CEFR Level
A2
Greek — Elementary Vocabulary
861 words
Can understand sentences and frequently used expressions related to areas of most immediate relevance.
| # | Word | Type | IPA | Definition |
|---|---|---|---|---|
| 1 | ήρθα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι. | |
| 2 | νεκρός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /neˈkɾos/ | που δε βρίσκεται πια στη ζωή, που έχει πεθάνει, που οι ζωτικές του λειτουργίες έχουν παύσει οριστικά. |
| 3 | πλάκα | Ουσιαστικό | /ˈpla.ka/ | μεγάλη επίπεδη επιφάνεια με ομοιόμορφο πάχος από πέτρα, μέταλλο, ξύλο και παρόμοια σκληρά υλικά. |
| 4 | έρθεις | Ρήμα | θα έρθεις: β' ενικό οριστικής συνοπτικού μέλλοντα του ρήματος έρχομαι. | |
| 5 | ποιον | Αντωνυμία | /pçˈon/ | αιτιατική ενικού του ποιος. |
| 6 | σημασία | Ουσιαστικό | /simaˈsia/ | η σπουδαιότητα κάποιου πράγματος, έννοιας, ιδέας, έργου, ενέργειας κλπ. |
| 7 | γύρω | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈʝi.ɾo/ | σε κυκλική τροχιά. |
| 8 | βρεις | Ρήμα | /vɾis/ | θα βρεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκω. |
| 9 | παιχνίδι | Ουσιαστικό | /[pe̞xˈniði]/ | αντικείμενο ή δραστηριότητα ευχαρίστησης, διασκέδασης, ψυχαγωγίας και μερικές φορές, άσκησης και μάθησης. |
| 10 | καλημέρα | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /kaliˈmera/ | χαιρετισμός που δίνεται το πρωί. |
| 11 | χάρη | Ουσιαστικό | /ˈxa.ɾi/ | η απαλλαγή από την υποχρέωση έκτισης μιας ποινής ή η ματαίωση της εκτέλεσης της θανατικής ποινής με ειδική απόφαση του α… |
| 12 | καταλαβαίνεις | Ρήμα | /ka.ta.laˈve.nis/ | να καταλαβαίνεις: second-person singular perfective future subjunctive of καταλαβαίνω (katalavaíno). |
| 13 | έλεγα | Ρήμα | /ˈe.le.ɣa/ | α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του λέω. |
| 14 | κατάλαβα | Ρήμα | /kaˈta.la.va/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω. |
| 15 | σκοτώσει | Ρήμα | θα σκοτώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκοτώνω. | |
| 16 | σημαντικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σημαντικός. | |
| 17 | άσε | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈa.se/ | κλητική ενικού του άσος. |
| 18 | πολλές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του πολύς. | |
| 19 | πάρουμε | Ρήμα | θα πάρουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίρνω. | |
| 20 | συγχωρείτε | Ρήμα | ||
| 21 | φύγεις | Ρήμα | θα φύγεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φεύγω. | |
| 22 | άντρα | Ουσιαστικό | /ˈan.dɾa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άντρο. |
| 23 | κατάσταση | Ουσιαστικό | /kaˈta.sta.si/ | ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει κάτι σε δεδομένο τόπο και χρόνο· οι φυσικές, οικονομικές ή κοινωνικές συνθήκες υπάρξεως. |
| 24 | σκότωσε | Ρήμα | /ˈsko.to.se/ | β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του σκοτώνω. |
| 25 | εσάς | Αντωνυμία | αιτιατική πληθυντικού του εσύ. | |
| 26 | φαγητό | Ουσιαστικό | /fa.ʝiˈto/ | η ενέργεια του τρώω, το γεύμα. |
| 27 | φοβάμαι | Ουσιαστικό, Ρήμα | /foˈva.me/ | (Ουσιαστικό). |
| 28 | κορίτσια | Ουσιαστικό | /koˈɾi.tsça/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορίτσι. |
| 29 | κοπέλα | Ουσιαστικό | /koˈpe.la/ | νεαρή οικιακή βοηθός ή νεαρή υπάλληλος χαμηλής ιεραρχικά βαθμίδας. |
| 30 | βασικά | Επίθετο, Επίρρημα | όσον αφορά τη βάση ενός ζητήματος, τα στοιχειώδη ή κυριότερα μέρη του. | |
| 31 | εμπρός | Επίρρημα, Επιφώνημα | /emˈbros/ | ahead, forth, onwards. |
| 32 | λόγος | Ουσιαστικό | /[ˈlo.ɣos]/ | αυτό που λέγεται, τα λόγια, η κουβέντα, η λεκτική μετάδοση (της) πληροφορίας και κάποιες φορές και το νόημά της/η σημασί… |
| 33 | αυτοκίνητο | Ουσιαστικό | /[a.ftoˈki.ni.to]/ | μηχανοκίνητο όχημα που φέρει κινητήρα και δεξαμενή με καύσιμα, που του δίνουν τη δυνατότητα να είναι αυτόνομο. |
| 34 | κανένας | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | /kaˈne.nas/ | άλλη μορφή του κανείς. |
| 35 | ζωής | Ουσιαστικό | γενική ενικού του Ζωή. | |
| 36 | πρώτο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πρώτος. | |
| 37 | γονείς | Ουσιαστικό | /ɣoˈnis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονέας: ο πατέρας και η μητέρα. |
| 38 | απόδοση | Ουσιαστικό | /aˈpo.ðo.si/ | ιερή ακολουθία, που τελείται συνήθως οκτώ ημέρες μετά από μία μεγάλη θρησκευτική (θεομητορική και δεσποτική) εορτή υπό τ… |
| 39 | Άλλους | Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία | /ˈa.lus/ | accusative masculine plural of άλλος (állos). |
| 40 | θεός | Ουσιαστικό | /θeˈos/ | ο Θεός, το μεταφυσικό παντοδύναμο ον που σύμφωνα με τις μονοθεϊστικές θρησκευτικές ιδέες δημιούργησε τον κόσμο και τον κ… |
| 41 | αστείο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /[a.ˈsti.ɔ]/ | ο λόγος που λέγεται με σκοπό τον αστεϊσμό, με εύθυμη διάθεση, για να προκαλέσει το γέλιο ή το χαμόγελο, όχι ως κάτι το σ… |
| 42 | γλυκιά | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκός. | |
| 43 | πεθάνει | Ρήμα | θα πεθάνει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πεθαίνω. | |
| 44 | νοιάζει | Ρήμα | /ˈɲa.zi/ | ενδιαφέρει κάποιον, πειράζει κάποιον, κάποιος νοιάζεται γι' αυτό. |
| 45 | μείνε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μένω. | |
| 46 | έφυγε | Ρήμα | /ˈe.fi.ʝe/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω. |
| 47 | ενώ | Σύνδεσμος | /eˈno/ | παρόλο που, αν και. |
| 48 | σχέδιο | Ουσιαστικό | /ˈsçe.ði.o/ | αναπαράσταση ενός αντικειμένου πάνω σε χαρτί ή άλλη επιφάνεια με τη χρήση γραμμών, συνήθως υπό κλίμακα. |
| 49 | υπήρχε | Ρήμα | ||
| 50 | δολάρια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολάριο. | |
| 51 | Έτοιμος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈe.ti.mos/ | που έχει ολοκληρώσει όλες τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές ενέργειες για να προχωρήσει σε μια πράξη ή να αντιμετωπίσει μ… |
| 52 | τύχη | Ουσιαστικό | /ˈti.çi/ | η δύναμη που υποτίθεται ότι επηρεάζει τα γεγονότα είτε προς μια θετική κατάληξη είτε προς μια αρνητική. |
| 53 | αρχή | Ουσιαστικό | /arˈçi/ | το τοπικό ή χρονικό σημείο από όπου αρχίζει κάτι, η αφετηρία ή η αρχική φάση, το ξεκίνημα. |
| 54 | πόδια | Ουσιαστικό | /poˈðʝa/ | ρούχο που καλύπτει συνήθως μόνο το μπροστινό μέρος του σώματος και δένεται πίσω από τη μέση ή/και στον αυχένα· φοριέται… |
| 55 | έρθω | Ρήμα | θα έρθω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος έρχομαι. | |
| 56 | άσχημα | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈa.sçi.ma/ | σε κακή κατάσταση, ψυχολογικά ή σωματικά. |
| 57 | οποίο | Αντωνυμία | /ˈo.pço/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οποίος. |
| 58 | σωστό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σωστός. | |
| 59 | όμορφη | Επίθετο | /ˈo.moɾ.fi/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του όμορφος. |
| 60 | σίγουρη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σίγουρος. | |
| 61 | νέο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈne.o/ | ουδέτερο του Νέος, πρώτο μέλος χαλαρών σύνθετων ουδέτερων τοπωνυμίων. |
| 62 | τελικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | (Ουσιαστικό). | |
| 63 | άκουσα | Ρήμα, Επίθετο | /ˈakusa/ | nominative/accusative feminine singular of άκων (ákon). |
| 64 | προσπαθώ | Ρήμα | /pɾo.spaˈθo/ | ενεργώ με κάθε τρόπο, ώστε να πετύχω κάτι. |
| 65 | βοηθήσει | Ρήμα | θα βοηθήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βοηθώ. | |
| 66 | κε | Ουσιαστικό, Φράση | /ciˈni e.poˈçi/ | άλλη μορφή του Κ.Ε.· κοινή εποχή (λέγεται για τα έτη μετά τη γέννηση του Χριστού, χωρίς όμως θρησκευτικό χρωματισμό). |
| 67 | μοιάζει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μοιάζω. | |
| 68 | φίλους | Ουσιαστικό, Επίθετο | accusative masculine plural of φίλος (fílos). | |
| 69 | περίπου | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /peˈɾi.pu/ | (Ουσιαστικό). |
| 70 | μπορούσες | Ρήμα | ||
| 71 | αφεντικό | Ουσιαστικό | /afendiˈko/ | το άτομο που βρίσκεται στην ανώτατη ιεραρχία στο χώρο της εργασίας, που λαμβάνει μόνο του τις αποφάσεις, που ελέγχει και… |
| 72 | χρειαζόμαστε | Ρήμα | ||
| 73 | δύναμη | Ουσιαστικό | /ˈði.na.mi/ | το φυσικό διανυσματικό μέγεθος που προκαλεί αλλαγή της κινητικής κατάστασης ή παραμόρφωση ενός φυσικού σώματος. |
| 74 | κάναμε | Ρήμα | ||
| 75 | καλύτερη | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kaˈli.te.ɾi/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλύτερος. |
| 76 | μείνει | Ρήμα | θα μείνει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μένω. | |
| 77 | γη | Ουσιαστικό | /ˈʝi/ | μεγάλο σώμα που είναι καλός αγωγός του ηλεκτρισμού (όπως π.χ. η Γη), ή κοινός αγωγός ή σημείο ενός ηλεκτρικού κυκλώματος… |
| 78 | έδωσε | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω. | |
| 79 | βρήκες | Ρήμα | /ˈvɾi.ces/ | |
| 80 | περίπτωση | Ουσιαστικό | /peˈɾiptosi/ | το σύνολο συνθηκών και γεγονότων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση κάποιου ή κάτι. |
| 81 | γιος | Ουσιαστικό | /ˈʝos/ | πρώτου βαθμού συγγένειας απόγονος αρσενικού φύλου. |
| 82 | ραντεβού | Ουσιαστικό | /ɾan.deˈvu/ | συνάντηση σε προκαθορισμένο σημείο και χρόνο. |
| 83 | πάρτι | Ουσιαστικό | ομαδική διασκέδαση, με συνοδεία μουσικής και χορού. | |
| 84 | επόμενη | Ρήμα, Επίθετο | /eˈpo.me.ni/ | nominative feminine singular of επόμενος (epómenos). |
| 85 | φέρω | Ρήμα | /ˈfe.ɾo/ | λόγια μορφή του φέρνω στον Ενεστώτα· τα δύο ρήματα μοιράζονται το ίδιο αοριστικό θέμα φερ (θα φέρω, έφερα, έχω φέρει κ.λ… |
| 86 | κύριοι | Ουσιαστικό, Επίθετο | nominative/vocative masculine plural of κύριος (kýrios). | |
| 87 | ακούω | Ρήμα | /[aˈkuo]/ | δίνω την προσοχή μου σε κάποιον ή κάτι. |
| 88 | καλώς | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /kaˈlos/ | χοντρό σχοινί καραβιών. |
| 89 | περάσει | Ρήμα | /peˈɾa.si/ | θα περάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περνώ. |
| 90 | περιμένω | Ρήμα | /pe.riˈme.no/ | μένω στο ίδιο σημείο μέχρι να έρθει κάποιος ή κάτι. |
| 91 | έι | Ουσιαστικό, Σύνδεσμος, Επιφώνημα | (Ουσιαστικό). | |
| 92 | μισό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /miˈso/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μισός. |
| 93 | επιλογή | Ουσιαστικό | /epiloˈʝi/ | (στο σχεσιακό μοντέλο) μοναδιαίος τελεστής (πράξη) της σχεσιακής άλγεβρας, που λαμβάνει σαν τελεστέο μιά σχέση (πίνακα… |
| 94 | σώμα | Ουσιαστικό | /ˈsoma/ | ο κώδικας, οι εντολές που περιέχονται σε μία σύνθετη δομή προγραμματισμού, όπως σε μία υποθετική εντολή (πχ. εντολή if)… |
| 95 | τύπο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του τύπος. | |
| 96 | κύριος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈci.ɾi.os/ | ο Θεός των Εβραίων, όπως αποδόθηκε στη μετάφραση των Ο', αντί των ονομάτων Ελωίμ, ή Ελωχείμ,, ή Γιαχβέ, ή Αδωνάι, ή Σαβα… |
| 97 | βρει | Ρήμα | /vɾi/ | θα βρει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκω. |
| 98 | χώρα | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈxo.ɾa/ | ορεινή πρωτεύουσα του νησιού, εκεί που ήταν συνήθως το κάστρο του και η έδρα της ηγεσίας. |
| 99 | νοσοκομείο | Ουσιαστικό | /nosokoˈmio/ | δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα που ασχολείται με την περίθαλψη και θεραπεία των ασθενών. |
| 100 | μιας | Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία, Άρθρο | /mɲas/ | genitive feminine of ένας (énas), (a, an). |
| 101 | βιβλίο | Ουσιαστικό | /viˈvli.o/ | χειρόγραφα ή τυπωμένα φύλλα χαρτιού ίδιου μεγέθους και σχήματος, τα οποία έχουν συρραφεί από τη μία πλευρά και καλύπτοντ… |
| 102 | πλέον | Επίρρημα | /ˈpleon/ | για το σχηματισμό συγκριτικού και σχετικού υπερθετικού βαθμού: πιο, πάρα πολύ. |
| 103 | μπράβο | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /ˈbɾa.vo/ | εύγε - χρησιμοποιείται για να δηλώνει έπαινο, επιδοκιμασία. |
| 104 | μάθω | Ρήμα | /ˈma.θo/ | θα μάθω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαθαίνω. |
| 105 | μείνω | Ρήμα | θα μείνω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μένω. | |
| 106 | φίλο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈfi.lo/ | nominative/accusative/vocative neuter singular of φίλος (fílos). |
| 107 | αφήσεις | Ρήμα | θα αφήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αφήνω. | |
| 108 | περισσότερα | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περισσότερος. | |
| 109 | ακούς | Ρήμα | θα ακούς: β' ενικό εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος ακούω. | |
| 110 | καφέ | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kaˈfe/ | που έχει το χρώμα του καφέ. |
| 111 | έξι | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈe.ksi/ | το απόλυτο αριθμητικό (6) που ακολουθεί το πέντε και προηγείται του εφτά. |
| 112 | όπλα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όπλο. | |
| 113 | μήνυμα | Ουσιαστικό | /ˈmi.ni.ma/ | ιδέα ή νόημα που προσπαθεί κάποιος να επικοινωνήσει, η κεντρική ιδέα μιας ενέργειας, ενός κειμένου κλπ. |
| 114 | πρόσεχε | Ρήμα | /ˈpɾo.se.çe/ | γ' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος προσέχω. |
| 115 | γιο | Ουσιαστικό | /ˈʝo/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 116 | ήμασταν | Ρήμα | /ˈimastan/ | α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του είμαι. |
| 117 | θ | Ουσιαστικό, Επίθετο | θήτα: το όγδοο γράμμα (και πέμπτο σύμφωνο) του ελληνικού αλφαβήτου. | |
| 118 | κα | Ουσιαστικό, Φράση | abbreviation of κυρία (kyría): Mrs, Ms. | |
| 119 | σχετικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Πρόθεση | /sçetiˈka/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σχετικός. |
| 120 | δείτε | Ρήμα | θα δείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βλέπω. | |
| 121 | χρειάζεσαι | Ρήμα | /xɾiˈa.ze.se/ | |
| 122 | διαλόγων | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του διάλογος. | |
| 123 | άρεσε | Ουσιαστικό, Ρήμα | ||
| 124 | ταινία | Ουσιαστικό | /teˈni.a/ | παρασιτικός οργανισμός που προσβάλλει τα έντερα του ανθρώπου και άλλων ζώων. |
| 125 | εύκολο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εύκολος. | |
| 126 | αφήστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφήνω. | |
| 127 | αξίζει | Ρήμα | /aˈksi.zi/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αξίζω. |
| 128 | πρόσωπο | Ουσιαστικό | /ˈprosopo/ | γραμματικός όρος που δείχνει ποιος ενεργεί. |
| 129 | καληνύχτα | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /ka.liˈni.xta/ | ο αντίστοιχος χαιρετισμός. |
| 130 | σκέφτομαι | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈsceftome/ | (Ουσιαστικό). |
| 131 | βρίσκεται | Ρήμα | /ˈvɾi.sce.te/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βρίσκομαι. |
| 132 | οτιδήποτε | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | (Ουσιαστικό). | |
| 133 | άκου | Ρήμα | /ˈa.ku/ | β' ενικό πρόσωπο προστακτικής ενεστώτα του ρήματος ακούω. |
| 134 | άλλον | Επίθετο | /ˈa.lon/ | αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άλλος. |
| 135 | πήρες | Ρήμα, Επίθετο | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνω. | |
| 136 | πήγα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω. | |
| 137 | συμφωνία | Ουσιαστικό | /siɱ.foˈni.a/ | η κοινή απόφαση, γραπτή ή προφορική, μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών, για να τηρήσουν ορισμένους κανόνες. |
| 138 | σκοτώσω | Ρήμα | θα σκοτώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκοτώνω. | |
| 139 | κρεβάτι | Ουσιαστικό | /[kɾɛˈvati]/ | το έθιμο του γάμου, κατά το οποίο συγγενείς και φίλοι αφήνουν χρήματα πάνω στο κρεβάτι των μελλόνυμφων. |
| 140 | είπαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λέω. | |
| 141 | μιλάω | Ρήμα | /miˈla.o/ | βγάζω φωνή από το στόμα, με σκοπό συνήθως την επικοινωνία με άλλους ανθρώπους. |
| 142 | άλλες | Επίθετο, Αντωνυμία | /ˈa.les/ | nominative/accusative/vocative feminine plural of άλλος (állos). |
| 143 | ποτό | Ουσιαστικό | /poˈto/ | κάθε τι που πίνεται (εκτός ίσως από το νερό και το γάλα)· λέγεται κυρίως για τα αναψυκτικά και τα οινοπνευματώδη. |
| 144 | προφανώς | Επίρρημα | /pɾo.faˈnos/ | με προφανή τρόπο, αδιαμφισβήτητα, σαφώς. |
| 145 | άφησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφήνω (και άσε). | |
| 146 | ερώτηση | Ουσιαστικό | η πράξη ή το αποτέλεσμα του να ρωτάμε. | |
| 147 | περιμένει | Ρήμα | ||
| 148 | σεξ | Ουσιαστικό, Φράση | /ˈseks/ | η Στέρηση Εξόδου (ακρωνύμιο. |
| 149 | ηρέμησε | Ρήμα | /iˈre.mi.se/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ. |
| 150 | δρ | Ουσιαστικό | abbreviation of δραχμή (drachmí). | |
| 151 | δίπλα | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈði.pla/ | στο πλάι, παραπλεύρως, δεξιά ή αριστερά και σε σχετικά κοντινή απόσταση. |
| 152 | άλλοι | Επίθετο, Αντωνυμία | /ˈa.li/ | nominative/vocative masculine plural of άλλος (állos) (others). |
| 153 | αυτού | Επίρρημα, Αντωνυμία, Άρθρο | /aˈftu/ | genitive masculine/neuter singular of αυτός (aftós, “this”). |
| 154 | φίλη | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Φίλης. | |
| 155 | κάπως | Επίρρημα | /ˈka.pos/ | με κάποιον τρόπο, κατά κάποιον τρόπο. |
| 156 | ξέρουν | Ρήμα | ||
| 157 | βάλω | Ρήμα | /ˈva.lo/ | θα βάλω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βάλλω. |
| 158 | σειρά | Ουσιαστικό | /siˈɾa/ | το πρόγραμμα (εκπομπή) με δραματικό ή και κωμικό περιεχόμενο (φανταστική υπόθεση και ήρωες) που συνεχίζεται σε πολλά επε… |
| 159 | κοιτάξτε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω. | |
| 160 | ήξερε | Ρήμα | ||
| 161 | τελευταίο | Επίθετο | /te.lefˈte.o/ | τελευταίος, στην αιτιατική του ενικού. |
| 162 | πραγματικότητα | Ουσιαστικό | η κατάσταση των πραγμάτων όπως αυτά υπάρχουν και όχι όπως τα φανταζόμαστε ή θα μπορούσαν να είναι. | |
| 163 | παρά | Ουσιαστικό, Πρόθεση, Σύνδεσμος | /paˈɾa/ | κοντά, κάτω από τη δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα κάποιου. |
| 164 | λέτε | Ρήμα | /ˈle.te/ | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του λέγω. |
| 165 | μείνεις | Ρήμα | θα μείνεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μένω. | |
| 166 | τελείωσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τελειώνω. | |
| 167 | έρχομαι | Ρήμα | /ˈeɾxome/ | η προστακτική χρησιμοποιείται και για να προσκαλέσουμε κάποιον. |
| 168 | ήξερες | Ρήμα | ||
| 169 | έλεγε | Ρήμα | /ˈe.le.ʝe/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του λέω. |
| 170 | γνωρίζω | Ρήμα | /ɣnoˈɾi.zo/ | συστήνω, παρουσιάζω έναν άνθρωπο σε κάποιον άλλο για πρώτη φορά. |
| 171 | γιατρός | Ουσιαστικό | /ʝaˈtros/ | αυτός ή αυτή που έχει το δικαίωμα να ασκεί την ιατρική αφού αποκτήσει ένα δίπλωμα που αντιστοιχεί σε ανάλογες σπουδές. |
| 172 | πέρασε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περνώ. | |
| 173 | ακούσει | Ρήμα | /aˈku.si/ | θα ακούσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακούω. |
| 174 | έκαναν | Ρήμα | ||
| 175 | ρούχα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρούχο. | |
| 176 | λέξη | Ουσιαστικό | /ˈle.ksi/ | η μικρότερη μονάδα μνήμης, για την μεταφορά και επεξεργασία εντολών και δεδομένων. Το μέγεθος της λέξης έχει συγκεκριμέν… |
| 177 | στοιχεία | Ουσιαστικό | /stiˈçi.a/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχείο. |
| 178 | κάποιες | Αντωνυμία | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του κάποιος. | |
| 179 | υπέροχο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υπέροχος. | |
| 180 | παλιά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /paˈʎa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παλιός. |
| 181 | φωτιά | Ουσιαστικό | /foˈtça/ | η ταυτόχρονη παραγωγή θερμότητας και φωτός η οποία παρατηρείται κατά τη γρήγορη καύση εύφλεκτου υλικού που συνοδεύεται σ… |
| 182 | αδερφή | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.ðeɾˈfi/ | άλλη μορφή του αδελφή. |
| 183 | σημείο | Ουσιαστικό | /siˈmi.o/ | το σώμα με απειροελάχιστες ή μηδενικές διαστάσεις που αντιπροσωπεύει ένα ιδανικό αντικείμενο (αλλά μη υπαρκτό στην πραγμ… |
| 184 | ερωτήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερώτηση. | |
| 185 | ΔΕΣ | Ρήμα, Φράση | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βλέπω. | |
| 186 | πλευρά | Ουσιαστικό | /pleˈvɾa/ | το μέρος της εξωτερικής επιφάνειας ενός στερεού σώματος που φαίνεται από μία συγκεκριμένη οπτική γωνία. |
| 187 | εντελώς | Ουσιαστικό, Επίρρημα | (Ουσιαστικό). | |
| 188 | δώσει | Ρήμα | /ðoˈsi/ | θα δώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δίνω. |
| 189 | γίνω | Ρήμα | θα γίνω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γίνομαι. | |
| 190 | δέκα | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈðe.ka/ | το απόλυτο αριθμητικό (10) που ακολουθεί το εννέα και προηγείται του έντεκα. |
| 191 | κομμάτι | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /koˈma.ti/ | τμήμα, μέρος ενός όλου. |
| 192 | άρα | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Σύνδεσμος | /ˈaɾa/ | κατάρα, ιδιαίτερα εκκλησιαστική. |
| 193 | δικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία | nominative neuter plural of δικός (dikós). | |
| 194 | γίνεις | Ρήμα | θα γίνεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γίνομαι. | |
| 195 | περιοχή | Ουσιαστικό | /pe.ɾi.oˈçi/ | ένα μέρος του χώρου, κυρίως σε έκταση, που ορίζεται από συγκεκριμένα προσδιοριστικά στοιχεία. |
| 196 | φωτογραφία | Ουσιαστικό | /fotoɣraˈfi.a/ | η τέχνη που ασκεί κάποιος με τη φωτογράφιση. |
| 197 | πουθενά | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /puθeˈna/ | κάπου (αόριστα, σε ερωτήσεις). |
| 198 | λίγη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λίγος. | |
| 199 | επάνω | Επίρρημα | /eˈpa.no/ | άλλη μορφή του πάνω. |
| 200 | μιλάμε | Ρήμα | ||
| 201 | είδε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπω. | |
| 202 | τελειώσει | Ρήμα | θα τελειώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τελειώνω. | |
| 203 | εβδομάδα | Ουσιαστικό | /evðoˈmaða/ | το σύνολο των επτά ημερών που αρχίζει κάθε Κυριακή (ή κάθε Δευτέρα). |
| 204 | βρήκαμε | Ρήμα | /ˈvɾi.ka.me/ | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίσκω. |
| 205 | μάθει | Ρήμα | /ˈma.θi/ | θα μάθει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαθαίνω. |
| 206 | δείπνο | Ουσιαστικό | /ˈði.pno/ | το βραδινό γεύμα. |
| 207 | υπέροχα | Επίθετο, Επίρρημα | /iˈpeɾoxa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπέροχος. |
| 208 | προσοχή | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /pɾosoˈçi/ | attention, be careful, watch out. |
| 209 | πάτε | Ουσιαστικό, Ρήμα | πάστα, πίτα ή φραντζόλα γεμάτη με ζυμωτό κρέας. | |
| 210 | περίεργο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του περίεργος. | |
| 211 | βρήκε | Ρήμα | /ˈvɾi.ce/ | |
| 212 | μάθεις | Ρήμα | θα μάθεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαθαίνω. | |
| 213 | περίμενα | Ρήμα | ||
| 214 | είδους | Ουσιαστικό | γενική ενικού του είδος. | |
| 215 | προβλήματα | Ουσιαστικό | /provˈlimata/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόβλημα. |
| 216 | πληροφορίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληροφορία. | |
| 217 | ήμερα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /iˈme.ɾa/ | άλλη μορφή του μέρα. |
| 218 | βοηθήσεις | Ρήμα | θα βοηθήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βοηθώ. | |
| 219 | πόσα | Επίθετο, Αντωνυμία | nominative/accusative/vocative neuter plural of πόσος (pósos). | |
| 220 | χριστέ | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | κλητική ενικού του Χριστός. | |
| 221 | επιμέλεια | Ουσιαστικό | /e.piˈme.li.a/ | η ανάληψη της ευθύνης και η φροντίδα προς κάποιο πρόσωπο που δεν μπορεί να φροντίζει μόνο του τον εαυτό του. |
| 222 | Κάτσε | Ουσιαστικό, Ρήμα | β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής αορίστου του κάθομαι. | |
| 223 | μιλήσει | Ρήμα | /miˈli.si/ | θα μιλήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μιλώ. |
| 224 | μέλλον | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈme.lon/ | το χρονικό διάστημα μετά το παρόν, ο χρόνος που ακολουθεί μετά την παρούσα χρονική στιγμή. |
| 225 | μιλάει | Ρήμα | ||
| 226 | πολλοί | Ουσιαστικό, Επίθετο | the majority; most people. | |
| 227 | ντε | Επίρρημα | /de/ | μεταγραφή του γαλλικού αριθμητικού deux (δύο) με ελληνικά γράμματα. |
| 228 | ταξίδι | Ουσιαστικό | /taˈksi.ði/ | η κατάσταση στην οποία βρίσκονται όσοι κάνουν χρήση ψυχοτρόπων/παραισθησιογόνων ουσιών. |
| 229 | φύγετε | Ρήμα | θα φύγετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φεύγω. | |
| 230 | είτε | Σύνδεσμος | /ˈi.te/ | διαχωριστικός ή διαζευκτικός σύνδεσμος. Συμβάλλει (συνήθως επαναλαμβανόμενος: είτε ... είτε ...) στον διαχωρισμό ή τη δι… |
| 231 | άδεια | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈa.ði.a/ | ο χαρακτηρισμός που αποδίδεται σε ένα αρχείο για το ποια κατηγορία χρηστών μπορεί να το διαβάσει, γράψει ή εκτελέσει. |
| 232 | άτομο | Ουσιαστικό | /ˈa.to.mo/ | η ελάχιστη μονάδα ενός χημικού στοιχείου. |
| 233 | οποία | Αντωνυμία | nominative/accusative/vocative feminine singular of οποίος (opoíos). | |
| 234 | προσπάθησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ. | |
| 235 | δείξω | Ρήμα | θα δείξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δείχνω. | |
| 236 | θάνατο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του θάνατος. | |
| 237 | μουσική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /[musiˈci]/ | η τέχνη του συνδυασμού ήχων σύμφωνα με ορισμένους κανόνες. |
| 238 | σκάφος | Ουσιαστικό | πλεούμενο, εναέριο ή διαστημικό μέσο μεταφορών. | |
| 239 | πόλεμο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του πόλεμος. | |
| 240 | σκέφτεσαι | Ρήμα | /ˈsce.fte.se/ | |
| 241 | κάποτε | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈkapote/ | κάποια στιγμή, κάποια χρονική περίοδο (στο παρελθόν ή στο μέλλον). |
| 242 | τιμή | Ουσιαστικό | /tiˈmi/ | value: το περιεχόμενο μεταβλητής (variable) ή το αποτέλεσμα συνάρτησης (return value) που μπορεί να είναι ένας αρχέγονος… |
| 243 | σκάσε | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επιφώνημα | /ˈskase/ | (Ουσιαστικό). |
| 244 | καθώς | Επίρρημα, Σύνδεσμος | /kaˈθos/ | κατά τη διάρκεια, ενώ, όταν. |
| 245 | γυρίσω | Ρήμα | θα γυρίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γυρίζω. | |
| 246 | τόσα | Επίθετο, Αντωνυμία | nominative/accusative neuter plural of τόσος (tósos). | |
| 247 | γνώμη | Ουσιαστικό | /ˈɣno.mi/ | η άποψη κάποιου για ένα ζήτημα. |
| 248 | επιτέλους | Επίρρημα, Επιφώνημα | /e.piˈte.lus/ | στο τέλος, τελικά. |
| 249 | Παντού | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /panˈdu/ | σε όλα τα σημεία, σε κάθε τόπο, προς κάθε κατεύθυνση. |
| 250 | τμήμα | Ουσιαστικό | /ˈtmi.ma/ | μέρος ή υποδιαίρεση ενός συνόλου. |
| 251 | εναντίον | Επίρρημα | /enanˈdion/ | κατά κάποιου, προς τον/το οποίο κατευθύνεται επιθετική πράξη. |
| 252 | μακάρι | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Επιφώνημα | γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μακάρις. | |
| 253 | χάλια | Επίρρημα | /ˈxaʎa/ | σε πολύ άθλια κατάσταση. |
| 254 | υπό | Πρόθεση | /i.po/ | (+ γενική, παρωχημένο για να δηλωθεί το πρόσωπο που ενεργεί σε παθητική σύνταξη (ποιητικό αίτιο). |
| 255 | έτοιμη | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έτοιμος. | |
| 256 | πάρτε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παίρνω. | |
| 257 | εκείνος | Αντωνυμία | /eˈci.nos/ | δείξουμε κάτι που δεν είναι πολύ κοντά μας, τοπικά ή χρονικά. |
| 258 | παίρνει | Ρήμα | ||
| 259 | ρωτήσω | Ρήμα | /ˈɾo.ti.so/ | |
| 260 | θεού | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 261 | ασφάλεια | Ουσιαστικό | /aˈsfa.li.a/ | η Υπηρεσία Ασφαλείας της Χωροφυλακής ή της Αστυνομίας Πόλεων, δηλαδή το ειδικό τμήμα που είχε αρμοδιότητα την παρακολούθ… |
| 262 | υποτίθεται | Ρήμα | /i.poˈti.θe.te/ | για κάτι που θεωρείται πιθανό, αληθινό ή δεδομένο, χωρίς να υπάρχει βεβαιότητα. |
| 263 | μήνα | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /miˈna/ | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μήνας. |
| 264 | υπόσχομαι | Ρήμα | /iˈpo.sxo.me/ | διαβεβαιώνω, δίνω τον λόγο μου ότι θα πραγματοποιήσω κάτι. |
| 265 | πτώμα | Ουσιαστικό | /ˈpto.ma/ | το σώμα ενός νεκρού, ιδίως η σορός κάποιου που έχασε τη ζωή του με βίαιο τρόπο. |
| 266 | είδος | Ουσιαστικό | /ˈi.ðos/ | η έννοια η οποία μπορεί να θεωρηθεί μέλος ενός ευρύτερου γένους. |
| 267 | συνήθως | Επίρρημα | /siˈniθos/ | τις περισσότερες φορές (όχι όμως πάντα) (για κάτι που συμβαίνει συχνά ή που συνηθίζεται). |
| 268 | έρχονται | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του έρχομαι. | |
| 269 | μαλλιά | Ουσιαστικό | /maˈʎa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλλί. |
| 270 | σύστημα | Ουσιαστικό | /ˈsis.ti.ma/ | σύνολο μερών ή πραγμάτων με στενή σχέση ενότητας ή αλληλεξάρτησης στην πραγμάτωση κάποιου στόχου, ή εργασίας, ή ισορροπί… |
| 271 | ντετέκτιβ | Ουσιαστικό | /deˈtektiv/ | αυτός που ασχολείται με ιδιωτικές αστυνομικές έρευνες. |
| 272 | γιατρέ | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του γιατρός. | |
| 273 | όντως | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈondos/ | (Ουσιαστικό). |
| 274 | λίστα | Ουσιαστικό | /ˈli.sta/ | δομή δεδομένων, η οποία περιέχει στοιχεία σε σειρά που μπορεί να μεταβληθεί, όπως και να προσθαφαιρεθούν στοιχεία. |
| 275 | έτοιμοι | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έτοιμος. | |
| 276 | αλλάξει | Ρήμα | θα αλλάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλλάζω. | |
| 277 | γάμο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του γάμος. | |
| 278 | κέντρο | Ουσιαστικό | /ˈcen.dɾo/ | η περιοχή μιας πόλης, συνήθως γύρω από μια πλατεία, που συγκεντρώνει τα σημαντικότερα κτήρια από πολιτική, διοικητική, ε… |
| 279 | αποστολή | Ουσιαστικό | /a.po.stoˈli/ | η ανάθεση σε άτομο ή άτομα συγκεκριμένης ενέργειας, συνήθως επίσημης ή σχετικά περίπλοκης ή απαιτητικής σε υπευθυνότητα… |
| 280 | φοβάσαι | Ρήμα | ||
| 281 | φως | Ουσιαστικό | /ˈfos/ | ακτινοβολία που εκπέμπει ένα σώμα στο ορατό φάσμα και που διακρίνεται με τον οφθαλμό. |
| 282 | δώσεις | Ρήμα | /ˈðo.sis/ | θα δώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δίνω. |
| 283 | λίγα | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίγο. | |
| 284 | δώρο | Ουσιαστικό | /ˈðo.ɾo/ | το επίδομα που παίρνουν οι μισθωτοί για τις γιορτές των Χριστουγέννων (δέκατος τρίτος μισθός) και του Πάσχα. |
| 285 | χρόνος | Ουσιαστικό | /ˈxɾo.nos/ | η ρυθμική οργάνωση της μουσικής σε ισόχρονες διαδοχικές κινήσεις· γράφεται στη μουσική σημειογραφία ως κλάσμα αριθμού κι… |
| 286 | κυρίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυρία. | |
| 287 | κατάλαβες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω. | |
| 288 | Πρώτος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈpɾotos/ | Όρος της ναυτικής αργκό που αναφέρεται -χάριν συντομίας- στον Α' Μηχανικό (ανώτερο αξιωματικό μετά τον Πλοίαρχο) ενός πλ… |
| 289 | μέση | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈme.si/ | feminine nominative/accusative/vocative singular of μέσος (mésos). |
| 290 | θεό | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 291 | ενδιαφέρον | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | /en.ði̯aˈfe.ɾon/ | κάτι που ενδιαφέρει ή κάτι που αξίζει την ενασχόληση μ' αυτό. |
| 292 | συνέχισε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω. | |
| 293 | καλύτερος | Επίθετο | /kaˈli.te.ɾos/ | συγκριτικός βαθμός του καλός. |
| 294 | φωτογραφίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτογραφία. | |
| 295 | άνθρωπο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του άνθρωπος. | |
| 296 | όμορφο | Επίθετο | /ˈo.moɾ.fo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του όμορφος. |
| 297 | άνδρες | Ουσιαστικό | /ˈan.ðɾes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνδρας. |
| 298 | βάλε | Ρήμα | /ˈva.le/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βάλλω. |
| 299 | τρελός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /tɾeˈlos/ | ο φρενοβλαβής (θηλυκό τρελή). |
| 300 | ευχαριστούμε | Ρήμα, Επιφώνημα | /e.fxa.ɾiˈstu.me/ | we thank you!, thanks! (first-person plural). |
| 301 | βδομάδα | Ουσιαστικό | /vðoˈmaða/ | άλλη μορφή του εβδομάδα. |
| 302 | χρειαστεί | Ρήμα | θα χρειαστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρειάζομαι. | |
| 303 | έρευνα | Ουσιαστικό | /ˈe.ɾev.na/ | η διερεύνηση μιας υπόθεσης (πχ αστυνομικής φύσεως) με σκοπό την ανακάλυψη της αλήθειας. |
| 304 | φέρε | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈfe.ɾe/ | |
| 305 | εν | Ρήμα, Επίθετο, Επίρρημα, Πρόθεση | /en/ | Αρχαίο επίρρημα ἐν που ενσωματωνόταν σε ρήματα και που μόνο του γρήγορα μεταβλήθηκε σε πρόθεση. Σήμερα βρίσκεται κυρίως… |
| 306 | νόημα | Ουσιαστικό | /ˈno.i.ma/ | εντός του επιρρηματικού προσδιορισμού που σχηματίζεται με το «με»: έχοντας κάποιο υπονοούμενο, υπονοώντας κάτι. |
| 307 | δεσποινίς | Ουσιαστικό | /ðe.spiˈnis/ | ο τίτλος που συνοδεύει το όνομα νεαρών ανύπαντρων γυναικών. |
| 308 | λόγια | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /[ˈlo.ʝa]/ | αυτά που λέει κανείς. |
| 309 | αδελφή | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.ðelˈfi/ | αυτή που έχει γεννηθεί από τον ίδιο γονέα με κάποιον άλλον. |
| 310 | λείπει | Ρήμα | /ˈli.pi/ | γ’ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος λείπω. |
| 311 | στόμα | Ουσιαστικό | /ˈsto.ma/ | άνοιγμα στο πρόσωπο των ανθρώπων ή στο κεφάλι των ζώων, που χρησιμεύει στην κατάποση της τροφής και στην ομιλία. |
| 312 | καιρός | Ουσιαστικό | /ceˈɾos/ | οι επικρατούσες μετεωρολογικές συνθήκες που αναφέρονται στην κατάσταση της ατμόσφαιρας, όπως περιγράφεται με τις βραχυπρ… |
| 313 | άκρη | Ουσιαστικό | /ˈa.kɾi/ | το αρχικό ή το τελευταίο σημείο ή όριο. |
| 314 | έμαθα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω. | |
| 315 | σταματήστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταματώ. | |
| 316 | σκεφτόμουν | Ρήμα | /sceˈfto.mun/ | α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του σκέφτομαι. |
| 317 | έλεγχο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του έλεγχος. | |
| 318 | ακουστέ | Ρήμα, Επίθετο | κλητική ενικού του ακουστός. | |
| 319 | μυστικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | πληροφορία που είναι γνωστή από ένα μόνο άτομο ή από μικρό κύκλο ατόμων, η οποία πρέπει να παραμείνει κρυφή. | |
| 320 | ίδιος | Επίθετο, Αντωνυμία | /ˈiðʝos/ | που χαρακτηρίζει με ιδιαίτερο τρόπο ένα άτομο, ανήκει σε αυτό ή προέρχεται από αυτό, δικός, προσωπικός. |
| 321 | μιλήσεις | Ρήμα | /miˈle.sis/ | θα μιλήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μιλώ. |
| 322 | άντε | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /ˈade/ | ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε!. |
| 323 | κου | Ουσιαστικό, Φράση | /ˈku/ | το γράμμα κάπα (Κ, κ) σε απαγγελία. |
| 324 | πρώην | Ουσιαστικό, Επίθετο | που κατείχε στο παρελθόν την αναφερόμενη ιδιότητα ή αξίωμα. | |
| 325 | παραπάνω | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /paɾaˈpano/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 326 | σταματήσει | Ρήμα | θα σταματήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σταματώ. | |
| 327 | εξαιτίας | Ουσιαστικό, Πρόθεση | /ekseˈtias/ | (Ουσιαστικό). |
| 328 | λιγότερο | Επίθετο, Επίρρημα | /liˈɣotero/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λιγότερος. |
| 329 | κράτα | Ρήμα | β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του κρατώ. | |
| 330 | επίθεση | Ουσιαστικό | /eˈpi.θe.si/ | εχθρική ενέργεια με στόχο την εξόντωση ή την εξουδετέρωση του εχθρού, την απόκτηση εδάφους ή αγαθού, κλπ. |
| 331 | σκοτώσεις | Ρήμα | θα σκοτώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκοτώνω. | |
| 332 | πλοίο | Ουσιαστικό | /ˈpli.o/ | μεγάλο σκάφος με δυνατότητα επιβίωσης των επιβατών για κάποιο χρονικό διάστημα. |
| 333 | δίνει | Ρήμα | /ˈði.ni/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του δίνω. |
| 334 | έχασα | Ρήμα | /ˈe.xa.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω. |
| 335 | συχνά | Επίθετο, Επίρρημα | με μεγάλη συχνότητα· πολλές φορές. | |
| 336 | άφορα | Ρήμα, Επίθετο | /a.foˈra/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αφορώ. |
| 337 | θύμα | Ουσιαστικό | /ˈθi.ma/ | το άτομο ή το ζώο που δέχεται τα αποτελέσματα μιας εγκληματικής ενέργειας ή μιας φυσικής καταστροφής. |
| 338 | παίρνεις | Ρήμα | ||
| 339 | βάση | Ουσιαστικό | /ˈva.si/ | η χημική ένωση που έχει τάση να δέχεται πρωτόνια και η οποία διαλύεται στο νερό, ενώ όταν αντιδρά με ένα οξύ σχηματίζετα… |
| 340 | ατύχημα | Ουσιαστικό | /aˈti.çi.ma/ | δυσάρεστο συμβάν με μεγάλο κόστος, καθώς επιφέρει υλική ζημιά ή τραυματισμό. |
| 341 | παίζει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του παίζω. | |
| 342 | δολοφόνος | Ουσιαστικό | /ðo.loˈfo.nos/ | που σκόπιμα και εκ προμελέτης αφαιρεί τη ζωή κάποιου άλλου. |
| 343 | εκατομμύρια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατομμύριο. | |
| 344 | ξενοδοχείο | Ουσιαστικό | /ksenoðoˈçio/ | εγκατάσταση (κτήριο ή συγκρότημα) της οποίας τα επιπλωμένα δωμάτια ή διαμερίσματα ενοικιάζονται για περιορισμένο χρονικό… |
| 345 | βρείτε | Ρήμα | /ˈvɾi.te/ | θα βρείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκω. |
| 346 | ήρθατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι. | |
| 347 | βγει | Ρήμα | θα βγει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγαίνω. | |
| 348 | έπεσε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέφτω. | |
| 349 | δείχνει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δείχνω. | |
| 350 | αέρα | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αέρας. | |
| 351 | μεγάλος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /meˈɣa.los/ | που μπορεί να περιγραφεί με αριθμούς πολύ πάνω από τη βάση της αριθμητικής κλίμακας. |
| 352 | βλέπετε | Ρήμα | /ˈvle.pe.te/ | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βλέπω. |
| 353 | τίποτε | Αντωνυμία | /ˈtipote/ | άλλη μορφή του τίποτα. |
| 354 | μικρέ | Ουσιαστικό, Επίθετο | κλητική ενικού του μικρός. | |
| 355 | βγάλω | Ρήμα | θα βγάλω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγάζω. | |
| 356 | παρελθόν | Ουσιαστικό, Ρήμα | /parelˈθon/ | ό,τι είναι χρονικά περασμένο, τα γεγονότα που συνέβησαν σε περασμένους καιρούς, η περασμένη ζωή ατόμων, ομάδων, λαών, η… |
| 357 | μένει | Ρήμα | ||
| 358 | πάντων | Άρθρο | masculine/neuter genitive plural of πας (pas). | |
| 359 | ειλικρινά | Επίρρημα | με ειλικρινή τρόπο, χωρίς προσποιήσεις, αληθινά. | |
| 360 | δουλειές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλειά. | |
| 361 | Δικός | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | /ðiˈkos/ | που ανήκει σε κάποιον (Χρειάζεται επεξεργασία). |
| 362 | ρα | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | ο θεός ήλιος με κεφάλι γερακιού. | |
| 363 | λόγω | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Πρόθεση | /ˈloɣo/ | (Ουσιαστικό). |
| 364 | ανάγκη | Ουσιαστικό | /aˈnaŋ.ɟi/ | ό,τι μας επιβάλλεται, χωρίς να μπορούμε να το αποφύγουμε. |
| 365 | δουλεύω | Ρήμα | /ðuˈle.vo/ | κάνω μια χειρωνακτική ή πνευματική δουλειά. |
| 366 | ξαφνικά | Επίθετο, Επίρρημα | /ksa.fniˈka/ | χωρίς να το περιμένει κανείς. |
| 367 | ανάμεσα | Επίρρημα | μεταξύ χώρων ή πραγμάτων, στον ενδιάμεσο χώρο. | |
| 368 | άτομα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτομο. | |
| 369 | φεύγω | Ρήμα | /ˈfe.vɣo/ | απαλλάσσω κάποιον από την παρουσία μου επειδή το θέλω εγώ (τον εγκαταλείπω) ή αυτός (επειδή με θεωρεί εμπόδιο). |
| 370 | αφήσουμε | Ρήμα | θα αφήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αφήνω. | |
| 371 | σάρα | Ουσιαστικό | μειωτικός χαρακτηρισμός ομάδας ή πλήθους ανθρώπων που, συγκεντρωμένοι σ’ έναν τόπο, θορυβούν ή έχουν ετερόκλητη προέλευσ… | |
| 372 | άκουσες | Ρήμα, Επίθετο | /ˈakuses/ | nominative/accusative/vocative feminine plural of άκων (ákon). |
| 373 | γραμμή | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ɣɾaˈmi/ | (αγγλικά: row) η γραμμή ενός πίνακα στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων. Κάθε γραμμή πρέπει να είναι διαφορετική από τις υπό… |
| 374 | Μισώ | Ουσιαστικό, Ρήμα | /miˈso/ | νιώθω μίσος για κάποιον ή κάτι, έχω εχθρική διάθεση εναντίον ενός ανθρώπου ή κατάστασης. |
| 375 | ψηλά | Επίθετο, Επίρρημα | /psiˈla/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ψηλό) του ψηλός. |
| 376 | αδερφός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.ðeɾˈfos/ | λιγότερο λόγια μορφή του αδελφός. |
| 377 | απάντηση | Ουσιαστικό | /aˈpandisi/ | η σωστή παράθεση των στοιχείων που ζητούνται με ερώτηση κατά την εξέταση κάποιου σ' έναν τομέα γνώσης ή επιστήμης. |
| 378 | χώρο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του χώρος. | |
| 379 | έλεγες | Ρήμα | /ˈe.le.ʝes/ | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του λέω. |
| 380 | πόδι | Ουσιαστικό | /ˈpo.ði/ | τμήμα επίπλου ή αντικειμένου που προεξέχει και πάνω στο οποίο αυτό στηρίζεται. |
| 381 | Ζωντανός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /zon.daˈnos/ | live streaming: που μεταδίδεται απ' ευθείας διαδικτυακά (βλ. ζωντανή ροοθήκευση). |
| 382 | σκηνή | Ουσιαστικό | /[sciˈni]/ | τμήμα ενός θεατρικού έργου, υποδιαίρεση του επεισοδίου στο αρχαίο δράμα ή της πράξης στο νεότερο θέατρο· η αλλαγή σκηνής… |
| 383 | αισθάνομαι | Ρήμα | /eˈsθa.no.me/ | αντιλαμβάνομαι κατά ένα ορισμένο τρόπο την ψυχολογική μου κατάσταση ή τις σωματικές μου δυνάμεις και την κατάσταση της υ… |
| 384 | εκ | Ουσιαστικό, Πρόθεση, Φράση | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 385 | τελείως | Επίρρημα | /teˈli.os/ | ≈ συνώνυμα: ολοκληρωτικά, εντελώς, παντελώς, ολοσχερώς, πέρα για πέρα. |
| 386 | νωρίς | Επίρρημα | /noˈris/ | πρόωρα, πριν από τη στιγμή που αναμένεται, πριν από τη συνηθισμένη ώρα. |
| 387 | μανά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈma.na/ | η μητέρα, γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει. |
| 388 | πίστευα | Ρήμα | ||
| 389 | δουλεύεις | Ρήμα | β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δουλεύω. | |
| 390 | παίρνω | Ρήμα | /ˈper.no/ | κινώ τα χέρια μου, ώστε να κρατάω ένα αντικείμενο που δεν κρατούσα, αρπάζω ή πιάνω κάτι. |
| 391 | γιαγιά | Ουσιαστικό | /ʝaˈʝa/ | η μητέρα του πατέρα ή της μητέρας μου. |
| 392 | αγόρια | Ουσιαστικό | /[aˈɣɔɾʝa]/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγόρι. |
| 393 | σκέψου | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι. | |
| 394 | ζήτησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζητώ. | |
| 395 | παράξενο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παράξενος. | |
| 396 | παρέα | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /paˈɾe.a/ | η σχέση ανάμεσα σε φίλους που συναντιούνται συχνά, η κοινωνική συναναστροφή. |
| 397 | ορκίζομαι | Ρήμα | /oɾˈci.zo.me/ | δίνω όρκο για το ότι αυτό που λέω είναι αληθινό ή ότι θα τηρήσω κάτι που υπόσχομαι. |
| 398 | έστειλε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω. | |
| 399 | χάρηκα | Ρήμα, Επιφώνημα | α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του χαίρομαι. | |
| 400 | τραγούδι | Ουσιαστικό | /traˈɣu.ði/ | ποίημα ή κείμενο που τραγουδιέται. |
| 401 | μπαρ | Ουσιαστικό | ο πάγκος που χωρίζει τον μπάρμαν από τους πελάτες ενός τέτοιου καταστήματος και όπου μπορούν αυτοί να κάτσουν για να πιο… | |
| 402 | τραπέζι | Ουσιαστικό | /tɾaˈpezi/ | έπιπλο με τέσσερα, συνήθως, πόδια. |
| 403 | εβδομάδες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβδομάδα. | |
| 404 | πήγες | Ρήμα | /ˈpi.ʝes/ | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω. |
| 405 | παλιό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παλιός. | |
| 406 | σήμα | Ουσιαστικό | /ˈsi.ma/ | σύνδεση σε δίκτυο τηλεφωνίας, ικανότητα λήψης εκπομπής ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού ή άλλου είδους ηλεκτρομαγνητικ… |
| 407 | χιλιάδες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιάδα. | |
| 408 | συγχαρητήρια | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επιφώνημα | /siŋxaɾitiɾia/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγχαρητήριος. |
| 409 | αντί | Ουσιαστικό, Πρόθεση | προτίμηση έναντι άλλου. | |
| 410 | θανάτου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του θάνατος. | |
| 411 | φωνή | Ουσιαστικό | /foˈni/ | ο ήχος που παράγεται από τον αέρα που ξενικά από τους πνεύμονες, όταν πάλλει τις φωνητικές χορδές του λάρυγγα και μορφοπ… |
| 412 | μπάνιο | Ουσιαστικό | /ˈbaɲo/ | το δοχείο μαζί με το ανάλογο περιεχόμενο υγρό για "βάψιμο" υλικών με ηλεκτρόλυση ή για πλύσιμο. |
| 413 | προσπαθεί | Ρήμα | ||
| 414 | φαίνεσαι | Ρήμα | ||
| 415 | έβαλε | Ρήμα | /ˈe.va.le/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάλλω. |
| 416 | επόμενο | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | /eˈpo.me.ni/ | accusative masculine singular of επόμενος (epómenos). |
| 417 | δικαίωμα | Ουσιαστικό | /ðiˈceoma/ | αγγλικά privilege: δυνατότητα που αποδίδεται ανά κατηγορία χρηστών για να διαβάσουν, γράψουν τα αρχεία ή να εκτελέσουν τ… |
| 418 | λέγεται | Ρήμα | /ˈle.ʝe.te/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του λέγομαι. |
| 419 | τηλεόραση | Ουσιαστικό | /ti.leˈo.ɾa.si/ | η τεχνολογία και το σύνολο των υποδομών που επιτρέπουν την ασύρματη εκπομπή κινούμενων εικόνων και ήχου και την λήψη και… |
| 420 | Τέσσερα | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈte.se.ɾa/ | το απόλυτο αριθμητικό (4) που ακολουθεί το τρία και προηγείται του πέντε. |
| 421 | κάποιοι | Αντωνυμία | nominative/vocative masculine plural of κάποιος (kápoios). | |
| 422 | επαφή | Ουσιαστικό | /e.paˈfi/ | η θέση δύο σωμάτων όπου ακουμπά το ένα το άλλο. |
| 423 | κλειδί | Ουσιαστικό | /kliˈði/ | τιμή (πχ. κωδικός αριθμός) μοναδική για τον εντοπισμό συγκεκριμένης οντότητας (πχ. εγγραφής, τιμής) μέσα σε μια δομή δεδ… |
| 424 | κρίμα | Ουσιαστικό, Επίρρημα | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 425 | μικρός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /miˈkros/ | που μπορεί να περιγραφεί με αριθμούς λίγο πάνω από τη βάση της αριθμητικής κλίμακας. |
| 426 | πεθάνω | Ρήμα | θα πεθάνω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πεθαίνω. | |
| 427 | σύμφωνα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈsiɱ.fo.na/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμφωνο. |
| 428 | διαφορετικά | Επίθετο, Επίρρημα | σε διαφορετική περίπτωση. | |
| 429 | λίγες | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίγη. | |
| 430 | κίνηση | Ουσιαστικό | /ˈci.ni.si/ | το δυναμικό κίνημα, οργάνωση ανθρώπων που κάτι θέλουν να αλλάξουν· κίνημα με έμφαση στην πρωτοβουλία αλλαγής (ενίοτε χρη… |
| 431 | έδωσα | Ρήμα | /ˈe.ðo.sa/ | α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω. |
| 432 | απόφαση | Ουσιαστικό | /aˈpo.fa.si/ | η ενέργεια του ρήματος αποφασίζω, η τελική κρίση στην οποία καταλήγει ένα άτομο ή συλλογικό όργανο σχετικά με το τι πρέπ… |
| 433 | αεροπλάνο | Ουσιαστικό | /a.e.ɾoˈpla.no/ | πτητική συσκευή, βαρύτερη από τον αέρα, που πετά χάρη στην εμφάνιση δυναμικής άνωσης στις επιφάνειες των φτερών του. |
| 434 | μάχη | Ουσιαστικό | /ˈma.çi/ | σύνολο πολεμικών γεγονότων που διαδραματίστηκαν σε συγκεκριμένο χώρο μέσα στο ιστορικό πλαίσιο ενός ευρύτερου πολέμου. |
| 435 | τρελό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τρελός. | |
| 436 | Χάσεϊ | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα χάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χάνω. | |
| 437 | ανήκει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ανήκω. | |
| 438 | μαγαζί | Ουσιαστικό | /ma.ɣaˈzi/ | εμπορικό κατάστημα, οικοδόμημα που στεγάζει μια εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα. |
| 439 | πρόγραμμα | Ουσιαστικό | /ˈpro.ɣra.ma/ | σύνολο συμβολικών εντολών κατάλληλα διατεταγμένων ώστε να οδηγήσουν προγραμματιζόμενη ηλεκτρονική συσκευή στην εκτέλεση… |
| 440 | λιγάκι | Επίρρημα | /liˈɣaci/ | για μικρή χρονική διάρκεια. |
| 441 | φέρει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του φέρω. | |
| 442 | αρκετό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αρκετός. | |
| 443 | ειδικά | Επίθετο, Επίρρημα | κάνοντας αναφορά σε μια ειδική (ιδιαίτερη) πλευρά ενός γενικότερου θέματος. | |
| 444 | μείνετε | Ρήμα | θα μείνετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μένω. | |
| 445 | κύριο | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κύριος. | |
| 446 | γεγονός | Ουσιαστικό | /ʝe.ɣoˈnos/ | κάτι που έχει γίνει, που έχει πράγματι συμβεί στο παρελθόν. |
| 447 | έκπληξη | Ουσιαστικό | /ˈekpliksi/ | η ενέργεια που κάνουμε περιμένοντας ότι προκαλέσουμε σε κάποιον αυτό το συναίσθημα, πχ ένα απρόσμενο δώρο. |
| 448 | αφήσει | Ρήμα | θα αφήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αφήνω. | |
| 449 | βάλει | Ρήμα | /ˈva.li/ | θα βάλει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βάλλω. |
| 450 | δις | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Φράση | /ðis/ | abbreviation of δεσποινίς (despoinís): Miss, Ms. |
| 451 | προσέχεις | Ρήμα | /pɾoˈse.çis/ | βʹ ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος προσέχω. |
| 452 | κόσμου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του κόσμος. | |
| 453 | ακούσω | Ρήμα | θα ακούσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακούω. | |
| 454 | δεξιά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ðe.ksiˈa/ | πολιτικός και ιδεολογικός χώρος που δίνει έμφαση στη διατήρηση της κοινωνικής και θεσμικής τάξης, στην ιδιωτική πρωτοβου… |
| 455 | ζητήσω | Ρήμα | θα ζητήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζητώ. | |
| 456 | μαλακίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακία. | |
| 457 | ζει | Ρήμα | /ˈzi/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ζω. |
| 458 | σταματήσεις | Ρήμα | θα σταματήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σταματώ. | |
| 459 | βασιλιάς | Ουσιαστικό | /va.siˈʎas/ | ο κληρονομικός πολιτικός ή/και στρατιωτικός ηγέτης μιας φυλής ή ενός κράτους που κυβερνά μόνος του με απόλυτη εξουσία ή… |
| 460 | προσπάθησα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ. | |
| 461 | συνάντηση | Ουσιαστικό | /siˈnan.di.si/ | η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συναντώ, το αντάμωμα. |
| 462 | νεκρή | Ουσιαστικό, Επίθετο | /neˈkɾi/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεκρός. |
| 463 | φόνο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του φόνος. | |
| 464 | κινητό | Ουσιαστικό, Επίθετο | άλλη μορφή του κινητό τηλέφωνο. | |
| 465 | πιστέψω | Ρήμα | θα πιστέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιστεύω. | |
| 466 | έφερα | Ρήμα | /ˈe.feɾ.a/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέρνω. |
| 467 | ψυχή | Ουσιαστικό | /psiˈçi/ | μικρό ξυλαράκι μέσα στο ηχείο εγχόρδου μουσικού οργάνου, που βοηθά στη μετάδοση των δονήσεων των χορδών και είναι κρίσιμ… |
| 468 | βάλεις | Ρήμα | /ˈva.lis/ | θα βάλεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βάλλω. |
| 469 | επιστρέψω | Ρήμα | θα επιστρέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιστρέφω. | |
| 470 | πηγαίνω | Ρήμα | /piˈʝe.no/ | πρόκειται ή επιθυμώ να ξεκινήσω μια ενέργεια ή δραστηριότητα. |
| 471 | γιατρό | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 472 | πεθάνεις | Ρήμα | θα πεθάνεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πεθαίνω. | |
| 473 | άρχισε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρχίζω. | |
| 474 | μηχανή | Ουσιαστικό | /[mixɐˈni]/ | κατασκευή με κινητά μέρη που επιτελεί μια συγκεκριμένη εργασία, αυξάνοντας ή αντικαθιστώντας τη μυική δύναμη του ανθρώπο… |
| 475 | ασφαλής | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.sfaˈlis/ | ανδρικό όνομα. |
| 476 | άνοιξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανοίγω. | |
| 477 | ψάχνω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈpsa.xno/ | (Ουσιαστικό). |
| 478 | ησυχία | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /i.siˈçi.a/ | απουσία δυνατών ήχων ή φασαρίας. |
| 479 | Μπέι | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα μπει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπαίνω. | |
| 480 | απόγευμα | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /aˈpo.ʝev.ma/ | το διάστημα της ημέρας ανάμεσα στο μεσημέρι και στη δύση του ήλιου. |
| 481 | μέτρα | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέτρο. | |
| 482 | προσωπικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /pɾo.so.piˈko/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προσωπικός. |
| 483 | πρόεδρος | Ουσιαστικό | /ˈpɾo.e.ðɾos/ | εκλεγμένο ή διορισμένο άτομο που προΐσταται ενός οργανισμού, σωματείου, οργάνωσης, ομάδας κ.λπ. |
| 484 | νούμερο | Ουσιαστικό | /ˈnu.me.ɾo/ | κάθε ξεχωριστή σκηνή ή παράσταση ή αυτοτελές θέαμα σε επιθεώρηση ή άλλου είδους χώρο διασκέδασης που παρουσιάζει ζωντανά… |
| 485 | καταλάβει | Ρήμα | /ka.taˈla.vi/ | θα καταλάβει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλαβαίνω. |
| 486 | βασιλιά | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βασιλιάς. | |
| 487 | καλησπέρα | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /kaliˈspera/ | χαιρετισμός που χρησιμοποιούμε από το απόγευμα και ως το βράδυ. |
| 488 | σκεφτώ | Ρήμα | θα σκεφτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκέφτομαι. | |
| 489 | αγαπάω | Ρήμα | /aɣaˈpao/ | λέγεται επίσης για φυσικά αντικείμενα ή για ηθικές αξίες. |
| 490 | δυνατά | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (δυνατό) του δυνατός. | |
| 491 | αναφορά | Ουσιαστικό | /anafoˈɾa/ | reference: σχέση, όπου οντότητα που δεν περιέχει τα πραγματικά δεδομένα, περιέχει πληροφορία που παραπέμπει σε άλλη οντό… |
| 492 | σήκω | Ρήμα | /ˈsi.ko/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι. |
| 493 | καταλάβω | Ρήμα | /ka.taˈla.vo/ | θα καταλάβω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλαβαίνω. |
| 494 | τέσσερις | Επίθετο | /ˈte.se.ɾis/ | κλιτή μορφή του αριθμητικού τέσσερα. |
| 495 | υπέροχη | Επίθετο | /iˈpeɾoçi/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπέροχος. |
| 496 | δεύτερη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεύτερος. | |
| 497 | εύκολα | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈef.ko.la/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (εύκολο) του εύκολος. |
| 498 | αποδείξεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /a.poˈði.ksis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόδειξη. |
| 499 | νωρίτερα | Επίρρημα | /noˈɾiteɾa/ | πιο νωρίς. |
| 500 | γράμμα | Ουσιαστικό | /ˈɣra.ma/ | σύμβολο ή χαρακτήρας του αλφάβητου, το οποίο αντιστοιχεί σε ένα φθόγγο. |
| 501 | πολλούς | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύς. | |
| 502 | γυρίσει | Ρήμα | θα γυρίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γυρίζω. | |
| 503 | βόλτα | Ουσιαστικό | /ˈvol.ta/ | διάνυση μίας απόστασης με τα πόδια ή με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο, με ή χωρίς συγκεκριμένο προορισμό ή σκοπό, για αναψ… |
| 504 | γνωρίζεις | Ρήμα | β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γνωρίζω. | |
| 505 | περάσω | Ρήμα | /peˈɾa.so/ | α΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του περνάω / περνώ. |
| 506 | δικαστήριο | Ουσιαστικό | το σώμα που αποτελείται από δικαστές και εκδικάζει μια υπόθεση. | |
| 507 | πράγματι | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈpɾaɣmati/ | (Ουσιαστικό). |
| 508 | δυνάμεις | Ουσιαστικό | /ðiˈna.mis/ | ένα από τα τάγματα των αγγέλων, άγγελος της δεύτερης ταξιαρχίας της δεύτερης τάξης (κατά τον ψευδο-Διονύσιο Αεροπαγίτη). |
| 509 | δύσκολη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δύσκολος. | |
| 510 | όνειρο | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈoniro/ | διαδοχή παραστάσεων, συναισθημάτων και αισθημάτων που εμφανίζονται στο νου κατά τη διάρκεια του ύπνου. |
| 511 | πρωινό | Ουσιαστικό, Επίθετο | το γεύμα που τρώμε το πρωί, το πρόγευμα. | |
| 512 | ποιοι | Αντωνυμία | masculine nominative plural of ποιος (poios, “who; which”). | |
| 513 | ήσασταν | Ρήμα | /ˈisastan/ | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του είμαι. |
| 514 | είχατε | Ρήμα | /ˈi.xa.te/ | |
| 515 | τσάντα | Ουσιαστικό | /ˈt͡san.da/ | φορητή θήκη για πράγματα, συνήθως από δέρμα ή ύφασμα, με χερούλια ή χωρίς. |
| 516 | παίζεις | Ρήμα | β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παίζω. | |
| 517 | χτύπησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χτυπώ. | |
| 518 | είπατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λέω. | |
| 519 | ναρκωτικά | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκωτικό. | |
| 520 | αναρωτιέμαι | Ρήμα | /a.na.ɾoˈtçe.me/ | θέτω μια ερώτηση στον εαυτό μου και αμφιβάλλω για τις απαντήσεις. |
| 521 | βλέπει | Ρήμα | /ˈvle.pi/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βλέπω. |
| 522 | πάρετε | Ρήμα | θα πάρετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίρνω. | |
| 523 | μεγαλύτερο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μεγαλύτερος. | |
| 524 | γνώρισα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνωρίζω. | |
| 525 | φαντάζομαι | Ουσιαστικό, Ρήμα | /fanˈda.zo.me/ | (Ουσιαστικό). |
| 526 | κουτί | Ουσιαστικό | /kuˈti/ | κάθε αντικείμενο με επίπεδη βάση και άνοιγμα, πάνω από τη βάση, με ή χωρίς καπάκι, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για… |
| 527 | νέος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈne.os/ | πρώτο μέλος χαλαρού σύνθετου, πολυλεκτικού τοπωνύμιου που συνήθως έχει το όνομα προηγούμενο παλιότερου. Ειδικά για την Ε… |
| 528 | δυστυχώς | Επίρρημα | /ði.stiˈxos/ | έκφραση δυσαρέσκειας ή λύπης. |
| 529 | βρες | Ρήμα | β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής αορίστου του βρίσκω. | |
| 530 | εταιρεία | Ουσιαστικό | /e.teˈɾi.a/ | η Φιλική Εταιρεία σε έγγραφα ή κείμενα σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση, συνταγμένα ιδίως από μέλη της οργάνωσης (οι Φ… |
| 531 | κανόνες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανόνας. | |
| 532 | διαφορά | Ουσιαστικό | /ði̯a.foˈɾa/ | δυαδικός τελεστής που δέχεται ως τελεστέους δύο σύνολα και παράγει ως αποτέλεσμα ένα νέο σύνολο που περιέχει όλα τα στοι… |
| 533 | μπες | Ουσιαστικό, Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω. | |
| 534 | δίνω | Ρήμα | /ˈði.no/ | μεταβιβάζω την κυριότητα ή τη χρήση ενός πράγματος σε κάποιον άλλον (με ή χωρίς αντάλλαγμα, μόνιμα ή προσωρινά). |
| 535 | αλλού | Επίρρημα | /aˈlu/ | σε άλλο χώρο, σε άλλο σημείο. |
| 536 | σταματήσω | Ρήμα | θα σταματήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σταματώ. | |
| 537 | θεία | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈθi.a/ | συγγενικό πρόσωπο, συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας, με τον οποίο υπάρχουν δεσμοί αίματος και συγγένειας. |
| 538 | απολύτως | Επίρρημα | χωρίς εξάρτηση από άλλο συντακτικό όρο. | |
| 539 | σκότωσες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω. | |
| 540 | ελπίδα | Ουσιαστικό | /elˈpi.ða/ | ή έννοια/κατάσταση ή το πολύτιμο πρόσωπο που ενσαρκώνει την προσδοκία για κάτι θετικό. |
| 541 | τρελή | Ουσιαστικό, Επίθετο | /treˈli/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρελός. |
| 542 | αληθινό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αληθινός. | |
| 543 | μόνοι | Επίθετο, Αντωνυμία | ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μόνος. | |
| 544 | διαμέρισμα | Ουσιαστικό | /ði̯aˈme.ɾi.zma/ | partition: τμήμα της επιφάνειας ενός σκληρού δίσκου, ειδικά διαμορφωμένο για να υποδεχθεί ένα λειτουργικό σύστημα ή δεδο… |
| 545 | επιχείρηση | Ουσιαστικό | /e.piˈçi.ɾi.si/ | Οργανωμένη προσπάθεια για την επίτευξη ενός στόχου καθώς και η εκτέλεσή του. |
| 546 | άνδρας | Ουσιαστικό | /ˈan.ðɾas/ | αυτός που έχει τις θετικές ιδιότητες που παραδοσιακά αποδίδονται στους άντρες, όπως η αποφασιστικότητα, η λεβεντιά, η γε… |
| 547 | ξέχασα | Ρήμα | /ˈkse.xa.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ. |
| 548 | ηλίθιος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /iˈli.θi.os/ | που χαρακτηρίζει έναν ηλίθιο ή ταιριάζει σε αυτόν. |
| 549 | όποιος | Ουσιαστικό, Άρθρο | /ˈo.pços/ | (Ουσιαστικό). |
| 550 | πήραν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνω. | |
| 551 | νομίζει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του νομίζω. | |
| 552 | σιγά | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίρρημα | /siˈɣa/ | β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεστώτα του σιγώ, μορφή του σίγησε. |
| 553 | καταλάβεις | Ρήμα | /ka.taˈla.vis/ | θα καταλάβεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλαβαίνω. |
| 554 | χειρότερο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χειρότερος. | |
| 555 | πάντως | Επίρρημα | /ˈpan.dos/ | ωστόσο, όμως, παρ' όλα αυτά. |
| 556 | βγες | Ρήμα | β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής αορίστου του βγαίνω. | |
| 557 | απλό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του απλός. | |
| 558 | βγήκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγαίνω. | |
| 559 | σα | Ουσιαστικό, Σύνδεσμος | ||
| 560 | μάθημα | Ουσιαστικό | εμπειρία που αποκτιέται από ένα, συνήθως οδυνηρό, περιστατικό της ζωής. | |
| 561 | κρατήσει | Ρήμα | /kɾaˈti.si/ | θα κρατήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρατώ. |
| 562 | παράθυρο | Ουσιαστικό | /[paˈɾaθiɾɔ]/ | ορθογώνια περιοχή στην οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή που περιέχει εργαλεία διασύνδεσης του χρήστη και δεδομένα μιας συγκ… |
| 563 | εκκλησία | Ουσιαστικό | /e.kliˈsi.a/ | το σύνολο των Χριστιανών που ακολουθούν ένα δόγμα. |
| 564 | κρασί | Ουσιαστικό | /kɾaˈsi/ | οινοπνευματώδες ποτό που παρασκευάζεται από τη ζύμωση του χυμού των σταφυλιών. |
| 565 | αγώνα | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγώνας. | |
| 566 | κώλο | Ουσιαστικό | /ˈko.lo/ | τμήμα περιόδου με αυτοτελές νόημα· βρίσκεται ανάμεσα σε τελείες (άνω τελείες ή/και τελείες). |
| 567 | ηλικία | Ουσιαστικό | /i.liˈci.a/ | ο χρόνος που διανύθηκε από τη γέννηση ενός ανθρώπου, ζώου ή άλλου ζωντανού οργανισμού, έως μια συγκεκριμένη στιγμή. |
| 568 | αρχίσει | Ρήμα | /arˈçi.si/ | θα αρχίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρχίζω. |
| 569 | μάθουμε | Ρήμα | θα μάθουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαθαίνω. | |
| 570 | ωχ | Επιφώνημα | /ˈox/ | άλλη γραφή του οχ. |
| 571 | κάποιου | Αντωνυμία | γενική ενικού, ουδέτερου γένους του κάποιος. | |
| 572 | τάξη | Ουσιαστικό | /ˈta.ksi/ | υποδιαίρεση του κοινωνικού σώματος με κριτήριο την κοινωνική θέση, το επάγγελμα, το εισόδημα ή τη σχέση προς τα μέσα παρ… |
| 573 | απίστευτο | Επίθετο, Επιφώνημα | nominative/accusative/vocative neuter singular of απίστευτος (apísteftos). | |
| 574 | φτάνει | Ρήμα, Επιφώνημα | /ˈfta.ni/ | |
| 575 | τσάι | Ουσιαστικό | /ˈt͡sa.i/ | το αφέψημα που παρασκευάζεται από το βράσιμο των αποξηραμένων φύλλων του τεϊόδεντρου. |
| 576 | αδερφό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.ðeɾˈfo/ | αιτιατική ενικού του αδερφός. |
| 577 | λατρεύω | Ρήμα | /laˈtɾe.vo/ | έχω έντονα, κατά βάση ερωτικά, αισθήματα για κάποιον. |
| 578 | βίντεο | Ουσιαστικό | /ˈvi.de.o/ | σύστημα εγγραφής και αναπαραγωγής κινούμενων εικόνων με ήχο (VHS, Beta, Hi8, κ.λπ.)∙ διακρίνεται πλέον σε αναλογικό και… |
| 579 | θάλασσα | Ουσιαστικό | /[ˈθalasa]/ | έκταση στην επιφάνεια της Σελήνης που με το τηλεσκόπιο φαίνεται σκοτεινότερη και πιο επίπεδη από τα εδάφη που την περιβά… |
| 580 | μίλησα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλώ. | |
| 581 | αρχεία | Ουσιαστικό | nominative/accusative/vocative plural of αρχείο (archeío). | |
| 582 | μεγαλύτερη | Επίθετο | /me.ɣaˈli.te.ɾi/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλύτερος. |
| 583 | υπήρχαν | Ρήμα | ||
| 584 | κρατήσω | Ρήμα | θα κρατήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρατώ. | |
| 585 | πλάτη | Ουσιαστικό | /ˈpla.ti/ | το πίσω μέρος του σώματος, από το λαιμό μέχρι το τέλος της σπονδυλικής στήλης. |
| 586 | όμορφα | Επίθετο, Επίρρημα, Επιφώνημα | /ˈo.moɾ.fa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (όμορφο) του όμορφος. |
| 587 | Κάκη | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kaˈci/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακός. |
| 588 | κάρτα | Ουσιαστικό | /ˈkaɾ.ta/ | αντικείμενο από σκληρό συνήθως χαρτί, παραλληλόγραμμου σχήματος, που φέρει κάποια διακόσμηση και χώρο για να γραφεί ένα… |
| 589 | έρθουν | Ρήμα | θα έρθουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος έρχομαι. | |
| 590 | σκοπό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του σκοπός. | |
| 591 | ακούσεις | Ρήμα | θα ακούσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακούω. | |
| 592 | κάθαρμα | Ουσιαστικό | /ˈkaθaɾma/ | ο ελεεινός και τρισάθλιος άνθρωπος, ο ανήθικος. |
| 593 | ζωές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωή. | |
| 594 | νομίζετε | Ρήμα | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του νομίζω. | |
| 595 | μέσω | Επίρρημα, Πρόθεση | /ˈme.so/ | via, through (by means of). |
| 596 | χρόνου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του χρόνος. | |
| 597 | σκοτώσουν | Ρήμα | θα σκοτώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκοτώνω. | |
| 598 | έβαλα | Ρήμα | /ˈe.va.la/ | α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάλλω. |
| 599 | δίνεις | Ρήμα | ||
| 600 | έρχεσαι | Ρήμα | θα έρχεσαι: β' ενικό οριστικής εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος έρχομαι. | |
| 601 | μις | Ουσιαστικό | τίτλος νικήτριας σε καλλιστεία. | |
| 602 | μπήκε | Ουσιαστικό, Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω. | |
| 603 | αριστερά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /a.ɾi.steˈɾa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριστερός λόγια μορφή του αριστερή. |
| 604 | πλανήτη | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πλανήτης. | |
| 605 | ενδιαφέρει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ενδιαφέρω. | |
| 606 | εξηγήσω | Ρήμα | /e.ksiˈʝi.so/ | θα εξηγήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξηγώ. |
| 607 | όλων | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική πληθυντικού του όλος. | |
| 608 | σκότωσα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω. | |
| 609 | μάτι | Ουσιαστικό | /ˈma.ti/ | η οπή πάνω σε αντικείμενο, μέσω της οποίας επιτρέπεται οπτική επαφή με την άλλη πλευρά. |
| 610 | στοίχημα | Ουσιαστικό | ένα ρίσκο που παίρνει κάποιος αποβλέποντας σε κάποιο κέρδος. | |
| 611 | μείνουμε | Ρήμα | θα μείνουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μένω. | |
| 612 | δυνατόν | Ουσιαστικό | /ðinaˈton/ | αυτό που μπορεί να γίνει, αυτό που είναι μέσα στις δυνατότητές μας. |
| 613 | χτες | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈxtes/ | η μέρα που είναι πριν από αυτή που είμαστε σήμερα. |
| 614 | μπω | Ρήμα | θα μπω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπαίνω. | |
| 615 | άκουσε | Ρήμα | /ˈa.ku.se/ | β' ενικό πρόσωπο προστακτικής αορίστου του ρήματος ακούω. |
| 616 | ήρθαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι. | |
| 617 | κάθισε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κάθομαι. | |
| 618 | ξαναδεί | Ρήμα | /ksa.naˈði/ | |
| 619 | αρχηγός | Ουσιαστικό | /aɾçiˈɣos/ | που αναγνωρίζεται επίσημα ή ανεπίσημα από μια ομάδα ανθρώπων ως ηγέτης, που διευθύνει, που διοικεί. |
| 620 | βγάλε | Ρήμα | ||
| 621 | γλυκό | Ουσιαστικό, Επίθετο | παρασκεύασμα της ζαχαροπλαστικής με γλυκιά γεύση, φτιαγμένο με ζάχαρη ή μέλι. | |
| 622 | αχ | Επιφώνημα | /ɑːx/ | επιφώνημα για να δηλωθεί. |
| 623 | κάλεσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλώ. | |
| 624 | ανησυχώ | Ρήμα | /a.ni.siˈxo/ | βρίσκομαι σε ανησυχία, διακατέχομαι από κάποια αγωνία ή φόβο. |
| 625 | μέρη | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέρος. | |
| 626 | παπούτσια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπούτσι. | |
| 627 | μισή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισός. | |
| 628 | λαιμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του λαιμός. | |
| 629 | Τυχερός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ti.çeˈros/ | αυτός που φέρνει καλή τύχη, που διέπεται, εξαρτάται από την τύχη. |
| 630 | συζητήσουμε | Ρήμα | θα συζητήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συζητώ. | |
| 631 | σκύλα | Ουσιαστικό | /ˈscila/ | εργαλείο παρόμοιο με πένσα, με ρυθμιζόμενο άνοιγμα και ειδικό μηχανισμό ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα να παραμένει σφιχ… |
| 632 | ζήτησα | Ρήμα | /ˈzi.ti.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητώ. |
| 633 | χαρτιά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτί. | |
| 634 | πάρουν | Ρήμα | θα πάρουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίρνω. | |
| 635 | φέρεις | Ρήμα | ||
| 636 | αδελφός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.ðelˈfos/ | το αρσενικό πρόσωπο, με το οποίο κάποιος έχει κοινούς και τους δύο ή μόνο τον ένα γονέα. |
| 637 | βάλουμε | Ρήμα | /ˈva.lu.me/ | θα βάλουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βάλλω. |
| 638 | βρέθηκε | Ρήμα | ||
| 639 | πέρασα | Ρήμα | /ˈpe.ɾa.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περνώ. |
| 640 | κάμερα | Ουσιαστικό | /ˈka.me.ɾa/ | ηλεκτρονική συσκευή λήψης και εγγραφής κινούμενων εικόνων βίντεο, η βιντεοκάμερα. |
| 641 | βγαίνει | Ρήμα | /ˈvʝe.ni/ | |
| 642 | βδομάδες | Ουσιαστικό | nominative plural of βδομάδα (vdomáda). | |
| 643 | χειρότερα | Επίθετο, Επίρρημα | /çiˈɾo.te.ɾa/ | συγκριτικός βαθμός του κακά, κακώς: πιο κακά. |
| 644 | βγούμε | Ρήμα | θα βγούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγαίνω. | |
| 645 | σκληρά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /skliˈɾa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (σκληρό) του σκληρός. |
| 646 | θάνατος | Ουσιαστικό | /ˈθa.na.tos/ | η οριστική παύση των ζωτικών λειτουργιών ενός οργανισμού: αναπνοή, πέψη, λειτουργία του νευρικού συστήματος. |
| 647 | βιβλία | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλίο. | |
| 648 | φτιάξω | Ρήμα | θα φτιάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτιάχνω. | |
| 649 | αριθμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του αριθμός. | |
| 650 | κτίριο | Ουσιαστικό | /ˈkti.ɾi.o/ | το οικοδόμημα. |
| 651 | φτάσει | Ρήμα | θα φτάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτάνω. | |
| 652 | εποχή | Ουσιαστικό | /e.poˈçi/ | η φιλοσοφική στάση των σκεπτικών κατά την οποία ο φιλόσοφος παύει να εκφέρει κρίσεις περί την αλήθεια ή το ψεύδος των πρ… |
| 653 | αρχηγέ | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του αρχηγός. | |
| 654 | ετών | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του έτος. | |
| 655 | συγχρονισμός | Ουσιαστικό | /siŋ.xɾo.niˈzmos/ | ρυθμίζω την κίνηση ή τη ροή δύο στοιχείων ώστε να συμβαδίζουν. |
| 656 | γλώσσα | Ουσιαστικό | /ˈɣlo.sa/ | ευκίνητο και μυώδες όργανο του στόματος, που αποτελεί το αισθητήριο όργανο της γεύσης. Χρησιμοποιείται, επίσης, στο μάση… |
| 657 | τράπεζα | Ουσιαστικό | /ˈtɾa.pe.za/ | πιστωτικός οργανισμός που ασχολείται με χρηματοπιστωτικές εργασίες. Π.χ. δέχεται καταθέσεις ιδιωτών ή νομικών προσώπων… |
| 658 | άφησα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνω. | |
| 659 | σφαίρα | Ουσιαστικό | /ˈsfe.ɾa/ | το γεωμετρικό στερεό στο οποίο όλα τα σημεία της επιφάνειας ισαπέχουν από το κέντρο του. |
| 660 | υπηρεσία | Ουσιαστικό | /i.pi.ɾeˈsi.a/ | το αποτέλεσμα που λαμβάνει ένα πρόγραμμα, μιά μηχανή από την λειτουργία ενός άλλου προγράμματος ή μηχανής. |
| 661 | πιθανόν | Επίρρημα | /pi.θaˈnon/ | ενδεχομένως, ίσως. |
| 662 | άλογο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈa.lo.ɣo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άλογος. |
| 663 | φεύγει | Ρήμα | ||
| 664 | πήγαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω. | |
| 665 | φας | Ρήμα | θα φας: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρώω. | |
| 666 | πάρτυ | Ουσιαστικό | άλλη γραφή του πάρτι. | |
| 667 | γυρίσεις | Ρήμα | θα γυρίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γυρίζω. | |
| 668 | στρατό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του στρατός. | |
| 669 | βοήθησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βοηθώ. | |
| 670 | πραγματικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πραγματικός. | |
| 671 | διεύθυνση | Ουσιαστικό | η οργάνωση και επίβλεψη ενός έργου ή συνόλου ανθρώπων από έναν ή περισσότερους επικεφαλής. | |
| 672 | προσωπικά | Επίθετο, Επίρρημα | /pɾo.so.piˈka/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προσωπικός. |
| 673 | δόξα | Ουσιαστικό | /ˈðo.ksa/ | η μεγάλη και καλή φήμη που αποκτήθηκε εξαιτίας ηρωικών πράξεων ή άλλων επιτευγμάτων και κάνει κάποιον αντικείμενο θαυμασ… |
| 674 | χάσω | Ρήμα | θα χάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χάνω. | |
| 675 | επιστρέψει | Ρήμα | θα επιστρέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιστρέφω. | |
| 676 | τέρας | Ουσιαστικό | ένζωος οργανισμός που έχει δυσμορφίες, που έχει ακανόνιστη σωματική διάπλαση. | |
| 677 | πόνο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του πόνος. | |
| 678 | στείλω | Ρήμα | θα στείλω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέλνω. | |
| 679 | μικρά | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μικρός. | |
| 680 | Κάκος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kaˈkos/ | που δεν αναγνωρίζεται ως χρήσιμος, ωφέλιμος, που προκαλεί την αποδοκιμασία για το ήθος και την ποιότητά του. |
| 681 | εταιρία | Ουσιαστικό | άλλη γραφή του Εταιρεία αναφορικά με τη Φιλική Εταιρεία. | |
| 682 | σταματήσουμε | Ρήμα | θα σταματήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σταματώ. | |
| 683 | τηλεφώνησε | Ρήμα | /ti.leˈfo.ni.se/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ. |
| 684 | ευτυχώς | Επίρρημα | /e.ftiˈxos/ | κατά ευτυχή τρόπο, κατά καλή τύχη. |
| 685 | γιε | Ουσιαστικό | /ˈʝe/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 686 | φάμε | Ρήμα | θα φάμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρώω. | |
| 687 | βρήκαν | Ρήμα | /ˈvɾi.kan/ | |
| 688 | διάρκεια | Ουσιαστικό | /ˈði̯aɾ.ci.a/ | διαρκείας (γενική): που έχει πολλή διάρκεια και δεν έχει ισχύ μόνο για μια φορά. |
| 689 | μπλε | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ble/ | που έχει αυτό το χρώμα. |
| 690 | δουν | Ρήμα | θα δουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βλέπω. | |
| 691 | μπύρα | Ουσιαστικό | /ˈbira/ | δημοφιλής γραφή για τη μπίρα. |
| 692 | βασίλισσα | Ουσιαστικό | /vaˈsi.li.sa/ | που είχαν ονομαστεί από το όνομα βασίλισσας. |
| 693 | δάσος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈða.sos/ | ένα πυκνό σύνολο δέντρων που καλύπτει μια σχετικά μεγάλη έκταση. |
| 694 | κυβέρνηση | Ουσιαστικό | /ciˈveɾ.ni.si/ | η εκτελεστική εξουσία ενός κράτους και το σύνολο των προσώπων που την ασκούν. |
| 695 | πέσει | Ρήμα | θα πέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πέφτω. | |
| 696 | απαντήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /a.panˈdi.sis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάντηση. |
| 697 | βόμβα | Ουσιαστικό | /ˈvoɱ.va/ | συσκευή γεμάτη εκρηκτικά, χρησιμοποιούμενη για την καταστροφή πραγμάτων. |
| 698 | στάσου | Ουσιαστικό, Ρήμα | γυναικείο επώνυμο. | |
| 699 | μεγάλα | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγάλο. | |
| 700 | συζήτηση | Ουσιαστικό | η ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών για ένα θέμα και η ανάλυσή του, συνήθως προφορικά. | |
| 701 | βγάλεις | Ρήμα | θα βγάλεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγάζω. | |
| 702 | αλλαγή | Ουσιαστικό | /alaˈʝi/ | το αποτέλεσμα του αλλάζω, η διαφορά που προκαλείται από την ενέργεια. |
| 703 | χορό | Ουσιαστικό | /xoˈɾo/ | αιτιατική ενικού του χορός. |
| 704 | δικηγόρος | Ουσιαστικό | /ði.ciˈɣo.ɾos/ | νομικός που αναλαμβάνει να υπερασπιστεί ή να χειριστεί τα συμφέροντα κάποιου πελάτη του σε δικαστήριο ή όπου αλλού χρειά… |
| 705 | πράκτορας | Ουσιαστικό | /ˈpɾa.kto.ɾas/ | αυτός που ενεργεί μυστικά κατ' εντολή κάποιων (κυβέρνησης, οργάνωσης κ.λπ.) και φέρει εις πέρας διαταγές ή αποστολές. |
| 706 | θεραπεία | Ουσιαστικό | /θe.ɾaˈpi.a/ | το σύνολο των ενεργειών και των μέσων που χρησιμοποιούνται για να αντιμετωπιστεί μια ασθένεια ή άλλη ανεπιθύμητη κατάστα… |
| 707 | βαθιά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /vaˈθça/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βαθύς. |
| 708 | φορτηγό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /foɾ.tiˈɣo/ | μηχανοκίνητο τροχοφόρο όχημα με ανοιχτή ή κλειστή καρότσα, κατάλληλο για τη μεταφορά φορτίων. |
| 709 | κοινό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ciˈno/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κοινός. |
| 710 | μέρους | Ουσιαστικό | γενική ενικού του μέρος. | |
| 711 | πρόεδρε | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του πρόεδρος. | |
| 712 | κίνδυνο | Ουσιαστικό | /ˈcin.ði.no/ | αιτιατική ενικού του κίνδυνος. |
| 713 | σημάδι | Ουσιαστικό | /siˈma.ði/ | ακαθόριστο σημείο, σχήμα ή αντικείμενο που μπορεί να χρησιμεύσει σαν αναγνωριστικό. |
| 714 | εύχομαι | Ρήμα | /ˈef.xo.me/ | εκφράζω την επιθυμία μου και την ελπίδα μου να συμβεί στο μέλλον κάτι θετικό σε μένα ή σε άλλους. |
| 715 | επικίνδυνο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επικίνδυνος. | |
| 716 | κομμάτια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμάτι. | |
| 717 | πονάει | Ρήμα | ||
| 718 | κόκκινο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈko.ci.no/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κόκκινος. |
| 719 | άλλαξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλλάζω. | |
| 720 | δείξε | Ρήμα | ||
| 721 | ζώα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζώο. | |
| 722 | ασφαλές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ασφαλής. | |
| 723 | πράκτορα | Ουσιαστικό | genitive/accusative/vocative singular of πράκτορας (práktoras). | |
| 724 | πόλεμος | Ουσιαστικό | /ˈpo.le.mos/ | ένοπλη σύρραξη μεταξύ κρατών, στρατευμάτων ή φατριών, οργανώσεων κλπ, που διεξάγεται σε ένα ή περισσότερα μέτωπα και περ… |
| 725 | αδερφέ | Ουσιαστικό, Επίθετο | κλητική ενικού του αδερφός. | |
| 726 | ήρεμα | Επίθετο, Επίρρημα | /iˈɾe.ma/ | ήρεμα, σιγά, αργά. |
| 727 | σοβαρό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σοβαρός. | |
| 728 | φοβερό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φοβερός. | |
| 729 | μαχαίρι | Ουσιαστικό | /maˈçe.ɾi/ | όργανο με χειρολαβή και μεταλλική λεπίδα κοφτερή στη μία από τις δύο ακμές της, που χρησιμοποιείται για κόψιμο. |
| 730 | έγκυος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈeŋ.ɟi.os/ | που βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης, που κυοφορεί. |
| 731 | κλειδιά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδί. | |
| 732 | καθένας | Αντωνυμία | /kaˈθe.nas/ | κάθε πρόσωπο (ζώο, πράγμα κ.λπ.) ξεχωριστά. |
| 733 | διορθώσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ði̯oɾˈθo.sis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διόρθωση. |
| 734 | διάστημα | Ουσιαστικό | /ˈði̯a.sti.ma/ | η απόσταση που χρησιμοποιούμε για να διαχωρίσουμε δύο λέξεις, το κενό. |
| 735 | διότι | Σύνδεσμος | /ðiˈo.ti/ | αιτιολογικός σύνδεσμος: επειδή. |
| 736 | δεύτερο | Ουσιαστικό, Επίθετο | δευτερόλεπτο. | |
| 737 | ειλικρινής | Ουσιαστικό, Επίθετο | /[i.li.kɾi.ˈnis]/ | ανδρικό επώνυμο. |
| 738 | πόσες | Επίθετο, Αντωνυμία | nominative/accusative/vocative feminine plural of πόσος (pósos). | |
| 739 | βεβαίως | Επίρρημα | /veˈveos/ | χρησιμοποιείται εμφατικά, όταν θέλει ο ομιλητής να:. |
| 740 | γίνονται | Ρήμα | /ˈʝi.non.te/ | |
| 741 | γεμάτο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γεμάτος. | |
| 742 | δώστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δίνω. | |
| 743 | νεκροί | Ουσιαστικό, Επίθετο | /neˈkɾi/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεκρός. |
| 744 | εικόνα | Ουσιαστικό | /iˈko.na/ | γενική, λιτή, αλλά ουσιαστική και πιστή αναπαράσταση ή η εμφάνιση μιας κατάστασης. |
| 745 | ολόκληρη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόκληρος. | |
| 746 | τελειώσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω. | |
| 747 | πιστεύετε | Ρήμα | /piˈste.ve.te/ | |
| 748 | κουζίνα | Ουσιαστικό | /kuˈzi.na/ | η μαγειρική τέχνη της ετοιμασίας και μαγειρικής των τροφών. |
| 749 | διαφορετικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διαφορετικός. | |
| 750 | προσπαθήσω | Ρήμα | θα προσπαθήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσπαθώ. | |
| 751 | πιάσει | Ρήμα | θα πιάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιάνω. | |
| 752 | αυτής | Αντωνυμία | /aˈftis/ | γενική ενικού, θηλυκού γένους του αυτός. |
| 753 | δευτερόλεπτα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δευτερόλεπτο. | |
| 754 | προσφορά | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈpɾo.sfo.ɾa/ | η πρόταση που υποβάλλει ένας οίκος σε υποψήφιο αγοραστή για την προμήθεια αγαθών ή υπηρεσιών, ιδιαίτερα στο πλαίσιο ενός… |
| 755 | σωστή | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωστός. | |
| 756 | κει | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈci/ | άλλη μορφή του εκεί. |
| 757 | δυνατό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δυνατός. | |
| 758 | εξ | Πρόθεση | άλλη μορφή του εκ όταν ακολουθεί φωνήεν. | |
| 759 | βγω | Ρήμα | θα βγω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγαίνω. | |
| 760 | σερίφη | Ουσιαστικό | /seˈɾi.fi/ | γυναικείο επώνυμο. |
| 761 | κόλπο | Ουσιαστικό | /ˈkol.po/ | ο πονηρός εναλλακτικός τρόπος επίτευξης στόχου που δεν θα επιτυγχανόταν με τους συνηθισμένους τρόπους. |
| 762 | νεκρό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /neˈkɾo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νεκρός. |
| 763 | ζωντανή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωντανός. | |
| 764 | πόλης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του πόλη. | |
| 765 | ζευγάρι | Ουσιαστικό | /zeˈvɣa.ri/ | δύο άνθρωποι που ενώνονται με τα δεσμά του γάμου ή συνδέονται ερωτικά. |
| 766 | εκτιμώ | Ρήμα | /e.ktiˈmo/ | κάνω μια εκτίμηση, έναν υπολογισμό για την αξία (ή την έκταση, το μέγεθος κ.λπ.) κάποιων πραγμάτων. |
| 767 | μπάλα | Ουσιαστικό | /ˈba.la/ | σφαιροειδές αντικείμενο που χρησιμοποιείται σε διάφορα παιχνίδια και αθλοπαιδιές. |
| 768 | έξυπνος | Επίθετο | /ˈe.ksi.pnos/ | που χαρακτηρίζεται από εξυπνάδα, υψηλή αντίληψη, κατανοεί και έχει επινοητικότητα ανάλογα με τις καταστάσεις που επικρατ… |
| 769 | χαλάρωσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαλαρώνω. | |
| 770 | σύζυγος | Ουσιαστικό | ο άντρας ή η γυναίκα σε ένα παντρεμένο ζευγάρι. | |
| 771 | βγάζει | Ρήμα | /ˈvɣa.zi/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βγάζω. |
| 772 | άνδρα | Ουσιαστικό | /ˈan.ðɾa/ | γενική ενικού του άνδρας. |
| 773 | πολλή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύς. | |
| 774 | έχασε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω. | |
| 775 | διακοπές | Ουσιαστικό | περίοδος πολυήμερης διακοπής της εργασίας (για εργαζόμενο) ή των μαθημάτων (για μαθητή ή σπουδαστή) για ξεκούραση και ψυ… | |
| 776 | λύση | Ουσιαστικό | /ˈli.si/ | έκβαση, τερματισμός της υπόθεσης ενός λογοτεχνήματος. |
| 777 | γνωρίζει | Ρήμα | /ɣnoˈɾi.zi/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του γνωρίζω. |
| 778 | μέλος | Ουσιαστικό | /ˈme.los/ | άνθρωπος ο οποίος εντάσσεται σε μια ομάδα ή ένα κοινωνικό σύνολο με συγκεκριμένο σκοπό και δραστηριότητα. |
| 779 | θέλαμε | Ρήμα | ||
| 780 | είδατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπω. | |
| 781 | ονόματα | Ουσιαστικό | /oˈno.ma.ta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όνομα. |
| 782 | βρίσκω | Ρήμα | /ˈvɾi.sko/ | εμποδίζομαι λόγω έκτασης ή προέκτασης κατά την κίνησή μου από κάτι ή ακουμπώ κάτι όταν κινούμαι. |
| 783 | αίσθηση | Ουσιαστικό | /ˈe.sθi.si/ | λειτουργία του οργανισμού με την οποία προσλαμβάνονται τα ερεθίσματα του εξωτερικού περιβάλλοντος (όραση, ακοή, αφή, γεύ… |
| 784 | μύτη | Ουσιαστικό | /ˈmiti/ | όργανο που βρίσκεται στο πρόσωπο ανάμεσα στα χείλη και τα μάτια, προεξέχει από αυτό και έχει δύο εισόδους (τα ρουθούνια)… |
| 785 | βρουν | Ρήμα | θα βρουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκω. | |
| 786 | έγιναν | Ρήμα | ||
| 787 | καλοί | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kaˈli/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλός. |
| 788 | δώσουμε | Ρήμα | θα δώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δίνω. | |
| 789 | βήμα | Ουσιαστικό | /ˈvi.ma/ | υπερυψωμένη κατασκευή στην οποία ανεβαίνει κάποιος που μιλάει σε δημόσια συνάθροιση. |
| 790 | νησί | Ουσιαστικό | /niˈsi/ | ένα τμήμα ξηράς που βρέχεται από όλες τις μεριές του από θάλασσα. |
| 791 | αρχίζει | Ρήμα | /arˈçi.zi/ | |
| 792 | πίστη | Ουσιαστικό | /ˈpi.sti/ | η συζυγική πίστη, η αποφυγή ερωτικής επαφής με άλλον άνθρωπο εκτός από τον/την σύζυγο. |
| 793 | κρατάει | Ρήμα | /kɾaˈta.i/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κρατάω. |
| 794 | επτά | Επίθετο | /epˈta/ | απόλυτο αριθμητικό, άλλη μορφή του εφτά. |
| 795 | λειτουργεί | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του λειτουργώ. | |
| 796 | θέλατε | Ρήμα | /ˈθe.la.te/ | |
| 797 | τηλεφωνήσω | Ρήμα | θα τηλεφωνήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τηλεφωνώ. | |
| 798 | μαύρο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈma.vɾo/ | έλλειψη εικόνας στην τηλεόραση, όταν σιγάζει το σήμα. |
| 799 | κρύο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈkɾi.o/ | η ύπαρξης ψυχρών θερμοκρασιών σε μια περιοχή ή θερμοκρασιών κατώτερων από τις συνηθισμένες ή ανεκτές σε μια περιοχή. |
| 800 | ζητώ | Ρήμα | /ziˈto/ | το ζητώ στην καθαρεύουσα και στο πολυτονικό πριν από αυτήν. |
| 801 | έδαφος | Ουσιαστικό | /ˈe.ða.fos/ | οποιοδήποτε τμήμα του εξωτερικού μέρους του στερεού φλοιού της Γης (ή άλλου ουράνιου σώματος). |
| 802 | αίθουσα | Ουσιαστικό | /ˈe.θu.sa/ | μεγάλο δωμάτιο ενός κτηρίου που προορίζεται για τη συγκέντρωση πολλών ανθρώπων ή/και για κάποια ειδική χρήση. |
| 803 | αστυνομικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.sti.no.miˈkos/ | σχετικός με την αστυνομία. |
| 804 | βγάλουμε | Ρήμα | θα βγάλουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγάζω. | |
| 805 | επί | Ουσιαστικό, Πρόθεση | /e.pi/ | (Ουσιαστικό). |
| 806 | ξεκινήσουμε | Ρήμα | θα ξεκινήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεκινώ. | |
| 807 | δικηγόρο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του δικηγόρος. | |
| 808 | απόλυτα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | χωρίς εξάρτηση από άλλο συντακτικό όρο. | |
| 809 | δικέ | Επίθετο, Αντωνυμία | vocative masculine singular of δικός (dikós). | |
| 810 | ίχνη | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίχνος. | |
| 811 | μυστικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | nominative plural of μυστικό (mystikó). | |
| 812 | είπαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λέω. | |
| 813 | περάσεις | Ρήμα | θα περάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περνώ. | |
| 814 | ήρθαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι. | |
| 815 | λέξεις | Ουσιαστικό | /ˈle.ksis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λέξη. |
| 816 | λογαριασμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του λογαριασμός. | |
| 817 | φάει | Ρήμα | θα φάει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρώω. | |
| 818 | ήμερες | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημέρα. | |
| 819 | κλαμπ | Ουσιαστικό | /ˈklab/ | νυχτερινό κέντρο διασκέδασης. |
| 820 | εξαφανίστηκε | Ρήμα | /e.ksa.faˈni.sti.ce/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι. |
| 821 | έδωσες | Ρήμα | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω. | |
| 822 | τουαλέτα | Ουσιαστικό | /tu.aˈle.ta/ | έπιπλο που βρίσκεται κυρίως στην κρεβατοκάμαρα και έχει ενσωματωμένο καθρέφτη. |
| 823 | αρκεί | Ρήμα | /aɾˈci/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του αρκώ. |
| 824 | ταιριάζει | Ρήμα | /teˈrʝa.zi/ | αρμόζει, πρέπει, βολεύει, εξυπηρετεί. |
| 825 | έπιασε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω. | |
| 826 | βάζεις | Ρήμα | /ˈva.zis/ | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω. |
| 827 | γίνουν | Ρήμα | θα γίνουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γίνομαι. | |
| 828 | σκέψη | Ουσιαστικό | /ˈsce.psi/ | η θεωρία και οι απόψεις που έχει κάποιος συνολικά για ένα φαινόμενο, ο τρόπος ερμηνείας και ανάλυσής του. |
| 829 | έγκλημα | Ουσιαστικό | /ˈeŋ.ɡli.ma/ | κάθε άδικη πράξη, προβλεπόμενη και τιμωρούμενη από το νόμο με ποινή. |
| 830 | ελεύθερος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /eˈle.fθe.ros/ | που δεν έχει περιορισμούς και δεσμεύσεις, εσωτερικές ή εξωτερικές, στη δράση του. |
| 831 | άσχημο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άσχημος. | |
| 832 | εξαρτάται | Ρήμα | θα εξαρτάται: γ' ενικό οριστικής εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος εξαρτώμαι. | |
| 833 | πελάτες | Ουσιαστικό | /peˈla.tes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελάτης. |
| 834 | ταξί | Ουσιαστικό | αυτοκίνητο εφοδιασμένο με ταξίμετρο που μεταφέρει επιβάτες (συνήθως μέσα στην πόλη) έναντι κομίστρου. | |
| 835 | κοιμηθώ | Ρήμα | θα κοιμηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοιμάμαι. | |
| 836 | ηλίθια | Επίθετο, Επίρρημα | /iˈli.θi.a/ | κατά τρόπο ηλίθιο, χωρίς προηγούμενη σκέψη για τις συνέπειες μιας πράξης, ανόητα. |
| 837 | πίεση | Ουσιαστικό | /ˈpi.e.si/ | η δύναμη με την οποία το αίμα πιέζει το τοίχωμα των φλεβών ή αρτηριών εντός των οποίων ρέει. |
| 838 | στρατιώτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατιώτης. | |
| 839 | έργο | Ουσιαστικό | /ˈeɾɣo/ | αυτό που παράγει ένας άνθρωπος με την εργασία του, χειρωνακτική ή διανοητική, επιστημονική ή καλλιτεχνική. |
| 840 | έφτασε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω. | |
| 841 | ενέργεια | Ουσιαστικό | /eˈner.ʝi.a/ | η θεμελιώδης ποσότητα που χαρακτηρίζει ένα σώμα ή χώρο που μπορεί να μεταβάλλει κάποιο άλλο σώμα ή να μεταβληθεί. |
| 842 | καλές | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kaˈles/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλή. |
| 843 | τρίτη | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈtɾi.ti/ | η τρίτη μέρα της εβδομάδας· προηγείται η Δευτέρα και ακολουθεί η Τετάρτη. |
| 844 | τρένο | Ουσιαστικό | /[ˈtre̞no̞]/ | μέσο μαζικής μεταφοράς σταθερής τροχιάς, αποτελούμενο από ένα ή περισσότερα βαγόνια και μια μηχανή που τα ελκύει. Κινείτ… |
| 845 | θέσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέση. | |
| 846 | μετάφραση | Ουσιαστικό | /[mɛˈtafɾasi]/ | η διαδικασία κατά την οποία τα μεταφορικά RNA (tRNA) συνθέτουν αμινοξέα στα ριβοσώματα με βάση το αγγελιαφόρο RNA (mRNA). |
| 847 | κιόλας | Επίρρημα | /ˈcolas/ | επιπλέον, επιπρόσθετα, επίσης. |
| 848 | κος | Ουσιαστικό, Φράση | /ˈci.ɾi.os/ | ακολουθεί το όνομα ή επώνυμο. |
| 849 | γαμήσου | Ρήμα | /ɣaˈmi.su/ | β' ενικ. προστακτικής παθητικού αορίστου του ρήματος γαμώ. |
| 850 | άφησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνω. | |
| 851 | συνεχίσουμε | Ρήμα | θα συνεχίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνεχίζω. | |
| 852 | τεστ | Ουσιαστικό | δοκιμασία, έλεγχος, εξέταση π.χ. της αξιοπιστίας μιας μηχανής ή της λειτουργικότητας ενός συστήματος. | |
| 853 | συμφωνώ | Ρήμα | /siɱ.foˈno/ | καταλήγω με κάποιον άλλο σε συμφωνία πολιτική, στρατιωτική, οικονομική, επιχειρηματική κ.λπ. |
| 854 | καλέσω | Ρήμα | θα καλέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καλώ. | |
| 855 | γαμημένο | Ρήμα | /ɣamiˈmeno/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γαμημένος. |
| 856 | μπορούσαν | Ρήμα | ||
| 857 | ανθρώπων | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του άνθρωπος. | |
| 858 | ξεκίνησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ. | |
| 859 | φροντίσω | Ρήμα | θα φροντίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φροντίζω. | |
| 860 | παππού | Ουσιαστικό | /ˈpa.pu/ | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παππούς. |
| 861 | παιχνίδια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιχνίδι. |