HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απελπισία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/apelpiˈsia/

Ορισμοί

  1. η απόλυτη έλλειψη ελπίδας
  2. κάτι ή κάποιος που μας απελπίζει

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Όταν κάποιος έχει κατάθλιψη, τον πιάνει απελπισία.”

When someone is depressed, they become despaired.

“Η κατάσταση είναι σκέτη απελπισία.”

The situation is completely hopeless.

“※ Μέρες κατά τις οποίες, ανάλογα με την κατεύθυνση των μαρτυρικών καταθέσεων, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η προσδοκία και η παραίτηση εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
“Αμάν αδερφέ μου, σκέτη απελπισία είσαι”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απελπισία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course