Meaning of πλέον | Babel Free
/ˈpleon/Ορισμοί
- πια
- στο εξής
- σε αντίθεση με πριν, με παλιότερα
-
περισσότερο, πιο formal
- επιπλέον, εκτός από
- για το σχηματισμό συγκριτικού και σχετικού υπερθετικού βαθμού: πιο, πάρα πολύ
Παραδείγματα
“Ο πλέον γνωστός ηθοποιός.”
The more known actor.
“Είναι πλέον αργά.”
It's already late.
“Υποσχέθηκε να είναι πλέον πιστός στην φιλενάδα του.”
He promised to be faithful to his girlfriend from now on.
“Πλέον των διακοσίων χιλιάδων βγήκαν να ψηφίσουν.”
More than two hundred thousand came out to vote.
“Ήταν πλέον αργά για να διορθωθεί η κατάσταση.”
“Εργάστηκε στην εταιρεία δέκα και πλέον χρόνια.”
“Εργάσθηκε στην εταιρεία πλέον των δέκα ετών.”
“Θα καταβληθεί πλέον του φόρου και ειδικό τέλος.”
“είναι ο πλέον αρμόδιος”
“※ Δὲν ἦτον δρόμος πλέον περαστικὸς εἰς ὅλον τὸ χωρίον. Ἀδύνατον νὰ μὴν ἐπερνοῦσε κανεὶς ἀπ᾽ ἐκεῖ ὅστις θὰ ἀνέβαινεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν ἢ ὅστις θὰ κατέβαινεν εἰς τὴν κάτω.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.