, ο απατεώνας, αυτός που διαπράττει εγκλήματα.
1710 μαγείρισσα Ουσιαστικό /maˈʝi.ri.sa/ γυναίκα που ασκεί ως επάγγελμα τη μαγειρική.
1711 πλησιάζω Ρήμα /pli.siˈa.zo/ προσεγγίζω με ερωτικό τρόπο ή με ερωτικούς σκοπούς.
1712 ισοπαλία Ουσιαστικό αγώνας που τελειώνει χωρίς να υπάρχει νικητής.
1713 ψυχολογική Επίθετο /psi.xo.lo.ʝiˈci/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχολογικός.
1714 κουτάβια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτάβι.
1715 προβλέψεις Ουσιαστικό, Ρήμα /pɾoˈvle.psis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόβλεψη.
1716 τσίμπησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπώ.
1717 σχεδίων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του σχέδιο.
1718 δημιούργησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημιουργώ.
1719 χωρίσεις Ρήμα θα χωρίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χωρίζω.
1720 νάρκη Ουσιαστικό /ˈnaɾ.ci/ κατάσταση κατά την οποία επιβραδύνονται οι ζωτικές λειτουργίες ενός οργανισμού και περιορίζονται στο ελάχιστο οι κινήσει…
1721 κλωστή Ουσιαστικό /kloˈsti/ λεπτό νήμα τυλισμένο σε μικρά πλαστικά μασουράκια με το οποίο ράβουμε.
1722 αποθήκες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθήκη.
1723 κατάχρηση Ουσιαστικό ο σφετερισμός χρημάτων άλλων προσώπων ή εταιρειών.
1724 παρακολουθήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα θα παρακολουθήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρακολουθώ.
1725 στρατόπεδα Ουσιαστικό /stɾaˈto.pe.ða/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατόπεδο.
1726 παραδέχτηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι.
1727 αναγνωρίσουμε Ρήμα θα αναγνωρίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναγνωρίζω.
1728 μπαλάκι Ουσιαστικό μικρή μπάλα.
1729 ευχαριστήσει Ρήμα θα ευχαριστήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ευχαριστώ.
1730 περίεργοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίεργος.
1731 υπουργείου Ουσιαστικό γενική ενικού του υπουργείο.
1732 πλύσιμο Ουσιαστικό /ˈplisimo/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλένω.
1733 αποφεύγει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αποφεύγω.
1734 πυροσβέστες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροσβέστης.
1735 άγνοια Ουσιαστικό /ˈa.ɣni.a/ η έλλειψη γνώσης.
1736 αξιωματικέ Ουσιαστικό, Επίθετο vocative masculine singular of αξιωματικός (axiomatikós).
1737 βιβλίων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του βιβλίο.
1738 μικροσκοπικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μικροσκοπικός.
1739 βασικές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασική.
1740 γλιτώσω Ρήμα θα γλιτώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γλιτώνω.
1741 απίθανα Επίρρημα πολύ ωραία, καταπληκτικά.
1742 προκαλέσω Ρήμα θα προκαλέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προκαλώ.
1743 συμμάχους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του σύμμαχος.
1744 σύλλογο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του σύλλογος.
1745 αγωγό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του αγωγός.
1746 επώνυμο Ουσιαστικό, Επίθετο /eˈpo.ni.mo/ το οικογενειακό όνομα κάποιου, το επίθετό του.
1747 κλειδώσει Ρήμα θα κλειδώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλειδώνω.
1748 σταυρός Ουσιαστικό /ˈstavɾos/ πλαστικό εργαλείο μίας χρήσης, που χρησιμοποιείται κατά την τοποθέτηση κεραμικών πλακιδίων για να καθοριστεί το μέγεθος…
1749 μισούς Ουσιαστικό, Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του μισός.
1750 πριόνι Ουσιαστικό εργαλείο με οδοντωτή λάμα που χρησιμοποιείται για κόψιμο.
1751 ευαισθησία Ουσιαστικό /e.ve.sθiˈsi.a/ το να είναι κάποιος ευαίσθητος σε κάποιον τομέα ή θέματα, να τα γνωρίζει σε βάθος και να ασχολείται περισσότερο μ’ αυτά.
1752 πατήσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάω.
1753 δακτυλικά Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακτυλικό.
1754 φεύγοντας Ρήμα /ˈfev.ɣon.das/ active present participle of φεύγω (févgo).
1755 όμορφοι Επίθετο /ˈo.moɾ.fi/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όμορφος.
1756 ορόφους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του όροφος.
1757 βαρύτητας Ουσιαστικό genitive singular of βαρύτητα (varýtita).
1758 φυσικός Ουσιαστικό, Επίθετο /fi.siˈkos/ αριθμός του συνόλου των θετικών ή μη αρνητικών ακεραίων δηλαδή του συνόλου ℕ ή του συνόλου ℕ₀.
1759 χορευτής Ουσιαστικό /xo.ɾeˈftis/ το πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το χορό, είτε ατομικά είτε ως μέλος μιας ομάδας.
1760 μονοπάτια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπάτι.
1761 αμοιβαία Επίθετο, Επίρρημα με αμοιβαίο τρόπο, με αμοιβαιότητα, με ανταπόδοση.
1762 περικοπές Ουσιαστικό nominative/accusative/vocative plural of περικοπή (perikopí).
1763 ξαδέρφια Ουσιαστικό nominative/accusative/vocative plural of ξαδέρφι (xadérfi) (cousins).
1764 μύθο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του μύθος.
1765 σβήσεις Ρήμα θα σβήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σβήνω.
1766 εισόδημα Ουσιαστικό /iˈso.ði.ma/ τα χρήματα που αποκτά κάποιος από εργασία, μίσθωση, καταθέσεις ή άλλη πηγή και συνήθως φορολογείται.
1767 συμφώνησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ.
1768 απορίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορία.
1769 διάδρομος Ουσιαστικό /ˈðʝa.ðɾo.mos/ το απλά διαμορφωμένο ή ειδικά στρωμένο δάπεδο σε αεροδρόμιο ή αλλού που χρησιμεύει για την προσγείωση και την απογείωση…
1770 άμεσο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άμεσος.
1771 ποσά Ουσιαστικό /poˈsa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσό.
1772 ανώνυμη Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανώνυμος.
1773 έκπληκτη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκπληκτος.
1774 αναγκάσει Ρήμα θα αναγκάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναγκάζω.
1775 επίβλεψη Ουσιαστικό /eˈpi.vle.psi/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιβλέπω.
1776 κλισέ Ουσιαστικό η ένταξη ενός ατόμου σε συγκεκριμένο πλαίσιο (κατεύθυνση) από εξωτερικά ερεθίσματα, που υφίσταται, όπως, για παράδειγμα…
1777 σκόρδο Ουσιαστικό /ˈskoɾ.ðo/ φυτό του γένους Allium, με βολβοειδή ρίζα, που έχει έντονη μυρωδιά και χρησιμοποιείται ευρέως στη μαγειρική (επιστημονικ…
1778 ετοιμάζομαι Ρήμα /e.tiˈma.zo/ βρίσκομαι σε κατάσταση ή ενεργώ με τέτοιο τρόπο, ώστε να είμαι έτοιμος για κάτι που θα ακολουθήσει.
1779 αλεύρι Ουσιαστικό /[aˈlevɾi]/ το προϊόν που λαμβάνεται από την άλεση των σπόρων - καρπών σχεδόν όλων των αγρωστωδών, ιδίως των δημητριακών και κυρίως…
1780 ασέβεια Ουσιαστικό /aˈse.vi.a/ λόγος ή πράξη που δείχνει έλλειψη σεβασμού.
1781 παράξενες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράξενη.
1782 εχθρικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εχθρικός.
1783 κοπάνησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοπανώ.
1784 αντιδραστήρα Ουσιαστικό genitive/accusative/vocative singular of αντιδραστήρας (antidrastíras).
1785 φάλαινες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάλαινα.
1786 σύζυγοι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύζυγος.
1787 προστάτη Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προστάτης.
1788 εξελίξεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξέλιξη.
1789 τυχερά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τυχερός.
1790 μπαούλο Ουσιαστικό μεγάλο κουτί για τη φύλαξη ρούχων, που κλείνει με κάλυμμα στερεωμένο με μεντεσέδες.
1791 εσώρουχο Ουσιαστικό /eˈsoɾuxo/ ρούχα μεταξύ γυμνού σώματος & εξωτερικών ρούχων.
1792 γαμηθεί Ρήμα θα γαμηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γαμιέμαι.
1793 βελτιωθεί Ρήμα θα βελτιωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βελτιώνομαι.
1794 προφυλάξεις Ουσιαστικό, Ρήμα /pɾo.fiˈla.ksis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφύλαξη.
1795 έσκασα Ρήμα /ˈe.ska.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκάω.
1796 εικασία Ουσιαστικό /i.kaˈsi.a/ λογική πρόταση για την οποία όλα τα δεδομένα (στοιχεία) δείχνουν ότι είναι αληθής, αλλά δεν υπάρχει απόδειξη (λογική, μα…
1797 υποχρεωμένη Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποχρεωμένος.
1798 Τοπίκα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /to.piˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπικό.
1799 Ελευθερές Ουσιαστικό, Επίθετο /e.le.fθeˈɾes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεύθερη.
1800 πριγκήπισσα Ουσιαστικό /pɾiŋˈɟi.pi.sa/ ετυμολογική γραφή του πριγκίπισσα.
1801 ευχαριστήσουμε Ρήμα θα ευχαριστήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ευχαριστώ.
1802 ποντάρω Ουσιαστικό, Ρήμα /ponˈda.ro/ (Ουσιαστικό).
1803 πρόσφατο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πρόσφατος.
1804 τζίντζερ Ουσιαστικό /ˈd͡zin.d͡zeɾ/ η πιπερόριζα.
1805 αποτύχεις Ρήμα θα αποτύχεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποτυγχάνω.
1806 δάγκωμα Ουσιαστικό /ˈðaŋ.ɡo.ma/ μια σύντομη αλλά ισχυρή οδυνηρή αίσθηση.
1807 ισχύουν Ρήμα γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ισχύω.
1808 παραδόθηκε Ρήμα /pa.ɾaˈðo.θi.ce/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδίδομαι.
1809 τίτλους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του τίτλος.
1810 παρόντες Ρήμα, Επίθετο nominative/accusative/vocative masculine plural of παρών (parón).
1811 συνέταιροι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνέταιρος.
1812 ενδιαφέρων Επίθετο /en.ði̯aˈfe.ɾon/ που προσελκύει το ενδιαφέρον, που τραβάει την προσοχή.
1813 βεβαιότητα Ουσιαστικό /veveˈotita/ το να είναι κανείς βέβαιος για κάτι, να μην έχει αμφιβολίες.
1814 πρότυπα Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρότυπο.
1815 παράτησαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατώ.
1816 θέρμανση Ουσιαστικό /ˈθeɾ.man.si/ συσκευή ή σύστημα που θερμαίνει ένα χώρο.
1817 πυρήνας Ουσιαστικό /pi.ˈɾi.nas/ kernel: λογισμικό που αναλαμβάνει τον έλεγχο όλων των χαμηλού επιπέδου λειτουργιών του υπολογιστή, π.χ τη διαχείριση της…
1818 αλά Ουσιαστικό, Επίρρημα, Πρόθεση, Επιφώνημα /ala/ in the style of, in the manner of.
1819 χειρότεροι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειρότερος.
1820 επίπλοκες Ουσιαστικό, Επίθετο /e.pi.ploˈces/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπλοκή.
1821 μουλάρι Ουσιαστικό /muˈla.ɾi/ στείρο ζώο που προκύπτει από διασταύρωση, συνήθως, φοράδας με αρσενικό γάιδαρο και, σπανιότερα, αρσενικού αλόγου με γαϊδ…
1822 δίδυμο Ουσιαστικό, Επίθετο για δύο άτομα που συνεργάζονται στενά ή που εμφανίζονται πάντοτε μαζί. Έχει και ειρωνική χροιά.
1823 μαριονέτα Ουσιαστικό /maɾ.ʝoˈne.ta/ ομοίωμα, συνήθως ανθρώπου, με κινητά μέλη, τα οποία κρέμονται από σπάγκο ή εύκαμπτο σύρμα, για να μπορεί κάποιος να τα κ…
1824 πυροσβέστης Ουσιαστικό /pi.ɾoˈzve.stis/ μέλος ομάδας/υπηρεσίας/οργανισμού που έχει επιφορτιστεί με το σβήσιμο πυρκαγιών ή/και εξειδικευμένη παροχή βοήθειας σε π…
1825 τακτικά Επίθετο, Επίρρημα ανά τακτά χρονικά διαστήματα, συχνά.
1826 λεωφόρος Ουσιαστικό /le.oˈfo.ɾos/ οδός μεγάλου μήκους και πλάτους, συχνά με πολλές λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.
1827 αρραβωνιαστικό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του αρραβωνιαστικός.
1828 πάγωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παγώνω.
1829 τζακούζι Ουσιαστικό ειδικού τύπου λουτήρας ή μικρή δεξαμενή με ενσωματωμένα ακροφύσια, όπου θερμαινόμενο νερό και αέρας κυκλοφορούν υπό πίεσ…
1830 απαγωγής Ουσιαστικό genitive singular of απαγωγή (apagogí).
1831 συμπαθούσα Ρήμα /sim.baˈθu.sa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπαθών.
1832 κάποιων Αντωνυμία genitive masculine plural of κάποιος (kápoios).
1833 συνεδρίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεδρία.
1834 προκαλέσεις Ρήμα θα προκαλέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προκαλώ.
1835 μεγαλύτεροι Επίθετο /me.ɣaˈli.te.ɾi/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλύτερος.
1836 θησαυρού Ουσιαστικό γενική ενικού του θησαυρός.
1837 δολοφονήσει Ρήμα θα δολοφονήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δολοφονώ.
1838 πρόσφατες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσφατη.
1839 αντικαταστατή Ουσιαστικό, Επίθετο genitive singular of αντικαταστάτης (antikatastátis).
1840 αντιπερισπασμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του αντιπερισπασμός.
1841 ευλογημένος Ουσιαστικό, Ρήμα ανδρικό επώνυμο.
1842 αντοχή Ουσιαστικό /an.doˈçi/ η αντίσταση ενός σώματος στις αντίθετες δυνάμεις και η τάση διατήρησης της υπάρχουσας κατάστασής του.
1843 θυρωρός Ουσιαστικό φύλακας εισόδου κτιρίου.
1844 πλάγια Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ˈpla.ʝi.os/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πλάγιο) του πλάγιος.
1845 εθισμένος Ρήμα, Επίθετο addicted (to something).
1846 αθλητής Ουσιαστικό /a.θliˈtis/ αυτός που ασχολείται με ένα άθλημα (είτε επαγγελματικά, είτε ερασιτεχνικά).
1847 επίδεσμο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του επίδεσμος.
1848 μεθυσμένοι Ρήμα, Επίθετο nominative masculine plural of μεθυσμένος (methysménos).
1849 ληστείας Ουσιαστικό γενική ενικού του ληστεία.
1850 διδάξεις Ρήμα θα διδάξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διδάσκω.
1851 δημιουργείς Ρήμα β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δημιουργώ.
1852 αντιμετώπισε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζω.
1853 ντακότα Ουσιαστικό /daˈko.ta/ φαντάρος που έχει κριθεί μη μάχιμος· που αποφεύγει τις δύσκολες υπηρεσίες, λουφάρει ή είναι τεμπέλης.
1854 τραγική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραγικός.
1855 κρύπτη Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈkɾi.pti/ υπόγεια κατασκευή σε σχήμα θόλου η οποία λειτουργούσε ως χώρος λατρείας κατά τη διάρκεια των διωγμών των Χριστιανών.
1856 χαλαρώσει Ρήμα θα χαλαρώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χαλαρώνω.
1857 μάγκας Ουσιαστικό /ˈma(ŋ)ɡas/ ανδρικό όνομα (όνομα σκυλιού που πρωταγωνιστεί στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα).
1858 ανώνυμο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανώνυμος.
1859 μέλλοντος Ουσιαστικό genitive singular of μέλλον (méllon).
1860 επικεντρωθούμε Ρήμα θα επικεντρωθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επικεντρώνομαι.
1861 μπαίνετε Ρήμα
1862 ντεντέκτιβ Ουσιαστικό /deˈdektiv/ ντέτεκτιβ.
1863 εκβιασμός Ουσιαστικό /eɡ.vi.azˈmos/ η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκβιάζω.
1864 ανωμαλίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωμαλία.
1865 ανατινάξει Ρήμα θα ανατινάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανατινάζω.
1866 πουλιών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του πουλί.
1867 χρηματιστήριο Ουσιαστικό /xɾi.ma.tiˈsti.ɾi.o/ το ίδρυμα στο οποίο πραγματοποιούνται συναλλαγές κινητών αξιών, τροφίμων και αγαθών.
1868 ενημερώνω Ρήμα /e.ni.meˈɾo.no/ κατεβάζω και εγκαθιστώ σε υπολογιστή τις τελευταίες αλλαγές που έχουν γίνει στο λογισμικό που χρησιμοποιεί.
1869 διασκέδασης Ουσιαστικό γενική ενικού του διασκέδαση.
1870 τούβλα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τούβλο.
1871 δυνατές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυνατή.
1872 συνδικάτο Ουσιαστικό ένωση ή κοινοπραξία φυσικών ή νομικών προσώπων για επίτευξη κοινών συμφερόντων και στόχων.
1873 γυρίσατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυρίζω.
1874 τεχνικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τεχνικός.
1875 έθεσε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέτω.
1876 ζητήσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητώ.
1877 συμβιβασμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του συμβιβασμός.
1878 προσκάλεσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσκαλώ.
1879 σημαντικοί Επίθετο /si.man.diˈci/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημαντικός.
1880 δικών Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία genitive plural of δίκη (díki).
1881 αστυνομικών Ουσιαστικό, Επίθετο γενική πληθυντικού του αστυνομικός.
1882 ξημερώσει Ρήμα θα ξημερώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξημερώνει.
1883 έφηβοι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έφηβος.
1884 γαμάτη Επίθετο /ɣaˈmati/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαμάτος.
1885 χρήματος Ουσιαστικό /ˈxɾi.ma.tos/ γενική ενικού του χρήμα.
1886 γνωρίσουν Ρήμα θα γνωρίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γνωρίζω.
1887 γνωστούς Ουσιαστικό, Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του γνωστός.
1888 νεαρές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεαρή.
1889 κουνηθώ Ρήμα θα κουνηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κουνιέμαι.
1890 γερουσία Ουσιαστικό πολιτικό σώμα από γέροντες, σε αρχαίες αλλά και μεσαιωνικές πόλεις, στο οποίο συμμετείχαν "οι ηλικίαν έχοντες" ή πρεσβύτ…
1891 αλλεργική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλεργικός.
1892 παρατηρήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /pa.ɾa.tiˈɾi.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατήρηση.
1893 Ακραία Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα που βρίσκεται στην άκρη ή στα άκρα.
1894 διατηρήσει Ρήμα θα διατηρήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διατηρώ.
1895 παθαίνω Ρήμα /paˈθeno/ υφίσταμαι κάτι δυσάρεστο, πάσχω.
1896 αθλητές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθλητής.
1897 μαγείρεμα Ουσιαστικό /maˈʝi.ɾe.ma/ παρασκηνιακή δραστηριότητα για την ωραιοποιημένη παρουσίαση ή και παραποίηση αριθμητικών δεδομένων.
1898 ευλογημένη Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευλογημένος.
1899 αιδεσιμότατος Ουσιαστικό /e.ðe.siˈmo.ta.tos/ τίτλος προσαγόρευσης για χριστιανό έγγαμο ιερέα.
1900 ενεργοποιήθηκε Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του ενεργοποιώ.
1901 ποσότητες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσότητα.
1902 βαθύτερα Επίθετο, Επίρρημα comparative degree of βαθιά (vathiá, “more deeply”).
1903 καθυστερημένος Ουσιαστικό, Ρήμα /ka.θi.ste.riˈme.nos/ (Ουσιαστικό).
1904 οπαδούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του οπαδός.
1905 διαλέξουμε Ρήμα θα διαλέξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαλέγω.
1906 μαζικής Επίθετο /ma.zi.ˈcis/ γενική ενικού του μαζική.
1907 πνευματικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πνευματικός.
1908 καλυφθείτε Ρήμα θα καλυφθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καλύπτομαι.
1909 βρετανικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βρετανικός.
1910 αγγελιοφόρος Ουσιαστικό, Επίθετο /aŋ.ɟe.li.oˈfo.ɾos/ που μεταφέρει ένα μήνυμα ή μια είδηση.
1911 λίτρα Ουσιαστικό /liˈtɾa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίτρο.
1912 μετακινηθεί Ρήμα θα μετακινηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μετακινούμαι.
1913 συναισθηματικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συναισθηματικός.
1914 ανήσυχη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανήσυχος.
1915 ανοικτά Επίθετο, Επίρρημα άλλη μορφή του ανοιχτά.
1916 προδώσω Ρήμα θα προδώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προδίδω.
1917 όμηροι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όμηρος.
1918 χείλια Ουσιαστικό /ˈçiʎa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χείλι.
1919 εφόδια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφόδιο.
1920 αποδοχή Ουσιαστικό /a.po.ðoˈçi/ η ενέργεια του αποδέχομαι.
1921 αθωότητα Ουσιαστικό η έλλειψη πονηριάς και υστεροβουλίας.
1922 περιθώρια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιθώριο.
1923 ρούχο Ουσιαστικό /ˈɾu.xo/ τα απαραίτητα ενδύματα για κάποια περίσταση ή μια εποχή του έτους.
1924 πανσέληνο Ουσιαστικό κλητική ενικού του πανσέληνος, αντί για πανσέληνε.
1925 κορδέλα Ουσιαστικό /koɾˈðe.la/ η διακοσμητική λωρίδα.
1926 ιστορική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιστορικός.
1927 οπαδοί Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπαδός.
1928 άδειασε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αδειάζω.
1929 βουντού Ουσιαστικό αφροκαραϊβική λατρευτική παράδοση με ρίζες στις δυτικοαφρικανικές δοξασίες, που συνδυάζει στοιχεία ανιμισμού και καθολικ…
1930 λεξικό Ουσιαστικό, Επίθετο /le.ksiˈko/ έργο (βιβλίο, ψηφιακό αρχείο ή/και ιστότοπος) που συστηματικά συγκεντρώνει και ταξινομεί λέξεις σε αλφαβητική ή άλλη σει…
1931 υγιείς Επίθετο nominative masculine plural of υγιής (ygiís).
1932 ευπρόσδεκτη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευπρόσδεκτος.
1933 θυμώσω Ρήμα θα θυμώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θυμώνω.
1934 τραυματισμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του τραυματισμός.
1935 στάθηκα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέκομαι.
1936 ειδοποιήσει Ρήμα θα ειδοποιήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ειδοποιώ.
1937 αίρεση Ουσιαστικό /ˈe.ɾe.si/ ο όρος της δικαιοπραξίας, από τον οποίο καθορίζονται τα θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα ενός μελλοντικού και αντικειμενικ…
1938 αθάνατος Ουσιαστικό, Επίθετο /aˈθa.na.tos/ που δεν υπόκειται στη μοίρα του θανάτου.
1939 αναγκάστηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγκάζομαι.
1940 προσγειωθεί Ρήμα θα προσγειωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσγειώνομαι.
1941 ακουμπήσεις Ρήμα θα ακουμπήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακουμπώ.
1942 ισχυροί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισχυρός.
1943 μαθηματικών Ουσιαστικό, Επίθετο genitive plural of μαθηματικά (mathimatiká).
1944 αδερφούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του αδερφός.
1945 επισκέφτηκε Ρήμα /e.piˈsce.fti.ce/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκέπτομαι.
1946 παλιού Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του παλιός.
1947 κλήσης Ουσιαστικό γενική ενικού του κλήση.
1948 εγρήγορση Ουσιαστικό /eˈɣɾi.ɣoɾ.si/ η κατάσταση της συνείδησης που είναι σε ετοιμότητα να αντιληφθεί και να δράσει, η επαγρύπνηση.
1949 οργανώσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /oɾ.ɣaˈno.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργάνωση.
1950 αλλεργία Ουσιαστικό /a.leɾˈʝi.a/ ασυνήθιστη και υπερβολική αντίδραση του οργανισμού σε μια ξένη ερεθιστική ουσία.
1951 περιγράφει Ρήμα /pe.ɾiˈɣra.fi/ θα περιγραφεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περιγράφομαι.
1952 προσθέσεις Ουσιαστικό, Ρήμα θα προσθέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσθέτω.
1953 ταλαντούχα Επίθετο nominative feminine singular of ταλαντούχος (talantoúchos).
1954 πατώματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάτωμα.
1955 δικαιούμαι Ρήμα έχω το δικαίωμα.
1956 χημικό Ουσιαστικό, Επίθετο accusative singular of χημικός (chimikós).
1957 διάγραμμα Ουσιαστικό γραφική απεικόνιση συσχέτισης μεγεθών (συχνά στην πορεία του χρόνου ή που αφορά χωροταξική ανάπτυξη).
1958 μέσος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈme.sos/ που υπάρχει ή βρίσκεται στη μέση, σε ίση απόσταση μεταξύ δύο ή περισσότερων (τοπικών ή χρονικών) άκρων.
1959 ανακρίνουμε Ρήμα /a.naˈkɾi.nu.me/
1960 εφηβεία Ουσιαστικό /e.fiˈvi.a/ το στάδιο της ζωής του ανθρώπου μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης που σηματοδοτείται από την ανάπτυξη των…
1961 επιγραφή Ουσιαστικό πινακίδα, π.χ. πάνω από την είσοδο ενός καταστήματος με την επωνυμία του.
1962 μείγμα Ουσιαστικό /ˈmiɣ.ma/ το αποτέλεσμα της ανάμειξης δυο ή περισσότερων ουσιών.
1963 μοιραίο Επίθετο μοιραίος, στην αιτιατική του ενικού.
1964 ξημερώματα Επίρρημα νωρίς το πρωί.
1965 λευκών Ουσιαστικό, Επίθετο /lefˈkon/ γενική πληθυντικού του λευκός.
1966 εγγυηθώ Ρήμα θα εγγυηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εγγυώμαι.
1967 εχτές Επίρρημα /eˈxtes/ άλλη μορφή του χτες.
1968 νεότερη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεότερος.
1969 αναφερθεί Ρήμα θα αναφερθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναφέρομαι.
1970 εντόπισαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω.
1971 αξιοπιστία Ουσιαστικό η πιθανότητα μιας συσκευής ή ενός συστήματος να εκτελεί την αποστολή του επαρκώς για τη σχεδιαζόμενη χρονική περίοδο και…
1972 άνεργος Επίθετο /ˈa.neɾ.ɣos/ που (προσωρινά) δεν απασχολείται επαγγελματικά, που δε βρίσκει δουλειά, ενώ ψάχνει να βρει.
1973 χιλιοστών Ουσιαστικό, Επίθετο γενική πληθυντικού του χιλιοστός.
1974 εμπόρους Ουσιαστικό /emˈbo.ɾus/ αιτιατική πληθυντικού του έμπορος.
1975 λαθρεμπόριο Ουσιαστικό /la.θɾemˈbo.ɾi.o/ η εισαγωγή σε μια χώρα και το εμπόριο λαθραίων προϊόντων.
1976 πληρωθεί Ρήμα θα πληρωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληρώνομαι.
1977 συγκεντρωθούμε Ρήμα θα συγκεντρωθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συγκεντρώνομαι.
1978 βρακί Ουσιαστικό /vɾaˈci/ κάτω εσώρουχο που καλύπτει τη λεκάνη.
1979 ρούχων Ουσιαστικό γενική ενικού του ρούχο.
1980 μίλησαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλώ.
1981 δημοφιλές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δημοφιλής.
1982 πρύτανη Ουσιαστικό genitive/accusative/vocative singular of πρύτανης (prýtanis).
1983 κρατηθώ Ρήμα
1984 κάψιμο Ουσιαστικό /ˈka.psi.mo/ για CD, ROM, κλπ.) η μόνιμη εγγραφή σε μνήμες, που είναι μίας χρήσης, όπως CD, DVD, ROM, δηλαδή η μνήμη «καίγεται» και…
1985 δέσει Ρήμα θα δέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δένω.
1986 κογιότ Ουσιαστικό θηλαστικό ζώο της Βόρειας Αμερικής, που συγγενεύει με τον λύκο.
1987 συνταγές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγή.
1988 ξεχωρίζει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ξεχωρίζω.
1989 κύριου Επίθετο genitive masculine/neuter singular of κύριος (kýrios).
1990 αύρα Ουσιαστικό /ˈa.vɾa/ το τροχοφόρο όχημα της αστυνομίας που χρησιμοποιείται κυρίως για καταστολή διαδηλώσεων.
1991 ανεβάσει Ρήμα θα ανεβάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανεβάζω.
1992 αναπληρωτής Ουσιαστικό /a.na.pli.ɾoˈtis/ εκπαιδευτικός που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου (μερικών μηνών) προκειμένου να καλύψει λειτουργικά κενά σε…
1993 ατομική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατομικός.
1994 πληγώθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγώνομαι.
1995 προσκλήσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσκληση.
1996 τηλεοπτικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τηλεοπτικός.
1997 εξέδρα Ουσιαστικό υπερυψωμένη κατασκευή (συνήθως ξύλινη), για διάφορους σκοπούς.
1998 σηκώσουμε Ρήμα θα σηκώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνω.
1999 καλέσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλώ.
2000 αντίκες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίκα.
← C1 Level C2 of 6

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, CEFR level, and more.

Open Dictionary