Meaning of καταλάβω | Babel Free
/ka.taˈla.vo/Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαμβάνω
- θα καταλάβω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλαβαίνω
- θα καταλάβω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλαμβάνω
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.