HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του ηλικία | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
i.liˈci.a

Ορισμοί

  1. ο χρόνος που διανύθηκε από τη γέννηση ενός ανθρώπου, ζώου ή άλλου ζωντανού οργανισμού, έως μια συγκεκριμένη στιγμή
  2. ο χρόνος που διανύθηκε από τη δημιουργία ή την παρασκευή ενός πράγματος
  3. μια χρονική περίοδος (κατά προσέγγιση) στη ζωή ενός ανθρώπου

Ισοδύναμα

Български въ́зраст
Català edat
Čeština věk vek
Dansk alder
Deutsch Alter Alter alter
English age age
Esperanto ago
Español edad
Suomi ikä
Français âge âgé
Magyar kör
Italiano età
Kurdî age
Bahasa Melayu umur
Nederlands leeftijd ouderdom
Polski wiek
Português idade
Русский возраст
Svenska ålder ålderdom
Türkçe yaş yaş

Παραδείγματα

“Είμαι ηλικίας δεκάξι χρόνων”

Ι am sixteen years of age

“Είμαι σε ηλικία που …”

I am of an age where …

“τι ηλικία έχετε;”
“η ηλικία ενός δέντρου, μπορεί να υπολογισθεί από τα δακτυλίδια στην τομή του κορμού του”
“η ηλικία του σύμπαντος”
“παιδική ηλικία, νεαρή ηλικία, τρίτη ηλικία κ.λπ.”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ηλικία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free