Meaning of νεκρός | Babel Free
/neˈkɾos/Ορισμοί
- που δε βρίσκεται πια στη ζωή, που έχει πεθάνει, που οι ζωτικές του λειτουργίες έχουν παύσει οριστικά
-
που δεν υφίσταται πια, που δεν μπορεί να υπάρξει ξανά figuratively
- που δε λειτουργεί πια εξαιτίας μεγάλης βλάβης
Παραδείγματα
“Ο πατέρας μου είναι νεκρός εδώ και πέντε χρόνια.”
My father has been dead for five years.
“Στη βόλτα μου, βρήκα ένα νεκρό πουλί.”
On my walk, I found a dead bird.
“Αυτό το πάρτι ήταν εντελώς νεκρό. Καλύτερα να εμένα σπίτι.”
That party was completely dead. It would have been better to stay home.
“Όταν σήκωσα το τηλέφωνο, ήταν νεκρό.”
When I picked up the phone, it was dead.
“νεκρός νόμος”
dead law
“Η Λατινική δεν είναι νεκρή γλώσσα.”
Latin is not a dead language.
“ο έρωτάς μας είναι πια νεκρός”
“δεν ακούω τίποτα, το τηλέφωνο είναι νεκρό”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.