Meaning of νεκρόφιλος | Babel Free
/neˈkro.fi.los/Ορισμοί
- που νιώθει σεξουαλική διέγερση από την επαφή με σώματα νεκρὠν ή γενικότερα από ό,τι έχει σχέση με το θάνατο
- που αναφέρεται σε αυτού του είδους τη σεξουαλική διαταραχή
Παραδείγματα
“νεκρόφιλη επιθυμία”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.