CEFR Level
B2
Greek — Upper Intermediate Vocabulary
1,789 words
Can understand the main ideas of complex text on both concrete and abstract topics.
| # | Word | Type | IPA | Definition |
|---|---|---|---|---|
| 1 | έστειλες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω. | |
| 2 | αναπνοή | Ουσιαστικό | /anapnoˈi/ | η εισπνοή αέρα από τη μύτη και το στόμα και η εκπνοή του. |
| 3 | αισθάνεται | Ρήμα | ||
| 4 | φόβος | Ουσιαστικό | /ˈfo.vos/ | το δυσάρεστο συναίσθημα που προκαλεί η συνειδητοποίηση ή η φαντασίωση ενός επικείμενου κινδύνου. |
| 5 | μεγάλωσα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω. | |
| 6 | έδινα | Ρήμα | α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του δίνω. | |
| 7 | διάβασε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαβάζω. | |
| 8 | εγκλήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγκλημα. | |
| 9 | φροντίδα | Ουσιαστικό | /fɾonˈdi.ða/ | η έγνοια και το ενδιαφέρον καθώς και η έμπρακτη εκδήλωσή τους προς κάποιον ή κάτι. |
| 10 | κωδικά | Ουσιαστικό, Επίθετο | αιτιατική ενικού του κώδικας. | |
| 11 | έπιασαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω. | |
| 12 | μπαίνεις | Ρήμα | ||
| 13 | ψεύτικο | Επίθετο | /ˈpse.fti.ko/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ψεύτικος. |
| 14 | καθαρίσω | Ρήμα | θα καθαρίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθαρίζω. | |
| 15 | διαβάσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάβαση. | |
| 16 | εμπιστευτείς | Ρήμα | θα εμπιστευτείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμπιστεύομαι. | |
| 17 | εικόνες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικόνα. | |
| 18 | στείλεις | Ρήμα | θα στείλεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέλνω. | |
| 19 | σεφ | Ουσιαστικό, Φράση | /ˈsef/ | ο δεξιοτέχνης της μαγειρικής. |
| 20 | ρυθμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του ρυθμός. | |
| 21 | γήπεδο | Ουσιαστικό | /ˈʝipeðo/ | χώρος διεξαγωγής ομαδικών αθλημάτων. |
| 22 | παράξενα | Επίθετο, Επίρρημα | /paˈɾaksena/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράξενο, ουδέτερο του παράξενος. |
| 23 | αιμορραγία | Ουσιαστικό | /e.mo.ɾaˈʝi.a/ | η απώλεια αίματος, εξωτερικά ή εσωτερικά του σώματος, λόγω ρήξης των αιμοφόρων αγγείων, η οποία προκαλείται από τραυματι… |
| 24 | νεαρό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νεαρός. | |
| 25 | φάτε | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈfa.te/ | θα φάτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρώω. |
| 26 | επαγγελματίας | Ουσιαστικό | /e.paŋ.ɟel.maˈti.as/ | που ασκεί δραστηριότητα με συνέπεια, υπευθυνότητα και επιτυχία. |
| 27 | καυτό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καυτός. | |
| 28 | γνώση | Ουσιαστικό | /ˈɣno.si/ | οι πληροφορίες που αποκτά κάποιος και οι παραστάσεις που σχηματίζει για τον κόσμο και τα πράγματα μετά από την νοητική ε… |
| 29 | συμπαθώ | Ρήμα | /sim.baˈθo/ | αισθάνομαι ή εκφράζω συμπάθεια για κάποιο πρόσωπο. |
| 30 | γυρίστε | Ρήμα, Επίθετο | κλητική ενικού του γυριστός. | |
| 31 | ξεκινάει | Ρήμα | ||
| 32 | κλείσεις | Ρήμα | θα κλείσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλείνω. | |
| 33 | εαυτούς | Αντωνυμία | /e.aˈftus/ | αιτιατική πληθυντικού του εαυτός. |
| 34 | έπεσα | Ρήμα | /ˈe.pe.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέφτω. |
| 35 | ενδιαφέρουσα | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | nominative/accusative/vocative feminine singular of ενδιαφέρων (endiaféron). | |
| 36 | πιστέψει | Ρήμα | θα πιστέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιστεύω. | |
| 37 | τσιγάρα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγάρο. | |
| 38 | γάμα | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈɣa.ma/ | το τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (γ, κεφαλαίο: Γ). |
| 39 | ίδιοι | Επίθετο | masculine nominative/vocative plural of ίδιος (ídios). | |
| 40 | καλούς | Ουσιαστικό, Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του καλός. | |
| 41 | ξυπνήσει | Ρήμα | θα ξυπνήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξυπνώ. | |
| 42 | χτυπήσω | Ρήμα | θα χτυπήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χτυπώ. | |
| 43 | γράψεις | Ρήμα | θα γράψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γράφω. | |
| 44 | κατέβα | Ουσιαστικό, Ρήμα | γυναικείο επώνυμο. | |
| 45 | οίκο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του οίκος. | |
| 46 | πιει | Ρήμα | /pçi/ | θα πιει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πίνω. |
| 47 | συζύγου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του σύζυγος. | |
| 48 | πιστόλι | Ουσιαστικό | κοντόκαννο πυροβόλο όπλο μικρού μεγέθους που κρατιέται με το ένα χέρι. | |
| 49 | ταυτόχρονα | Επίθετο, Επίρρημα | /taˈfto.xɾo.na/ | την ίδια στιγμή, σε παράλληλο χρόνο. |
| 50 | όρους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του όρος. | |
| 51 | μεγάλωσε | Ρήμα | /meˈɣa.lo.se/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω. |
| 52 | τέρατα | Ουσιαστικό | nominative/accusative/vocative plural of τέρας (téras). | |
| 53 | κερδίσουμε | Ρήμα | θα κερδίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κερδίζω. | |
| 54 | διαφορετικός | Επίθετο | αλλαγμένος, που παρουσιάζει διαφορά σε σχέση με άλλη χρονική στιγμή. | |
| 55 | συστήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύστημα. | |
| 56 | μίσος | Ουσιαστικό | /ˈmi.sos/ | εχθρική διάθεση εναντίον ενός ανθρώπου ή κατάστασης. |
| 57 | ελπίσουμε | Ρήμα | θα ελπίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ελπίζω. | |
| 58 | φωνάζει | Ρήμα | /foˈna.zi/ | |
| 59 | πεινάς | Ρήμα | ||
| 60 | υπόσχεση | Ουσιαστικό | /iˈpo.sçe.si/ | η διαβεβαίωση που δίνει κάποιος (οικειοθελώς ή όχι) ότι θα πραγματοποιήσει κάτι. |
| 61 | πρόσωπα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσωπο. | |
| 62 | επικίνδυνος | Επίθετο | /e.piˈcin.ði.nos/ | που έχει κάποιον κίνδυνο. |
| 63 | ονόματι | Ουσιαστικό, Επίρρημα | called, named. | |
| 64 | πανέμορφο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πανέμορφος. | |
| 65 | γνώστη | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνωστός. | |
| 66 | συνεχίζει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συνεχίζω. | |
| 67 | πουκάμισο | Ουσιαστικό | /puˈka.mi.so/ | ρούχο που φοριέται στο πάνω μέρος του σώματος και κουμπώνει από πάνω ως κάτω στο μπροστινό μέρος. |
| 68 | αναμονή | Ουσιαστικό | το τμήμα της κολόνας από οπλισμένο σκυρόδεμα και οι σιδερένιες ράβδοι της που έχουν αφεθεί να εξέχουν στην ταράτσα ενός… | |
| 69 | τέχνης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του τέχνη. | |
| 70 | φόνου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του φόνος. | |
| 71 | βρεθούμε | Ρήμα | θα βρεθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκομαι. | |
| 72 | κακία | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kaˈci.a/ | η μνησικακία, το να κρατάει κάποιος μέσα του την ανάμνηση του κακού που του έκανε κάποιος άλλος. |
| 73 | μαύρος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈma.vɾos/ | ο άνθρωπος με πολύ σκούρο δέρμα ή που ανήκει στη λεγόμενη (σύμφωνα με όσους ακολουθούν τη φυλετική διάκριση των ανθρώπων… |
| 74 | ήχος | Ουσιαστικό | /ˈi.xo̞s/ | ό,τι αντιλαμβάνονται οι ζωντανοί οργανισμοί με την αίσθηση της ακοής. |
| 75 | ελέγξουμε | Ρήμα | θα ελέγξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ελέγχω. | |
| 76 | κανόνας | Ουσιαστικό | /kaˈno.nas/ | εκκλησιαστικός ύμνος που αποτελείται από εννέα ωδές, οι οποίες αντιστοιχούσαν αρχικά με τις εννέα ωδές της Βίβλου. |
| 77 | εγκέφαλο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του εγκέφαλος. | |
| 78 | βήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βήμα. | |
| 79 | πτώση | Ουσιαστικό | /ˈpto.si/ | κάθε ένας από τους τύπους που σχηματίζουν τα κλιτά μέρη του λόγου εκτός από το ρήμα. |
| 80 | παλιές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιά. | |
| 81 | πλευρό | Ουσιαστικό | /pleˈvɾo/ | το μέρος του κορμού του σώματος μεταξύ της πλάτης και του στήθους/κοιλιακής χώρας. |
| 82 | σημειώσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | το αναλυτικό πρόγραμμα ενός μαθήματος με περιγραφική περίληψη-σύνοψη-ανακεφαλαίωση του κυρίως βιβλίου. | |
| 83 | βάλουν | Ρήμα | /ˈva.lun/ | θα βάλουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βάλλω. |
| 84 | δήμαρχος | Ουσιαστικό | /ˈðimaɾxos/ | ο καθένας από τους δύο άρχοντες που εκπροσωπούσαν τους πληβείους. |
| 85 | αστειεύομαι | Ρήμα | /a.stiˈe.vo.me/ | δεν παίρνω κάτι στα σοβαρά, το αντιμετωπίζω με ελαφρότητα, χιουμοριστικά. |
| 86 | παντρευτούμε | Ρήμα | θα παντρευτούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παντρεύομαι. | |
| 87 | βάζουν | Ρήμα | /ˈva.zun/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω. |
| 88 | σκέφτηκε | Ρήμα | /ˈsce.fti.ce/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του σκέφτομαι. |
| 89 | ξόρκι | Ουσιαστικό | η λέξη ή φράση, κατανοητή συνήθως, που θεωρείται ότι διώχνει το κακό πνεύμα. | |
| 90 | ύψος | Ουσιαστικό | /ˈi.psos/ | η κάθετη απόσταση που ενώνει τη βάση και την κορυφή ενός σχήματος ή τις παράλληλες βάσεις ενός σχήματος ή στερεού. |
| 91 | τρελά | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈtɾe.la/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρελός. |
| 92 | μαύρα | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈma.vɾa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μαύρο) του μαύρος. |
| 93 | Παντές | Ουσιαστικό, Άρθρο | masculine nominative/vocative plural of πας (pas). | |
| 94 | εσωτερικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | το μέρος που βρίσκεται σε εσωτερικό χώρο. | |
| 95 | γριά | Ουσιαστικό | /ɣɾiˈa/ | γυναίκα προχωρημένης ηλικίας. |
| 96 | βενζίνη | Ουσιαστικό | /venˈzi.ni/ | υγρό με πτητική κι εύφλεκτη ιδιότητα και με χαρακτηριστική και έντονη οσμή, το οποίο παράγεται από την επεξεργασία του α… |
| 97 | επιστρέφει | Ρήμα | γʹ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος επιστρέφω. | |
| 98 | νιώσω | Ρήμα | θα νιώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νιώθω. | |
| 99 | ειδικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ειδικός. | |
| 100 | πρώτες | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρώτη. | |
| 101 | πα | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | ο πρώτος από τους εφτά φθόγγους της βυζαντινής μουσικής κλίμακας. | |
| 102 | οθόνη | Ουσιαστικό | /oˈθo.ni/ | λευκή επιφάνεια από πανί, πλαστικό ή άλλο υλικό, κατάλληλη για να προβληθούν πάνω της από ειδική συσκευή εικόνες ή κινημ… |
| 103 | λυπάσαι | Ρήμα | /liˈpa.se/ | |
| 104 | ανόητη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανόητος. | |
| 105 | φτάνουν | Ρήμα | /ˈfta.nun/ | |
| 106 | δυτικά | Επίθετο, Επίρρημα | προς τη δύση, στο δυτικό μέρος. | |
| 107 | βαρύ | Επίθετο | neuter nominative/accusative/vocative singular. | |
| 108 | φτιάχνω | Ρήμα | /ˈftça.xno/ | φέρνω κάποιον σε κατάσταση ευθυμίας ή ευφορίας. |
| 109 | γέλια | Ουσιαστικό | nominative plural of γέλιο (gélio). | |
| 110 | λευκός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /lefˈkos/ | που έχει ανοιχτόχρωμο δέρμα, που ανήκει στη λεγόμενη λευκή φυλή, σε αντίθεση με τους Αφρικανούς ή τους Ασιάτες. |
| 111 | σταμάτησα | Ρήμα | /staˈma.ti.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταματώ. |
| 112 | στάδιο | Ουσιαστικό | /ˈsta.ði.o/ | μεγάλος χώρος, συνήθως ανοιχτός, ειδικά διαμορφωμένος με εγκαταστάσεις και με θέσεις για μεγάλο αριθμό θεατών, που χρησι… |
| 113 | φέρνεις | Ρήμα | /ˈfeɾ.nis/ | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φέρνω. |
| 114 | μουσείο | Ουσιαστικό | /muˈsi.o/ | χώρος όπου εκτίθενται αντικείμενα ιστορικής ή καλλιτεχνικής ή γενικότερα μορφωτικής αξίας. |
| 115 | υπουργείο | Ουσιαστικό | /i.puɾˈʝi.o/ | η δημόσια υπηρεσία που καλύπτει έναν τομέα του κυβερνητικού έργου και έχει επικεφαλής έναν υπουργό. |
| 116 | πάσα | Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Άρθρο | /ˈpa.sa/ | feminine nominative/vocative singular of πας (pas). |
| 117 | εξηγεί | Ρήμα | /e.ksiˈʝi/ | |
| 118 | εύκολη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύκολος. | |
| 119 | χορός | Ουσιαστικό | /xoˈɾos/ | σώμα υποκριτών στην αρχαία τραγωδία από 12 και αργότερα 15 άτομα το οποίο έκανε χορευτικές κινήσεις και ερμήνευε το χορι… |
| 120 | έλαβα | Ρήμα | /ˈe.la.va/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω. |
| 121 | λάβει | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα λάβει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λαμβάνω. | |
| 122 | έμεινα | Ρήμα | /ˈe.mi.na/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω. |
| 123 | εξωτερικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | τα ξένα κράτη (ως σύνολο) ή κάποια ξένη χώρα που δεν κατονομάζεται. | |
| 124 | κλαίει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κλαίω. | |
| 125 | υπόλοιπους | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του υπόλοιπος. | |
| 126 | μπλούζα | Ουσιαστικό | υφασμάτινο ελαφρύ ένδυμα για το πάνω μέρος του σώματος. | |
| 127 | εμπιστευτώ | Ρήμα | θα εμπιστευτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμπιστεύομαι. | |
| 128 | χειροπέδες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροπέδη. | |
| 129 | θερμοκρασία | Ουσιαστικό | /θeɾmokɾaˈsia/ | το φυσικό μέγεθος που εκφράζει το πόσο κρύο ή ζεστό είναι ένα σώμα και μετριέται με ένα θερμόμετρο σε διάφορες κλίμακες… |
| 130 | φίλου | Ουσιαστικό, Επίθετο | genitive masculine singular of φίλος (fílos). | |
| 131 | πέτρες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτρα. | |
| 132 | καφές | Ουσιαστικό | /kaˈfes/ | το ρόφημα που παρασκευάζεται από τους αλεσμένους σπόρους του καφέ. Ονομάζεται ανάλογα με τον τρόπο παρασκευής ή τη χώρα… |
| 133 | κατανοητό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κατανοητός. | |
| 134 | ασυνήθιστο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (ασυνήθιστο) του ασυνήθιστος. | |
| 135 | προσβολή | Ουσιαστικό | /pɾo.zvoˈli/ | η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσβάλλω· η φυσική, λεκτική ή ηθική επίθεση ή βιαιοπραγία ή κτύπημα που έχει σα σκοπό να… |
| 136 | πείσω | Ρήμα | /ˈpiso/ | θα πείσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πείθω. |
| 137 | καθαρός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ka.θaˈɾos/ | που δεν βαρύνεται ηθικά ή νομικά με ενοχή ή μετά από έλεγχο προκύπτει ότι δεν υπάρχουν εις βάρος του ενοχοποιητικά στοιχ… |
| 138 | σεξουαλική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεξουαλικός. | |
| 139 | γεννήθηκα | Ρήμα | /ʝeˈni.θi.ka/ | α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του γεννιέμαι. |
| 140 | αρκούδα | Ουσιαστικό | /aɾˈku.ða/ | μεγάλο σαρκοβόρο ή/και παμφάγο θηλαστικό με δασύ τρίχωμα, μεγάλο κεφάλι, μικρά αυτιά και γαμψά νύχια. Μπορεί να στέκεται… |
| 141 | απασχολημένη | Ρήμα | /a.pa.sxo.liˈme.ni/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απασχολημένος. |
| 142 | βασίλειο | Ουσιαστικό | /vaˈsi.li.o/ | ταξινομική βαθμίδα κατώτερη της επικράτειας και ανώτερη της συνομοταξίας για το σύνολο των ζώων, των φυτών, των μυκήτων… |
| 143 | μαλακές | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακή. | |
| 144 | χιόνι | Ουσιαστικό | /ˈço.ni/ | καιρικό φαινόμενο κατά στο οποίο οι υδρατμοί της ατμόσφαιρας κρυσταλλοποιούνται από το κρύο και πέφτουν στη γη με τη μορ… |
| 145 | πόσους | Επίθετο, Αντωνυμία | accusative masculine plural of πόσος (pósos). | |
| 146 | κεφάλαιο | Ουσιαστικό | /ce.faˈle.o/ | οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο (κτίρια, μηχανές, γη) ενσωματώνεται στην παραγωγική διαδικασία. |
| 147 | μπλέξει | Ρήμα | θα μπλέξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπλέκω. | |
| 148 | φροντίσει | Ρήμα | θα φροντίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φροντίζω. | |
| 149 | ενδιαφέρομαι | Ρήμα | /en.ði̯aˈfe.ɾo.me/ | δείχνω (ερωτικό) ενδιαφέρον, συμπαθώ (ερωτικά). |
| 150 | κανονίσει | Ρήμα | /ka.noˈni.si/ | θα κανονίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κανονίζω. |
| 151 | μάζεψε | Ρήμα | /ˈma.ze.pse/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύω. |
| 152 | υπεύθυνη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεύθυνος. | |
| 153 | αηδία | Ουσιαστικό | /aiˈðia/ | αίσθημα αποστροφής για κάτι. |
| 154 | επρόκειτο | Ρήμα | /eˈpɾo.cit.o/ | |
| 155 | κάλυψη | Ουσιαστικό | /ˈka.li.psi/ | κάτι που χρησιμοποιώ για να αποκρύψω την ταυτότητά μου ή να περάσω απαρατήρητος. |
| 156 | γουστάρω | Ρήμα | /ɣuˈsta.ɾo/ | μου αρέσει πολύ κάτι / κάποιος, λαχταρώ. |
| 157 | πυροβόλησαν | Ρήμα | /pi.ɾoˈvo.li.san/ | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ. |
| 158 | κοιτάω | Ρήμα | /ciˈta.o/ | άλλη μορφή του κοιτάζω. |
| 159 | κόψει | Ρήμα | /ˈko.psi/ | θα κόψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κόβω. |
| 160 | πουτάνα | Ουσιαστικό | /puˈtana/ | υποτιμητικός όρος για γυναίκα, κυρίως για να τη χαρακτηρίσει ύπουλη. |
| 161 | ρώτησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωτώ. | |
| 162 | πάψε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παύω. | |
| 163 | προαίσθημα | Ουσιαστικό | /pɾoˈe.sθi.ma/ | το αίσθημα που έχεις εκ των προτέρων και επιβεβαιώνεται στην πορεία. |
| 164 | πληγή | Ουσιαστικό | /pliˈʝi/ | μια μικρότερη ή μεγαλύτερη τρύπα ή άνοιγμα στο δέρμα ή / και στους από κάτω ιστούς του σώματος, που έχει προκληθεί από τ… |
| 165 | ψεύτης | Ουσιαστικό | /ˈpse.ftis/ | αυτός που λέει ψέματα, που ψεύδεται. |
| 166 | απόλυτη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολυτός. | |
| 167 | καζίνο | Ουσιαστικό | /kaˈzi.no/ | μεγάλος και, συνήθως, πολυτελής χώρος όπου διατίθενται νόμιμα τυχερά παιχνίδια, όπως ζάρια, ρουλέτα, χαρτιά κ.λπ. |
| 168 | χρησιμοποιώ | Ρήμα | /xɾi.si.mo.piˈo/ | μεταχειρίζομαι, κάνω χρήση ενός αντικειμένου ως μέσο για να πετύχω κάτι. |
| 169 | ανατολικά | Επίθετο, Επίρρημα | στην ανατολή ή προς την ανατολή. | |
| 170 | οδηγό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του οδηγός. | |
| 171 | πρόσκληση | Ουσιαστικό | /ˈpɾo.skli.si/ | έγγραφο καλέσματος ή ελεύθερης εισόδου κάπου. |
| 172 | συνηθισμένο | Ρήμα | /siniθiˈzmeno/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συνηθισμένος. |
| 173 | όπλων | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του όπλο. | |
| 174 | κακοί | Επίθετο | /kaˈci/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακός. |
| 175 | διαγωνισμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του διαγωνισμός. | |
| 176 | κόκκινη | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈkocini/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κόκκινος. |
| 177 | αυτί | Ουσιαστικό | /aˈfti/ | άλλη γραφή του αφτί. |
| 178 | βόμβες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βόμβα. | |
| 179 | υποτίτλων | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του υπότιτλος. | |
| 180 | πρόβα | Ουσιαστικό | /ˈpɾo.va/ | η δοκιμή που γίνεται πριν την τελική παρουσίαση ενός θέματος (θέατρου, τραγουδιού, ομιλίας, κτ...). |
| 181 | περιπτώσεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίπτωση. | |
| 182 | πουλήσω | Ρήμα | θα πουλήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πουλάω. | |
| 183 | επέστρεψα | Ρήμα | /eˈpe.stɾe.psa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω. |
| 184 | εχθές | Επίρρημα | /exˈθes/ | άλλη μορφή του χτες. |
| 185 | Πέτας | Ουσιαστικό, Ρήμα | /peˈtas/ | |
| 186 | κατέστρεψε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω. | |
| 187 | δώδεκα | Επίθετο | /ˈðo.ðe.ka/ | το απόλυτο αριθμητικό (12) που ακολουθεί το έντεκα και προηγείται του δεκατρία. |
| 188 | καθρέφτη | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καθρέφτης. | |
| 189 | μπόρεσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπορώ. | |
| 190 | ζήσουμε | Ρήμα | θα ζήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζω. | |
| 191 | έπιασες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω. | |
| 192 | σκάφη | Ουσιαστικό | μεγάλο ξύλινο ανοιχτό δοχείο που χρησιμοποιούνταν παλιότερα για το πλύσιμο των ρούχων. | |
| 193 | κανονικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κανονικός. | |
| 194 | κοιμήσου | Ρήμα | /ciˈmi.su/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι. |
| 195 | διάσημος | Επίθετο | /ˈði̯a.si.mos/ | γνωστός σε πάρα πολύ κόσμο. |
| 196 | γελάς | Ουσιαστικό, Ρήμα | ||
| 197 | παντρεμένοι | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | /pan.dɾeˈme.ni/ | nominative/vocative plural of παντρεμένος (pantreménos). |
| 198 | εργαλεία | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργαλείο. | |
| 199 | κέικ | Ουσιαστικό | /cei̯k/ | γλυκό από ζύμη με αλεύρι, ζάχαρη, αβγά και μαγιά που ψήνεται στο φούρνο συνήθως μέσα σε μακρόστενες ή στρογγυλές φόρμες… |
| 200 | κοιλιά | Ουσιαστικό | /ciˈʎa/ | τμήμα του σώματος ανάμεσα στον θώρακα και την πύελο στους ανθρώπους και άλλα σπονδυλωτά το οποίο εμπεριέχει το μεγαλύτερ… |
| 201 | ανν | Ουσιαστικό, Φράση | συντομογραφία του αν και μόνο αν. Η ισοδυναμία. | |
| 202 | μοιάζω | Ρήμα | /ˈmɲazo/ | (γ΄ενικό) μοιάζει να... : δίνει την εντύπωση, φαίνεται να. |
| 203 | ξεχωριστό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ξεχωριστός. | |
| 204 | σαλόνι | Ουσιαστικό | /saˈlo.ni/ | συνεχόμενες σελίδες εντύπου που φαίνονται σαν σύνολο και συνήθως περιέχουν μία ενιαία φωτογραφία. |
| 205 | συναυλία | Ουσιαστικό | /si.naˈvli.a/ | εκτέλεση μουσικού κομματιού μπροστά σε κοινό. |
| 206 | αλλάξουν | Ρήμα | θα αλλάξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλλάζω. | |
| 207 | νεύρα | Ουσιαστικό | χορδή (τόξου ή μουσικού οργάνου) φτιαγμένη από νεύρο ζώου. | |
| 208 | επίδειξη | Ουσιαστικό | /eˈpi.ði.ksi/ | η προβολή (πλούτου, δύναμης κ.λπ.) με σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων ή τον εκφοβισμό. |
| 209 | τρελάθηκες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι. | |
| 210 | Μαθέ | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίρρημα | /ˈma.θe/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω. |
| 211 | γυναικών | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του γυναίκα. | |
| 212 | θυμήθηκα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμάμαι. | |
| 213 | μήνυση | Ουσιαστικό | /ˈmi.ni.si/ | η προφορική ή γραπτή καταγγελία αξιοτιμώρητης πράξης στις εισαγγελικές ή αστυνομικές αρχές, χωρίς τη δυνατότητα αξιώσεως… |
| 214 | λαός | Ουσιαστικό, Φράση | /ˈla.os/ | τα κατώτερα στρώματα μιας κοινωνίας, κατώτερα από οικονομική άποψη και από άποψη γοήτρου· στην περίπτωση αυτή ο λαός δια… |
| 215 | μάγκα | Ουσιαστικό | μικρή ομάδα άτακτου στρατού κατά τον 18^ο και 19^ο αιώνα. | |
| 216 | ποδόσφαιρο | Ουσιαστικό | /poˈðosfero/ | ομαδικό άθλημα στο οποίο οι παίκτες της μιας ομάδας προσπαθούν να οδηγήσουν την μπάλα στο τέρμα του αντιπάλου χρησιμοποι… |
| 217 | άλλαξαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλάζω. | |
| 218 | πετάξεις | Ρήμα | θα πετάξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετώ. | |
| 219 | παράξενη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράξενος. | |
| 220 | βαθμούς | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του βαθμός. | |
| 221 | νικήσει | Ρήμα | θα νικήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νικώ. | |
| 222 | Γρηγόρη | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρήγορος. | |
| 223 | τηλεφωνήσει | Ρήμα | θα τηλεφωνήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τηλεφωνώ. | |
| 224 | βλακεία | Ουσιαστικό | /vlaˈci.a/ | ανόητη σκέψη ή ενέργεια. |
| 225 | συναγερμός | Ουσιαστικό | /si.na.ʝeɾˈmos/ | μηχανισμός που τοποθετείται σε αντικείμενα ή οικήματα και εκπέμπει ειδικό ηχητικό σήμα για να προειδοποιήσει ότι κάτι ξα… |
| 226 | προηγούμενο | Ουσιαστικό, Ρήμα | /pro.i.ˈɣu.me.no/ | γεγονός που έχει συμβεί στο παρελθόν ή συμβαίνει για πρώτη φορά και λειτουργεί ως πρότυπο για να συμβούν στο μέλλον παρό… |
| 227 | ανοίξουμε | Ρήμα | θα ανοίξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανοίγω. | |
| 228 | χώμα | Ουσιαστικό | /ˈxo.ma/ | το λεπτόκοκκο στερεό υλικό που καλύπτει την επιφάνεια πλανητών. |
| 229 | πρώτοι | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρώτος. | |
| 230 | επισκέπτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκέπτης. | |
| 231 | μες | Ουσιαστικό, Επίρρημα | μέσα (σε θέση πρόθεσης). | |
| 232 | μεγαλώσει | Ρήμα | θα μεγαλώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μεγαλώνω. | |
| 233 | δημοσιογράφος | Ουσιαστικό | /ði.mo.si.oˈɣɾa.fos/ | που έχει ως επάγγελμά του τη δημοσιογραφία. |
| 234 | βαθμό | Ουσιαστικό | accusative singular of βαθμός (vathmós). | |
| 235 | ανέβα | Ουσιαστικό, Ρήμα | /aˈne.va/ | |
| 236 | συγκρότημα | Ουσιαστικό | /siˈɡɾo.ti.ma/ | σύνολο πολλών πραγμάτων που μοιάζουν μεταξύ τους. |
| 237 | δεχτεί | Ρήμα | /ðeˈxti/ | θα δεχτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δέχομαι. |
| 238 | στείλουν | Ρήμα | θα στείλουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέλνω. | |
| 239 | πυροβολήσω | Ρήμα | /pi.ɾo.voˈli.so/ | θα πυροβολήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πυροβολώ. |
| 240 | αυτοκτόνησε | Ρήμα | /a.ftoˈkto.ni.se/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκτονώ. |
| 241 | νόμου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του νόμος. | |
| 242 | τούνελ | Ουσιαστικό | /ˈtu.nel/ | τεχνητό υπόγειο ή υποθαλάσσιο όρυγμα, που ανοίγεται για να επιτρέψει τη διάβαση ενός αυτοκινητοδρόμου ή μιας σιδηροδρομι… |
| 243 | κάλεσες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλώ. | |
| 244 | όριο | Ουσιαστικό | /ˈo.ri.o/ | η τιμή στην οποία συγκλίνει μια ακολουθία, δηλαδή η κοινή τιμή του ανώτερου και του κατώτερου ορίου μιας ακολουθίας. |
| 245 | ευθεία | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /e.ˈfθi.a/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευθύς. |
| 246 | ομιλία | Ουσιαστικό | /o.miˈli.a/ | ο προφορικός λόγος, η πραγμάτωση της γλωσσικής ικανότητας με την εκφορά των φθόγγων που συγκροτούν λέξεις και προτάσεις… |
| 247 | αργήσω | Ρήμα | /aɾˈʝi.so/ | θα αργήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αργώ. |
| 248 | κλοπή | Ουσιαστικό | /kloˈpi/ | η ενέργεια του κλέβω, αφαίρεση πράγματος που δε μας ανήκει. |
| 249 | δάχτυλο | Ουσιαστικό | /ˈða.xti.lo/ | κάθε μία από τις αρθρωτές άκρες των χεριών και των ποδιών ανθρώπων και ζώων. |
| 250 | επέμβαση | Ουσιαστικό | /eˈpeɱ.va.si/ | εκούσια ενέργεια που αποσκοπεί στην αλλαγή μιας κατάστασης. |
| 251 | πουλήσει | Ρήμα | /puˈli.si/ | θα πουλήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πουλάω. |
| 252 | πάρκινγκ | Ουσιαστικό | ο χώρος στάθμευσης. | |
| 253 | έλεγχος | Ουσιαστικό | /ˈe.leŋ.xos/ | ο περιορισμός των διαστάσεων ή των συνεπειών ενός ανεπιθύμητου ή καταστροφικού φαινομένου στα επιθυμητά ή ανεκτά επίπεδα. |
| 254 | ξεπεράσει | Ρήμα | /kse.peˈɾa.si/ | |
| 255 | ζόμπι | Ουσιαστικό | /ˈzom.bi/ | το σώμα ενός νεκρού που επανέρχεται στη ζωή υπερφυσικά, για να υπηρετεί άβουλα αυτόν που τον επαναφέρει. |
| 256 | επίπεδα | Ουσιαστικό, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπεδο. | |
| 257 | πλήθος | Ουσιαστικό | /ˈpli.θos/ | αριθμητική ποσότητα, αριθμός. |
| 258 | άμεση | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμεσος. | |
| 259 | συντομότερο | Επίθετο | /sin.doˈmo.te.ro/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συντομότερος. |
| 260 | επιθεωρητής | Ουσιαστικό | /e.pi.θe.o.ɾiˈtis/ | ιεραρχικός τίτλος ή βαθμός δημοσίου υπαλλήλου που επιθεωρεί, ελέγχει ή συντονίζει τις υπηρεσίες ευθύνης του. |
| 261 | ανάγκης | Ουσιαστικό | /aˈnaŋ.ɟis/ | γενική ενικού του ανάγκη. |
| 262 | ατμόσφαιρα | Ουσιαστικό | /aˈtmo.sfe.ɾa/ | μετεωρολογία) η μάζα αερίων που βρίσκεται γύρω από ένα πλανήτη ή δορυφόρο. |
| 263 | επίσημα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /eˈpi.si.ma/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίσημο, ουδέτερο του επίσημος. |
| 264 | ίδιες | Επίθετο | feminine nominative/accusative/vocative plural of ίδιος (ídios). | |
| 265 | αηδιαστικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αηδιαστικός. | |
| 266 | φρικτό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φρικτός. | |
| 267 | αδυναμία | Ουσιαστικό | /a.ði.naˈmi.a/ | η ανικανότητα κάποιου, το να μην μπορέσει κάποιος να επιτύχει κάτι. |
| 268 | κλείσουμε | Ρήμα | θα κλείσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλείνω. | |
| 269 | διοικητή | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διοικητής. | |
| 270 | γλυκός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ɣliˈkos/ | χαριτωμένος, ευγενικός, που δεν δημιουργεί εντάσεις. |
| 271 | ψάξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνω. | |
| 272 | όργανα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όργανο. | |
| 273 | πέρνα | Ρήμα | /ˈpeɾ.na/ | |
| 274 | καλέστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλώ. | |
| 275 | παραμείνει | Ρήμα | θα παραμείνει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραμένω. | |
| 276 | ζωντανά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | με ζωντάνια. | |
| 277 | ακρόαση | Ουσιαστικό | /aˈkro.a.si/ | η παρουσίαση γεγονότων, επιχειρημάτων, μαρτυρίας κλπ. μπροστά σε δικαστικές αρχές. |
| 278 | πίστεψα | Ρήμα | /ˈpi.ste.psa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστεύω. |
| 279 | λιμάνι | Ουσιαστικό | /liˈmani/ | περιοχή παραθαλάσσια (ή παραλίμνια ή παραποτάμια) που επιτρέπει παραμονή πλοίων:. |
| 280 | φορέσω | Ρήμα | θα φορέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φορώ. | |
| 281 | κοιμήθηκες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι. | |
| 282 | τζίνι | Ουσιαστικό | /ˈd͡zi.ni/ | υπερφυσικό πνεύμα, υποδεέστερο των αγγέλων, με την ικανότητα να μεταμορφώνεται σε οποιοδήποτε ζώο ή άνθρωπο. |
| 283 | ελπίδες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελπίδα. | |
| 284 | σιχαίνομαι | Ρήμα | /siˈçenome/ | θεωρώ κάτι τόσο αηδιαστικό, ώστε να αποφεύγω την επαφή μαζί του. |
| 285 | σακάκι | Ουσιαστικό | ένδυμα που καλύπτει τον κορμό και τα χέρια και κουμπώνει μπροστά. | |
| 286 | πρίγκιπα | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρίγκιπας. | |
| 287 | Κοινή | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ciˈni/ | η γλώσσα που μιλιέται από το σύνολο ενός ομόγλωσσου πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των ομιλητών ιδιωμάτων και διαλέκτων… |
| 288 | χαίρω | Ρήμα | /ˈçe.ro/ | ως προσφώνηση και χαιρετισμός-αποχαιρετισμός. |
| 289 | εμφανίζεται | Ρήμα | /eɱ.faˈni.ze.te/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του εμφανίζω. |
| 290 | όσκαρ | Ουσιαστικό | /ˈo.skaɾ/ | επιχρυσωμένο αγαλματίδιο που δίνεται κάθε χρόνο ως βραβείο από την Ακαδημία Τέχνης και Επιστημών του Κινηματογράφου των… |
| 291 | έτος | Ουσιαστικό | /ˈetos/ | χρονική περίοδος αντίστοιχη με το χρόνο περιφοράς της γης γύρω από τον ήλιο· ισοδυναμεί με 12 μήνες ή 365 μέρες, όμως κα… |
| 292 | ματσό | Ουσιαστικό, Επίθετο | δέσμη από όμοια, που την πιάνεις με το ένα χέρι. | |
| 293 | νοιάζομαι | Ρήμα | /ˈɲa.zo.me/ | με ενδιαφέρει κάτι (ή κάποιος) και ασχολούμαι μ’ αυτό(ν), το(ν) φροντίζω. |
| 294 | διαμάντια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμάντι. | |
| 295 | φτάσουν | Ρήμα | θα φτάσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτάνω. | |
| 296 | βοηθό | Ουσιαστικό | /voi̯ˈθo/ | αιτιατική ενικού του βοηθός. |
| 297 | δασκάλα | Ουσιαστικό | η εκπαιδευτικός που διδάσκει στο Δημοτικό σχολείο. | |
| 298 | τελειώσουν | Ρήμα | θα τελειώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τελειώνω. | |
| 299 | γνωριστήκαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνωρίζομαι. | |
| 300 | καταστρέψεις | Ρήμα | θα καταστρέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταστρέφω. | |
| 301 | ανάκριση | Ουσιαστικό | η εξέταση κάποιου από τις δικαστικές και αστυνομικές αρχές, συνήθως σε κάποιο προκαταρκτικό στάδιο. | |
| 302 | επικοινωνία | Ουσιαστικό | /e.pi.ci.noˈni.a/ | η ανταλλαγή απόψεων, συναισθημάτων, ιδεών, σκέψεων μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων. |
| 303 | σκάλα | Ουσιαστικό | /ˈska.la/ | μεταφέρσιμη κατασκευή, ξύλινη ή μεταλλική, που είναι φορητή από άνθρωπο ή τοποθετημένη σε ειδικό (συνήθως πυροσβεστικό)… |
| 304 | έρωτας | Ουσιαστικό | /ˈe.ɾo.tas/ | σαρκική έλξη ενός ατόμου προς άλλο, έντονη επιθυμία ή αγάπη, υπερβολική αφοσίωση. |
| 305 | διπλό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διπλός. | |
| 306 | μήκος | Ουσιαστικό | /ˈmi.kos/ | μία από τις τρεις διαστάσεις (μαζί με το πλάτος και το ύψος), εκείνη που είναι μεγαλύτερη στο οριζόντιο επίπεδο. |
| 307 | εγκληματίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκληματίας. | |
| 308 | συγκεκριμένα | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγκεκριμένος. | |
| 309 | συνταγή | Ουσιαστικό | /sin.daˈʝi/ | οδηγίες παρασκευής φαγητού, γλυκού, ποτού κ.λπ.: υλικά, ποσότητα, τρόπος παρασκευής κ.ά. |
| 310 | τηλεφωνήσεις | Ρήμα | θα τηλεφωνήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τηλεφωνώ. | |
| 311 | υπόψη | Επίρρημα | /iˈpo.psi/ | στα σχέδιά μου. |
| 312 | ξεκάθαρα | Επίθετο, Επίρρημα | /kseˈka.θa.ɾa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκάθαρο. |
| 313 | υ | Ουσιαστικό | ύψιλον: το εικοστό γράμμα (και έκτο φωνήεν) του ελληνικού αλφαβήτου. | |
| 314 | φίδι | Ουσιαστικό | /ˈfiði/ | στενόμακρο ερπετό χωρίς πόδια, ωοτόκο (σπανιότερα ωοζωοτόκο). |
| 315 | υποσχέσου | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι. | |
| 316 | μπέιζμπολ | Ουσιαστικό | άθλημα αμερικάνικης προέλευσης που παίζεται σε γήπεδο με δύο ομάδες από εννέα παίκτες· ο παίκτης της ομάδας που κάνει επ… | |
| 317 | μπότες | Ουσιαστικό | /boˈtes/ | nominative/accusative/vocative plural of μπότα (bóta). |
| 318 | αποτελεί | Ρήμα | /a.po.teˈli/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του αποτελώ. |
| 319 | σάρκα | Ουσιαστικό | /ˈsaɾ.ka/ | το μέρος του ανθρώπινου ή ζωϊκού σώματος που αποτελείται από μαλακούς ιστούς, σε αντίθεση με τα οστά. |
| 320 | τρέξτε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρέχω. | |
| 321 | έλεγξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ελέγχω. | |
| 322 | ευτυχισμένοι | Ρήμα, Επίθετο | nominative/vocative masculine plural of ευτυχισμένος (eftychisménos). | |
| 323 | ντρέπομαι | Ρήμα | /ˈdɾe.po.me/ | νιώθω σεβασμό για έναν άνθρωπο ή για κάτι που θεωρώ ότι έχει αξία και δεν θέλω να κάνω κάτι που θα τον/το προσβάλλει. |
| 324 | φόνους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του φόνος. | |
| 325 | Αστείος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /aˈsti.os/ | που προκαλεί το γέλιο και αρνητικά σχόλια. |
| 326 | άλλοθι | Ουσιαστικό | /ˈaloθi/ | η οποιαδήποτε βεβαίωση ότι ο κατηγορούμενος ποινικής δίκης βρισκόταν σε διαφορετικό τόπο κατά τον χρόνο τέλεσης του αποδ… |
| 327 | ευτυχισμένο | Ρήμα, Επίθετο | nominative/accusative/vocative neuter singular of ευτυχισμένος (eftychisménos). | |
| 328 | Χριστός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /xɾiˈstos/ | ο θεμελιωτής της Χριστιανικής θρησκείας. |
| 329 | απαγωγή | Ουσιαστικό | (κοινά), (νομικός όρος) η αρπαγή και αιχμαλωσία ενός προσώπου προκειμένου, συνήθως, να ζητηθούν λύτρα ή κάποιο άλλο αν… | |
| 330 | χιούμορ | Ουσιαστικό | /ˈçu.moɾ/ | εύθυμη αντιμετώπιση μιας κατάστασης μαζί με ειρωνεία και ενδεχομένως σάτιρα. |
| 331 | συζητήσω | Ρήμα | θα συζητήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συζητώ. | |
| 332 | κλείστε | Ρήμα, Επίθετο | κλητική ενικού του κλειστός. | |
| 333 | επανάσταση | Ουσιαστικό | /e.paˈna.sta.si/ | η εξέγερση κοινωνικών ομάδων ή λαών, με στόχους την απελευθέρωση από κάποιον δυνάστη, την ένωση με κάποια κρατική οντότη… |
| 334 | πιστέψτε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιστεύω. | |
| 335 | τέταρτο | Ουσιαστικό | /ˈtetaɾto/ | φθογγόσημο που δηλώνει ότι η νότα διαρκεί για έναν "κτύπο", δηλαδή για το ένα τέταρτο ενός πλήρους μέτρου των 4/4. |
| 336 | βγουν | Ρήμα | θα βγουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγαίνω. | |
| 337 | γυμναστήριο | Ουσιαστικό | /ʝi.mnaˈsti.ɾi.o/ | ειδικά διαμορφωμένος χώρος (ανοικτός ή κλειστός) για εκγύμναση, αθλοπαιδιές και γυμναστικές ασκήσεις. |
| 338 | λίγους | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του λίγος. | |
| 339 | προέρχεται | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προέρχομαι. | |
| 340 | αδέλφια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδέλφι. | |
| 341 | στρατού | Ουσιαστικό | γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Στράτος. | |
| 342 | κυρά | Ουσιαστικό | /ciˈɾa/ | οικισμός της Κύπρου στο κατεχόμενο από τους Τούρκους τμήμα της (Επαρχία Λευκωσίας). |
| 343 | έφαγες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω. | |
| 344 | επίτηδες | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /eˈpi.ti.ðes/ | (Ουσιαστικό). |
| 345 | αποκαλείς | Ρήμα | ||
| 346 | ακούσουν | Ρήμα | θα ακούσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακούω. | |
| 347 | κρύβει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κρύβω. | |
| 348 | πρίγκιπας | Ουσιαστικό | /ˈpɾiŋ.ɟi.pas/ | τίτλος ευγενείας και ονομασία του ανώτατου άρχοντα ενός κρατιδίου (πριγκιπάτου). |
| 349 | μπρος | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Επιφώνημα | τηλεφωνική απάντηση, εμπρός. | |
| 350 | σώματος | Ουσιαστικό | γενική ενικού του σώμα. | |
| 351 | κόρες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόρα. | |
| 352 | αποτυχία | Ουσιαστικό | /a.po.tiˈçi.a/ | το αποτέλεσμα του αποτυγχάνω. |
| 353 | τρελοί | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρελός. | |
| 354 | χρήσιμο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χρήσιμος. | |
| 355 | υγρό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ρευστό με επιφανειακή τάση. | |
| 356 | σχολείου | Ουσιαστικό | /sxoˈli.u/ | γενική ενικού του σχολείο. |
| 357 | αντέξω | Ρήμα | θα αντέξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντέχω. | |
| 358 | δαίμονες | Ουσιαστικό | nominative/accusative/vocative plural of δαίμονας (daímonas). | |
| 359 | βοήθησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθώ. | |
| 360 | δεύτερος | Επίθετο | /ˈðefteɾos/ | που ακολουθεί τον πρώτο και προηγειται του τριτου , που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν δύο (2). |
| 361 | οργάνωση | Ουσιαστικό | /oɾˈɣa.no.si/ | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οργανώνω. |
| 362 | ψυχές | Ουσιαστικό | /psiˈçes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχή. |
| 363 | αθώα | Επίθετο, Επίρρημα | /aˈθo.a/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αθώος. |
| 364 | γεμάτος | Επίθετο | /[ʝe̞ˈmato̞s]/ | που δε χωράει άλλο, πλήρης. |
| 365 | κάτσεις | Ρήμα | θα κάτσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι. | |
| 366 | συνηθίσει | Ρήμα | θα συνηθίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνηθίζω. | |
| 367 | σωστός | Επίθετο | /soˈstos/ | που γίνεται με κατάλληλο τρόπο, εκπληρώνοντας όλες τις προδιαγραφές. |
| 368 | έννοια | Ουσιαστικό | /ˈe.ni.a/ | αφηρημένη ιδέα, νοητό κατασκεύασμα ή σύνθεση, μονάδα γνώσης που αντιπροσωπεύει στον νου ένα αντικείμενο ή ένα σύνολο αντ… |
| 369 | πληροφοριών | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του πληροφορία. | |
| 370 | ίδρυμα | Ουσιαστικό | /ˈiðrima/ | κάθε οργανισμός όπου δίνεται στέγη και τροφή σε άτομα που δεν μπορούν να αυτοεξυπητερηθούν (ψυχιατρείο, γηροκομείο, ορφα… |
| 371 | κατασκήνωση | Ουσιαστικό | /ka.taˈsci.no.si/ | το σύνολο εγκαταστάσεων για παραθερισμό ανηλίκων που επιβλέπονται από ομάδα ενηλίκων, με η χωρίς εκπαιδευτικούς σκοπούς. |
| 372 | επαναλαμβάνω | Ρήμα | /epanalaɱˈvano/ | κάνω επανάληψη μαθήματος, μελετάω ξανά το μάθημα. |
| 373 | πρόκληση | Ουσιαστικό | /ˈpɾo.kli.si/ | το κάλεσμα προς την αντιμετώπιση δύσκολου προβλήματος ή την επίτευξη (μεγάλου) στόχου, και κατ' επέκταση το ίδιο το πρόβ… |
| 374 | τριάντα | Επίθετο | /tɾiˈan.da/ | ο αριθμός 30, αυτός που ακολουθεί το είκοσι εννιά· με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται λ΄ και στο λατινικό σύ… |
| 375 | απαγορεύεται | Ρήμα | /a.pa.ɣoˈɾe.ve.te/ | δεν δίνεται η άδεια ή η δυνατότητα, δεν επιτρέπεται. |
| 376 | κοινότητα | Ουσιαστικό | /ciˈno.ti.ta/ | ομάδα ζώντων οργανισμών, ανθρώπων, φυτών ή ζώων που ζουν / συνυπάρχουν σε ένα κοινό περιβάλλον. |
| 377 | αμέ | Επίρρημα, Επιφώνημα | /ˈa.me/ | ναι (καταφατικά, με έμφαση). |
| 378 | πυροβολήσεις | Ρήμα | /pi.ɾo.voˈli.sis/ | θα πυροβολήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πυροβολώ. |
| 379 | σκάσει | Ρήμα | θα σκάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκάω. | |
| 380 | τος | Αντωνυμία | αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας αυτός γ΄ προσώπου, αρσενικού γένους, ονομαστικής ενικού. Μόνο σε ορισμένες φράσ… | |
| 381 | υπηρεσίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του υπηρεσία. | |
| 382 | πέτυχε | Ρήμα | /ˈpe.ti.çe/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω. |
| 383 | ανάποδα | Επίθετο, Επίρρημα | /aˈnapoða/ | με τρόπο αντίθετο από τον συνηθισμένο. |
| 384 | φέρνω | Ρήμα | /ˈfeɾ.no/ | οδηγώ κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη θέση, κατάσταση. |
| 385 | ακριβό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ακριβός. | |
| 386 | σκοτωθεί | Ρήμα | θα σκοτωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκοτώνομαι. | |
| 387 | επόμενες | Ρήμα, Επίθετο | nominative feminine plural of επόμενος (epómenos). | |
| 388 | ραδιόφωνο | Ουσιαστικό | /[raðiˈofono]/ | συσκευή που λαμβάνει ηχητικά δεδομένα μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων και τα μετατρέπει πάλι σε ήχο. |
| 389 | ετοιμάσου | Ρήμα | /e.tiˈma.su/ | |
| 390 | δοκιμάσει | Ρήμα | θα δοκιμάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δοκιμάζω. | |
| 391 | κουνηθείς | Ρήμα | θα κουνηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κουνιέμαι. | |
| 392 | κλείνει | Ρήμα | /ˈkli.ni/ | |
| 393 | κόστος | Ουσιαστικό | /ˈko.stos/ | η αξία σε χρήμα ενός αντικειμένου, πριν προστεθεί σε αυτήν το κέρδος του μεταπωλητή. |
| 394 | παιδική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδικός. | |
| 395 | κότσια | Ουσιαστικό | το θάρρος και η δύναμη να αντεπεξέλθει κάποιος σε μια πρόκληση. | |
| 396 | άρχοντα | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του άρχοντας. | |
| 397 | κατοχή | Ουσιαστικό | /ka.toˈçi/ | περίοδος, κατά τη διάρκεια ή στο τέλος μιας πολεμικής συμπλοκής, κατά την οποία ένα κράτος βρίσκεται υπό τις δυνάμεις εν… |
| 398 | έργα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έργο. | |
| 399 | καταλάβετε | Ρήμα | /ka.taˈla.ve.te/ | θα καταλάβετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλαβαίνω. |
| 400 | προ | Πρόθεση | μπροστά από. | |
| 401 | διοίκηση | Ουσιαστικό | /ðiˈi.ci.si/ | η ενέργεια του διοικώ, η διαχείριση ενός σώματος ή οργανισμού και η λήψη των αποφάσεων σχετικά με τη λειτουργία του σύμφ… |
| 402 | μπισκότα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπισκότο. | |
| 403 | εγκεφάλου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του εγκέφαλος. | |
| 404 | υπερβολική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερβολικός. | |
| 405 | προδοσία | Ουσιαστικό | /pɾo.ðoˈsi.a/ | ενέργεια με την οποία κάποιος παραβιάζει ισχυρή ηθική δέσμευση απέναντι σε άλλους ανθρώπους, φίλους, συνεργάτες, ομοϊδεά… |
| 406 | πλάι | Ουσιαστικό, Επίρρημα | η αριστερή ή δεξιά πλευρά ενός πράγματος σε αντίθεση με την εμπρόσθια ή την οπίσθια. | |
| 407 | δίνουμε | Ρήμα | ||
| 408 | πλούσια | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | με πλούτο, με πληθώρα αγαθών. | |
| 409 | ξύπνιος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈksipɲos/ | ξυπνητός, σε εγρήγορση. |
| 410 | δικαιοσύνης | Ουσιαστικό | genitive singular of δικαιοσύνη (dikaiosýni). | |
| 411 | υπάλληλος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /iˈpa.li.los/ | αυτός/αυτή που εργάζεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας και πληρώνεται με μισθό. |
| 412 | προέδρου | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 413 | ξεκίνησα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ. | |
| 414 | ανακαλύψει | Ρήμα | θα ανακαλύψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανακαλύπτω. | |
| 415 | γόνατα | Ουσιαστικό | /ɣo.naˈta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του γόνατο. |
| 416 | πρόθεση | Ουσιαστικό | άκλιτη λέξη που μπαίνει μπροστά από ονόματα ή επιρρήματα για να φανερώσει μαζί τους τόπο, χρόνο, αιτία, τρόπο, κλπ.· μπο… | |
| 417 | δεύτερον | Επίρρημα | ||
| 418 | βλάψει | Ρήμα | θα βλάψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βλάπτω. | |
| 419 | διαδίκτυο | Ουσιαστικό | /ði̯aˈðiktio/ | ένα διεθνές δίκτυο τηλεπικοινωνιών που συνδέει ηλεκτρονικούς υπολογιστές μέσω του πρωτοκόλλου IP. Υποστηρίζει κυρίως τη… |
| 420 | περίπλοκο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του περίπλοκος. | |
| 421 | χρέος | Ουσιαστικό | /ˈxɾe.os/ | τα χρέη: καθήκονται, πρόσθετη υπηρεσία ή επάγγελμα που ασκείται από κάποιον. |
| 422 | προτιμάς | Ρήμα | ||
| 423 | κατέληξε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλήγει (απρόσωπο). | |
| 424 | θλίψη | Ουσιαστικό | /ˈθlipsi/ | η λύπη, ο ψυχικός πόνος. |
| 425 | άλλαξες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλάζω. | |
| 426 | στρατιωτική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρατιωτικός. | |
| 427 | κοιμήθηκα | Ρήμα | /ciˈmi.θi.ka/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι. |
| 428 | φωτός | Ουσιαστικό | ανδρικό όνομα. | |
| 429 | σταθείτε | Ρήμα | θα σταθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέκομαι. | |
| 430 | φόρμα | Ουσιαστικό | /ˈfoɾ.ma/ | ρούχα για σκληρές, χειρωνακτικές ή γενικά κοπιαστικές δουλειές από τις οποίες μπορεί κάποιος να λερωθεί ή και το ρούχο τ… |
| 431 | στροφή | Ουσιαστικό | /stɾoˈfi/ | η αλλαγή πορείας του σκάφους προς τα δεξιά ή τα αριστερά με χειρισμό του πηδαλίου. |
| 432 | τίτλο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του τίτλος. | |
| 433 | σάλτσα | Ουσιαστικό | /ˈsal.t͡sa/ | σχήματα λόγου και περίτεχνες διατυπώσεις, που χρησιμεύουν ως εισαγωγή και συχνά χρησιμοποιούνται για να εξωραΐσουν μια κ… |
| 434 | ζήτα | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈzi.ta/ | Το έκτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (ζ, κεφαλαίο: Ζ). |
| 435 | πούτσο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του πούτσος. | |
| 436 | υγείας | Ουσιαστικό | /iˈʝi.as/ | γενική ενικού του υγειά. |
| 437 | γάτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάτα. | |
| 438 | ντρέπεσαι | Ρήμα | ||
| 439 | γίνομαι | Ρήμα | /ˈʝi.no.me/ | λαβαίνω υπόσταση, ζωή, ύπαρξη. |
| 440 | έξοδα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έξοδο. | |
| 441 | ρεπό | Ουσιαστικό | /ɾeˈpo/ | ανεπίσημη αργία, μη εργάσιμη μέρα (εκτός Κυριακής ή γιορτής). |
| 442 | πιάτα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιάτο. | |
| 443 | φύλακας | Ουσιαστικό | /ˈfi.la.kas/ | αυτός που φυλάσσει, που επιτηρεί κάτι φροντίζοντας για την ασφάλειά του ή την ακεραιότητά του ή την καλή λειτουργία του… |
| 444 | ευγενική | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευγενικός. | |
| 445 | αντέξει | Ρήμα | θα αντέξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντέχω. | |
| 446 | παντρεύτηκε | Ρήμα | /panˈdɾe.fti.ce/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι. |
| 447 | ζόρι | Ουσιαστικό | /ˈzo.ɾi/ | η άσκηση ψυχολογικής πίεσης ή η χρήση απειλών. |
| 448 | παίρνετε | Ρήμα | ||
| 449 | αιώνες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιώνας. | |
| 450 | κοινωνική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινωνικός. | |
| 451 | ονομάζομαι | Ρήμα | /o.noˈma.zo.me/ | μου απονέμεται ένας τίτλος ή μου αποδίδεται μια ιδιότητα. |
| 452 | καρδιές | Ουσιαστικό | /kaɾˈðʝes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιά. |
| 453 | παρακολούθηση | Ουσιαστικό | /pa.ɾa.koˈlu.θi.si/ | τακτική εξέταση ασθενούς κατόπιν θεραπείας ή χειρουργείου. |
| 454 | ξεχάσουμε | Ρήμα | θα ξεχάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεχνώ. | |
| 455 | εμπορικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | συντόμευση του εμπορικό κέντρο ή του «εμπορικό κατάστημα». | |
| 456 | κτήριο | Ουσιαστικό | /ˈkti.ɾi.o/ | άλλη γραφή του κτίριο. |
| 457 | δεκαετία | Ουσιαστικό | /ðe.ka.eˈti.a/ | περίοδος 10 χρόνων που ξεκινά από έτος πολλαπλάσιο του δέκα. |
| 458 | μανούλα | Ουσιαστικό | για κάποιον που είναι πολύ καλός σε κάτι -αρνητικό συνήθως. | |
| 459 | πίστευες | Ρήμα | ||
| 460 | προαγωγή | Ουσιαστικό | /pɾoaɣoˈʝi/ | η ανάπτυξη μιας σχέσης (εμπορικής, πολιτιστικής, διμερούς κ.λπ.). |
| 461 | κωδικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | που ανήκει ή αναφέρεται στον κώδικα. | |
| 462 | αγωγή | Ουσιαστικό | /aɣoˈʝi/ | συστηματική μέθοδος, σύνολο από κανόνες, ενέργειες και δραστηριότητες (που ακολουθούν μια διάγνωση ή κάποια ιατρική πράξ… |
| 463 | πήγατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω. | |
| 464 | βαρετό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βαρετός. | |
| 465 | δόλωμα | Ουσιαστικό | /ˈðo.lo.ma/ | οποιοδήποτε μέσο χρησιμοποιείται για να δελεάσει και να εξαπατήσει ένα υποψήφιο θύμα. |
| 466 | αδερφές | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.ðeɾˈfes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδερφή. |
| 467 | ωκεανό | Ουσιαστικό | /o.ce.aˈno/ | αιτιατική ενικού του ωκεανός. |
| 468 | τριών | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική πληθυντικού του τρεις. | |
| 469 | κοσμήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόσμημα. | |
| 470 | τρίχες | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | rubbish!, nonsense!. | |
| 471 | χαλάσει | Ρήμα | θα χαλάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χαλάω. | |
| 472 | πιείτε | Ρήμα | θα πιείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πίνω. | |
| 473 | ένδειξη | Ουσιαστικό | /ˈen.ði.ksi/ | χαρακτηριστική σήμανση σε όργανο, συσκευή κ.λπ. που ρυθμίζει τη λειτουργία του, μας πληροφορεί γι’ αυτή ή μας δίνει διάφ… |
| 474 | παρόλα | Ουσιαστικό | /paˈɾo.la/ | παχειά λόγια (συνήθως στον πληθυντικό). |
| 475 | θυσία | Ουσιαστικό | /θiˈsi.a/ | μια θρησκευτική ιεροτελεστία κατά την οποία προσφέρεται ένα αντικείμενο σε κάποιο θεϊκό ον προκειμένου να εδραιωθεί, να… |
| 476 | ανταλλαγή | Ουσιαστικό | /an.da.laˈʝi/ | η ανταλλαγή περιεχομένων μεταξύ κύριας και δευτερεύουσας μνήμης (πχ. σκληρός δίσκος). Όταν εκτελούνται πολλά προγράμματα… |
| 477 | εκλογές | Ουσιαστικό | η διαδικασία που περιλαμβάνει καθολική ψηφοφορία για την ανάδειξη της νέας βουλής, ευρωβουλής, διοικητικών οργάνων σε νο… | |
| 478 | θεοί | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεός. | |
| 479 | έβγαλες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω. | |
| 480 | καλέσεις | Ρήμα | θα καλέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καλώ. | |
| 481 | ναυτικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | το σώμα του θαλάσσιου στρατού. | |
| 482 | μισθό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του μισθός. | |
| 483 | δάσκαλε | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του δάσκαλος. | |
| 484 | καθαρίσει | Ρήμα | /ka.θaˈɾi.si/ | θα καθαρίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθαρίζω. |
| 485 | λευκή | Ουσιαστικό, Επίθετο | /leˈfci/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευκός. |
| 486 | κλουβί | Ουσιαστικό | /[kluˈvi]/ | μικρή (ή και μεγαλύτερη) κατασκευή, κατασκευασμένη από χοντρά σύρματα ή άλλα υλικά, εντός της οποίας περιορίζονται πουλι… |
| 487 | ακούσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακούω. | |
| 488 | μαθαίνω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /maˈθe.no/ | (Ουσιαστικό). |
| 489 | καπετάνιος | Ουσιαστικό | /ka.peˈta.ɲos/ | κυβερνήτης καραβιού. |
| 490 | εταιρείας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του εταιρεία. | |
| 491 | αύξηση | Ουσιαστικό | /ˈaf.ksi.si/ | συλλαβική αύξηση: η πρόσθεση ενός ε- ή -η πριν το θέμα της λέξης, όταν αυτό αρχίζει από σύμφωνο, π.χ. βάζω, έβαζα, θέλω… |
| 492 | μπαμπάκα | Ουσιαστικό | /baˈba.ka/ | γυναικείο επώνυμο. |
| 493 | σημαία | Ουσιαστικό | /siˈmea/ | παράμετρος εντολής στη διεπαφή γραμμής εντολής που ενεργοποιεί μια διαφορετική συμπεριφορά της εντολής από την προκαθορι… |
| 494 | νταντά | Ουσιαστικό | /daˈda/ | οι καλλιτέχνες Dada, το καλλιτεχνικό κίνημα του ντανταϊσμού. |
| 495 | διάβολος | Ουσιαστικό | /ˈðʝa.vo.los/ | ο Εωσφόρος, αυτός που προσπαθεί να διαβάλλει τον Θεό στους ανθρώπους, το πνεύμα του κακού, ο αρχηγός των δαιμόνων. |
| 496 | άγνωστο | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άγνωστος. | |
| 497 | άγγελος | Ουσιαστικό | /ˈaŋ.ɟe.los/ | άνθρωπος με ευγένεια ψυχής, πονόψυχος ή / και εξαιρετικά όμορφος σαν άγγελος. |
| 498 | καταστρέψω | Ρήμα | /ka.taˈstɾe.pso/ | θα καταστρέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταστρέφω. |
| 499 | αγοράκι | Ουσιαστικό | /a.ɣoˈɾa.ci/ | αγαπημένο αγόρι. |
| 500 | ρίχνει | Ρήμα | /ˈɾi.xni/ | γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος ρίχνω. |
| 501 | επιτρέψω | Ρήμα | /e.piˈtɾe.pso/ | θα επιτρέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιτρέπω. |
| 502 | ιδιωτικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιδιωτικός. | |
| 503 | λειτουργούν | Ρήμα | /li.tuɾˈɣun/ | |
| 504 | θεούλη | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Θεούλης. | |
| 505 | συνταγματάρχης | Ουσιαστικό | /sin.daɣ.maˈtaɾ.çis/ | ανώτερος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του αντισυνταγματάρχη και κατώτερο του ταξίαρχου. Είναι διοικητή… |
| 506 | καυτή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καυτός. | |
| 507 | γαλλικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γαλλικός. | |
| 508 | παν | Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Άρθρο | /pan/ | neuter nominative/accusative/vocative singular of πας (pas). |
| 509 | μπάντα | Ουσιαστικό | /ˈbanda/ | εργόχειρο ή ύφασμα κρεμασμένο στον τοίχο. |
| 510 | ιερό | Ουσιαστικό, Επίθετο | τόπος και ο μικρός ναός που ήταν χτισμένος σε αυτόν και ήταν αφιερωμένος σε κάποιο θεό. | |
| 511 | αριθμούς | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του αριθμός. | |
| 512 | καταστραφεί | Ρήμα | /ka.ta.stɾaˈfi/ | θα καταστραφεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταστρέφομαι. |
| 513 | χρηματοκιβώτιο | Ουσιαστικό | /xɾimatokiˈvotio/ | κιβώτιο ή χώρος ασφαλισμένος για την φύλαξη χρημάτων ή άλλων πολύτιμων αντικειμένων, εγγράφων κλπ. |
| 514 | άλλαξα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλάζω. | |
| 515 | έκλεψα | Ρήμα | /ˈe.kle.psa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλέβω. |
| 516 | γαμάτο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γαμάτος. | |
| 517 | παράλογο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /paˈɾa.lo.ɣo/ | η φιλοσοφική και λογοτεχνική άποψη ότι οι άνθρωποι ζουν σε ένα παράλογο και άσκοπο κόσμο. |
| 518 | χαμένη | Ρήμα | /xaˈme.ni/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμένος. |
| 519 | πόλεις | Ουσιαστικό | /[ˈpolis]/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόλη. |
| 520 | ουσιαστικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουσιαστικό. | |
| 521 | συμφωνήσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ. | |
| 522 | σχήμα | Ουσιαστικό | /ˈsçi.ma/ | scheme: το τμήμα μίας διεύθυνσης URL που υποδεικνύει το πρωτόκολλο (protocol) επικοινωνίας (π.χ. http, ftp για τα πρωτόκ… |
| 523 | ενοχλώ | Ουσιαστικό, Ρήμα | /enoˈxlo/ | (Ουσιαστικό). |
| 524 | χόρτο | Ουσιαστικό | βλάστηση άσημη, χωρίς καρπούς, με λεπτό μίσχο και μικρά φυλλαράκια. | |
| 525 | εισαγγελέας | Ουσιαστικό | /isaŋɟeˈleas/ | ανώτερος δικαστικός λειτουργός, ο οποίος εκπροσωπεί το κράτος και το νόμο και αντικείμενό του είναι η άσκηση νομικής δίω… |
| 526 | προμήθειες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμήθεια. | |
| 527 | τοίχους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του τοίχος. | |
| 528 | δοκιμή | Ουσιαστικό | /ðo.ciˈmi/ | ο έλεγχος της καλής λειτουργίας ενός συστήματος. |
| 529 | συζητήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /si.ziˈti.sis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συζήτηση. |
| 530 | θάλαμο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του θάλαμος. | |
| 531 | υπολοχαγέ | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του υπολοχαγός. | |
| 532 | παραδέχομαι | Ουσιαστικό, Ρήμα | /paɾaˈðexome/ | (Ουσιαστικό). |
| 533 | υποθέσουμε | Ρήμα | θα υποθέσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υποθέτω. | |
| 534 | έκφραση | Ουσιαστικό | /ˈek.fɾa.si/ | σειρά από τελεστές και τελεστέους, που απαιτούν υπολογισμούς μεταξύ τους ώστε να δώσουν ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα (τιμ… |
| 535 | βλέποντας | Ρήμα | /ˈvle.pon.das/ | μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βλέπω. |
| 536 | ευχάριστη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευχάριστος. | |
| 537 | αναζήτηση | Ουσιαστικό | /a.na.ˈzi.ti.si/ | επίμονη έρευνα για κάτι που έχει χαθεί ή για κάτι που θέλουμε να μάθουμε. |
| 538 | μαθηματικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ˌmaθimatiˈka/ | η επιστήμη των αριθμών, των μεγεθών και των σχέσεών τους. |
| 539 | έμειναν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω. | |
| 540 | περιοχές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοχή. | |
| 541 | Πέστε | Ουσιαστικό, Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λέω (και πείτε). | |
| 542 | αηδίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδία. | |
| 543 | δουλέψουμε | Ρήμα | θα δουλέψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δουλεύω. | |
| 544 | μαρί | Ουσιαστικό | γλώσσα που μιλιέται στην ομόσπονδη δημοκρατία της Μαρίι Ελ, στη Ρωσία· έχει δύο κύριες διαλέκτους, την ανατολική και τη… | |
| 545 | νούμερα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νούμερο. | |
| 546 | βιαστείτε | Ρήμα | θα βιαστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βιάζομαι. | |
| 547 | κατέβασε | Ρήμα | /kaˈte.va.se/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω. |
| 548 | κατηγορώ | Ρήμα | /ka.ti.ɣoˈɾo/ | σχολιάζω αρνητικά κάποιον,του αποδίδω ευθύνες για το αποτέλεσμα μιας ενέργειας/κατάστασης ή μιας πράξης που τιμωρείται α… |
| 549 | ακουστά | Επίθετο, Επίρρημα | για κάτι που το έχουμε ακούσει, που το γνωρίζουμε εξ ακοής. | |
| 550 | ρομαντικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ρομαντικός. | |
| 551 | ά | Επίρρημα | abbreviation of άλλως (állos): otherwise. | |
| 552 | αστυνόμος | Ουσιαστικό | /astiˈnomos/ | αξιωματικός της αστυνομίας με βαθμό αντίστοιχο αυτού του λοχαγού για το στρατό ξηράς, ανώτερος του υπαστυνόμου και κατώτ… |
| 553 | αδύναμος | Ουσιαστικό, Επίθετο | ανδρικό επώνυμο. | |
| 554 | τρομερά | Επίθετο, Επίρρημα | /tɾo.meˈɾa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρομερός. |
| 555 | απόλυτο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /aˈpo.li.to/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του απολυτός. |
| 556 | ευρώ | Ουσιαστικό, Ρήμα | /eˈvɾo/ | το επίσημο κοινό νόμισμα είκοσι χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ανήκουν και στην Ευρωζώνη· χρησιμοποιείται και σε άλλες… |
| 557 | πεπρωμένο | Ουσιαστικό | /pe.pɾoˈme.no/ | ό,τι θεωρείται πως έχει ήδη προδιαγραφεί, από τη μοίρα, να συμβεί. |
| 558 | καλλιτέχνης | Ουσιαστικό | /ka.liˈte.xnis/ | αυτός που ασχολείται με τις παραστατικές τέχνες ως εκτελεστής: ο τραγουδιστής, ο ηθοποιός, κλπ. |
| 559 | συνταγματάρχα | Ουσιαστικό | vocative singular of συνταγματάρχης (syntagmatárchis). | |
| 560 | εσώρουχα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσώρουχο. | |
| 561 | έχοντας | Ρήμα | /ˈe.xon.das/ | μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος έχω. |
| 562 | δίνετε | Ρήμα | ||
| 563 | δον | Ουσιαστικό | τίτλος τιμής ιερωμένων της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. | |
| 564 | γάντια | Ουσιαστικό | nominative/accusative/vocative plural of γάντι (gánti). | |
| 565 | χειμώνα | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χειμώνας. | |
| 566 | μάγος | Ουσιαστικό | /ˈma.ɣos/ | αυτός που ασκεί τη μαγεία, που κάνει μάγια, που επικαλείται υπερφυσικές δυνάμεις ή εμφανίζεται να τις έχει. |
| 567 | μαλακό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μαλακός. | |
| 568 | ώμο | Ουσιαστικό | /ˈo.mo/ | αιτιατική ενικού του ώμος. |
| 569 | έκοψε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβω. | |
| 570 | ρωτήσει | Ρήμα | /ɾoˈti.si/ | |
| 571 | εξάσκηση | Ουσιαστικό | /eˈksa.ski.si/ | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξασκώ. |
| 572 | εμπόδιο | Ουσιαστικό | /emˈboðio/ | τεχνητό φράγμα που τοποθετείται σε τακτές αποστάσεις και πάνω από αυτό πηδούν οι αθλητές δρόμων ταχύτητας. |
| 573 | στέλνω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈstel.no/ | (Ουσιαστικό). |
| 574 | προχωρήστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προχωρώ. | |
| 575 | αρχίσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχίζω. | |
| 576 | ψάξει | Ρήμα | θα ψάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ψάχνω. | |
| 577 | κατάσκοπος | Ουσιαστικό | που κατασκοπεύει εις βάρος μιας χώρας ή εταιρίας, προς όφελος μιας άλλης. | |
| 578 | ξεφύγεις | Ρήμα | /kseˈfi.ʝis/ | |
| 579 | οικογενειακή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικογενειακός. | |
| 580 | επιρροή | Ουσιαστικό | /e.pi.ɾoˈi/ | κύρος, δύναμη, εξουσία, κυριαρχία. |
| 581 | κύμα | Ουσιαστικό | /ˈci.ma/ | η μάζα νερού η οποία ανυψώνεται και χαμηλώνει σε συνεχείς, διαδοχικούς σχηματισμούς στην επιφάνεια της θάλασσας, μιας λί… |
| 582 | εφιάλτης | Ουσιαστικό | /e.fiˈal.tis/ | κάτι πολύ δυσάρεστο ή απειλητικό. |
| 583 | γραμματέας | Ουσιαστικό | /ɣɾa.maˈte.as/ | έμπιστος υπάλληλος και στενός συνεργάτης ενός επιχειρηματία, επιστήμονα, πολιτικού, ηγεμόνα κλπ που διεκπεραιώνει κυρίως… |
| 584 | σκοτώθηκαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι. | |
| 585 | στρατηγό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του στρατηγός. | |
| 586 | ισχυρό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ισχυρός. | |
| 587 | πιάνο | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈpça.no/ | όργανο με πλήκτρα και χορδές· κάθε πλήκτρο χτυπάει με τη βοήθεια μηχανισμού μια χορδή που παράγει ένα συγκεκριμένο φθόγγ… |
| 588 | κανονική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κανονικός. | |
| 589 | αγενής | Επίθετο | /aʝeˈnis/ | που δεν φέρεται με ευγένεια, με καλούς τρόπους, αλλά είναι επιθετικός, απότομος ή προσβλητικός ή ακόμα και χυδαίος. |
| 590 | Γενναίος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /[ʝeˈneos]/ | που δείχνει ή χαρακτηρίζεται από γενναιότητα, που αντιμετωπίζει τους κινδύνους ή τις αντιξοότητες χωρίς να δειλιάσει, πο… |
| 591 | συγκέντρωση | Ουσιαστικό | αναλογία της ποσότητας μιας ουσίας σχετικά με την ποσότητα μιας άλλης ουσίας σε ένα μείγμα ή διάλυμα. | |
| 592 | μοναξιά | Ουσιαστικό | /monaˈksça/ | η κατάσταση αυτού που ζει μόνος, που δεν έχει επαφή με άλλους ανθρώπους. |
| 593 | κόψεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈko.psis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόψη. |
| 594 | μόνον | Επίρρημα | άλλη μορφή του μόνο. | |
| 595 | κώμα | Ουσιαστικό | /ˈko.ma/ | κατάσταση που οφείλεται σε παθολογικά αίτια και κατά την οποία κάποιος έχει απωλέσει τη δυνατότητα κίνησης, αίσθησης, συ… |
| 596 | μπαίνω | Ρήμα | /ˈbe.no/ | εισέρχομαι μέσα σε κάτι, σε έναν χώρο, τόπο, πράγμα. |
| 597 | επιστολή | Ουσιαστικό | /e.pi.stoˈli/ | κείμενο με συμβουλευτικό περιεχόμενο σχετικά με θεολογικά και κοσμικά θέματα. |
| 598 | έπεσαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέφτω. | |
| 599 | γυμνάσιο | Ουσιαστικό | /ʝiˈmna.si.o/ | η κατώτερη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα και την Κύπρο. |
| 600 | πέσω | Ρήμα | θα πέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πέφτω. | |
| 601 | παίξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παίζω. | |
| 602 | μπύρες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπύρα. | |
| 603 | ίσα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Επιφώνημα, Φράση | /ˈi.sa/ | στά ιστιοφόρα καράβια, πρόσταγμα για να υψωθούν, σηκωθούν τα πανιά και τα άρμπουρα. |
| 604 | δείγματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δείγμα. | |
| 605 | βοηθάω | Ρήμα | /voi̯ˈθa.o/ | προσφέρω βοήθεια σε κάποιον, συμβάλλω στην προσπάθειά του να καταφέρει κάτι, διευκολύνω μια ενέργειά του, του προσφέρω υ… |
| 606 | άργησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργώ. | |
| 607 | ενδείξεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένδειξη. | |
| 608 | αναγνώριση | Ουσιαστικό | /a.naˈɣno.ɾi.si/ | η διαδικασία ενσωμάτωσης ενός στοιχείου στο λογιστικό σύστημα υπό την προϋπόθεση ότι έχει πιθανή μελλοντική οικονομική ω… |
| 609 | βάλετε | Ρήμα | /ˈva.le.te/ | θα βάλετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βάλλω. |
| 610 | ξύπνησε | Ρήμα | /ˈksi.pni.se/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ. |
| 611 | δυνατότητα | Ουσιαστικό | /ði.naˈto.ti.ta/ | οι δυνάμεις, τα μέσα και οι ικανότητες που διαθέτει κάποιος ή προσφέρονται σε κάποιον. |
| 612 | στυλό | Ουσιαστικό | /stiˈlo/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 613 | εμμονή | Ουσιαστικό | /e.moˈni/ | η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εμμένω, η προσήλωση σε κάτι σε βαθμό υπερβολικό. |
| 614 | κρανίο | Ουσιαστικό | /kɾaˈni.o/ | το σύνολο των οστών του κεφαλιού. |
| 615 | ξενοδοχείου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του ξενοδοχείο. | |
| 616 | πρόθυμος | Επίθετο | /ˈpɾo.θi.mos/ | που έχει θετική διάθεση να εργαστεί ή /και να βοηθήσει σε κάτι. |
| 617 | κάθισμα | Ουσιαστικό | /ˈka.θi.zma/ | τροπάριο κατά την ανάγνωση ή το ψάλσιμο τού οποίου οι πιστοί κάθονται. |
| 618 | ακτίνα | Ουσιαστικό | /aˈkti.na/ | το ευθύγραμμο τμήμα που συνδέει το κέντρο του κύκλου με ένα σημείο της περιφέρειάς του, η ημιδιάμετρος του κύκλου. |
| 619 | οπτική | Ουσιαστικό, Επίθετο | το σύνολο γνώσεων και πρακτικών που αφορούν τη μελέτη, τον σχεδιασμό και τη ρύθμιση συστημάτων που κατευθύνουν ή μετασχη… | |
| 620 | σηκωθείτε | Ρήμα | θα σηκωθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνομαι. | |
| 621 | βοήθησα | Ρήμα | /voˈi.θi.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθώ. |
| 622 | γρήγορος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈɣriɣoros/ | (Ουσιαστικό). |
| 623 | συνέβησαν | Ρήμα | /siˈne.vi.san/ | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβαίνει. |
| 624 | έκλεψαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλέβω. | |
| 625 | σημαντικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /si.man.diˈkos/ | (Ουσιαστικό). |
| 626 | στέκεται | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής ή υποτακτική ενεστώτα παθητικής φωνής του ρήματος στέκομαι. | |
| 627 | μεγαλώνει | Ρήμα | /me.ɣaˈlo.ni/ | |
| 628 | κλόουν | Ουσιαστικό | /ˈkloun/ | γελωτοποιός, κωμικός διασκεδαστής με χαρακτηριστική εμφάνιση που οφείλεται στο μέικ -απ, τις πολύχρωμες περούκες και τα… |
| 629 | τηλεφωνήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεφώνημα. | |
| 630 | στοιχηματίζω | Ρήμα | παίρνω ένα ρίσκο αποβλέποντας σε κάποιο κέρδος. | |
| 631 | οφείλω | Ρήμα | /oˈfi.lo/ | χρωστώ (χρηματικό ποσό για κάτι που έχω αγοράσει ή ποσό που έχω δανειστεί). |
| 632 | αρέσω | Ρήμα | /aˈɾe.so/ | είμαι συμπαθητικός. |
| 633 | δάκρυα | Ουσιαστικό | /ˈða.kɾi.a/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάκρυ. |
| 634 | δεδομένου | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | genitive singular of δεδομένο (dedoméno). | |
| 635 | πέσεις | Ρήμα | θα πέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πέφτω. | |
| 636 | οδός | Ουσιαστικό | /oˈðos/ | μέρος εδάφους που έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε να επιτρέπει την μετακίνηση ανθρώπων και οχημάτων. |
| 637 | μαντάμ | Ουσιαστικό | λόγιος και μιμητικός τρόπος προσφώνησης των παντρεμένων γυναικών της αθηναϊκής κοινωνίας σε αντιδιαστολή προς το εξίσου… | |
| 638 | ελέγχω | Ρήμα | /eˈleŋ.xo/ | θέτω υπό έλεγχο ένα φαινόμενο ή μια κατάσταση περιορίζοντας τις διαστάσεις ή τις συνέπειες που έχει στα επιθυμητά ή ανεκ… |
| 639 | λιγότερα | Επίθετο | /liˈɣotera/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγότερο. |
| 640 | σιγουρευτώ | Ρήμα | /si.ɣu.ɾefˈto/ | θα σιγουρευτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σιγουρεύομαι. |
| 641 | ανατολή | Ουσιαστικό | /a.na.toˈli/ | η εκτεταμένη περιοχή που βρίσκεται ανατολικά του ευρωπαϊκού κόσμου, της Δύσης, και διαφοροποιείται πολιτισμικά από αυτόν. |
| 642 | λοχαγός | Ουσιαστικό | /lo.xaˈɣos/ | κατώτερος αξιωματικός, ο οποίος είναι διοικητής λόχου του στρατού ξηράς, με βαθμό ανώτερο του υπολοχαγού και κατώτερο το… |
| 643 | επικίνδυνα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /e.piˈcin.ði.na/ | (Ουσιαστικό). |
| 644 | δειλός | Επίθετο | /ðiˈlos/ | που δεν έχει θάρρος, που δεν τολμά να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο. |
| 645 | αστυνομικούς | Ουσιαστικό, Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του αστυνομικός. | |
| 646 | τίμημα | Ουσιαστικό | οτιδήποτε πρέπει να προσφέρει κάποιος για να αποκτήσει ένα αγαθό, οι προσωπικές θυσίες που πρέπει να υποστεί, το κόστος. | |
| 647 | ποιους | Αντωνυμία | masculine accusative plural of ποιος (poios, “who; which”). | |
| 648 | δείχνω | Ρήμα | /ˈði.xno/ | τεντώνω τον δείκτη του χεριού με κατεύθυνση κάτι ή κάποιον. |
| 649 | κοστίσει | Ρήμα | θα κοστίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοστίζω. | |
| 650 | χορέψουμε | Ρήμα | θα χορέψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χορεύω. | |
| 651 | χαμένο | Ρήμα | /xaˈme.no/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαμένος. |
| 652 | νευρικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ne.vɾiˈkos/ | που έχει σχέση με το νεύρο ή αναφέρεται σ’ αυτό. |
| 653 | ελέγξει | Ρήμα | θα ελέγξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ελέγχω. | |
| 654 | καθάρματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάθαρμα. | |
| 655 | τεχνική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /te.çniˈci/ | οι εμπειρικές ή / και επιστημονικές μέθοδοι εκτέλεσης μιας εργασίας, ενός έργου, και επίτευξης κάποιου στόχου ή ενός απο… |
| 656 | κρέμα | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈkɾe.ma/ | το λίπος του γάλακτος που εμφανίζεται στην επιφάνεια μετά από δυνατή ανάδευση· χρησιμοποιείται στη μαγειρική και τη ζαχα… |
| 657 | Χάρις | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈxa.ɾis/ | η σύζυγος του Ήφαιστου. |
| 658 | σοβαρός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /so.vaˈɾos/ | ανδρικό επώνυμο. |
| 659 | πείραμα | Ουσιαστικό | /ˈpi.ɾa.ma/ | η παρατήρηση ενός φαινομένου κατά τις κατάλληλες συνθήκες οι οποίες μπορούν να ξαναδημιουργηθούν, με σκοπό τον έλεγχο μι… |
| 660 | ξεκάθαρο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ξεκάθαρος. | |
| 661 | απαντήσει | Ρήμα | /a.panˈdi.si/ | θα απαντήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απαντώ. |
| 662 | ελπίζουμε | Ρήμα | /elˈpi.zu.me/ | |
| 663 | προσέλαβε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω. | |
| 664 | πρόποση | Ουσιαστικό | μια σύντομη φράση ή λίγα λόγια που λέγονται πριν πιούμε ένα ποτήρι κρασί ή άλλο ποτό και καθώς κρατάμε υψωμένο το χέρι. | |
| 665 | κολλέγιο | Ουσιαστικό | /[koˈleʝio]/ | άλλη γραφή του κολέγιο. |
| 666 | άλλωστε | Επίρρημα | besides, after all, furthermore, moreover, and beyond that. | |
| 667 | καταστάσεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάσταση. | |
| 668 | πέρασμα | Ουσιαστικό | /ˈpe.ɾa.zma/ | ιδιαίτερο τμήμα μέσα σε ευρύτερη σύνθεση, πχ. μία cadenza (βιρτουόζικο σόλο) σε ορχηστρικό έργο ή ένα έντονο, φορτισμένο… |
| 669 | μεγαλύτερα | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλύτερο. | |
| 670 | βράδια | Ουσιαστικό | το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπάρχει σκοτάδι, οι ώρες της νύχτας στο σύνολό τους ή ένα μέρος τους. | |
| 671 | σταματήσετε | Ρήμα | θα σταματήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σταματώ. | |
| 672 | τακτοποιήσω | Ρήμα | /ta.kto.piˈi.so/ | θα τακτοποιήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τακτοποιώ. |
| 673 | τρομερή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρομερός. | |
| 674 | πυρά | Ουσιαστικό | /piˈɾa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρ. |
| 675 | περιγραφή | Ουσιαστικό | η εγγραφή ενός σχήματος γύρω από κάποιο άλλο, ώστε η περιφέρεια του δεύτερου να εφάπτεται στην περιφέρεια του πρώτου. | |
| 676 | μπαίνουν | Ρήμα | ||
| 677 | φροντίζω | Ουσιαστικό, Ρήμα | (Ουσιαστικό). | |
| 678 | αντίθετα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /anˈdi.θe.ta/ | σε αντίθεση. |
| 679 | φυσιολογικά | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιολογικό. | |
| 680 | ασύρματο | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ασύρματος. | |
| 681 | πιλότος | Ουσιαστικό | /piˈlo.tos/ | κάθε καινοτόμο σχέδιο ή πρόγραμμα μετά την εφαρμογή του οποίου θα ακολουθήσουν ή ακολούθησαν άλλα παρόμοια. |
| 682 | πληγές | Ουσιαστικό | /pliˈʝes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληγή. |
| 683 | κάλω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /kaˈlo/ | λέω ή παρακινώ κάποιον να έρθει κάπου, συνήθως σε κλειστό χώρο, ή προτρέπω κάποιον σε μια ενέργεια. |
| 684 | πυροβολήσει | Ρήμα | /pi.ɾo.voˈli.si/ | θα πυροβολήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πυροβολώ. |
| 685 | διάβασες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάζω. | |
| 686 | πάσο | Ουσιαστικό | χαμηλό χώρισμα ανάμεσα σε δύο εσωτερικούς χώρους, που παρέχει τη δυνατότητα να μεταφέρονται αντικείμενα πάνω από αυτό κα… | |
| 687 | χρόνων | Ουσιαστικό | /xɾoˈnon/ | γενική πληθυντικού του χρόνος. |
| 688 | σκοτώστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω. | |
| 689 | πλανήτης | Ουσιαστικό | /plaˈni.tis/ | ουράνιο σώμα που βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο, με αρκετή μάζα και βαρύτητα ώστε να έχει αποκτήσει σφαιρικό σχήμ… |
| 690 | δημιούργησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δημιουργώ. | |
| 691 | οικογενειακό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οικογενειακός. | |
| 692 | τραβήξει | Ρήμα | θα τραβήξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τραβώ. | |
| 693 | πιστός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /piˈstos/ | που παραμένει σταθερός, αφοσιωμένος σε κάτι ή κάποιον. |
| 694 | ήρωα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηρώο. | |
| 695 | προπόνηση | Ουσιαστικό | /proˈponisi/ | η προετοιμασία και προγύμναση ενός αθλητή ή μιας ομάδας, με τρόπο συστηματικό και μεθοδικό και με τη συνδρομή ειδικού πρ… |
| 696 | ιό | Ουσιαστικό | /ˈi.o/ | αιτιατική ενικού του ιός. |
| 697 | δύση | Ουσιαστικό | /ˈði.si/ | η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική ως πολιτισμικό σύνολο που διαφοροποιείται από την Ανατολή, ο δυτικός κόσμος. |
| 698 | στης | Ουσιαστικό, Άρθρο | /ˈstis/ | contraction of σε (se) + της (tis), literally “to (of) the”. |
| 699 | καταλάβουμε | Ρήμα | θα καταλάβουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλαβαίνω. | |
| 700 | αποδείξει | Ρήμα | θα αποδείξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποδεικνύω. | |
| 701 | ένταση | Ουσιαστικό | /ˈen.da.si/ | η ενέργεια του ηλεκτρικού ρεύματος που περνάει μέσα από έναν αγωγό σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. |
| 702 | ισχυρή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισχυρός. | |
| 703 | σκοτεινά | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκοτεινός. | |
| 704 | φανταστείς | Ρήμα | θα φανταστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φαντάζομαι. | |
| 705 | πάτο | Ουσιαστικό | /ˈpa.to/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 706 | τέτοιου | Αντωνυμία | genitive masculine/neuter singular of τέτοιος (tétoios). | |
| 707 | μέτωπο | Ουσιαστικό | /ˈme.to.po/ | η στρατιωτική παράταξη προς τον εχθρό και ιδίως η πρώτη γραμμή της. |
| 708 | ξανασυμβεί | Ρήμα | … | |
| 709 | έκλεισα | Ρήμα | /ˈe.kli.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλείνω. |
| 710 | άστο | Ουσιαστικό | /aˈsto/ | αιτιατική ενικού του αστός. |
| 711 | έτυχε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυχαίνω. | |
| 712 | ναό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του ναός. | |
| 713 | ακούστηκε | Ρήμα | /aˈkustike/ | |
| 714 | τρόποι | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρόπος. | |
| 715 | ξεκινήσεις | Ρήμα | θα ξεκινήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεκινώ. | |
| 716 | δολοφονίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του δολοφονία. | |
| 717 | υπάρξουν | Ρήμα | θα υπάρξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπάρχω. | |
| 718 | άσπρο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈa.spɾo/ | νόμισμα μικρής αξίας της εποχής της Τουρκοκρατίας (τουρκικά akçe) καθώς και της βυζαντινής περιόδου. |
| 719 | ρισκάρω | Ρήμα | /ɾiˈska.ɾo/ | προχωρώ σε μια ενέργεια αποδεχόμενος την πιθανότητα μιας άσχημης τροπής. |
| 720 | κλειστά | Επίθετο, Επίρρημα | με κλειστό τρόπο, κλείνοντας. | |
| 721 | εγκληματίας | Ουσιαστικό | /eŋ.ɡli.maˈti.as/ | που έχει αποδεδειγμένα διαπράξει έγκλημα, βαρύ ποινικό αδίκημα. |
| 722 | ξανθιά | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ksanˈθça/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανθός. |
| 723 | δύσκολες | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύσκολη. | |
| 724 | παρατήσεις | Ρήμα | /pa.ɾaˈti.sis/ | θα παρατήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρατώ. |
| 725 | εκπλήσσομαι | Ρήμα | νιώθω έκπληξη επειδή δεν περίμενα ένα γεγονός, αιφνιδιάζομαι (συχνά αλλά όχι πάντα δυσάρεστα), βρίσκομαι απροετοίμαστος. | |
| 726 | πίτα | Ουσιαστικό | /ˈpi.ta/ | γράφημα κυκλικού σχήματος που δείχνει την επί τοις εκατό κατανομή ενός συνόλου σε μερίδια. |
| 727 | προειδοποιώ | Ρήμα | /pɾo.i.ðo.piˈo/ | απειλώ κάποιον με τις συνέπειες που πιθανόν θα έχουν οι πράξεις του ώστε να τον αποτρέψω από αυτές. |
| 728 | πενήντα | Επίθετο | /peˈni.ⁿda/ | αριθμός (ψηφίο 50) που δηλώνει πέντε δεκάδες. Σύμβολο 50. |
| 729 | δαίμονας | Ουσιαστικό | /ˈðe.mo.nas/ | πρόγραμμα το οποίο εκτελείται στο παρασκήνιο (χωρίς να έχει εμφανές γραφικό περιβάλλον), υπηρεσία. |
| 730 | είδηση | Ουσιαστικό | /ˈi.ði.si/ | το σύνολο των γεγονότων όπως ανακοινώνονται από το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και τις εφημερίδες. |
| 731 | σκοτεινό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σκοτεινός. | |
| 732 | ένωση | Ουσιαστικό | /ˈe.no.si/ | (στη σχεσιακή άλγεβρα) ειδική περίπτωση της θεωρίας συνόλων (βλ. ορισμό παραπάνω), όπου τα σύνολα είναι οι σχέσεις, οι… |
| 733 | κόλλησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κολλάω. | |
| 734 | επίσημη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίσημος. | |
| 735 | συγκεκριμένη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκεκριμένος. | |
| 736 | χορού | Ουσιαστικό | γενική ενικού του χορός. | |
| 737 | νικητής | Ουσιαστικό | /ni.ciˈtis/ | το πρόσωπο που πετυχαίνει τη νίκη, υπερισχύοντας σε κάποια αναμέτρηση με έναν ή πολλούς αντιπάλους. |
| 738 | απλός | Επίθετο | /[aˈplɔs]/ | που δεν είναι πολύπλοκος· που δεν έχει διάφορα μέρη ή δεν μπορεί να αναλυθεί περισσότερο· που δεν είναι πολλαπλός. |
| 739 | βάλτο | Ουσιαστικό, Επίθετο | αιτιατική ενικού του βάλτος. | |
| 740 | βγήκαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγαίνω. | |
| 741 | εργάτες | Ουσιαστικό | nominative plural of εργάτης (ergátis). | |
| 742 | σακούλα | Ουσιαστικό | /saˈku.la/ | είδος σάκου, κυρίως από πλαστικό, χαρτί ή ύφασμα, με τον οποίο μεταφέρουμε ή αποθηκεύουμε διάφορα πράγματα. |
| 743 | σι | Ουσιαστικό | η έβδομη νότα στην κλίμακα του ντο. | |
| 744 | φάνε | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα φάνε: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρώω. | |
| 745 | κεντρικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κεντρικός. | |
| 746 | πηγές | Ουσιαστικό | /piˈʝes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγή. |
| 747 | άβολα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈa.vo.la/ | nominative/accusative/vocative neuter plural of άβολος (ávolos). |
| 748 | βεβαιωθώ | Ρήμα | θα βεβαιωθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βεβαιώνομαι. | |
| 749 | δημιουργήσει | Ρήμα | /ði.mi.uɾˈʝi.si/ | θα δημιουργήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δημιουργώ. |
| 750 | χρονικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | γραπτή αφήγηση γεγονότων κατά χρονολογική σειρά. | |
| 751 | διορθώσω | Ρήμα | θα διορθώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διορθώνω. | |
| 752 | πρόσεξα | Ρήμα | /ˈpɾo.se.ksa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέχω. |
| 753 | σπηλιά | Ουσιαστικό | /spiˈʎa/ | μεγάλη κοιλότητα στο εσωτερικό βράχου που δημιουργήθηκε πιθανόν από διάβρωση ή άλλη φυσική αιτία ή από τον άνθρωπο και έ… |
| 754 | έσωσα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζω. | |
| 755 | ελέγξεις | Ρήμα | θα ελέγξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ελέγχω. | |
| 756 | έλεγξα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελέγχω. | |
| 757 | νιώσει | Ρήμα | θα νιώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νιώθω. | |
| 758 | ιδιοκτησία | Ουσιαστικό | /i.ði.o.ktiˈsi.a/ | οτιδήποτε κατέχει κάποιος, ιδίως ακίνητα ή αντικείμενα μεγάλης αξίας. |
| 759 | όραμα | Ουσιαστικό | /ˈo.ɾa.ma/ | οπτική εμπειρία χωρίς να υπάρχει εξωτερικό ερέθισμα. |
| 760 | έφτιαξες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω. | |
| 761 | ήμουνα | Ρήμα | /ˈimuna/ | |
| 762 | απόπειρα | Ουσιαστικό | /aˈpo.pi.ɾa/ | προσπάθεια να κάνει κάποιος κάτι, η οποία όμως τελικά αποτυγχάνει, οπότε εκ των υστέρων χαρακτηρίζεται ως απόπειρα, η ατ… |
| 763 | γερουσιαστή | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γερουσιαστής. | |
| 764 | αμαρτίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαρτία. | |
| 765 | νόμισα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομίζω. | |
| 766 | ιερέας | Ουσιαστικό | /i.eˈɾe.as/ | ο λειτουργός μιας θρησκείας, ο επιφορτισμένος με τα καθήκοντα τέλεσης των θρησκευτικών τελετών, της φροντίδας για τους ν… |
| 767 | σύμβολο | Ουσιαστικό | /ˈsiɱ.vo.lo/ | σχήμα, ή σχήμα γράμματος, τυπογραφικού χαρακτήρα που παριστάνει κάποια έννοια, αντικείμενο συνήθως θυμίζοντάς το συνειρμ… |
| 768 | απαραίτητα | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαραίτητος. | |
| 769 | διαβάζει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαβάζω. | |
| 770 | νομική | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομικός. | |
| 771 | ρεκόρ | Ουσιαστικό | /ɾeˈkoɾ/ | η επίδοση ενός αθλητή ή μιας ομάδας η οποία, εφόσον έχει καταγραφεί επίσημα, ξεπερνά τις προηγούμενες επιδόσεις στο ίδιο… |
| 772 | σκοτεινή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοτεινός. | |
| 773 | διαφήμιση | Ουσιαστικό | /ði.aˈfi.mi.si/ | τεχνική της επιχειρηματικής δράσης που διαδίδει πληροφορίες για κάτι με σκοπό να επηρεαστεί η καταναλωτική συμπεριφορά. |
| 774 | γραφείου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του γραφείο. | |
| 775 | εξαιρετικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εξαιρετικός. | |
| 776 | ανάθεμα | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /aˈnaθema/ | σωρός από πέτρες που έριχναν οι διαβάτες, σε τόπο εγκλήματος, λέγοντας "ανάθεμα" (αφιέρωμα). |
| 777 | πώληση | Ουσιαστικό | η νομική σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (ο πωλητής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει ή να εκχωρήσει τ… | |
| 778 | ιδιαιτέρως | Επίρρημα | /i.ðieˈte.ɾos/ | ιδιαίτερα. |
| 779 | νόμους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του νόμος. | |
| 780 | κάλτσες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάλτσα. | |
| 781 | αρχίσουν | Ρήμα | θα αρχίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρχίζω. | |
| 782 | Κακές | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακή. | |
| 783 | χρησιμοποιώντας | Ρήμα | μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χρησιμοποιώ. | |
| 784 | επιθέσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίθεση. | |
| 785 | υπεύθυνο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υπεύθυνος. | |
| 786 | περιπέτεια | Ουσιαστικό | /pe.ɾiˈpe.ti.a/ | η αιφνίδια μεταβολή του ήρωα από την ευτυχία στη δυστυχία, από την ελπίδα στην απόγνωση κ.λπ. και το αντίστροφο. |
| 787 | ξεκίνησαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ. | |
| 788 | ήπια | Ρήμα, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈi.pça/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πίνω. |
| 789 | τραύματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραύμα. | |
| 790 | στέγη | Ουσιαστικό | /ˈste.ʝi/ | η οριζόντια ή επικλινής επιφάνεια που καλύπτει κάποιο κτίσμα και μπορεί να αποτελείται από πλάκες, κεραμίδια, μπετόν κ.λ… |
| 791 | οποίες | Αντωνυμία | nominative/accusative/vocative feminine plural of οποίος (opoíos). | |
| 792 | ακολουθήσει | Ρήμα | /a.ko.luˈθi.si/ | θα ακολουθήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακολουθώ. |
| 793 | άσκηση | Ουσιαστικό | σχεδιασμένη εκπαιδευτική ενέργεια που εμπλέκει μια ή περισσότερες μονάδες και προσομοιώνει συνθήκες πραγματικού πολέμου. | |
| 794 | ανθρωπότητα | Ουσιαστικό | όλοι οι άνθρωποι, το ανθρώπινο γένος. | |
| 795 | οδηγείς | Ρήμα | ||
| 796 | ακολουθήσω | Ρήμα | θα ακολουθήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακολουθώ. | |
| 797 | βέρα | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈveɾa/ | το ένα από το ζεύγος δαχτυλιδιών του αρραβώνα ή του γάμου. |
| 798 | ενημέρωση | Ουσιαστικό | /e.ni.ˈme.ro.si/ | διόρθωση σε κάποιο πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή, που αφορά μικρή βελτίωση, διόρθωση σφαλμάτων (bugs), κλπ., που παρ… |
| 799 | προσευχή | Ουσιαστικό | /pɾo.sef.ˈçi/ | θρησκευτική πράξη κατά την οποία απευθύνεται κάποιος προς τον Θεό. |
| 800 | ψάρεμα | Ουσιαστικό | /ˈpsa.ɾe.ma/ | η δραστηριότητα που έχει σαν τελικό σκοπό το να πιάσει κάποιος ψάρια σε οποιαδήποτε περιοχή ζουν (θάλασσα, λίμνη κλπ), ε… |
| 801 | εαυτού | Αντωνυμία | /e.aˈftu/ | κλητική ενικού του εαυτός. |
| 802 | αποφασίσεις | Ρήμα | θα αποφασίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφασίζω. | |
| 803 | πλούσιοι | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλούσιος. | |
| 804 | έκδοση | Ουσιαστικό | /ˈek.ðo.si/ | το σύνολο των ενεργειών που απαιτούνται για την εκτύπωση και τη διάθεση στη κυκλοφορία ενός εντύπου, βιβλίου, περιοδικού… |
| 805 | καταστράφηκε | Ρήμα | /ka.taˈstɾa.fi.ce/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι. |
| 806 | μαγικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | με μαγικό τρόπο. | |
| 807 | διαλέξεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάλεξη. | |
| 808 | κάρι | Ουσιαστικό | είδος φαγητού (με επίσης ινδική προέλευση). | |
| 809 | αντιμετωπίσω | Ρήμα | /an.di.me.toˈpi.so/ | θα αντιμετωπίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντιμετωπίζω. |
| 810 | ισχύ | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του ισχύς. | |
| 811 | πυρετό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του πυρετός. | |
| 812 | καρδιακή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρδιακός. | |
| 813 | εντός | Επίρρημα, Πρόθεση | /enˈdos/ | μέσα σε κάποιο χώρο. |
| 814 | ταξίδια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξίδι. | |
| 815 | περιέχει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του περιέχω. | |
| 816 | πούλησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πουλάω. | |
| 817 | ηλικίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του ηλικία. | |
| 818 | ξεχωριστή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχωριστός. | |
| 819 | κουτιά | Ουσιαστικό | nominative plural of κουτί (koutí). | |
| 820 | ύπνος | Ουσιαστικό | /ˈipnos/ | η περιοδική κατάσταση κατά την οποία οι φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού ενός ανθρώπου ή ζώου επιβραδύνονται και… |
| 821 | φοβερός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /fo.veˈɾos/ | πολυ έντονος, που ενοχλεί, ενοχλητικός, απαράδεκτος. |
| 822 | αμαρτία | Ουσιαστικό | /a.maɾˈti.a/ | η παραβίαση ενός ηθικού κανόνα ή του θείου νόμου. |
| 823 | μητρώο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /miˈtɾo.o/ | το αρχείο που είναι μία βάση δεδομένων όπου διατηρούνται όλες οι ρυθμίσεις του λειτουργικού συστήματος των Microsoft Win… |
| 824 | κόκκινα | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈkocina/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόκκινο. |
| 825 | άξιας | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του αξία. | |
| 826 | παρατήσω | Ρήμα | θα παρατήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρατώ. | |
| 827 | ακριβά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | Που κοστίζει πολύ, πολλά χρήματα. | |
| 828 | τηλεφώνησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ. | |
| 829 | φρέσκο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈfres.ko/ | η τεχνική της νωπογραφίας ή φρεσκογραφίας όπου τα χρώματα τοποθετούνται πάνω στο νωπό κονίαμα όπου στερεοποιούνται μαζί… |
| 830 | σκασμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του σκασμός. | |
| 831 | πλευρές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευρά. | |
| 832 | διακόπτω | Ρήμα | /ði̯aˈko.pto/ | τερματίζω μόνιμα ή προσωρινά πράξεις ή καταστάσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη. |
| 833 | απομείνει | Ρήμα | θα απομείνει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απομένω. | |
| 834 | φρουροί | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρουρός. | |
| 835 | ρίχνεις | Ρήμα | ||
| 836 | υποσχέθηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι. | |
| 837 | συναγερμό | Ουσιαστικό | /si.na.ʝeɾˈmo/ | αιτιατική ενικού του συναγερμός. |
| 838 | στρατηγική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /stɾa.ti.ʝiˈci/ | μέρος της πολεμικής τέχνης για την προετοιμασία και την καθοδήγηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων. |
| 839 | όλον | Ουσιαστικό, Επίθετο | υποστοιχειώδες σωματίδιο, το holon ή chargon. | |
| 840 | ντουλάπι | Ουσιαστικό | /duˈla.pi/ | έπιπλο για φύλαξη αντικειμένων. |
| 841 | βλάβη | Ουσιαστικό | /ˈvla.vi/ | φθορά, ζημιά, αλλοίωση. |
| 842 | περίφημα | Επίθετο, Επίρρημα | /peˈɾi.fi.ma/ | nominative/accusative/vocative neuter plural of περίφημος (perífimos). |
| 843 | ιατρικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | medication, medicine. | |
| 844 | λείψει | Ρήμα | /ˈli.psi/ | θα λείψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λείπω. |
| 845 | παραγωγή | Ουσιαστικό, Επίθετο | /pa.ɾa.ɣoˈʝi/ | η επιμέλεια και η προσπάθεια για την εξασφάλιση της χρηματοδότησης για τη δημιουργία μιας κινηματογραφικής ταινίας. |
| 846 | αντιμετωπίσει | Ρήμα | θα αντιμετωπίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντιμετωπίζω. | |
| 847 | βραδινό | Ουσιαστικό, Επίθετο | evening meal, dinner, supper. | |
| 848 | φάτσα | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈfa.t͡sa/ | η κατάσταση όπου ο άνεμος μεταβάλλει την κατεύθυνσή του προς τη μεριά της πλώρης (πρώρα), ενόσω το ιστιοπλοϊκό σκάφος πλ… |
| 849 | λόφο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του λόφος. | |
| 850 | βγάλουν | Ρήμα | θα βγάλουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγάζω. | |
| 851 | μεγάλοι | Επίθετο | /meˈɣa.li/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγάλος. |
| 852 | αντιμετωπίσουμε | Ρήμα | θα αντιμετωπίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντιμετωπίζω. | |
| 853 | τρομοκράτες | Ουσιαστικό | nominative/accusative/vocative plural of τρομοκράτης (tromokrátis). | |
| 854 | έθνος | Ουσιαστικό | /ˈe.θnos/ | σύνολο ατόμων που έχουν αντίληψη κοινής ιστορικής, κοινωνικής, πολιτισμικής κτλ. παράδοσης, έχουν ή διεκδικούν αυτόνομη… |
| 855 | πλεονέκτημα | Ουσιαστικό | το να βρίσκεται κάποιος σε καλύτερη θέση σε σύγκριση με άλλους για την επίτευξη ενός στόχου. | |
| 856 | φρικιό | Ουσιαστικό | /fɾiˈco/ | νεαρό (συνήθως) άτομο που, προκειμένου να διαφοροποιηθεί από τους γύρω του, ντύνεται, χτενίζεται ή συμπεριφέρεται διαφορ… |
| 857 | επιστήμονες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστήμονας. | |
| 858 | ωραίες | Επίθετο | /oˈɾe.es/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωραία. |
| 859 | χάπι | Ουσιαστικό | /ˈxa.pi/ | φαρμακευτικό παρασκεύασμα που χορηγείται από το στόμα, σε συμπυκνωμένη και στερεά μορφή και σε μικρό μέγεθος ώστε να είν… |
| 860 | στείλτε | Ρήμα | /ˈstil.te/ | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στέλνω. |
| 861 | επέστρεψες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω. | |
| 862 | καλύψει | Ρήμα | θα καλύψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καλύπτω. | |
| 863 | κλεφτές | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλέφτης. | |
| 864 | ήρωες | Ουσιαστικό | nominative/accusative/vocative plural of ήρωας (íroas). | |
| 865 | χρειαστείτε | Ρήμα | /xɾi.aˈsti.te/ | θα χρειαστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρειάζομαι. |
| 866 | αγίου | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.ˈʝi.u/ | genitive masculine/neuter singular of άγιος (ágios). |
| 867 | ιδιωτική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιωτικός. | |
| 868 | διαρροή | Ουσιαστικό | η γνωστοποίηση απόρρητων στοιχείων, πληροφοριών κτλ. χωρίς τη θέληση του άμεσα ενδιαφερομένου. | |
| 869 | αέριο | Ουσιαστικό, Επίθετο | τα αέρια που παράγονται κατά τη διαδικασία της πέψης στο πεπτικό σύστημα. | |
| 870 | καίγεται | Ρήμα | ||
| 871 | εργάζεται | Ρήμα | γ’ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος εργάζομαι. | |
| 872 | όμορφες | Επίθετο | /ˈo.moɾ.fes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (όμορφη) του όμορφος. |
| 873 | σκανδάλη | Ουσιαστικό | /skanˈðali/ | μικρός μοχλός σε ένα πυροβόλο ή άλλου είδους όπλο, ο οποίος, πιέζεται από τον δείκτη του χεριού για να προωθήσει τον επι… |
| 874 | κοιλάδα | Ουσιαστικό | /ciˈla.ða/ | μακρόστενο κοίλωμα στο έδαφος ανάμεσα από βουνά ή λόφους, που συνήθως διασχίζεται από ποτάμι. |
| 875 | ανάγκες | Ουσιαστικό | /aˈnaŋ.ɟes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάγκη. |
| 876 | νύχτας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του νύχτα. | |
| 877 | λέγομαι | Ρήμα | παθητική φωνή του ρήματος λέγω. | |
| 878 | ξυπνήσεις | Ρήμα | θα ξυπνήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξυπνώ. | |
| 879 | εκραγεί | Ρήμα | /e.kɾaˈʝi/ | θα εκραγεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκρήγνυμαι. |
| 880 | αιώνια | Επίθετο, Επίρρημα | παντοτινά, για πάντα. | |
| 881 | αγγίξεις | Ρήμα | θα αγγίξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγγίζω. | |
| 882 | θέαμα | Ουσιαστικό | /ˈθe.a.ma/ | η εικόνα αντικειμένων ή γεγονότων που βλέπει μπροστά του ο παρατηρητής ή θεατής, ικανή να προξενήσει συναισθηματικές αντ… |
| 883 | εσωτερική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσωτερικός. | |
| 884 | μεταφέρει | Ρήμα | /me.taˈfe.ɾi/ | |
| 885 | γενικά | Επίθετο, Επίρρημα | /ʝe.niˈka/ | αόριστα, χωρίς λεπτομέρειες. |
| 886 | πινακίδα | Ουσιαστικό | ορθογώνιο παραλληλόγραμμο [συνήθως μικρού πάχους στην τρίτη διάσταση] που επιτελεί κάποια χρήση (συμβολικό σήμα, υλικό α… | |
| 887 | τελικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τελικός. | |
| 888 | συγκεντρώσου | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι. | |
| 889 | εκρηκτικά | Επίθετο, Επίρρημα | κατά έντονο και απότομο τρόπο. | |
| 890 | τραγωδία | Ουσιαστικό | /tɾa.ɣoˈði.a/ | είδος της αρχαίας δραματικής ποίησης, το σοβαρό δράμα που παρουσιάζει συνήθως ένα μύθο ή σπανιότερα ένα ιστορικό γεγονός… |
| 891 | πρόοδο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του πρόοδος. | |
| 892 | ευχάριστο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευχάριστος. | |
| 893 | τέτοιος | Αντωνυμία | αντί ονομασίας για κάποιον ή κάτι που δε θυμόμαστε. | |
| 894 | χάθηκαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνομαι. | |
| 895 | νεκροταφείο | Ουσιαστικό | /nekɾotaˈfio/ | τόπος όπου καταλήγει ένα σύνολο ξεπερασμένων ή κατεστραμμένων πραγμάτων. |
| 896 | παγκόσμιο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παγκόσμιος. | |
| 897 | έφτασαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω. | |
| 898 | όρος | Ουσιαστικό | /[ˈo̞ro̞s]/ | Υγρό το οποίο προέρχεται από το αίμα και περιέχει αντισώματα έναντι συγκεκριμένου μικροοργανισμού. Χρησιμοποιείται για τ… |
| 899 | φυσιολογική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσιολογικός. | |
| 900 | αθώο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αθώος. | |
| 901 | καρφί | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /kaɾˈfi/ | αιχμηρό κομμάτι μετάλλου που χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο τμήματα μιας ξύλινης κατασκευής ή για την ανάρτηση αντικε… |
| 902 | μιλήσουν | Ρήμα | θα μιλήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μιλώ. | |
| 903 | ακριβή | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακριβής. | |
| 904 | δημοκρατία | Ουσιαστικό | /ði.mo.kɾaˈti.a/ | πολιτικό σύστημα όπου ο λαός έχει την εξουσία άμεσα ή έμμεσα. |
| 905 | τρύπες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρύπα. | |
| 906 | μέλι | Ουσιαστικό | /ˈme.li/ | ημίρρευστη σακχαρούχα ουσία, την οποία παράγουν οι μέλισσες, συνθέτοντάς την από τον χυμό που μαζεύουν από τα άνθη και τ… |
| 907 | αρνήθηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρνούμαι. | |
| 908 | τσούλα | Ουσιαστικό, Ρήμα | /[ˈt͡su.la]/ | γυναικείο επώνυμο. |
| 909 | πλήρωσα | Ρήμα | /ˈpli.ɾo.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνω. |
| 910 | καθημερινά | Επίθετο, Επίρρημα | /ka.θi.me.ɾiˈna/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καθημερινός. |
| 911 | ναζί | Ουσιαστικό | /ˈnazi/ | ο αφοσιωμένος οπαδός του Εργατικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος ή/και του Αδόλφου Χίτλερ, ο ιδεολογικός και στην πράξη σ… |
| 912 | Κεντρική | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεντρικός. | |
| 913 | επιτέθηκαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι. | |
| 914 | άρωμα | Ουσιαστικό | /ˈa.ɾo.ma/ | παρασκεύασμα με ευχάριστη μυρωδιά, που χρησιμοποιείται από άνδρες και γυναίκες ως καλλυντικό. |
| 915 | μπήκαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω. | |
| 916 | γυμνή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυμνός. | |
| 917 | χρησιμοποιούμε | Ρήμα | /xɾi.si.mo.piˈu.me/ | α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χρησιμοποιώ. |
| 918 | γραφεία | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφείο. | |
| 919 | χτυπήθηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπιέμαι. | |
| 920 | γενεθλίων | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του γενέθλια. | |
| 921 | παρόμοιο | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παρόμοιος. | |
| 922 | κύρια | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈci.ɾi.a/ | λέξη που προτάσσεται πριν από κύρια γυναικεία ονόματα. Παλιότερα αποδιδόταν μόνο σε παντρεμένες γυναίκες, ενώ τώρα αποδί… |
| 923 | ενθουσιασμένος | Ρήμα | που έχει ενθουσιαστεί. | |
| 924 | χήρα | Ουσιαστικό | /ˈçi.ɾa/ | γυναίκα που έχει πεθάνει ο νόμιμος σύζυγός της και δεν έχει παντρευτεί. |
| 925 | αντίσταση | Ουσιαστικό | /anˈdi.sta.si/ | η δημιουργία ή προβολή δυσκολιών κάποιου ή από κάτι στην πραγματοποίηση ενός φαινομένου ή γεγονότος. |
| 926 | γραβάτα | Ουσιαστικό | /ɣɾaˈva.ta/ | υφασμάτινη λωρίδα που δένεται στο λαιμό, συνηθέστερα από τους άνδρες, και συνοδεύει συνήθως επίσημη ενδυμασία. |
| 927 | απατεώνας | Ουσιαστικό | /[a.pa.tɛ.ˈɔ.nas]/ | το πρόσωπο που ξεγελάει κι εξαπατά άλλους για δικό του όφελος, με το να εκμεταλλεύεται την εμπιστοσύνη, την καλή διάθεση… |
| 928 | συμπτώματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμπτωμα. | |
| 929 | τάξης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του τάξη. | |
| 930 | σελίδες | Ουσιαστικό | /[sɛˈliðɛs]/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελίδα. |
| 931 | ευκαιρίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκαιρία. | |
| 932 | παντρεύτηκα | Ρήμα | /panˈdɾe.fti.ka/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι. |
| 933 | στολές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στολή. | |
| 934 | αρρώστια | Ουσιαστικό | /aˈɾo.stça/ | παθολογική εξάρτηση από κάτι, κακή συνήθεια. |
| 935 | συνέδριο | Ουσιαστικό | /siˈne.ðɾi.o/ | συγκέντρωση / συνεδρίαση εκπροσώπων συγκροτημένων ομάδων (επιστήμονες, μέλη κομμάτων κ.ά.), κατά την οποία συζητιούνται… |
| 936 | μπάσταρδος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈba.staɾ.ðos/ | γεννημένος από γονείς που προέρχονται από διαφορετική φυλή. |
| 937 | χωρίσει | Ρήμα | θα χωρίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χωρίζω. | |
| 938 | εχθροί | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εχθρός. | |
| 939 | υπολογιστές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπολογιστής. | |
| 940 | κορμί | Ουσιαστικό | /koɾˈmi/ | το σώμα ενός ανθρώπου (χωρίς το κεφάλι και τα άκρα). |
| 941 | καταλήξει | Ρήμα | θα καταλήξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλήγω. | |
| 942 | χάσιμο | Ουσιαστικό | /ˈxa.si.mo/ | η απώλεια αντικειμένου, κιλών (σπανίως για πρόσωπα). |
| 943 | Τίνα | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | /ˈtina/ | whom? (singular masculine, feminine) what? (plural neuter) - In Ancient Greek:. |
| 944 | κρατήσουν | Ρήμα | θα κρατήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρατώ. | |
| 945 | πάθεις | Ρήμα | θα πάθεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παθαίνω. | |
| 946 | χώρες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χώρα. | |
| 947 | διαθήκη | Ουσιαστικό | /ðiaˈθici/ | έγγραφο που περιλαμβάνει τις τελευταίες επιθυμίες κάποιου καθώς και τον τρόπο που επιθυμεί να μοιραστεί η περιουσία του. |
| 948 | προφορά | Ουσιαστικό | /pɾofoˈɾa/ | τρόπος με τον οποίο αρθρώνονται οι φθόγγοι και οι λέξεις. |
| 949 | λεπτομέρεια | Ουσιαστικό | /le.ptoˈme.ri.a/ | ένα μικρό μέρος ενός ευρύτερου όλου. |
| 950 | σπασμένο | Ρήμα | /spaˈzme.no/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σπασμένος. |
| 951 | πνεύματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνεύμα. | |
| 952 | μελέτη | Ουσιαστικό | /meˈle.ti/ | προσεκτικό και συστηματικό διάβασμα με στόχο την εκμάθηση ή στην κατανόηση ενός αντικειμένου. |
| 953 | αδελφές | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφή. | |
| 954 | αντιμετωπίσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /an.di.me.toˈpi.sis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμετώπιση. |
| 955 | καριόλη | Ουσιαστικό | γυναικείο επώνυμο. | |
| 956 | άκουγα | Ρήμα | /ˈakuɣa/ | |
| 957 | κεράσω | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα κεράσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κερνώ. | |
| 958 | μαζέψω | Ρήμα | θα μαζέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαζεύω. | |
| 959 | σταθερή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταθερός. | |
| 960 | καλύβα | Ουσιαστικό | /kaˈli.va/ | μικρό οίκημα κατασκευασμένο με πρόχειρα υλικά (ξύλα, χώμα, άχυρα κ.λπ). |
| 961 | θυμηθείτε | Ρήμα | θα θυμηθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θυμάμαι. | |
| 962 | ηρεμήσεις | Ρήμα | /i.ɾeˈmi.sis/ | θα ηρεμήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ηρεμώ. |
| 963 | πέος | Ουσιαστικό | /ˈpeos/ | το όργανο ούρησης και συνουσίας στα αρσενικά θηλαστικά, ορισμένα πτηνά και άλλα ζώα. |
| 964 | παραγγελία | Ουσιαστικό | /pa.ɾaŋ.ɟeˈli.a/ | τραγούδι που ζητά κάποιος σε νυχτερινό κέντρο από τους οργανοπαίχτες, συνήθως για να χορέψει μόνος του. |
| 965 | τόπος | Ουσιαστικό | /ˈto.pos/ | σύνολο σημείων του επιπέδου ή του χώρου με μια κοινή ιδιότητα. |
| 966 | νικήσουμε | Ρήμα | θα νικήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νικώ. | |
| 967 | κυνηγός | Ουσιαστικό | /ci.ni.ˈɣos/ | αυτός που ασχολείται με το κυνήγι, ο θηρευτής (η λέξη οφείλει το σχηματισμό της στο ότι το κυνήγι συνήθως γίνεται με σκύ… |
| 968 | θρησκεία | Ουσιαστικό | /θriˈsci.a/ | παγιωμένο σύνολο αντιλήψεων και πρακτικών που αφορούν στη σχέση του ανθρώπου με το θεό. |
| 969 | ένσταση | Ουσιαστικό | κάθε αντίρρηση υποβαλλόμενη από δικηγόρο στο δικαστήριο για την υπεράσπιση του πελατειακού συμφέροντος, όταν η διαδικασί… | |
| 970 | έξτρα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈeks.tɾa/ | γαλλική προφορά του έξτρα: επιπλέον. |
| 971 | χυμό | Ουσιαστικό | /çiˈmo/ | αιτιατική ενικού του χυμός. |
| 972 | βγήκες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγαίνω. | |
| 973 | φορέσεις | Ρήμα | /foˈɾe.sis/ | θα φορέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φορώ. |
| 974 | αποφάσισες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω. | |
| 975 | αεροπλάνα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπλάνο. | |
| 976 | ένορκοι | Ουσιαστικό, Επίθετο | nominative/vocative masculine plural of ένορκος (énorkos, “sworn”). | |
| 977 | κέρδος | Ουσιαστικό | /ˈcer.ðos/ | : η θετική διαφορά μεταξύ εσόδου και εξόδου σε επιχειρηματική ή άλλου είδους οικονομική δραστηριότητα. |
| 978 | θυμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του θύμος. | |
| 979 | λύκος | Ουσιαστικό | /ˈlikos/ | όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον… |
| 980 | ακολουθήσουμε | Ρήμα | θα ακολουθήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακολουθώ. | |
| 981 | δολοφόνοι | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δολοφόνος. | |
| 982 | πείσεις | Ρήμα | /ˈpi.sis/ | θα πείσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πείθω. |
| 983 | σούπερμαν | Ουσιαστικό | Σούπερμαν: ήρωας κόμικς και κινηματογραφικών ταινιών. | |
| 984 | ζευγάρια | Ουσιαστικό | /zevˈɣarʝa/ | παραδοσιακό μέτρο επιφάνειας (π.χ. στις Κυκλάδες) που αντιστοιχούσε στην έκταση που μπορούσε να οργωθεί στη διάρκεια μία… |
| 985 | πόκερ | Ουσιαστικό | χαρτοπαίγνιο κατά το οποίο κάθε παίκτης παίρνει πέντε κάρτες και προσπαθεί να κερδίσει ένα χρηματικό ποσό έχοντας τον ισ… | |
| 986 | οδηγούν | Ρήμα | ||
| 987 | υπουργός | Ουσιαστικό | /ipuɾˈɣos/ | το μέλος της κυβέρνησης που έχει την ευθύνη ενός υπουργείου. |
| 988 | κόμμα | Ουσιαστικό | /ˈko.ma/ | συγκροτημένος πολιτικός οργανισμός που, προβάλλοντας την ιδεολογία και τις θέσεις του, διεκδικεί συμμετοχή στους πολιτικ… |
| 989 | μηχανικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | επαγγελματίας με αντικείμενο είτε το σχεδιασμό και την επίβλεψη δομικών έργων, είτε θέματα που αφορούν μηχανές. | |
| 990 | αποτύπωμα | Ουσιαστικό | το ίχνος ενός σώματος σε μια επιφάνεια, όταν το πιέσουμε πάνω σ’ αυτή. | |
| 991 | συντεταγμένες | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντεταγμένη. | |
| 992 | τρέχω | Ρήμα | /ˈtɾe.xo/ | ταλαιπωρώ κάποιον δίνοντάς του να κάνει βαριές ή δύσκολες εργασίες. |
| 993 | μωρού | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του μωρός. | |
| 994 | μπάσκετ | Ουσιαστικό | /ˈba.sket/ | αθλητικό παιχνίδι ανάμεσα σε δύο ομάδες των πέντε παικτών, που πρέπει, χρησιμοποιώντας κυρίως τα χέρια και την τρίπλα να… |
| 995 | ξυπνήσω | Ρήμα | /ksiˈpni.so/ | θα ξυπνήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξυπνώ. |
| 996 | μερίδιο | Ουσιαστικό | /meˈɾi.ði.o/ | το μέρος από τα αγαθά (π.χ. χρήματα) που αναλογεί σε κάποιον. |
| 997 | θεωρείται | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του θεωρούμαι. | |
| 998 | επαγγελματική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαγγελματικός. | |
| 999 | χρυσή | Ουσιαστικό, Επίθετο | /xɾiˈsi/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσός. |
| 1000 | έρευνες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έρευνα. | |
| 1001 | καθίσω | Ρήμα | θα καθίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι. | |
| 1002 | κέρδη | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέρδος. | |
| 1003 | χειρότερος | Επίθετο | /çiˈɾoteɾos/ | συγκριτικός βαθμός του κακός: περισσότερο κακός, δυσάρεστος, δύσκολος κ.λπ. από κάποιον άλλο. |
| 1004 | ειδικές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδική. | |
| 1005 | απευθείας | Επίρρημα | για ενέργεια που γίνεται χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος ενδιάμεσος παράγοντας, άνθρωπος ή άλλη ενέργεια. | |
| 1006 | σταθμός | Ουσιαστικό | /staθˈmos/ | το μέρος όπου περιμένουμε το λεωφορείο, το τρένο ή άλλο μέσο μεταφοράς. |
| 1007 | φοβήθηκα | Ρήμα | /foˈvi.θi.ka/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι. |
| 1008 | φράγκα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φράγκο. | |
| 1009 | πιάνω | Ρήμα | /ˈpça.no/ | ακινητοποιώ ένα κινούμενο αντικείμενο με τα χέρια μου και το έχω στην κατοχή μου. |
| 1010 | γιατρούς | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του γιατρός. | |
| 1011 | γυρίζω | Ρήμα | /ʝiˈɾi.zo/ | (στον κινηματογράφο) κινηματογραφώ, δημιουργώ μια κινηματογραφική ταινία και πιο συγκεκριμένα το στάδιο της λήψης σκηνών. |
| 1012 | γεννηθεί | Ρήμα | θα γεννηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γεννιέμαι. | |
| 1013 | Τυφλός | Ουσιαστικό, Επίθετο | που δεν μπορεί να δει, επειδή τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη. | |
| 1014 | τελευταίους | Επίθετο | /te.lefˈte.us/ | τελευταίος, στην αιτιατική του πληθυντικού. |
| 1015 | φανταστικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | (Ουσιαστικό). | |
| 1016 | υπόθεσης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του υπόθεση. | |
| 1017 | μένουμε | Ρήμα | ||
| 1018 | δέχτηκε | Ρήμα | /ˈðe.xti.ce/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέχομαι. |
| 1019 | έριξα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνω. | |
| 1020 | πτέρυγα | Ουσιαστικό | /ˈpte.ɾi.ɣa/ | η οργανική μονάδα της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας. |
| 1021 | εταιρίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του εταιρία. | |
| 1022 | πειράξει | Ρήμα | θα πειράξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πειράζω. | |
| 1023 | γκόμενες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκόμενα. | |
| 1024 | μοτέλ | Ουσιαστικό | /moˈtel/ | ξενοδοχείο που βρίσκεται δίπλα σε αυτοκινητόδρομους. |
| 1025 | φύλλα | Ουσιαστικό | /ˈfi.la/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύλλο. |
| 1026 | αισθήσεις | Ουσιαστικό | nominative plural of αίσθηση (aísthisi). | |
| 1027 | αναγνωρίζω | Ρήμα | /a.na.ɣnoˈɾi.zo/ | διαπιστώνω οπτικά την ταυτότητα προσώπου ή αντικειμένου και έτσι αυτό παύει να είναι άγνωστο. |
| 1028 | κατανόηση | Ουσιαστικό | /ka.taˈno.i.si/ | το να συμπάσχει κανείς με άλλο άτομο, η συμπάθεια. |
| 1029 | προσπάθησαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ. | |
| 1030 | επιτρέπετε | Ρήμα | /e.piˈtɾe.pe.te/ | |
| 1031 | κινδύνου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του κίνδυνος. | |
| 1032 | υπογράψει | Ρήμα | /i.poˈɣɾa.psi/ | γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του υπογράφω. |
| 1033 | προσεκτικός | Επίθετο | /pɾo.se.ktiˈkos/ | που προσέχει, που σκέφτεται ή ενεργεί με προσοχή. |
| 1034 | αμάν | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /aˈman/ | ξελάφρωμα μετά από δοκιμασία/ταλαιπωρία. |
| 1035 | άνεμος | Ουσιαστικό | /ˈa.ne.mos/ | κίνηση του ατμοσφαιρικού αέρα. Χαρακτηρίζεται από κάποια δύναμη και κάποια κατεύθυνση. |
| 1036 | φύλακες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλακή. | |
| 1037 | καθυστέρηση | Ουσιαστικό | /ka.θiˈste.ɾi.si/ | το να μην έχει έρθει σε μια γυναίκα η περίοδός της στην αναμενόμενη ημερομηνία, κάτι που ίσως σημαίνει ότι έχει μείνει έ… |
| 1038 | χρυσάφι | Ουσιαστικό, Επίθετο | /xɾiˈsa.fi/ | του χρυσού. |
| 1039 | αρχιφύλακα | Ουσιαστικό | genitive/accusative/vocative singular of αρχιφύλακας (archifýlakas). | |
| 1040 | επηρεάζει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επηρεάζω. | |
| 1041 | φούρνο | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 1042 | ζούγκλα | Ουσιαστικό | /ˈzuŋ.ɡla/ | τόπος ή κατάσταση χωρίς νόμους και κανόνες, όπου επιβιώνει ο ισχυρότερος. |
| 1043 | ψεύτικη | Επίθετο | /ˈpse.fti.ci/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψεύτικος. |
| 1044 | παιχνιδιού | Ουσιαστικό | γενική ενικού του παιχνίδι. | |
| 1045 | κανενός | Αντωνυμία | /ka.neˈnos/ | γενική, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του κανείς. |
| 1046 | καλύπτει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καλύπτω. | |
| 1047 | δολαρίων | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του δολάριο. | |
| 1048 | πρωτάθλημα | Ουσιαστικό | /pɾoˈtaθlima/ | κατάκτηση της πρώτης θέσης σε αθλητικούς αγώνες σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο. |
| 1049 | δέχεται | Ρήμα | /ˈðe.çe.te/ | |
| 1050 | φάρσα | Ουσιαστικό | /ˈfaɾ.sa/ | ενέργεια με σκοπό την παραπλάνηση των άλλων για πλάκα ή για άλλους λόγους, η παραπλάνηση για τη γελοιοποίηση κάποιου, το… |
| 1051 | ξαναδείς | Ρήμα | /ksa.naˈðis/ | |
| 1052 | έλαβε | Ρήμα | /ˈe.la.ve/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω. |
| 1053 | φταίξιμο | Ουσιαστικό | /ˈfte.ksi.mo/ | η υπαιτιότητα για κάποιο σφάλμα. |
| 1054 | αυγή | Ουσιαστικό | /aˈvʝi/ | η αρχή μιας νέας ημέρας με το πρώτο φως του ήλιου πριν την ανατολή, το χάραμα, το ξημέρωμα. |
| 1055 | λείψεις | Ρήμα | /ˈli.psis/ | θα λείψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λείπω. |
| 1056 | φύσης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του φύση. | |
| 1057 | τροχιά | Ουσιαστικό | /tɾoˈça/ | η διαδρομή που ακολουθεί ένα ουράνιο σώμα καθώς περιφέρεται, λόγω βαρύτητας, γύρω από ένα άλλο σώμα με μεγαλύτερη μάζα. |
| 1058 | κρύψει | Ρήμα | θα κρύψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρύβω. | |
| 1059 | υπήρξαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπάρχω. | |
| 1060 | επιστρέψουν | Ρήμα | θα επιστρέψουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιστρέφω. | |
| 1061 | οξυγόνο | Ουσιαστικό | /o.ksiˈɣo.no/ | κύκλος του οξυγόνου : η κυκλική μεταφορά του οξυγόνου στη φύση από την κατανάλωσή από τους ανθρώπους τα ζώα και τα φυτά… |
| 1062 | ένεση | Ουσιαστικό | η μέθοδος εισαγωγής ενός φαρμάκου στο σώμα χάρη σε μια σύριγγα. | |
| 1063 | κληρονομιά | Ουσιαστικό | /kli.ɾo.noˈmɲa/ | περιουσία ή περιουσιακό στοιχείο που έρχεται στην κυριότητα, νομή ή κατοχή μου μετά το θάνατο συγγενών μου. |
| 1064 | τολμήσεις | Ρήμα | θα τολμήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τολμώ. | |
| 1065 | περιέργεια | Ουσιαστικό | /pe.ɾiˈeɾ.ʝi.a/ | η ιδιότητα του περίεργου. |
| 1066 | λαμβάνεις | Ρήμα | /laɱˈva.nis/ | |
| 1067 | πείνα | Ουσιαστικό | /ˈpi.na/ | η συνεχής έλλειψη τροφίμων και τα προβλήματα που προκαλούνται. |
| 1068 | ανακοίνωση | Ουσιαστικό | /a.naˈci.no.si/ | η ενημέρωση του κοινού με δημόσια δήλωση, γραπτή ή προφορική. |
| 1069 | αποφασίσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω. | |
| 1070 | παραδεχτώ | Ρήμα | θα παραδεχτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραδέχομαι. | |
| 1071 | μούρη | Ουσιαστικό | /[ˈmuɾi]/ | το μπροστά μέρος οχημάτων ή αντικειμένων. |
| 1072 | σχεδίου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του σχέδιο. | |
| 1073 | μπελάς | Ουσιαστικό | /beˈlas/ | πολυτονική γραφή του μπελάς. |
| 1074 | δημόσιο | Ουσιαστικό, Επίθετο | το κράτος, η πολιτεία. | |
| 1075 | βοήθα | Ρήμα | /voˈi.θa/ | β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του βοηθάω. |
| 1076 | δανειστώ | Ρήμα | θα δανειστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δανείζομαι. | |
| 1077 | γυρίσουν | Ρήμα | θα γυρίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γυρίζω. | |
| 1078 | προσώπου | Ουσιαστικό | /pɾoˈso.pu/ | γενική ενικού του πρόσωπο. |
| 1079 | αναλαμβάνω | Ρήμα | /a.na.laɱˈva.no/ | αρχίζω δουλειά σε μια ορισμένη ημερομηνία, πιάνω δουλειά (και παίρνω και τις ανάλογες ευθύνες από τη συγκεκριμένη ημερομ… |
| 1080 | Σάφης | Ουσιαστικό, Επίθετο | /saˈfis/ | που γίνεται απόλυτα κατανοητός ή λέγεται με βεβαιότητα και δεν αφήνει περιθώρια για λανθασμένη ερμηνεία. |
| 1081 | καλέσατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλώ. | |
| 1082 | σχοινί | Ουσιαστικό | /sçiˈni/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 1083 | βιαστούμε | Ρήμα | θα βιαστούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βιάζομαι. | |
| 1084 | χρώματα | Ουσιαστικό | /ˈxɾo.ma.ta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρώμα. |
| 1085 | καυγά | Ουσιαστικό | γυναικείο επώνυμο. | |
| 1086 | κουλ | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 1087 | κύματα | Ουσιαστικό | /ˈci.ma.ta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύμα. |
| 1088 | αρνητικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /aɾ.ni.tiˈko/ | εμφανισμένο φιλμ που περιέχει τη φωτογράφιση με τις σκοτεινές περιοχές φωτεινές και τανάπαλιν, αντίθετα από τα φυσικά χρ… |
| 1089 | κράτησα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατώ. | |
| 1090 | φανταστική | Επίθετο | /fandastiˈçi/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φανταστικός. |
| 1091 | δώσαμε | Ρήμα | α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω. | |
| 1092 | υψηλή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψηλός. | |
| 1093 | τόνο | Ουσιαστικό | πόλη της Ιαπωνίας, στο νομό Ιβάτε, της περιφέρειας Τοχόκου στην νήσο Χόνσου. | |
| 1094 | τραίνο | Ουσιαστικό | /[ˈtre̞no̞]/ | άλλη γραφή του τρένο. |
| 1095 | φωλιά | Ουσιαστικό | /foˈʎa/ | η έδρα του φορτωτήρα (κοινώς μπίγας) στον ιστό (άλμπουρο) του πλοίου, στην οποία φωλιάζει με πείρο. |
| 1096 | νέου | Ουσιαστικό, Επίθετο | genitive masculine singular of νέος (néos). | |
| 1097 | ζεστή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζεστός. | |
| 1098 | σύγκρουση | Ουσιαστικό | /ˈsiŋ.ɡɾu.si/ | collision: η ταυτόχρονη χρήση ομοίων ονομάτων (πχ. μεταβλητών, συναρτήσεων) ή κωδικών (πχ. κωδικών κατατεμαχισμού), οπότ… |
| 1099 | σημερινή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημερινός. | |
| 1100 | αγαπημένος | Ουσιαστικό, Ρήμα | /aɣapiˈmenos/ | ο προτιμώμενος, ο εκλεκτός, ο ξεχωριστός. |
| 1101 | ψηλός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /psiˈlos/ | το ύψος, το μπόι (κατά το πλατύς, πλάτος, φαρδύς, φάρδος). |
| 1102 | δοκιμασία | Ουσιαστικό | δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει κάποιος και τον αναγκάζει να δοκιμάσει τις αντοχές του· ταλαιπωρία. | |
| 1103 | ξεκουραστείς | Ρήμα | θα ξεκουραστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεκουράζομαι. | |
| 1104 | ζηλεύω | Ρήμα | /ziˈlevo/ | διακατέχομαι από παροδικά ή μόνιμα συναισθήματα ζήλιας, κτητικότητας απέναντι στον ερωτικό μου σύντροφο. |
| 1105 | φέρνουν | Ρήμα | /ˈfeɾ.nun/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φέρνω. |
| 1106 | κανόνισε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κανονίζω. | |
| 1107 | τιμές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμή. | |
| 1108 | αγόρασες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζω. | |
| 1109 | αρχαία | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /aɾˈçe.a/ | τα αρχαία ελληνικά, ως γλώσσα και ως σχολικό μάθημα. |
| 1110 | χαλί | Ουσιαστικό | /xaˈli/ | κάλυμμα για το πάτωμα από βαρύ, συνήθως διακοσμημένο, ύφασμα. |
| 1111 | πόρνες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόρνη. | |
| 1112 | βαλίτσες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλίτσα. | |
| 1113 | μιλώ | Ουσιαστικό, Ρήμα | /miˈlo/ | γυναικείο όνομα. |
| 1114 | θέληση | Ουσιαστικό | η βούληση, επιθυμία που δυνητικά οδηγεί σε δράση, τα εσωτερικά κίνητρα ή οι επιθυμίες ενός ατόμου που εκδηλώνονται με εν… | |
| 1115 | πολίτης | Ουσιαστικό | /poˈli.tis/ | που δεν είναι στρατιωτικός και ως άοπλος θεωρείται άμαχος ή συχνά και εκείνος που δεν είναι κληρικός. |
| 1116 | αγγίξει | Ρήμα | θα αγγίξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγγίζω. | |
| 1117 | όργανο | Ουσιαστικό | /ˈoɾ.ɣa.no/ | σύνολο ιστών που αποτελούν οργανική ενότητα και επιτελούν συγκεκριμένη λειτουργία σε έναν ζωντανό οργανισμό. |
| 1118 | μίλι | Ουσιαστικό | /ˈmi.li/ | μονάδα μήκους (απόστασης) στη θάλασσα (το ναυτικό μίλι) ίση με 1.852 μέτρα, σε μέσο βόρειο και νότιο πλάτος. |
| 1119 | κανονίσουμε | Ρήμα | θα κανονίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κανονίζω. | |
| 1120 | συνηθισμένη | Ρήμα | /siniθiˈzmeni/ | nominative/accusative/vocative feminine singular of συνηθισμένος (synithisménos). |
| 1121 | θαύματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαύμα. | |
| 1122 | πισινό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πισινός. | |
| 1123 | επ | Επιφώνημα | /ˈep/ | επιφώνημα δήλωσης ξαφνιάσματος, έκφρασης απορίας, προειδοποίησης ή επίπληξης. |
| 1124 | έχασαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω. | |
| 1125 | εξηγήσει | Ρήμα | /e.ksiˈʝi.si/ | θα εξηγήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξηγώ. |
| 1126 | πρώτης | Επίθετο | γενική ενικού του πρώτη. | |
| 1127 | νόστιμο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈno.sti.mo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νόστιμος. |
| 1128 | μισούν | Ρήμα | /miˈsun/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μισώ. |
| 1129 | προστατεύσω | Ρήμα | θα προστατεύσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προστατεύω. | |
| 1130 | συνείδηση | Ουσιαστικό | /siˈni.ði.si/ | η κατάσταση του ανθρώπου κατά την οποία έχει τις αισθήσεις του και τις πνευματικές του λειτουργίες ανέπαφες. |
| 1131 | τιμής | Ουσιαστικό | γενική ενικού του τιμή. | |
| 1132 | βρέχει | Ρήμα | /[ˈvreçi]/ | για τη βροχόπτωση, το φυσικό φαινόμενο της βροχής, ρίχνει βροχή, πέφτει βροχή. |
| 1133 | επιθεωρητή | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επιθεωρητής. | |
| 1134 | γυναικεία | Επίθετο, Επίρρημα | /ʝi.neˈci.a/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γυναικείος. |
| 1135 | περιοχής | Ουσιαστικό | genitive singular of περιοχή (periochí). | |
| 1136 | δημιουργία | Ουσιαστικό | /[ðimiuɾˈʝia]/ | τίτλος ορατορίου του αυστριακού συνθέτη Γιόζεφ Χάυντν (Joseph Haydn), «Η Δημιουργία» (γερμανικά: Die Schöpfung, γραμμένο… |
| 1137 | σύνταξη | Ουσιαστικό | /ˈsindaksi/ | το ποσό που εισπράττει μηνιαία ένας συνταξιούχος από τον ασφαλιστικό ή συνταξιοδοτικό φορέα του ή το κράτος όταν για λόγ… |
| 1138 | ψάξεις | Ρήμα | θα ψάξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ψάχνω. | |
| 1139 | σηκώστε | Ρήμα | /siˈko.ste/ | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνω. |
| 1140 | ευτυχής | Ουσιαστικό, Επίθετο | /e.ftiˈçis/ | που είναι σύμφωνος με τις προσδοκίες, επιτυχημένος. |
| 1141 | δαίμονα | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δαίμονας. | |
| 1142 | ακίνητοι | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακίνητος. | |
| 1143 | λειτουργήσει | Ρήμα | θα λειτουργήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λειτουργώ. | |
| 1144 | αξίζω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /aˈksi.zo/ | (Ουσιαστικό). |
| 1145 | μασάζ | Ουσιαστικό | /maˈsaz/ | η μάλαξη κάποιων σημείων του ανθρώπινου σώματος για θεραπευτικούς ή αισθητικούς λόγους. |
| 1146 | κίτρινο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈci.tɾi.no/ | το χρώμα του κίτρου. |
| 1147 | οδηγήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδήγηση. | |
| 1148 | κυβέρνησης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του κυβέρνηση. | |
| 1149 | κουράστηκα | Ρήμα | /kuˈɾa.sti.ka/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουράζομαι. |
| 1150 | φιλήσω | Ρήμα | θα φιλήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φιλώ. | |
| 1151 | εξίσου | Επίρρημα | /eˈksi.su/ | το ίδιο, ίσα, όμοια. |
| 1152 | τραβήξω | Ρήμα | θα τραβήξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τραβώ. | |
| 1153 | χρημάτων | Ουσιαστικό | /xɾiˈma.ton/ | γενική πληθυντικού του χρήμα. |
| 1154 | Μωρέ | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επιφώνημα | /moˈɾe/ | κλητική ενικού του μωρός. |
| 1155 | πουλήσεις | Ρήμα | θα πουλήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πουλάω. | |
| 1156 | πρωτόκολλο | Ουσιαστικό | /pɾoˈtokolo/ | σύνολο κοινά αποδεκτών κανόνων που περιγράφουν τον τρόπο μετάδοσης ή ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ διαφορετικού τύπου υπολ… |
| 1157 | πολεμήσουμε | Ρήμα | θα πολεμήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πολεμώ. | |
| 1158 | εκδήλωση | Ουσιαστικό | /ekˈði.lo.si/ | η διοργάνωση μιας δημόσιας συνεργατικής πράξης ή δραστηριότητας για ποικίλους σκοπούς (εορταστικούς, επετειακούς, διαμαρ… |
| 1159 | δολάριο | Ουσιαστικό | /ðoˈla.ɾi.o/ | νόμισμα διαφόρων χωρών (σύμβολο: $). |
| 1160 | σταμάτησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταματώ. | |
| 1161 | ιδιοκτήτη | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιδιοκτήτης. | |
| 1162 | φοβερά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /foˈve.ɾa/ | απειλή που εκτοξεύεται για να αποκτήσει ή να μη χάσει κάποιος τον έλεγχο. |
| 1163 | ακολουθήσεις | Ρήμα | θα ακολουθήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακολουθώ. | |
| 1164 | λοχίας | Ουσιαστικό | /loˈçias/ | υπαξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του δεκανέα και κατώτερο του επιλοχία. |
| 1165 | δεσμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του δεσμός. | |
| 1166 | μόδας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του μόδα. | |
| 1167 | ανθρώπινα | Επίθετο, Επίρρημα | άλλη μορφή του ανθρώπινα. | |
| 1168 | γαμημένα | Ρήμα | /ɣamiˈmena/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμημένο. |
| 1169 | πετσέτα | Ουσιαστικό | /peˈt͡se.ta/ | ορθογώνιο ή τετράγωνο απορροφητικό ύφασμα, με το οποίο σκουπίζουμε το σώμα μας. |
| 1170 | ανέλαβε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω. | |
| 1171 | σπάσεις | Ρήμα | θα σπάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σπάω. | |
| 1172 | προσωπικού | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του προσωπικός. | |
| 1173 | σύνολο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈsi.no.lo/ | η συλλογή στοιχείων που είναι απολύτως διακριτά μεταξύ τους αλλά που αξιωματικά θεωρούμε ως μία ολότητα ή ενότητα. |
| 1174 | ανάμνηση | Ουσιαστικό | αντικείμενο που θυμίζει κάποιο γεγονός, το αναμνηστικό, αλλά συνήθως σε αυτή την περίπτωση συνδοευόμενο από το σαν. | |
| 1175 | ώπα | Επιφώνημα | /ˈo.pa/ | άλλη γραφή του όπα. |
| 1176 | πιστωτική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστωτικός. | |
| 1177 | ηθική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /i.θiˈci/ | σύνολο κανόνων και αξιών με τους οποίους ορίζεται τι επιτρέπεται, τι απαγορεύεται και τι οφείλουμε να κάνουμε στις σχέσε… |
| 1178 | άνοιξη | Ουσιαστικό | /ˈa.ni.ksi/ | μία από τις τέσσερις εποχές του έτους ανάμεσα στο χειμώνα και το καλοκαίρι. |
| 1179 | πληρώσουμε | Ρήμα | θα πληρώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληρώνω. | |
| 1180 | αγελάδα | Ουσιαστικό | /a.ʝeˈla.ða/ | μεγαλόσωμο μηρυκαστικό, θηλαστικό, το οποίο που εκτρέφεται κυρίως για το κρέας και το γάλα του, το θηλυκό του βοδιού. |
| 1181 | σέβομαι | Ρήμα | /ˈse.vo.me/ | αναγνωρίζω το κύρος, την αξία που έχει κάτι· το τηρώ. |
| 1182 | παραδώσω | Ρήμα | θα παραδώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραδίδω. | |
| 1183 | φροντίσουμε | Ρήμα | θα φροντίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φροντίζω. | |
| 1184 | μουνί | Ουσιαστικό | /muˈni/ | κάθε νεαρή γυναίκα, ιδίως για να δηλωθεί πόσο ελκυστική ή ερωτική θεωρείται, ή για να δηλωθεί υποψήφια ή υπάρχουσα σχέση… |
| 1185 | έμενα | Ρήμα | /ˈe.me.na/ | |
| 1186 | τσίρκο | Ουσιαστικό | /ˈt͡siɾ.ko/ | περιοδεύων θίασος με ακροβάτες, ταχυδακτυλουργούς, κλόουν, εκπαιδευμένα ζώα κ.ά. που δίνει παραστάσεις για το κοινό. |
| 1187 | νικήσεις | Ρήμα | θα νικήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νικώ. | |
| 1188 | χρυσός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /xɾiˈsos/ | πολύτιμο μέταλλο, με κίτρινο χρώμα, που χρησιμοποιείται στη κατασκευή κοσμημάτων και στην αποταμίευση, το χρυσάφι. |
| 1189 | αλυσίδα | Ουσιαστικό | /aliˈsiða/ | σύνολο καταστημάτων με το ίδιο όνομα τα οποία η ίδια εταιρία διαχειρίζεται. |
| 1190 | καθάρισε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω. | |
| 1191 | πυροβολισμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του πυροβολισμός. | |
| 1192 | κάπτεν | Ουσιαστικό | ο καπετάνιος. | |
| 1193 | μέρας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του μέρα. | |
| 1194 | λυπηρό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λυπηρός. | |
| 1195 | άγριο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άγριος. | |
| 1196 | όρκο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του όρκος. | |
| 1197 | λάσπη | Ουσιαστικό | /ˈlas.pi/ | μείγμα από χώμα και νερό, η παχύρρευστη μορφή που παίρνει το χώμα όταν δεχτεί μεγάλη ποσότητα βροχής. |
| 1198 | συστήματος | Ουσιαστικό | γενική ενικού του σύστημα. | |
| 1199 | γέλιο | Ουσιαστικό | /ˈʝe.ʎo/ | αυθόρμητη ηχηρή έκφραση χαράς ή ευχαρίστησης, αντίδραση σε κάτι αστείο, η οποία παράγεται από γρήγορες κινήσεις του διαφ… |
| 1200 | αγάπησα | Ρήμα | /aˈɣa.pi.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαπώ. |
| 1201 | σκοτώσετε | Ρήμα | θα σκοτώσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκοτώνω. | |
| 1202 | μεγάλης | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του μεγάλη. | |
| 1203 | κλείνω | Ρήμα | /ˈkli.no/ | ολοκληρώνω το στήσιμο μιας σελίδας εφημερίδας ή περιοδικού και τη στέλνω για εκτύπωση. |
| 1204 | σεντ | Ουσιαστικό | εκατοστιαία μονάδα νομίσματος. | |
| 1205 | διπλά | Επίθετο | /ˈði.pla/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλό. |
| 1206 | σαιζόν | Ουσιαστικό | /seˈzon/ | μη απλοποιημένη γραφή του σεζόν. |
| 1207 | χαρακτήρας | Ουσιαστικό | /xa.ɾaˈkti.ɾas/ | στον άνθρωπο, το σύνολο των βασικών ιδιοτήτων (πνευματικών και ιδιοσυγκρασιακών) που τον χαρακτηρίζουν και το ξεχωρίζουν… |
| 1208 | φανταστείτε | Ρήμα | θα φανταστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φαντάζομαι. | |
| 1209 | δραστηριότητα | Ουσιαστικό | /ðɾa.sti.ɾiˈo.ti.ta/ | οι ενέργειες μιας ομάδας ανθρώπων ή ενός, σε συγκεκριμένη υπόθεση ή τομέα. |
| 1210 | σταθερά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /sta.θeˈɾa/ | constant: μοιάζει με την μεταβλητή, αλλά η τιμή που λαμβάνει μένει αμετάβλητη κατά την εκτέλεση του προγράμματος. Συνήθω… |
| 1211 | κιθάρα | Ουσιαστικό | /ciˈθa.ra/ | έγχορδο μουσικό όργανο, με ξύλινο ηχείο, μεγάλο βραχίονα και έξι (ή σπανιότερα, δώδεκα) χορδές, το οποίο παίζεται με τα… |
| 1212 | φωτιάς | Ουσιαστικό | γενική ενικού του φωτιά. | |
| 1213 | πιθανή | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιθανός. | |
| 1214 | γούστο | Ουσιαστικό | /ˈɣusto/ | η αντίληψη που έχει κάποιος για αισθητικά ζητήματα ή θέματα σχετικά με το ωραίο. |
| 1215 | διάλεξες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγω. | |
| 1216 | επόμενα | Ρήμα, Επίθετο | nominative neuter plural of επόμενος (epómenos). | |
| 1217 | πονοκέφαλο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του πονοκέφαλος. | |
| 1218 | υψηλής | Επίθετο | γενική ενικού του υψηλή. | |
| 1219 | επιβάτες | Ουσιαστικό | nominative/accusative/vocative plural of επιβάτης (epivátis). | |
| 1220 | παγκόσμια | Επίθετο, Επίρρημα | σε παγκόσμιο επίπεδο, σε όλον τον κόσμο. | |
| 1221 | άμμο | Ουσιαστικό | accusative singular of άμμος (ámmos). | |
| 1222 | δεχτείς | Ρήμα | θα δεχτείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δέχομαι. | |
| 1223 | αδερφού | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του αδερφός. | |
| 1224 | ενημέρωσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενημερώνω. | |
| 1225 | ομολογία | Ουσιαστικό | /omoloˈʝia/ | η αναγνώριση της πατρότητας μιας (άδικης) πράξης, η παραδοχή της ενοχής από αυτόν που διέπραξε κάτι το παράνομο ή το ανή… |
| 1226 | αναλάβεις | Ρήμα | θα αναλάβεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναλαμβάνω. | |
| 1227 | σφιχτά | Επίθετο, Επίρρημα | /sfiˈxta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφιχτό, ουδέτερο του σφιχτός. |
| 1228 | εξαφάνιση | Ουσιαστικό | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαφανίζω. | |
| 1229 | προπονητή | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προπονητής. | |
| 1230 | καταλήξεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ka.taˈli.ksis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάληξη. |
| 1231 | πίπα | Ουσιαστικό | /ˈpipa/ | σύνεργο του καπνίσματος· στη μία άκρη της (ανάλογα με τον τύπο της πίπας) ή τοποθετείται ένα τσιγάρο ή καπνός σε μια κοι… |
| 1232 | βάλαμε | Ρήμα | /ˈva.la.me/ | α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάλλω. |
| 1233 | λίγοι | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λίγος. | |
| 1234 | κρεβατοκάμαρα | Ουσιαστικό | /kɾɛˌva.toˈka.ma.ɾa/ | το υπνοδωμάτιο, το δωμάτιο του σπιτιού που είναι επιπλωμένο με κρεβάτι και όπου κοιμόμαστε. |
| 1235 | κολιέ | Ουσιαστικό | /koˈʎe/ | κόσμημα που φοριέται στο λαιμό και συνήθως αποτελείται από χάντρες περασμένες σε μια κλωστή. |
| 1236 | δρόμοι | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δρόμος. | |
| 1237 | δίωξη | Ουσιαστικό | διώξεις: συστηματική λήψη δυσμενών μέτρων διοικητικού ή/και ποινικού χαρακτήρα εναντίον κάποιων. | |
| 1238 | καμπίνα | Ουσιαστικό | μικρό δωμάτιο σε παραλία, όπου οι λουόμενοι μπορούν να αλλάξουν ρούχα. | |
| 1239 | κατάθλιψη | Ουσιαστικό | /kaˈta.θli.psi/ | η ψυχική ασθένεια που την χαρακτηρίζει (παροδική ή μόνιμη) θλίψη, απαισιοδοξία, έλλειψη ενδιαφέροντος, μελαγχολία και άλ… |
| 1240 | βάζουμε | Ρήμα | /ˈva.zu.me/ | α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω. |
| 1241 | αργήσεις | Ρήμα | θα αργήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αργώ. | |
| 1242 | δάνειο | Ουσιαστικό | /ˈða.ni.o/ | άμεσος δανεισμός λέξης (ή άλλου στοιχείου) μιας γλώσσας που εισήλθε σε μία συγκεκριμένη στιγμή από άλλη γλώσσα, με την ε… |
| 1243 | ξεχάστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ. | |
| 1244 | κύριας | Ουσιαστικό, Επίθετο | genitive feminine singular of κύριος (kýrios). | |
| 1245 | ιδιαίτερη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιαίτερος. | |
| 1246 | αρχής | Ουσιαστικό | ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Αρχή). | |
| 1247 | παραμύθι | Ουσιαστικό | /paɾaˈmiθi/ | σύντομη αλληγορική φανταστική ιστορία, συνήθως για παιδιά. |
| 1248 | συνεχίζουμε | Ρήμα | /si.neˈçi.zu.me/ | |
| 1249 | αυτοκρατορία | Ουσιαστικό | /a.fto.kɾa.toˈɾi.a/ | κράτος ή σύνολο κρατών τα οποία υπάγονται στην εξουσία ενός αυτοκράτορα. |
| 1250 | προσέξει | Ρήμα | θα προσέξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσέχω. | |
| 1251 | μυρίζεις | Ρήμα | /miˈɾi.zis/ | |
| 1252 | κατέστρεψες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω. | |
| 1253 | πλατεία | Ουσιαστικό, Επίθετο | /plaˈti.a/ | τμήμα του θεάτρου μπροστά από τη σκηνή όπου κάθονται οι θεατές, διαφορετικό από τα θεωρεία και τον εξώστη. |
| 1254 | προπονητής | Ουσιαστικό | /pɾo.po.niˈtis/ | αυτός που προπονεί (επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά) μια ομάδα ή έναν μεμονωμένο αθλητή. |
| 1255 | ανήκω | Ρήμα | /aˈni.ko/ | αποτελώ τμήμα της περιουσίας κάποιου. |
| 1256 | περιμένοντας | Ρήμα | /pe.ɾiˈme.non.das/ | μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιμένω. |
| 1257 | ευχαριστημένος | Ουσιαστικό, Ρήμα | /e.fxa.ɾi.stiˈme.nos/ | (Ουσιαστικό). |
| 1258 | παραμονή | Ουσιαστικό | /pa.ɾa.moˈni/ | η μέρα που προηγείται ενός σημαντικού γεγονότος, γιορτής ή επετείου (και παραμονές). |
| 1259 | καύσιμα | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈkaf.si.ma/ | neuter nominative/accusative/vocative plural of καύσιμος (káfsimos). |
| 1260 | σκεφτήκαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι. | |
| 1261 | κατάστρωμα | Ουσιαστικό | /kaˈta.stro.ma/ | η ταξιδιωτική θέση σε πλοίο (συνήθως η τρίτη ή η τουριστική χωρίς κρεββάτι). |
| 1262 | συλλάβουν | Ρήμα | θα συλλάβουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνω. | |
| 1263 | θυμηθείς | Ρήμα | θα θυμηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θυμάμαι. | |
| 1264 | χαρούμενο | Ρήμα | /xaˈɾu.me.no/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαρούμενος. |
| 1265 | οδηγώ | Ρήμα | /o.ðiˈɣo/ | υποδεικνύω τρόπο συμπεριφορας ή δράσης σε κάποιον. |
| 1266 | αυγό | Ουσιαστικό | /aˈvɣo/ | άλλη γραφή του αβγό. |
| 1267 | άρχισες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχίζω. | |
| 1268 | συμπέρασμα | Ουσιαστικό | το αποτέλεσμα ενός συλλογισμού ή μιας συλλογιστικής πορείας. | |
| 1269 | εμετό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του εμετός. | |
| 1270 | φιλμ | Ουσιαστικό | /ˈfilm/ | λεπτό και εύκαμπτο πλαστικό ειδικά επεξεργασμένο για να αποτυπώνει εικόνες για φωτογράφηση ή κινηματογράφηση. |
| 1271 | ζήσουν | Ρήμα | θα ζήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζω. | |
| 1272 | ακολούθησα | Ρήμα | /a.koˈlu.θi.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ. |
| 1273 | θλιβερό | Επίθετο | /θli.veˈɾo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θλιβερός. |
| 1274 | κρύα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κρύος. | |
| 1275 | οποίους | Αντωνυμία | accusative masculine plural of οποίος (opoíos). | |
| 1276 | προδότης | Ουσιαστικό | /pɾoˈðo.tis/ | που εγκαταλείπει φίλους ή οικείους σε ώρα ανάγκης. |
| 1277 | ανέφερα | Ρήμα | /aˈne.feɾ.a/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφέρω. |
| 1278 | απαντάει | Ρήμα | /a.panˈda.i/ | γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος απαντάω. |
| 1279 | κοιτάξει | Ρήμα | θα κοιτάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοιτάζω. | |
| 1280 | τουαλέτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουαλέτα. | |
| 1281 | σωλήνα | Ουσιαστικό | άλλη μορφή του σωλήνας. | |
| 1282 | χοντρό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /xonˈdɾo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χοντρός. |
| 1283 | χτύπησαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπώ. | |
| 1284 | αγοράσουμε | Ρήμα | θα αγοράσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγοράζω. | |
| 1285 | πρωταθλητής | Ουσιαστικό | /pɾo.ta.θliˈtis/ | ο αθλητής ή η αθλητική ομάδα που έχει κερδίσει την πρώτη θέση σε αθλητική διοργάνωση. |
| 1286 | ετοιμάσω | Ρήμα | θα ετοιμάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ετοιμάζω. | |
| 1287 | δωματίου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του δωμάτιο. | |
| 1288 | επαφές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαφή. | |
| 1289 | σώσε | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈsose/ | mayhem, pandemonium, commotion, upheaval. |
| 1290 | βότκα | Ουσιαστικό | οινοπνευματώδες ποτό ρωσικής προέλευσης. | |
| 1291 | παπούτσι | Ουσιαστικό | /paˈpu.t͡si/ | προστατευτικό κάλυμμα για το πόδι· στο έδαφος ακουμπά η σκληρή σόλα και το τακούνι, ενώ το κάτω μέρος του ποδιού ντύνετα… |
| 1292 | φυτά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτό. | |
| 1293 | οστά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστό. | |
| 1294 | ανησυχία | Ουσιαστικό | /anisiˈçia/ | συναίσθημα ελαφριού άγχους και φόβου για την κατάσταση κάποιου, την κατάληξη ενός γεγονότος κλπ. |
| 1295 | υποθέσω | Ρήμα | θα υποθέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υποθέτω. | |
| 1296 | ευγενικά | Επίθετο, Επίρρημα | /e.vʝe.niˈka/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγενικό. |
| 1297 | τσιπ | Ουσιαστικό | /t͡sip/ | μικρό κομμάτι ημιαγωγού στο οποίο έχουν αποτυπωθεί χιλιάδες λογικές πύλες. Εναλλακτικά ονομάζεται έτσι και το ηλεκτρονικ… |
| 1298 | επισκέψεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίσκεψη. | |
| 1299 | ποσότητα | Ουσιαστικό | /poˈso.ti.ta/ | αφηρημένη έννοια που αναφέρεται στο μέγεθος (πόσο;) ή τον αριθμό (πόσα;). |
| 1300 | φρούτα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρούτο. | |
| 1301 | μπουφάν | Ουσιαστικό | /buˈfan/ | κοντό πανωφόρι το οποίο συνήθως κλείνει με φερμουάρ και είναι πιο εφαρμοστό στη μέση· μπορεί να είναι αδιάβροχο, υφασμάτ… |
| 1302 | χρησιμοποίησα | Ρήμα | /xɾi.si.moˈpi.i.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ. |
| 1303 | καλάθι | Ουσιαστικό | /kaˈla.θi/ | κυκλικό στεφάνι από το οποίο κρέμεται δίχτυ και από το οποίο πρέπει να περάσει μέσα η μπάλα για να μετρηθεί ένας πόντος… |
| 1304 | ψητό | Ουσιαστικό, Επίθετο | φαγητό, κυρίως κρέας, ψημένο στο φούρνο. | |
| 1305 | εντοπίσουμε | Ρήμα | θα εντοπίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εντοπίζω. | |
| 1306 | αλάτι | Ουσιαστικό | /aˈlati/ | κοινή ονομασία για το χλωριούχο νάτριο (NaCl), αλλιώς μαγειρικό αλάτι. |
| 1307 | χρησιμοποίησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ. | |
| 1308 | κινητά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | nominative plural of κινητό (kinitó). | |
| 1309 | εκδοχή | Ουσιαστικό | /ek.ðoˈçi/ | ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο κάποιος παρουσιάζει ένα γεγονός, μία από περισσότερες δυνατές ερμηνείες του. |
| 1310 | εξαφανίστηκαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι. | |
| 1311 | κατάλογο | Ουσιαστικό | /kaˈta.lo.ɣo/ | αιτιατική ενικού του κατάλογος. |
| 1312 | τόσους | Επίθετο, Αντωνυμία | accusative masculine plural of τόσος (tósos). | |
| 1313 | μακρύ | Επίθετο | βλ. μακρύς. | |
| 1314 | σταμάτησαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταματώ. | |
| 1315 | σκάφους | Ουσιαστικό | γενική ενικού του σκάφος. | |
| 1316 | σκέτη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκέτος. | |
| 1317 | μετοχές | Ουσιαστικό | nominative plural of μετοχή (metochí). | |
| 1318 | τρόφιμα | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρόφιμο. | |
| 1319 | λουλούδι | Ουσιαστικό | /luˈlu.ði/ | το μέρος του φυτού που περιλαμβάνει τα όργανα αναπαραγωγής του, τα πέταλα και σέπαλα και στο οποίο αναπτύσσεται ο καρπός… |
| 1320 | ψάξτε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνω. | |
| 1321 | παίζετε | Ρήμα | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του παίζω. | |
| 1322 | ανόητε | Επίθετο | κλητική ενικού του ανόητος. | |
| 1323 | κρυφό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κρυφός. | |
| 1324 | προϊόν | Ουσιαστικό, Επίθετο | /pɾoiˈon/ | αυτό που παράγεται (σε κάποιον τομέα της οικονομίας). |
| 1325 | αποφασίσω | Ρήμα | θα αποφασίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφασίζω. | |
| 1326 | περίοδος | Ουσιαστικό | /peˈri.o.ðos/ | σύνολο διαδοχικών μουσικών φράσεων που δημιουργούν ολοκληρωμένη μουσική εντύπωση. |
| 1327 | ενοχλητικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ενοχλητικός. | |
| 1328 | θυμώσει | Ρήμα | θα θυμώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θυμώνω. | |
| 1329 | φαίνεστε | Ρήμα | /ˈfe.ne.ste/ | |
| 1330 | διπλή | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλός. | |
| 1331 | παρακολούθησης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του παρακολούθηση. | |
| 1332 | ξεκινήσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ. | |
| 1333 | φιλαράκια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλαράκι. | |
| 1334 | μηνών | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του μήνας. | |
| 1335 | θρόνο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του θρόνος. | |
| 1336 | καλώδιο | Ουσιαστικό | /kaˈlo.ði.o/ | σύρμα γυμνό ή καλυμμένο με πλαστικό περίβλημα, για τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος, ηλεκτροκαλώδιο. |
| 1337 | γουρούνια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρούνι. | |
| 1338 | λύσουμε | Ρήμα | /ˈli.su.me/ | θα λύσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λύνω. |
| 1339 | στοπ | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | σήμα του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ), που σημαίνει πως ο οδηγός πρέπει να σταματήσει και να ελέγξει τη διάβαση πριν… | |
| 1340 | αρχηγείο | Ουσιαστικό | το οίκημα όπου εδρεύει ο αρχηγός και οι υπηρεσίες του. | |
| 1341 | πέταξα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετώ. | |
| 1342 | ανατολική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατολικός. | |
| 1343 | δράστης | Ουσιαστικό | /ˈðɾa.stis/ | αυτός που διέπραξε μια παράνομη ενέργεια ή (γενικότερα) κάποια ενέργεια. |
| 1344 | ξεκινήστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ. | |
| 1345 | ταράτσα | Ουσιαστικό | /taˈɾa.t͡sa/ | βεράντα, στεγασμένος εξωτερικός χώρος σπιτιού. |
| 1346 | οροφή | Ουσιαστικό | /o.ɾoˈfi/ | η άνω οριζόντια επιφάνεια που καθορίζει εσωτερικά έναν χώρο. |
| 1347 | διαλέξω | Ρήμα | θα διαλέξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαλέγω. | |
| 1348 | κόψουμε | Ρήμα | θα κόψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κόβω. | |
| 1349 | ακολουθώ | Ρήμα | /a.ko.luˈθo/ | διανύω μια προκαθορισμένη διαδρομή προσέχοντας να μην ξεφύγω από αυτήν. |
| 1350 | αμφιβολίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιβολία. | |
| 1351 | καθίσεις | Ρήμα | θα καθίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι. | |
| 1352 | ήρεμος | Επίθετο | /ˈi.ɾe.mos/ | (για άνθρωπο) που αντιδρά με ήπιο τρόπο στα ερεθίσματα. |
| 1353 | διέταξε | Ρήμα | /ðiˈe.ta.kse/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατάζω. |
| 1354 | κόκα | Ουσιαστικό | /ˈko.ka/ | φυτό της Νότιας Αμερικής, από το οποίο παράγεται η κοκαΐνη. |
| 1355 | πολιτείες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτεία. | |
| 1356 | είσοδος | Ουσιαστικό | οτιδήποτε χρησιμοποιεί ένας χρήστης για να εισάγει δεδομένα σε ένα σύστημα. | |
| 1357 | σπάνιο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σπάνιος. | |
| 1358 | ανάγκασε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω. | |
| 1359 | αυτοκτονίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του αυτοκτονία. | |
| 1360 | χρέη | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρέος. | |
| 1361 | εγκατέλειψε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω. | |
| 1362 | σαλάτα | Ουσιαστικό | /saˈla.ta/ | συνοδευτικό πιάτο από ανακατεμένα λαχανικά μαζί με λάδι και πιθανόν ξίδι, λεμόνι, μαγιονέζα κλπ. |
| 1363 | δυτική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυτικός. | |
| 1364 | κτήνος | Ουσιαστικό | /ˈkti.nos/ | στην παρομοίωση σαν κτήνος / σα χτήνος. |
| 1365 | παραβίαση | Ουσιαστικό | /pa.ɾaˈvi.a.si/ | ενέργεια που αντιβαίνει σε νόμο, κανονισμό, συνθήκη. |
| 1366 | αληθεύει | Ρήμα | /a.liˈθe.vi/ | θεωρείται αληθές, είναι αλήθεια. |
| 1367 | συναντηθήκαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντιέμαι. | |
| 1368 | οικονομική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικονομικός. | |
| 1369 | ηγέτης | Ουσιαστικό | /iˈʝe.tis/ | αυτός που ηγείται, που έχει την εξουσία. |
| 1370 | επιτεθεί | Ρήμα | θα επιτεθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιτίθεμαι. | |
| 1371 | αυτοκίνητων | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική πληθυντικού του αυτοκίνητο. | |
| 1372 | υπολογιστής | Ουσιαστικό | /i.po.lo.ʝiˈstis/ | μηχανική, ηλεκτρομηχανική ή ηλεκτρονική συσκευή που επιτρέπει την αυτόματη εκτέλεση απλών μαθηματικών πράξεων ή σειράς α… |
| 1373 | προθέσεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόθεση. | |
| 1374 | κουστούμι | Ουσιαστικό | άλλη μορφή του κοστούμι. | |
| 1375 | συνελήφθη | Ρήμα | /si.neˈli.fθi/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνομαι. |
| 1376 | ηρεμία | Ουσιαστικό | /i.reˈmi.a/ | κατάσταση απουσίας αναταράξεων, η γαλήνη. |
| 1377 | μαϊμού | Ουσιαστικό | /mai̯ˈmu/ | μεταμφίεση κλεμμένου αντικειμένου, κυρίως αυτοκινήτου. |
| 1378 | αντίθεση | Ουσιαστικό | /anˈdi.θe.si/ | σχήμα λόγου που χρησιμοποιείται για να εκφράσει μια έντονη διαφορά μεταξύ δύο αντιτιθέμενων λέξεων, φράσεων ή εννοιών. |
| 1379 | μαθητής | Ουσιαστικό | αυτός που παρακολούθησε τη διδασκαλία ενός σημαντικού δασκάλου, επιστήμονα, φιλοσόφου, θρησκευτικού ηγέτη κλπ και συνεχί… | |
| 1380 | μπανιέρα | Ουσιαστικό | /baˈɲeɾa/ | επιμήκης λουτήρας που στήνεται στο έδαφος, μέσα στο μπάνιο. |
| 1381 | δώσατε | Ρήμα | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω. | |
| 1382 | ετοίμασε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζω. | |
| 1383 | ψεύτη | Ουσιαστικό | /ˈpse.fti/ | γυναικείο επώνυμο. |
| 1384 | φτιάξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω. | |
| 1385 | κότα | Ουσιαστικό | /ˈkota/ | θηλυκό οικόσιτο πουλί (Gallus gallus) που εκτρέφεται κυρίως για τα αβγά του· το αρσενικό λέγεται κόκορας ή πετεινός και… |
| 1386 | προχωρήσει | Ρήμα | /pɾo.xoˈɾi.si/ | θα προχωρήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προχωρώ. |
| 1387 | κώλος | Ουσιαστικό | /[ˈkolos]/ | το μέρος του ρούχου που αντιστοιχεί στα οπίσθια. |
| 1388 | κοπελιά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπέλι. | |
| 1389 | πληρώσουν | Ρήμα | θα πληρώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληρώνω. | |
| 1390 | πλήρης | Επίθετο | /ˈpli.ɾis/ | με μεγάλη ποσότητα από κάτι, γεμάτος. |
| 1391 | υπεράσπιση | Ουσιαστικό | /i.peˈɾa.spi.si/ | ο/η συνήγορος ή η ομάδα των συνηγόρων που υπερασπίζονται ένα κατηγορούμενο. |
| 1392 | απώλειες | Ουσιαστικό | στερήσεις. | |
| 1393 | άμυνα | Ουσιαστικό | ομάδα αρχικών κινήσεων όπου ενδιαφέρει το παίξιμο του μαύρου σε αντίθεση με το "άνοιγμα" όπου ενδιαφέρει το παίξιμο του… | |
| 1394 | ξένος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈkse.nos/ | για σύνολα που δεν έχουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους, που η τομή τους είναι το κενό σύνολο. |
| 1395 | αφοσίωση | Ουσιαστικό | /a.foˈsi.o.si/ | η αποκλειστική φροντίδα για κάποιον. |
| 1396 | ύπαρξη | Ουσιαστικό | κάθε ζωντανό ον και κυρίως ο άνθρωπος. | |
| 1397 | σκάσεις | Ρήμα | θα σκάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκάω. | |
| 1398 | μεταφέρω | Ρήμα | /me.taˈfe.ɾo/ | μετακινώ κάτι ή κάποιον από έναν τόπο σε άλλο ή από ένα σημείο σε άλλο, κυριολεκτικά ή νοερά. |
| 1399 | κεντρικά | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντρικό. | |
| 1400 | διαβατήριο | Ουσιαστικό | /ði̯a.vaˈti.ɾi.o/ | επίσημο ταξιδιωτικό έγγραφο, απαραίτητο για να ταξιδέψει κανείς στο εξωτερικό. Έχει μορφή μικρού βιβλιαρίου και φέρει τη… |
| 1401 | πείσει | Ρήμα | /ˈpi.si/ | θα πείσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πείθω. |
| 1402 | καταθέσει | Ρήμα | θα καταθέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταθέτω. | |
| 1403 | κουδούνι | Ουσιαστικό | /kuˈðu.ni/ | ηλεκτρική συσκευή με κουμπί που παράγει ήχο. Τοποθετείται κοντά σε εξώπορτα σπιτιού ή στην είσοδο των κτιρίων. |
| 1404 | σύννεφα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύννεφο. | |
| 1405 | φύλακα | Ουσιαστικό | /ˈfi.la.ka/ | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φύλακας. |
| 1406 | απειλές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειλή. | |
| 1407 | παγωμένο | Ρήμα | /paɣoˈmeno/ | nominative/accusative/vocative neuter singular of παγωμένος (pagoménos). |
| 1408 | πρακτικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /pɾa.ktiˈka/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρακτικό. |
| 1409 | καταθέσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα καταθέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταθέτω. | |
| 1410 | προστασίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του προστασία. | |
| 1411 | ανέβει | Ρήμα | θα ανέβει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανεβαίνω. | |
| 1412 | άλμα | Ουσιαστικό | η κίνηση ανθρώπου ή ζώου που με μιας βρίσκεται στον αέρα και περνάει πάνω από κάποιο εμπόδιο ή φτάνει σε θέση ψηλότερη α… | |
| 1413 | σχολεία | Ουσιαστικό | /sxoˈʎa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολειό. |
| 1414 | άχρηστος | Επίθετο | /ˈa.xɾi.stos/ | που έχει υποπέσει σε αχρηστία. |
| 1415 | ύφος | Ουσιαστικό | η επιλογή του τρόπου γραφής ή ομιλίας ανάλογα με την περίσταση, με το περιβάλλον, το περικείμενο. | |
| 1416 | μετρό | Ουσιαστικό | /ˈme.tɾo/ | η αριθμητική έκφραση με τη μορφή κλάσματος που γράφεται στην αρχή ενός κομματιού και μας δίνει την συνολική αξία των φθο… |
| 1417 | φέρετρο | Ουσιαστικό | /ˈfe.ɾe.tɾo/ | ξύλινη συνήθως κάσα (κιβώτιο) μέσα στην οποία τοποθετείται ο νεκρός, για να ταφεί. |
| 1418 | βασίζεται | Επίθετο | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βασίζομαι. | |
| 1419 | ιός | Ουσιαστικό | /iˈos/ | ιδιαίτερα μικροσκοπικός μολυσματικός παράγοντας ο οποίος, προκειμένου να αναπαραχθεί, πρέπει να εισέλθει στα κύτταρα ενό… |
| 1420 | προλάβω | Ρήμα | θα προλάβω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προλαβαίνω. | |
| 1421 | συγχωρέστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ. | |
| 1422 | ήλιου | Ουσιαστικό | /ˈi.ʎu/ | γενική ενικού του ήλιος, λογιότερη μορφή του ήλιου. |
| 1423 | ενοχή | Ουσιαστικό, Επίθετο | /e.noˈçi/ | η σχέση του νομικά υπόχρεου προς έναν δεύτερο, όπου η υποχρέωση μπορεί να λάβει τη μορφή παροχής (αγαθού ή υπηρεσίας) ή… |
| 1424 | ενθουσιασμένη | Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενθουσιασμένος. | |
| 1425 | διευθύντρια | Ουσιαστικό | θηλυκό του διευθυντής. | |
| 1426 | σουίτα | Ουσιαστικό | /suˈita/ | πολυτελές δωμάτιο ξενοδοχείου. |
| 1427 | τετράγωνα | Ουσιαστικό, Επίθετο | /teˈtɾa.ɣo.na/ | neuter nominative/accusative/vocative plural of τετράγωνος (tetrágonos). |
| 1428 | περπατήσω | Ρήμα | θα περπατήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περπατώ. | |
| 1429 | εκτέλεση | Ουσιαστικό | /ekˈtelesi/ | πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή σε κατάσταση λειτουργίας. |
| 1430 | έξοδος | Ουσιαστικό | /ˈe.kso.ðos/ | η απόπειρα διάσπασης του κλοιού πολιορκίας μιας πόλης από τους κατοίκους της που επιχειρούν να την εγκαταλείψουν μαζικά… |
| 1431 | συμφώνησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ. | |
| 1432 | γενναία | Επίθετο, Επίρρημα | με γενναιότητα. | |
| 1433 | κόλλα | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈko.la/ | ουσία, συνήθως μίγμα νερού με αλεύρι ή ζάχαρη, που χρησιμοποιείται για να παραμείνει σκληρό και σιδερωμένο το τμήμα ή ολ… |
| 1434 | τιμόνι | Ουσιαστικό | /tiˈmoni/ | όργανο του συστήματος διεύθυνσης των μεταφορικών μέσων, (εκτός ειδικών οχημάτων σκαπτικών, ερπυστριοφόρων, τρένων, τραμ… |
| 1435 | εκκλησίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του εκκλησιά. | |
| 1436 | βγάλετε | Ρήμα | θα βγάλετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγάζω. | |
| 1437 | ξίφος | Ουσιαστικό | /ˈksi.fos/ | το αγχέμαχο όπλο, αποτελούμενο από μακρύ, χαλύβδινο και αιχμηρό έλασμα με μία ή δύο κόψεις και χειρολαβή, με ή χωρίς φυλ… |
| 1438 | πετάω | Ρήμα | /peˈta.o/ | είμαι πολύ ικανός, αποδίδω στο έπακρο των δυνατοτήτων μου, νιώθω αγαλλίαση, μεγάλη χαρά. |
| 1439 | δίπλωμα | Ουσιαστικό | /ˈði.plo.ma/ | έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται από κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή οργανισμό ότι κάποιος έχει ολοκληρώσει τις σπουδές το… |
| 1440 | κλέψεις | Ρήμα | θα κλέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλέβω. | |
| 1441 | γεμάτα | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεμάτο. | |
| 1442 | περαιτέρω | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | από ένα σημείο και μετά. | |
| 1443 | εισβολή | Ουσιαστικό | η επίθεση ενός όγκου εχθρικών δυνάμεων που περνούν τα σύνορα και μπαίνουν σε μια χώρα με σκοπό τη λεηλασία ή τη μόνιμη κ… | |
| 1444 | ζεστά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈze.sta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεστό. |
| 1445 | πάγκο | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 1446 | χεράκι | Ουσιαστικό | μικρό χέρι. | |
| 1447 | ανακαλύψω | Ρήμα | θα ανακαλύψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανακαλύπτω. | |
| 1448 | μπαταρία | Ουσιαστικό | αναμεικτική βρύση, υδατομίκτης-υδατομείκτης, μίκτης-μείκτης νερού, διπολική βρύση, βρύση ζεστού / κρύου νερού-ύδατος (μί… | |
| 1449 | τρόμαξες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομάζω. | |
| 1450 | τακτική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ta.ktiˈci/ | συντονισμένες κινήσεις στρατιωτικών δυνάμεων, ελιγμοί και μέθοδοι που χρησιμοποιούνται σε μια μάχη. |
| 1451 | χρησιμοποιείται | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής του ρήματος χρησιμοποιώ. | |
| 1452 | ήτανε | Ρήμα | /ˈitane/ | |
| 1453 | τράπεζες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τράπεζα. | |
| 1454 | άθλια | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άθλιος. | |
| 1455 | μπλουζάκι | Ουσιαστικό | /bluˈzaci/ | φτηνή ή/και μικρή μπλούζα. |
| 1456 | στέκομαι | Ρήμα | /ˈstekome/ | είμαι (σε κάποια οικονομική κατάσταση). |
| 1457 | καπνό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του καπνός. | |
| 1458 | ιστοσελίδα | Ουσιαστικό | /i.sto.seˈli.ða/ | ένα από τα τεκμήρια του Παγκόσμιου Ιστού, στην απλούστερη περίπτωση ένα αρχείο HTML, που μπορεί να περιέχει κείμενα, εικ… |
| 1459 | στήλη | Ουσιαστικό | /ˈsti.li/ | η στήλη ενός πίνακα στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων. Τα δεδομένα της στήλης είναι του ιδίου τύπου και λαμβάνουν τιμές α… |
| 1460 | πυροβολισμούς | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του πυροβολισμός. | |
| 1461 | μεθυσμένη | Ρήμα, Επίθετο | nominative feminine singular of μεθυσμένος (methysménos). | |
| 1462 | αποδεικτικά | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεικτικό. | |
| 1463 | άρρωστο | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άρρωστος. | |
| 1464 | δοθεί | Ρήμα | /ðoˈθi/ | θα δοθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δίνομαι. |
| 1465 | συνέλαβαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω. | |
| 1466 | ξεκούραση | Ουσιαστικό | η κατάσταση στην οποία κάποιος αποφεύγει την εργασία, ώστε να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να αναπτύξει και άλλες δρασ… | |
| 1467 | ζητήσατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητώ. | |
| 1468 | προτεραιότητα | Ουσιαστικό | /pɾo.te.ɾeˈo.ti.ta/ | το να προηγείται κάποιος ή κάτι έναντι άλλων, χρονικά ή σε σειρά, το να πρέπει ή να δικαιούται να αντιμετωπιστεί ή να εξ… |
| 1469 | πρεσβεία | Ουσιαστικό | /pɾeˈzvi.a/ | οτιδήποτε δίνεται σε μορφή προνομίου σε άτομα μεγάλης ηλικίας. |
| 1470 | φρουρά | Ουσιαστικό | στρατιωτική μονάδα ή απόσπασμα στρατιωτών ή αστυνομικών που φρουρεί ένα κτήριο ή μια τοποθεσία ή ένα δημόσιο πρόσωπο. | |
| 1471 | επίθεσης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του επίθεση. | |
| 1472 | δίχως | Ουσιαστικό, Πρόθεση | (Ουσιαστικό). | |
| 1473 | φωνάζω | Ρήμα | /foˈna.zo/ | μιλώ με δυνατή φωνή για να ακουστώ καλά. |
| 1474 | Χασού | Ουσιαστικό, Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χάνομαι. | |
| 1475 | τοις | Άρθρο | /tis/ | στους (αρσενικό) / στα (ουδέτερο) (χρησιμοποιείται σε εκφράσεις με δοτική πτώση από τα αρχαία ελληνική ή την καθαρεύουσα… |
| 1476 | πληρωμή | Ουσιαστικό | η καταβολή χρημάτων σε εργαζόμενο ή για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή την εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων. | |
| 1477 | χτυπήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτύπημα. | |
| 1478 | επικοινωνίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του επικοινωνία. | |
| 1479 | Γέρα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | δυνατά, με δύναμη, με σθένος. | |
| 1480 | φανώ | Ρήμα | θα φανώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φαίνομαι. | |
| 1481 | ξένο | Ουσιαστικό, Επίθετο | το χημικό στοιχείο ξένον με κατάληξη της δημοτικής. | |
| 1482 | προηγουμένως | Επίρρημα | /pro.i.ɣu.ˈme.nos/ | για κάτι που προηγήθηκε χρονικά, έγινε στο κοντινό παρελθόν. |
| 1483 | απείλησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απειλώ. | |
| 1484 | έπιπλα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έπιπλο. | |
| 1485 | βαμπίρ | Ουσιαστικό | /vamˈpiɾ/ | το είδος νυχτερίδας που τρέφεται και με το αίμα διαφόρων ζώων. |
| 1486 | περιλαμβάνει | Ρήμα, Επίθετο | /pe.ɾi.laɱˈva.ni/ | |
| 1487 | καπνός | Ουσιαστικό | /kaˈpnos/ | μείγμα από αέρια και στερεά σωματίδια άνθρακα, το οποίο είναι αποτέλεσμα της καύσης ενός σώματος. Τα κύρια χαρακτηριστικ… |
| 1488 | πορνό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /por.ˈno/ | πορνογραφικός. |
| 1489 | μαξιλάρι | Ουσιαστικό | /ma.ksiˈla.ɾi/ | οποιοδήποτε αντικείμενο με παρόμοια κατασκευή, π.χ. τα κινητά εξαρτήματα στους καναπέδες πάνω στα οποία καθόμαστε ή στηρ… |
| 1490 | συρτάρι | Ουσιαστικό | /siɾˈta.ɾi/ | ειδικό κουτί (με χερούλι ή λαβή) που τοποθετείται σε ειδικούς χώρους ενός επίπλου και σύρεται προς τα έξω, για να προσθέ… |
| 1491 | ένστικτο | Ουσιαστικό | /ˈen.sti(ŋ).kto/ | η έμφυτη εσωτερική παρόρμηση στον άνθρωπο και στα ζώα που οδηγεί σε πράξεις που εξυπηρετούν τη συντήρηση και την αναπαρα… |
| 1492 | ξανακάνω | Ρήμα | κάνω και πάλι. | |
| 1493 | θεούς | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του θεός. | |
| 1494 | πύλες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πύλη. | |
| 1495 | γονιών | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του γονιός. | |
| 1496 | υλικά | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλικό. | |
| 1497 | παρθένα | Ουσιαστικό | /paɾˈθe.na/ | γυναίκα με ακέραιο τον παρθενικό υμένα. |
| 1498 | Χρήσιμος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈxri.si.mos/ | που έχει κάποια πρακτική χρήση, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί επωφελώς για κάποιο σκοπό. |
| 1499 | ισορροπία | Ουσιαστικό | /isoroˈpia/ | (επιστήμες) κατάσταση κατά την οποία δεν φαίνονται μεταβολλές σε ένα σύστημα. Διακρίνεται σε στατική και δυναμική. Στη σ… |
| 1500 | λαού | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 1501 | κακούς | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του κακός. | |
| 1502 | γραμματέα | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Γραμματέας. | |
| 1503 | επιστήμονας | Ουσιαστικό | /e.piˈsti.mo.nas/ | άνθρωπος που μπορεί να χρησιμοποιήσει την επιστημονική μέθοδο για να διεξάγει έρευνα και να εξελίξει τις γνώσεις ενός το… |
| 1504 | γροθιά | Ουσιαστικό | /[ɣɾoˈθça]/ | το χτύπημα που καταφέρει κάποιος με την εξωτερική πλευρά της πρώτης φάλαγγας των δαχτύλων, ενώ αυτά είναι σφιχτά μαζεμέν… |
| 1505 | αυτοπεποίθηση | Ουσιαστικό | η πίστη κάποιου στον εαυτό του, ότι μπορεί να καταφέρει κάτι. | |
| 1506 | αρχική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχικός. | |
| 1507 | επείγοντα | Επίθετο | nominative/accusative/vocative neuter plural of επείγων (epeígon). | |
| 1508 | ξένους | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του ξένος. | |
| 1509 | τρέχοντας | Ρήμα | /ˈtɾe.xon.das/ | μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τρέχω. |
| 1510 | νεκροτομείο | Ουσιαστικό | /nekɾotoˈmio/ | ο χώρος στον οποίο γίνονται οι νεκροτομές. |
| 1511 | πεθάνετε | Ρήμα | θα πεθάνετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πεθαίνω. | |
| 1512 | τοπική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /to.piˈci/ | η πτώση που δηλώνει κατεύθυνση προς τόπο. |
| 1513 | σύντομη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σύντομος. | |
| 1514 | χάσετε | Ρήμα | θα χάσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χάνω. | |
| 1515 | εγκαταστάσεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκατάσταση. | |
| 1516 | ερωμένη | Ουσιαστικό | /e.ɾoˈme.ni/ | αυτή που διατηρεί παράνομη ή μη νομιμοποιημένη ερωτική σχέση με παντρεμένο. |
| 1517 | συνήθεια | Ουσιαστικό | /siˈni.θi.a/ | παγιωμένος και μη υποχρεωτικός τρόπος συμπεριφοράς των μελών μεγαλύτερης ή μικρότερης ομάδας, έθιμο. |
| 1518 | μάνατζερ | Ουσιαστικό | /ˈma.na.d͡zeɾ/ | σύμβουλος (επί οικονομικών κ.ά. ζητημάτων) ενός αθλητή, καλλιτέχνη κ.λπ. |
| 1519 | καημένο | Ρήμα, Επίθετο | accusative masculine singular of καημένος (kaïménos). | |
| 1520 | πέσουν | Ρήμα | θα πέσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πέφτω. | |
| 1521 | ζήτησαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητώ. | |
| 1522 | ορυχείο | Ουσιαστικό | τόπος εξαγωγής ορυκτών. | |
| 1523 | παρακολουθούμε | Ρήμα | /pa.ɾa.ko.luˈθu.me/ | |
| 1524 | μήλο | Ουσιαστικό | /ˈmilo/ | τα μήλα του προσώπου: τα ζυγωματικά, το άνω τμήμα των παρειών. |
| 1525 | εφιάλτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφιάλτης. | |
| 1526 | καημένη | Ρήμα, Επίθετο | nominative feminine singular of καημένος (kaïménos). | |
| 1527 | πινακίδες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πινακίδα. | |
| 1528 | περασμένο | Ρήμα | /peraˈzmeno/ | nominative/accusative/vocative neuter singular of περασμένος (perasménos). |
| 1529 | ηρωίνη | Ουσιαστικό | ιδιαίτερα εθιστικό ισχυρό ναρκωτικό υπό μορφή λευκής κρυσταλλικής σκόνης. | |
| 1530 | χόντρος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /xonˈdɾos/ | που έχει μεγάλο βάρος σε σχέση με το ύψος του, παχύς. |
| 1531 | ακαδημία | Ουσιαστικό | /akaðiˈmia/ | συγκέντρωση επιστημόνων, λογίων και καλλιτεχνών με σκοπό την προώθηση και την καλή λειτουργία των τομέων τους. |
| 1532 | άχρηστο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άχρηστος. | |
| 1533 | νομίζουμε | Ρήμα | α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του νομίζω. | |
| 1534 | κοριτσιού | Ουσιαστικό | /ko.ɾiˈtsçu/ | γυναικείο επώνυμο. |
| 1535 | δοκίμασα | Ρήμα | /ðoˈci.ma.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω. |
| 1536 | παρακαλούμε | Ρήμα | /pa.ra.kaˈlu.me/ | |
| 1537 | παιδικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παιδικός. | |
| 1538 | επιβιώσει | Ρήμα | /e.pi.viˈo.si/ | θα επιβιώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιβιώνω. |
| 1539 | ΟΠΑ | Επιφώνημα, Φράση | /ˈo.pa/ | επιφώνημα που χρησιμοποιείται για να εκφράσουμε θαυμασμό, ειρωνεία, ξάφνιασμα. |
| 1540 | καλώδια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλώδιο. | |
| 1541 | μάχες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάχη. | |
| 1542 | επίσημο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επίσημος. | |
| 1543 | ποντίκι | Ουσιαστικό | /ponˈdi.ci/ | μικρή συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης. |
| 1544 | πρόδωσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προδίδω. | |
| 1545 | τρέξιμο | Ουσιαστικό | /ˈtɾe.ksi.mo/ | πολλές δουλειές που απαιτούν πολύπλοκες ενέργειες. |
| 1546 | παραμικρή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμικρός. | |
| 1547 | συνάντησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναντώ. | |
| 1548 | λαδί | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈlaði/ | το έλαιο που παράγεται από τη σύνθλιψη των καρπών του δέντρου της ελιάς, το ελαιόλαδο. |
| 1549 | δικηγόρους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του δικηγόρος. | |
| 1550 | χι | Ουσιαστικό | /çi/ | το όνομα του εικοστού δεύτερου γράμματος του ελληνικού αλφάβητου (χ, κεφαλαίο: Χ). (δέκατο έκτο στην αρχαία). |
| 1551 | πυροβόλησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ. | |
| 1552 | ψεύτρα | Ουσιαστικό | /ˈpse.ftɾa/ | αυτή που λέει ψέματα, που ψεύδεται. |
| 1553 | τετράγωνο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /teˈtɾa.ɣo.no/ | παραλληλόγραμμο που είναι ορθογώνιο και ρόμβος, έχει δηλαδή τέσσερις ίσες πλευρές και τέσσερις ορθές γωνίες. |
| 1554 | φτιάξουν | Ρήμα | θα φτιάξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτιάχνω. | |
| 1555 | μετακόμισε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετακομίζω. | |
| 1556 | θόρυβος | Ουσιαστικό | /ˈθo.ɾi.vos/ | κάθε τι που παρεμποδίζει τη λήψη ραδιοηλεκτρικούς σήματος και τη μετάδοση πληροφορίας. |
| 1557 | εποχής | Ουσιαστικό | genitive singular of εποχή (epochí). | |
| 1558 | γερουσιαστής | Ουσιαστικό | /ʝe.ɾu.si.aˈstis/ | το μέλος της γερουσίας, σε χώρες με δύο νομοθετικά σώματα. |
| 1559 | γεμίσει | Ρήμα | θα γεμίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γεμίζω. | |
| 1560 | σκοινί | Ουσιαστικό | /[sciˈni]/ | το υλικό κατασκευασμένο από μακριές, εύκαμπτες ίνες, συνήθως φυτικές ή συνθετικές. |
| 1561 | εργασίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργασία. | |
| 1562 | πήδηξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πηδώ. | |
| 1563 | κείνη | Αντωνυμία | /ˈci.ni/ | nominative/accusative/vocative feminine singular of κείνος (keínos). |
| 1564 | πρόσεξες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέχω. | |
| 1565 | δισεκατομμύρια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισεκατομμύριο. | |
| 1566 | θαυμάζω | Ρήμα | /θavˈma.zo/ | εντυπωσιάζομαι με κάτι ή κάποιον, μένω έκθαμβος, αισθάνομαι θαυμασμό. |
| 1567 | σκηνές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκηνή. | |
| 1568 | τμήματος | Ουσιαστικό | /ˈtmi.ma.tos/ | γενική ενικού του τμήμα. |
| 1569 | μεγάλους | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του μεγάλος. | |
| 1570 | βαθύ | Ουσιαστικό, Επίθετο | /vaˈθi/ | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του βαθύς. |
| 1571 | σκοτώνω | Ρήμα | /skoˈto.no/ | πουλάω κάτι σε τιμή χαμηλότερη της αξίας του. |
| 1572 | θησαυρό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του θησαυρός. | |
| 1573 | γυρεύεις | Ρήμα | ||
| 1574 | λάμψη | Ουσιαστικό | /ˈlam.psi/ | η ακτινοβολία, το να μεταδίδει κάποιος το φως του πολιτισμού και της γνώσης. |
| 1575 | οικονομία | Ουσιαστικό | /i.ko.noˈmi.a/ | διοικητικές και νομικές διαχειριστικές πράξεις ενός ή πολλών φυσικών προσώπων ή νομικών προσώπων που σχετίζονται με την… |
| 1576 | έζησε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζω. | |
| 1577 | στοιχείων | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του στοιχειό. | |
| 1578 | ανακαλύψουμε | Ρήμα | θα ανακαλύψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανακαλύπτω. | |
| 1579 | αποστολής | Ουσιαστικό | /a.poˈsto.lis/ | ανδρικό επώνυμο. |
| 1580 | σκυλάκι | Ουσιαστικό | είδος καλλωπιστικού φυτού (Antirrhinum majus) του οποίου το άνθος θυμίζει ανοικτό στόμα σκύλου. | |
| 1581 | επιχειρήσεων | Ουσιαστικό | γενική πληθυντικού του επιχείρηση. | |
| 1582 | ειρήνης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του ειρήνη. | |
| 1583 | καφετέρια | Ουσιαστικό | το κατάστημα όπου σερβίρεται καφές και άλλα ροφήματα, ποτά ή φαγώσιμα. | |
| 1584 | συμβουλίου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του συμβούλιο. | |
| 1585 | δικηγόροι | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικηγόρος. | |
| 1586 | πέθανες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω. | |
| 1587 | τσέπες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσέπη. | |
| 1588 | μονές | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονή. | |
| 1589 | σκέτο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σκέτος. | |
| 1590 | συνεχιστεί | Ρήμα | /si.ne.çiˈsti/ | |
| 1591 | ικανή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ικανός. | |
| 1592 | συλλάβω | Ρήμα | θα συλλάβω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνω. | |
| 1593 | πετάξουμε | Ρήμα | θα πετάξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετώ. | |
| 1594 | πυροβολισμοί | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροβολισμός. | |
| 1595 | στενή | Ουσιαστικό, Επίθετο | /steˈni/ | ονομασία οικισμών της Ελλάδας και της Κύπρου. |
| 1596 | παρατήσει | Ρήμα | θα παρατήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρατώ. | |
| 1597 | πουλάω | Ρήμα | /puˈla.o/ | μεταφέρω ορισμένο αγαθό ή δικαίωμα ενάντι χρηματικής αποζημίωσης. |
| 1598 | ευθύνες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθύνη. | |
| 1599 | επηρεάσει | Ρήμα | θα επηρεάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επηρεάζω. | |
| 1600 | μπουκάλια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκάλι. | |
| 1601 | διακοπή | Ουσιαστικό | /ði̯a.koˈpi/ | το αποτέλεσμα του διακόπτω. |
| 1602 | κοκτέιλ | Ουσιαστικό | ποτό που παρασκευάζεται αναμειγνύοντας διαφόρα οινοπνευματωδη ή γλυκά ποτά ή/και χυμούς φρούτων. Συνήθως έχει ξενική ονο… | |
| 1603 | βορρά | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βορράς. | |
| 1604 | μεγάλου | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του μεγάλος. | |
| 1605 | κοιτάξουμε | Ρήμα | θα κοιτάξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοιτάζω. | |
| 1606 | κιτ | Ουσιαστικό | /ˈkit/ | η θήκη με εργαλεία για διάφορες εργασίες καθώς και το σύνολο εργαλείων για μια εργασία. |
| 1607 | κρίνω | Ρήμα | /ˈkɾi.no/ | δικάζω, αποφασίζω, βγάζω απόφαση. |
| 1608 | έπεσες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέφτω. | |
| 1609 | έσπασα | Ρήμα | /ˈe.spa.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάω. |
| 1610 | δολοφονίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολοφονία. | |
| 1611 | ιερέα | Ουσιαστικό | genitive/accusative/vocative singular of ιερέας (ieréas). | |
| 1612 | έμπορος | Ουσιαστικό | /ˈem.bo.ɾos/ | που δεν ενδιαφέρεται για την ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών που παρέχει αλλά μόνο για το κέρδος. |
| 1613 | εκπληκτική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπληκτικός. | |
| 1614 | προστατεύσει | Ρήμα | θα προστατεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προστατεύω. | |
| 1615 | όσες | Αντωνυμία | /ˈo.ses/ | ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους του όσος. |
| 1616 | χριστού | Ουσιαστικό, Επίθετο | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 1617 | εκστρατεία | Ουσιαστικό | /ek.straˈti.a/ | η προετοιμασία και η έξοδος στρατού από μια χώρα, με σκοπό τον πόλεμο εναντίον άλλου στρατού. |
| 1618 | φυτό | Ουσιαστικό | /fiˈto/ | ζωντανός οργανισμός ριζωμένος στο έδαφος από το οποίο απορροφά νερό ως πηγή θρεπτικών στοιχείων, και μετατρέπει την ηλια… |
| 1619 | γιατρού | Ουσιαστικό | /ʝaˈtɾu/ | γενική ενικού του γιατρός. |
| 1620 | εμπόριο | Ουσιαστικό | /emˈbo.ɾi.o/ | η οικονομική δραστηριότητα που αποσκοπεί στην αποκόμιση κέρδους από την αγορά και μεταπώληση αγαθών. |
| 1621 | δόθηκε | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του δίνω. | |
| 1622 | χαρούμενοι | Ρήμα | /xaˈɾu.me.ni/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρούμενος. |
| 1623 | γελοία | Επίθετο, Επίρρημα | nominative feminine singular of γελοίος (geloíos). | |
| 1624 | εκτίμηση | Ουσιαστικό | /eˈkti.mi.si/ | ο υπολογισμός αξίας ή τιμής ενός αντικειμένου. |
| 1625 | κόπανος | Ουσιαστικό | το χοντρό και βαρύ αντικείμενο με το οποίο κοπανάμε τα ρούχα όταν τα πλένουμε στη νεροτριβή ή στη θάλασσα. | |
| 1626 | μόλυνση | Ουσιαστικό | /ˈmo.lin.si/ | η εισαγωγή σε ζώντα οργανισμό παθογόνων μικροοργανισμών και ο συνακόλουθος πολλαπλασιασμός τους, με αποτέλεσμα την ασθέν… |
| 1627 | νοσοκομείου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του νοσοκομείο. | |
| 1628 | ομολόγησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ομολογώ. | |
| 1629 | όρθιος | Επίθετο | /ˈoɾ.θi.os/ | που στέκεται σε κατακόρυφη στάση. |
| 1630 | συνεργείο | Ουσιαστικό | η τεχνική εγκατάσταση με απαραίτητο εξοπλισμό επισκευής μηχανών και των εξαρτημάτων τους. | |
| 1631 | ποντίκια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποντίκι. | |
| 1632 | οχυρό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /o.çiˈɾo/ | οχυρωμένο φρούριο ή θέση, απ’ όπου αμύνονται οι αμυνόμενοι. |
| 1633 | χρησιμοποιηθεί | Ρήμα | θα χρησιμοποιηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρησιμοποιούμαι. | |
| 1634 | υπηρέτρια | Ουσιαστικό | /i.piˈɾe.tɾi.a/ | γυναίκα που εργάζεται (και πολλές φορές μένει) σε ένα σπίτι φροντίζοντας την καθαριότητα, το μαγείρεμα και όλες τις άλλε… |
| 1635 | ζητάμε | Ρήμα | /ziˈta.me/ | |
| 1636 | σχεδιάσει | Ρήμα | θα σχεδιάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σχεδιάζω. | |
| 1637 | καταστρέψουμε | Ρήμα | θα καταστρέψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταστρέφω. | |
| 1638 | χαμένα | Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμένο. | |
| 1639 | εργαλείο | Ουσιαστικό | /eɾ.ɣaˈli.o/ | το αντικείμενο ειδικά σχεδιασμένο και κατασκευασμένο ώστε να διευκολύνει την εκτέλεση μιας εργασίας. |
| 1640 | αναστατωμένη | Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναστατωμένος. | |
| 1641 | νόμιμο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νόμιμος. | |
| 1642 | τρίχα | Ουσιαστικό | /ˈtɾi.xa/ | νηματοειδές υλικό που φυτρώνει στο δέρμα των περισσότερων θηλαστικών. |
| 1643 | τάρα | Ουσιαστικό | το ελάττωμα, το κληρονομικό κουσούρι. | |
| 1644 | μοιραστούμε | Ρήμα | θα μοιραστούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μοιράζομαι. | |
| 1645 | μόνους | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του μονός. | |
| 1646 | κουβέρτα | Ουσιαστικό | /[kuˈvɛɾta]/ | ύφασμα, μάλλινο ή βαμβακερό, που χρησιμοποιείται πάνω από τα σεντόνια του κρεβατιού για να προστατεύει από το κρύο. |
| 1647 | χάρισμα | Ουσιαστικό | /ˈxa.ɾi.zma/ | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Χάρισμας. |
| 1648 | κινέζικο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κινεζικός. | |
| 1649 | οντισιόν | Ουσιαστικό | η ακρόαση. | |
| 1650 | Χοντρή | Ουσιαστικό, Επίθετο | /xoˈdri/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντρός. |
| 1651 | αρνηθώ | Ρήμα | θα αρνηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρνούμαι. | |
| 1652 | ζούσα | Ρήμα | ||
| 1653 | σταυρό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του σταυρός. | |
| 1654 | κανόνα | Ουσιαστικό | /kaˈno.na/ | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κανόνας. |
| 1655 | αντίρρηση | Ουσιαστικό | /anˈdi.ɾi.si/ | η έκφραση αντίθετης άποψης, η διαφωνία, ο αντίλογος. |
| 1656 | ταχυδρομείο | Ουσιαστικό | /taçiðɾoˈmio/ | η κρατική ή δημόσια υπηρεσία που παραλαμβάνει, μεταφέρει και παραδίδει επιστολές και δέματα. |
| 1657 | αφέντης | Ουσιαστικό | /aˈfen.dis/ | ο κυρίαρχος, ο κύριος. |
| 1658 | παρατήρησα | Ρήμα | /pa.ɾaˈti.ɾi.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατηρώ. |
| 1659 | κράτος | Ουσιαστικό | /ˈkɾa.tos/ | πολιτικά οργανωμένο σύνολο ανθρώπων (λαός) που είναι εγκατεστημένο μόνιμα σε μια καθορισμένη εδαφική έκταση (χώρα) και δ… |
| 1660 | εθνικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εθνικός. | |
| 1661 | αποκτήσει | Ρήμα | θα αποκτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποκτώ. | |
| 1662 | κουμάντο | Ουσιαστικό | η διαχείριση, η διεύθυνση. | |
| 1663 | εξαίρεση | Ουσιαστικό | /eˈkse.ɾe.si/ | exception: σφάλμα, κατά την διάρκεια εκτέλεσης προγράμματος Η/Υ όταν ο κώδικας είναι συντακτικά σωστός, όπως όταν επιχει… |
| 1664 | μπάτσο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του μπάτσος. | |
| 1665 | επάγγελμα | Ουσιαστικό | /eˈpaŋ.ɡel.ma/ | η μόνιμη εργασία για βιοπορισμό. |
| 1666 | απόρρητο | Ουσιαστικό, Επίθετο | αυτό που δεν μπορεί ή δεν πρέπει να ειπωθεί, να ανακοινωθεί. | |
| 1667 | υπέθεσα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθέτω. | |
| 1668 | τράπεζας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του τράπεζα. | |
| 1669 | νοίκι | Ουσιαστικό | /ˈni.ci/ | το ενοίκιο. |
| 1670 | παράνομη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράνομος. | |
| 1671 | φροντίσεις | Ρήμα | θα φροντίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φροντίζω. | |
| 1672 | ισπανικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /i.spa.niˈka/ | η ισπανική γλώσσα. |
| 1673 | υπέγραψε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπογράφω. | |
| 1674 | κλάρα | Ουσιαστικό | φυτικό διακοσμητικό σχέδιο σε ύφασμα. | |
| 1675 | τραγικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τραγικός. | |
| 1676 | αρκετούς | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του αρκετός. | |
| 1677 | πυρομαχικά | Ουσιαστικό | βλήματα, εκρηκτική ύλη, φυσίγγια και άλλα εφόδια για τη λειτουργία των πυροβόλων όπλων. | |
| 1678 | απέτυχε | Ρήμα | /aˈpe.ti.ce/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω. |
| 1679 | κάρα | Ουσιαστικό | /ˈka.ɾa/ | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καράς. |
| 1680 | π | Ουσιαστικό | /p/ | το πι πεζό: το δέκατο έκτο γράμμα (και ενδέκατο σύμφωνο) του ελληνικού αλφαβήτου. |
| 1681 | στόχους | Ουσιαστικό | /ˈsto.xus/ | αιτιατική πληθυντικού του στόχος. |
| 1682 | σταθερό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σταθερός. | |
| 1683 | βαρεθεί | Ρήμα | θα βαρεθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βαριέμαι. | |
| 1684 | κλειδαριά | Ουσιαστικό | /kli.ðaˈɾʝa/ | Μηχανισμός που ασφαλίζει την είσοδο ενός χώρου (σπιτιού, καταστήματος, δωματίου, κτλ...) με τη βοήθεια ενός κλειδιού. |
| 1685 | άγαλμα | Ουσιαστικό | /ˈa.ɣal.ma/ | τρισδιάστατο γλυπτό έργο τέχνης, που αναπαριστά συνήθως άνθρωπο ή ζώο. |
| 1686 | τζάμπα | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈd͡zaba/ | γυναικείο επώνυμο. |
| 1687 | ζωντανούς | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του ζωντανός. | |
| 1688 | ηθικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /i.θiˈko/ | ψυχική δύναμη, ευψυχία, ευδιαθεσία, κυρίως σε στιγμές δοκιμασίας, ταλαιπωρίας ή στέρησης. |
| 1689 | παράξενος | Επίθετο | /paˈɾaksenos/ | που δεν μοιάζει με ό,τι μας είναι γνωστό και οικείο. |
| 1690 | παρουσίαση | Ουσιαστικό | /pa.ɾuˈsi.a.si/ | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρουσιάζω. |
| 1691 | ακίνητη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακίνητος. | |
| 1692 | ξεκουράσου | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζομαι. | |
| 1693 | περιοδεία | Ουσιαστικό | /pe.ɾi.oˈði.a/ | προγραμματισμένο ταξίδι με διαδοχικές στάσεις σε συγκεκριμένες πόλεις ή χωριά για ορισμένο σκοπό. |
| 1694 | αφήσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνω. | |
| 1695 | παράδεισος | Ουσιαστικό | /paˈra.ði.sos/ | σύμφωνα με μερικές θρησκείες, ο αιώνιος τόπος γαλήνης και ευτυχίας, όπου πηγαίνουν οι ψυχές των ανθρώπων, όταν αυτοί πεθ… |
| 1696 | υπολοχαγός | Ουσιαστικό | /i.po.lo.xaˈɣos/ | Κατώτερος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του ανθυπολοχαγού και κατώτερο του λοχαγού. Συντομογραφία: υπλγ… |
| 1697 | σεξουαλικά | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σεξουαλικός. | |
| 1698 | έγκριση | Ουσιαστικό | /ˈeŋ.ɡɾi.si/ | η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εγκρίνω· η επίσημη ή ανεπίσημη, προφορική ή γραπτή, αποδοχή και συμφωνία ενός αρμόδιου… |
| 1699 | μιλήστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μιλώ. | |
| 1700 | σχόλιο | Ουσιαστικό | /ˈsxo.li.o/ | οι επεξηγήσεις, παρατηρήσεις, διευκρινήσεις που γράφονται σε πηγαίο κώδικα, με ειδικούς συμβολισμούς, ώστε να διευκολύνε… |
| 1701 | επανορθώσω | Ρήμα | θα επανορθώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επανορθώνω. | |
| 1702 | παραδέξου | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι. | |
| 1703 | ποσοστό | Ουσιαστικό | /po.soˈsto/ | τμήμα ενός συνολικού ποσού (Χ τοις εκατό - % ή τοις χιλίοις - ‰). |
| 1704 | ακοής | Ουσιαστικό | /a.koˈis/ | γενική ενικού του ακοή. |
| 1705 | λέιζερ | Ουσιαστικό | /ˈlei̯.zeɾ/ | συσκευή που παράγει ακτινοβολία σε δέσμες φωτός μεγάλης ισχύος. |
| 1706 | γραμμένο | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γραμμένος. | |
| 1707 | λύσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈli.sis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λύση. |
| 1708 | μνήμης | Ουσιαστικό | /ˈmnimis/ | genitive singular of μνήμη (mními). |
| 1709 | Ότου | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | χρησιμοποιείται μόνο στους συνδεσμικούς τύπους: μέχρις ότου, έως ότου και ως δεύτερο συνθετικό στο σύνδεσμο αφότου. | |
| 1710 | έγγραφο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈeŋ.ɣra.fo/ | το κείμενο που έχει συνταχθεί με επίσημο τρόπο και φέρει στοιχεία του συντάκτη (ατόμου ή φορέα), στοιχεία του αποδέκτη ή… |
| 1711 | ελέγχεις | Ρήμα | /eˈleŋ.çis/ | |
| 1712 | παιδάκι | Ουσιαστικό | /peˈða.ci/ | έδεσμα που παρασκευάζεται από τα πλευρά του θώρακα του ζώου τα οποία είναι τεμαχισμένα εγκάρσια, κατά μήκος του διάκενου… |
| 1713 | συλλάβει | Ρήμα | θα συλλάβει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνω. | |
| 1714 | Χαριτωμένη | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαριτωμένος. | |
| 1715 | παίκτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παίκτης. | |
| 1716 | κατάφεραν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω. | |
| 1717 | κατασκευή | Ουσιαστικό | δημιουργία, φτιάξιμο, σύνθεση ενός πράγματος. | |
| 1718 | ανάπτυξη | Ουσιαστικό | /aˈna.pti.ksi/ | ο προγραμματισμός ηλεκτρονικού υπολογιστή, η δημιουργία λογισμικού. |
| 1719 | εκπλήξεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκπληξη. | |
| 1720 | πολεμιστές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεμιστής. | |
| 1721 | πυρήνα | Ουσιαστικό | /piˈɾi.na/ | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πυρήνας. |
| 1722 | πίνακας | Ουσιαστικό | /ˈpi.na.kas/ | ειδική δομή αποθήκευσης ομοειδών στοιχείων με μία προκαθορισμένη διάταξη η οποία υπακούει σε ένα κανόνα αρίθμησης κατά τ… |
| 1723 | πλούσιο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πλούσιος. | |
| 1724 | μέντιουμ | Ουσιαστικό | που υποτίθεται πως επικοινωνεί με το υπερπέραν και τα πνεύματα, που μεσολαβεί μεταξύ του υπερφυσικού και του αισθητού κό… | |
| 1725 | ραντάρ | Ουσιαστικό | /[ɾaˈdaɾ]/ | συσκευή που εντοπίζει στον χώρο αντικείμενα με την χρήση ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας. |
| 1726 | προσπαθήσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ. | |
| 1727 | κάλεσαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλώ. | |
| 1728 | τρέξει | Ρήμα | θα τρέξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρέχω. | |
| 1729 | διάρρηξη | Ουσιαστικό | το να παραβιάζει κανείς κάποιον κλειδωμένο ή κλειστό χώρο, προκειμένου να κλέψει. | |
| 1730 | γαμημένε | Ρήμα | /ɣamiˈmene/ | κλητική ενικού του γαμημένος. |
| 1731 | εγκέφαλος | Ουσιαστικό | /eɲˈɟe.fa.los/ | το όργανο του ανθρώπου και των άλλων ζώων που βρίσκεται μέσα στο κρανίο, δέχεται και επεξεργάζεται τα σήματα των αισθητή… |
| 1732 | θετικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θετικός. | |
| 1733 | σαφές | Επίθετο | /saˈfes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σαφής. |
| 1734 | βάσει | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈva.si/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 1735 | κλείδωσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλειδώνω. | |
| 1736 | ανακούφιση | Ουσιαστικό | /a.naˈku.fi.si/ | η απαλλαγή από μια δυσάρεστη κατάσταση, συναίσθηση κλπ. |
| 1737 | υπογράψω | Ρήμα | θα υπογράψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπογράφω. | |
| 1738 | διαφυγής | Ουσιαστικό | genitive singular of διαφυγή (diafygí). | |
| 1739 | αξιοπρέπεια | Ουσιαστικό | /aksioˈpɾepia/ | η αίσθηση που έχει ένας άνθρωπος όταν οι άλλοι τον σέβονται και όταν ο ίδιος νιώθει ότι έχει κάποια αξία. |
| 1740 | παντρεύτηκες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι. | |
| 1741 | άλμπουμ | Ουσιαστικό | βιβλίο μέσα στο οποίο βάζουμε φωτογραφίες, γραμματόσημα, κλπ. | |
| 1742 | κλαίω | Ρήμα | /ˈkleo/ | τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου (και κάποτε φωνάζω), εξαιτίας κάποιας (ευχάριστης ή -συνήθως- δυσάρεστης) ψυχικής αναταρ… |
| 1743 | αναγνώρισε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω. | |
| 1744 | μυστικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /mis.tiˈkos/ | που είναι κρυφός, που δεν θέλουμε να τον μάθει ο κόσμος. |
| 1745 | τρίτος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈtɾitos/ | που ακολουθεί τον δεύτερο, που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν τρία (3). |
| 1746 | καταδική | Ουσιαστικό, Επίθετο | η απόφαση δικαστηρίου με την οποία κρίνεται ένοχος ο κατηγορούμενος και του επιβάλλεται ποινή. | |
| 1747 | κυνηγήσει | Ρήμα | θα κυνηγήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κυνηγώ. | |
| 1748 | υπογράψεις | Ρήμα | θα υπογράψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπογράφω. | |
| 1749 | πολεμιστής | Ουσιαστικό | /po.le.misˈtis/ | ο στρατιώτης, ο μαχητής. |
| 1750 | πληγώσω | Ρήμα | θα πληγώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληγώνω. | |
| 1751 | ξαναπάρω | Ρήμα | /ksa.naˈpa.ɾo/ | |
| 1752 | μοίρες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοίρα. | |
| 1753 | τυχερό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τυχερός. | |
| 1754 | ανθρωποκτονία | Ουσιαστικό | /anθɾopoktoˈnia/ | η αφαίρεση ανθρώπινης ζωής. |
| 1755 | αναστατωμένος | Ρήμα | που έχει αναστατωθεί, που έχει ανησυχήσει για κάτι. | |
| 1756 | ενοχές | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοχή. | |
| 1757 | δούλεψα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δουλεύω. | |
| 1758 | ταγματάρχης | Ουσιαστικό | ανώτερος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του λοχαγού και κατώτερο του αντισυνταγματάρχη. Είναι διοικητής… | |
| 1759 | ομίχλη | Ουσιαστικό | /oˈmi.xli/ | μετεωρολογικό φαινόμενο κατά το οποίο μεγάλη μάζα υδρατμών που έχει κατέβει πολύ κοντά στο έδαφος περιορίζει αισθητά την… |
| 1760 | αναστολή | Ουσιαστικό | η αναβολή εκτέλεσης μιας ποινής για καθορισμένο χρονικό διάστημα· εάν αυτό το διάστημα περάσει χωρίς ο καταδικασμένος να… | |
| 1761 | κλείσουν | Ρήμα | θα κλείσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλείνω. | |
| 1762 | μπέικον | Ουσιαστικό | /ˈbei̯.kon/ | κρέας από τη πλάτη ή από τα πλευρά του χοίρου, που το διατηρούμε καπνιστό ή αλατισμένο. |
| 1763 | παράτησα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατώ. | |
| 1764 | αργήσουμε | Ρήμα | θα αργήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αργώ. | |
| 1765 | κλειδωμένη | Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλειδωμένος. | |
| 1766 | προσωπικότητα | Ουσιαστικό | /[pɾɔsɔpiˈkɔtita]/ | τα ατομικά ψυχικά και πνευματικά γνωρίσματα και συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν μοναδικά έναν άνθρωπο, ο ιδιαίτερος χαρακ… |
| 1767 | πιστέψουν | Ρήμα | θα πιστέψουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιστεύω. | |
| 1768 | μπαστούνι | Ουσιαστικό | /baˈstuni/ | ραβδί για την υποβοήθηση της βάδισης. |
| 1769 | βιομηχανία | Ουσιαστικό | /vi.o.mi.xaˈni.a/ | τομέας παραγωγής προϊόντων που γίνεται κυρίως με τη χρήση μηχανών για την κατεργασία ή μεταποίηση πρώτων υλών. |
| 1770 | κόστισε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοστίζω. | |
| 1771 | άραγε | Επίρρημα, Σύνδεσμος | /ˈaɾaʝe/ | used to convey wonder or questioning, roughly equivalent to I wonder. |
| 1772 | δύναμης | Ουσιαστικό | /ˈði.na.mis/ | γενική ενικού του δύναμη. |
| 1773 | βασικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βασικός. | |
| 1774 | υγιής | Ουσιαστικό, Επίθετο | /i.ʝiˈis/ | (Ουσιαστικό). |
| 1775 | συμφωνούμε | Ρήμα | /siɱ.foˈnu.me/ | |
| 1776 | μυρίζω | Ρήμα | /miˈɾi.zo/ | αποκτώ ή καταφέρνω κάτι με μη συμβατικό μέσο ή (και) τρόπο. |
| 1777 | δράσης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του δράση. | |
| 1778 | άρπαξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρπάζω. | |
| 1779 | σπρώξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω. | |
| 1780 | σφυρί | Ουσιαστικό | /sfiˈri/ | ξύλινο εξάρτημα με μάλλινη επένδυση, που χτυπά τη χορδή του πιάνου, έχοντας πάρει εντολή από το πλήκτρο. |
| 1781 | προειδοποιήσω | Ρήμα | θα προειδοποιήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προειδοποιώ. | |
| 1782 | νευρική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευρικός. | |
| 1783 | δολοφόνου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του δολοφόνος. | |
| 1784 | ποτήρια | Ουσιαστικό | χτύπημα με χρήση ποτηριού ως όπλο (στο κεφάλι, κατά κανόνα). | |
| 1785 | ερωτική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτικός. | |
| 1786 | χωρίσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζω. | |
| 1787 | άνω | Επίρρημα | /ˈa.no/ | upper, over. |
| 1788 | φασαρίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασαρία. | |
| 1789 | νικήσω | Ρήμα | θα νικήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νικώ. |