Meaning of μας | Babel Free
/ˈmas/Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του εγώ genitive, plural, pronoun
- πολυτονική γραφή του μάς
-
αιτιατική πληθυντικού του εγώ accusative, plural, pronoun
- ο δικός μας
Παραδείγματα
“※ Πρὶν φτάσουμε στὴ μέση αὐτοῦ τοῦ δρόμου, ἐχάσαμε τὴ χρυσὴ πανοπλία, καὶ μόνο τὸ μεγάλο ἐρώτημά μας ὁλοένα πιὸ σφιχτὰ μᾶς περιβάλλει.”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.