Meaning of έβαλα | Babel Free
/ˈe.va.la/Ορισμοί
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάζω
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάλλω
Παραδείγματα
“Older forms: ἔβαλα (ébala), ἔβαλον (ébalon)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.