Meaning of πια | Babel Free
/[pça]/Ορισμοί
- ήδη
- ενισχύει τη σημασία του ρήματος με την έννοια του οριστικού και τελεσίδικου, πλέον
- τελικά
Παραδείγματα
“Δε σε θέλω πια.”
I don't want you any more.
“Δεν είναι πια εδώ.”
He is no longer here.
“Ο Γιώργος έχει μεγαλώσει πια.”
George has now grown up.
“Ησύχασε πια!”
Be quiet already!
“(σε αρνητική εκφορά)”
“(με αναφορά στο μέλλον)”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.