Meaning of απελπισία | Babel Free
/apelpiˈsia/Ορισμοί
- η απόλυτη έλλειψη ελπίδας
- κάτι ή κάποιος που μας απελπίζει
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Όταν κάποιος έχει κατάθλιψη, τον πιάνει απελπισία.”
When someone is depressed, they become despaired.
“Η κατάσταση είναι σκέτη απελπισία.”
The situation is completely hopeless.
“※ Μέρες κατά τις οποίες, ανάλογα με την κατεύθυνση των μαρτυρικών καταθέσεων, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η προσδοκία και η παραίτηση εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
“Αμάν αδερφέ μου, σκέτη απελπισία είσαι”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.