HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Greek Dictionary
CEFR Level
B2

Greek — Upper Intermediate Vocabulary

1,789 words

Can understand the main ideas of complex text on both concrete and abstract topics.

# Word Type IPA Definition
1 έστειλες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω.
2 αναπνοή Ουσιαστικό /anapnoˈi/ η εισπνοή αέρα από τη μύτη και το στόμα και η εκπνοή του.
3 αισθάνεται Ρήμα
4 φόβος Ουσιαστικό /ˈfo.vos/ το δυσάρεστο συναίσθημα που προκαλεί η συνειδητοποίηση ή η φαντασίωση ενός επικείμενου κινδύνου.
5 μεγάλωσα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω.
6 έδινα Ρήμα α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του δίνω.
7 διάβασε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαβάζω.
8 εγκλήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγκλημα.
9 φροντίδα Ουσιαστικό /fɾonˈdi.ða/ η έγνοια και το ενδιαφέρον καθώς και η έμπρακτη εκδήλωσή τους προς κάποιον ή κάτι.
10 κωδικά Ουσιαστικό, Επίθετο αιτιατική ενικού του κώδικας.
11 έπιασαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω.
12 μπαίνεις Ρήμα
13 ψεύτικο Επίθετο /ˈpse.fti.ko/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ψεύτικος.
14 καθαρίσω Ρήμα θα καθαρίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθαρίζω.
15 διαβάσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάβαση.
16 εμπιστευτείς Ρήμα θα εμπιστευτείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμπιστεύομαι.
17 εικόνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικόνα.
18 στείλεις Ρήμα θα στείλεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέλνω.
19 σεφ Ουσιαστικό, Φράση /ˈsef/ ο δεξιοτέχνης της μαγειρικής.
20 ρυθμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του ρυθμός.
21 γήπεδο Ουσιαστικό /ˈʝipeðo/ χώρος διεξαγωγής ομαδικών αθλημάτων.
22 παράξενα Επίθετο, Επίρρημα /paˈɾaksena/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράξενο, ουδέτερο του παράξενος.
23 αιμορραγία Ουσιαστικό /e.mo.ɾaˈʝi.a/ η απώλεια αίματος, εξωτερικά ή εσωτερικά του σώματος, λόγω ρήξης των αιμοφόρων αγγείων, η οποία προκαλείται από τραυματι…
24 νεαρό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νεαρός.
25 φάτε Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈfa.te/ θα φάτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρώω.
26 επαγγελματίας Ουσιαστικό /e.paŋ.ɟel.maˈti.as/ που ασκεί δραστηριότητα με συνέπεια, υπευθυνότητα και επιτυχία.
27 καυτό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καυτός.
28 γνώση Ουσιαστικό /ˈɣno.si/ οι πληροφορίες που αποκτά κάποιος και οι παραστάσεις που σχηματίζει για τον κόσμο και τα πράγματα μετά από την νοητική ε…
29 συμπαθώ Ρήμα /sim.baˈθo/ αισθάνομαι ή εκφράζω συμπάθεια για κάποιο πρόσωπο.
30 γυρίστε Ρήμα, Επίθετο κλητική ενικού του γυριστός.
31 ξεκινάει Ρήμα
32 κλείσεις Ρήμα θα κλείσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλείνω.
33 εαυτούς Αντωνυμία /e.aˈftus/ αιτιατική πληθυντικού του εαυτός.
34 έπεσα Ρήμα /ˈe.pe.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέφτω.
35 ενδιαφέρουσα Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο nominative/accusative/vocative feminine singular of ενδιαφέρων (endiaféron).
36 πιστέψει Ρήμα θα πιστέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιστεύω.
37 τσιγάρα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγάρο.
38 γάμα Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈɣa.ma/ το τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (γ, κεφαλαίο: Γ).
39 ίδιοι Επίθετο masculine nominative/vocative plural of ίδιος (ídios).
40 καλούς Ουσιαστικό, Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του καλός.
41 ξυπνήσει Ρήμα θα ξυπνήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξυπνώ.
42 χτυπήσω Ρήμα θα χτυπήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χτυπώ.
43 γράψεις Ρήμα θα γράψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γράφω.
44 κατέβα Ουσιαστικό, Ρήμα γυναικείο επώνυμο.
45 οίκο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του οίκος.
46 πιει Ρήμα /pçi/ θα πιει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πίνω.
47 συζύγου Ουσιαστικό γενική ενικού του σύζυγος.
48 πιστόλι Ουσιαστικό κοντόκαννο πυροβόλο όπλο μικρού μεγέθους που κρατιέται με το ένα χέρι.
49 ταυτόχρονα Επίθετο, Επίρρημα /taˈfto.xɾo.na/ την ίδια στιγμή, σε παράλληλο χρόνο.
50 όρους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του όρος.
51 μεγάλωσε Ρήμα /meˈɣa.lo.se/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω.
52 τέρατα Ουσιαστικό nominative/accusative/vocative plural of τέρας (téras).
53 κερδίσουμε Ρήμα θα κερδίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κερδίζω.
54 διαφορετικός Επίθετο αλλαγμένος, που παρουσιάζει διαφορά σε σχέση με άλλη χρονική στιγμή.
55 συστήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύστημα.
56 μίσος Ουσιαστικό /ˈmi.sos/ εχθρική διάθεση εναντίον ενός ανθρώπου ή κατάστασης.
57 ελπίσουμε Ρήμα θα ελπίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ελπίζω.
58 φωνάζει Ρήμα /foˈna.zi/
59 πεινάς Ρήμα
60 υπόσχεση Ουσιαστικό /iˈpo.sçe.si/ η διαβεβαίωση που δίνει κάποιος (οικειοθελώς ή όχι) ότι θα πραγματοποιήσει κάτι.
61 πρόσωπα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσωπο.
62 επικίνδυνος Επίθετο /e.piˈcin.ði.nos/ που έχει κάποιον κίνδυνο.
63 ονόματι Ουσιαστικό, Επίρρημα called, named.
64 πανέμορφο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πανέμορφος.
65 γνώστη Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνωστός.
66 συνεχίζει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συνεχίζω.
67 πουκάμισο Ουσιαστικό /puˈka.mi.so/ ρούχο που φοριέται στο πάνω μέρος του σώματος και κουμπώνει από πάνω ως κάτω στο μπροστινό μέρος.
68 αναμονή Ουσιαστικό το τμήμα της κολόνας από οπλισμένο σκυρόδεμα και οι σιδερένιες ράβδοι της που έχουν αφεθεί να εξέχουν στην ταράτσα ενός…
69 τέχνης Ουσιαστικό γενική ενικού του τέχνη.
70 φόνου Ουσιαστικό γενική ενικού του φόνος.
71 βρεθούμε Ρήμα θα βρεθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκομαι.
72 κακία Ουσιαστικό, Επίθετο /kaˈci.a/ η μνησικακία, το να κρατάει κάποιος μέσα του την ανάμνηση του κακού που του έκανε κάποιος άλλος.
73 μαύρος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈma.vɾos/ ο άνθρωπος με πολύ σκούρο δέρμα ή που ανήκει στη λεγόμενη (σύμφωνα με όσους ακολουθούν τη φυλετική διάκριση των ανθρώπων…
74 ήχος Ουσιαστικό /ˈi.xo̞s/ ό,τι αντιλαμβάνονται οι ζωντανοί οργανισμοί με την αίσθηση της ακοής.
75 ελέγξουμε Ρήμα θα ελέγξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ελέγχω.
76 κανόνας Ουσιαστικό /kaˈno.nas/ εκκλησιαστικός ύμνος που αποτελείται από εννέα ωδές, οι οποίες αντιστοιχούσαν αρχικά με τις εννέα ωδές της Βίβλου.
77 εγκέφαλο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του εγκέφαλος.
78 βήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βήμα.
79 πτώση Ουσιαστικό /ˈpto.si/ κάθε ένας από τους τύπους που σχηματίζουν τα κλιτά μέρη του λόγου εκτός από το ρήμα.
80 παλιές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιά.
81 πλευρό Ουσιαστικό /pleˈvɾo/ το μέρος του κορμού του σώματος μεταξύ της πλάτης και του στήθους/κοιλιακής χώρας.
82 σημειώσεις Ουσιαστικό, Ρήμα το αναλυτικό πρόγραμμα ενός μαθήματος με περιγραφική περίληψη-σύνοψη-ανακεφαλαίωση του κυρίως βιβλίου.
83 βάλουν Ρήμα /ˈva.lun/ θα βάλουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βάλλω.
84 δήμαρχος Ουσιαστικό /ˈðimaɾxos/ ο καθένας από τους δύο άρχοντες που εκπροσωπούσαν τους πληβείους.
85 αστειεύομαι Ρήμα /a.stiˈe.vo.me/ δεν παίρνω κάτι στα σοβαρά, το αντιμετωπίζω με ελαφρότητα, χιουμοριστικά.
86 παντρευτούμε Ρήμα θα παντρευτούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παντρεύομαι.
87 βάζουν Ρήμα /ˈva.zun/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω.
88 σκέφτηκε Ρήμα /ˈsce.fti.ce/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του σκέφτομαι.
89 ξόρκι Ουσιαστικό η λέξη ή φράση, κατανοητή συνήθως, που θεωρείται ότι διώχνει το κακό πνεύμα.
90 ύψος Ουσιαστικό /ˈi.psos/ η κάθετη απόσταση που ενώνει τη βάση και την κορυφή ενός σχήματος ή τις παράλληλες βάσεις ενός σχήματος ή στερεού.
91 τρελά Επίθετο, Επίρρημα /ˈtɾe.la/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρελός.
92 μαύρα Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈma.vɾa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μαύρο) του μαύρος.
93 Παντές Ουσιαστικό, Άρθρο masculine nominative/vocative plural of πας (pas).
94 εσωτερικό Ουσιαστικό, Επίθετο το μέρος που βρίσκεται σε εσωτερικό χώρο.
95 γριά Ουσιαστικό /ɣɾiˈa/ γυναίκα προχωρημένης ηλικίας.
96 βενζίνη Ουσιαστικό /venˈzi.ni/ υγρό με πτητική κι εύφλεκτη ιδιότητα και με χαρακτηριστική και έντονη οσμή, το οποίο παράγεται από την επεξεργασία του α…
97 επιστρέφει Ρήμα γʹ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος επιστρέφω.
98 νιώσω Ρήμα θα νιώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νιώθω.
99 ειδικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ειδικός.
100 πρώτες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρώτη.
101 πα Ουσιαστικό, Επιφώνημα ο πρώτος από τους εφτά φθόγγους της βυζαντινής μουσικής κλίμακας.
102 οθόνη Ουσιαστικό /oˈθo.ni/ λευκή επιφάνεια από πανί, πλαστικό ή άλλο υλικό, κατάλληλη για να προβληθούν πάνω της από ειδική συσκευή εικόνες ή κινημ…
103 λυπάσαι Ρήμα /liˈpa.se/
104 ανόητη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανόητος.
105 φτάνουν Ρήμα /ˈfta.nun/
106 δυτικά Επίθετο, Επίρρημα προς τη δύση, στο δυτικό μέρος.
107 βαρύ Επίθετο neuter nominative/accusative/vocative singular.
108 φτιάχνω Ρήμα /ˈftça.xno/ φέρνω κάποιον σε κατάσταση ευθυμίας ή ευφορίας.
109 γέλια Ουσιαστικό nominative plural of γέλιο (gélio).
110 λευκός Ουσιαστικό, Επίθετο /lefˈkos/ που έχει ανοιχτόχρωμο δέρμα, που ανήκει στη λεγόμενη λευκή φυλή, σε αντίθεση με τους Αφρικανούς ή τους Ασιάτες.
111 σταμάτησα Ρήμα /staˈma.ti.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταματώ.
112 στάδιο Ουσιαστικό /ˈsta.ði.o/ μεγάλος χώρος, συνήθως ανοιχτός, ειδικά διαμορφωμένος με εγκαταστάσεις και με θέσεις για μεγάλο αριθμό θεατών, που χρησι…
113 φέρνεις Ρήμα /ˈfeɾ.nis/ β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φέρνω.
114 μουσείο Ουσιαστικό /muˈsi.o/ χώρος όπου εκτίθενται αντικείμενα ιστορικής ή καλλιτεχνικής ή γενικότερα μορφωτικής αξίας.
115 υπουργείο Ουσιαστικό /i.puɾˈʝi.o/ η δημόσια υπηρεσία που καλύπτει έναν τομέα του κυβερνητικού έργου και έχει επικεφαλής έναν υπουργό.
116 πάσα Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Άρθρο /ˈpa.sa/ feminine nominative/vocative singular of πας (pas).
117 εξηγεί Ρήμα /e.ksiˈʝi/
118 εύκολη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύκολος.
119 χορός Ουσιαστικό /xoˈɾos/ σώμα υποκριτών στην αρχαία τραγωδία από 12 και αργότερα 15 άτομα το οποίο έκανε χορευτικές κινήσεις και ερμήνευε το χορι…
120 έλαβα Ρήμα /ˈe.la.va/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω.
121 λάβει Ουσιαστικό, Ρήμα θα λάβει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λαμβάνω.
122 έμεινα Ρήμα /ˈe.mi.na/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω.
123 εξωτερικό Ουσιαστικό, Επίθετο τα ξένα κράτη (ως σύνολο) ή κάποια ξένη χώρα που δεν κατονομάζεται.
124 κλαίει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κλαίω.
125 υπόλοιπους Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του υπόλοιπος.
126 μπλούζα Ουσιαστικό υφασμάτινο ελαφρύ ένδυμα για το πάνω μέρος του σώματος.
127 εμπιστευτώ Ρήμα θα εμπιστευτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμπιστεύομαι.
128 χειροπέδες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροπέδη.
129 θερμοκρασία Ουσιαστικό /θeɾmokɾaˈsia/ το φυσικό μέγεθος που εκφράζει το πόσο κρύο ή ζεστό είναι ένα σώμα και μετριέται με ένα θερμόμετρο σε διάφορες κλίμακες…
130 φίλου Ουσιαστικό, Επίθετο genitive masculine singular of φίλος (fílos).
131 πέτρες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτρα.
132 καφές Ουσιαστικό /kaˈfes/ το ρόφημα που παρασκευάζεται από τους αλεσμένους σπόρους του καφέ. Ονομάζεται ανάλογα με τον τρόπο παρασκευής ή τη χώρα…
133 κατανοητό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κατανοητός.
134 ασυνήθιστο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (ασυνήθιστο) του ασυνήθιστος.
135 προσβολή Ουσιαστικό /pɾo.zvoˈli/ η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσβάλλω· η φυσική, λεκτική ή ηθική επίθεση ή βιαιοπραγία ή κτύπημα που έχει σα σκοπό να…
136 πείσω Ρήμα /ˈpiso/ θα πείσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πείθω.
137 καθαρός Ουσιαστικό, Επίθετο /ka.θaˈɾos/ που δεν βαρύνεται ηθικά ή νομικά με ενοχή ή μετά από έλεγχο προκύπτει ότι δεν υπάρχουν εις βάρος του ενοχοποιητικά στοιχ…
138 σεξουαλική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεξουαλικός.
139 γεννήθηκα Ρήμα /ʝeˈni.θi.ka/ α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του γεννιέμαι.
140 αρκούδα Ουσιαστικό /aɾˈku.ða/ μεγάλο σαρκοβόρο ή/και παμφάγο θηλαστικό με δασύ τρίχωμα, μεγάλο κεφάλι, μικρά αυτιά και γαμψά νύχια. Μπορεί να στέκεται…
141 απασχολημένη Ρήμα /a.pa.sxo.liˈme.ni/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απασχολημένος.
142 βασίλειο Ουσιαστικό /vaˈsi.li.o/ ταξινομική βαθμίδα κατώτερη της επικράτειας και ανώτερη της συνομοταξίας για το σύνολο των ζώων, των φυτών, των μυκήτων…
143 μαλακές Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακή.
144 χιόνι Ουσιαστικό /ˈço.ni/ καιρικό φαινόμενο κατά στο οποίο οι υδρατμοί της ατμόσφαιρας κρυσταλλοποιούνται από το κρύο και πέφτουν στη γη με τη μορ…
145 πόσους Επίθετο, Αντωνυμία accusative masculine plural of πόσος (pósos).
146 κεφάλαιο Ουσιαστικό /ce.faˈle.o/ οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο (κτίρια, μηχανές, γη) ενσωματώνεται στην παραγωγική διαδικασία.
147 μπλέξει Ρήμα θα μπλέξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπλέκω.
148 φροντίσει Ρήμα θα φροντίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φροντίζω.
149 ενδιαφέρομαι Ρήμα /en.ði̯aˈfe.ɾo.me/ δείχνω (ερωτικό) ενδιαφέρον, συμπαθώ (ερωτικά).
150 κανονίσει Ρήμα /ka.noˈni.si/ θα κανονίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κανονίζω.
151 μάζεψε Ρήμα /ˈma.ze.pse/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύω.
152 υπεύθυνη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεύθυνος.
153 αηδία Ουσιαστικό /aiˈðia/ αίσθημα αποστροφής για κάτι.
154 επρόκειτο Ρήμα /eˈpɾo.cit.o/
155 κάλυψη Ουσιαστικό /ˈka.li.psi/ κάτι που χρησιμοποιώ για να αποκρύψω την ταυτότητά μου ή να περάσω απαρατήρητος.
156 γουστάρω Ρήμα /ɣuˈsta.ɾo/ μου αρέσει πολύ κάτι / κάποιος, λαχταρώ.
157 πυροβόλησαν Ρήμα /pi.ɾoˈvo.li.san/ γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ.
158 κοιτάω Ρήμα /ciˈta.o/ άλλη μορφή του κοιτάζω.
159 κόψει Ρήμα /ˈko.psi/ θα κόψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κόβω.
160 πουτάνα Ουσιαστικό /puˈtana/ υποτιμητικός όρος για γυναίκα, κυρίως για να τη χαρακτηρίσει ύπουλη.
161 ρώτησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωτώ.
162 πάψε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παύω.
163 προαίσθημα Ουσιαστικό /pɾoˈe.sθi.ma/ το αίσθημα που έχεις εκ των προτέρων και επιβεβαιώνεται στην πορεία.
164 πληγή Ουσιαστικό /pliˈʝi/ μια μικρότερη ή μεγαλύτερη τρύπα ή άνοιγμα στο δέρμα ή / και στους από κάτω ιστούς του σώματος, που έχει προκληθεί από τ…
165 ψεύτης Ουσιαστικό /ˈpse.ftis/ αυτός που λέει ψέματα, που ψεύδεται.
166 απόλυτη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολυτός.
167 καζίνο Ουσιαστικό /kaˈzi.no/ μεγάλος και, συνήθως, πολυτελής χώρος όπου διατίθενται νόμιμα τυχερά παιχνίδια, όπως ζάρια, ρουλέτα, χαρτιά κ.λπ.
168 χρησιμοποιώ Ρήμα /xɾi.si.mo.piˈo/ μεταχειρίζομαι, κάνω χρήση ενός αντικειμένου ως μέσο για να πετύχω κάτι.
169 ανατολικά Επίθετο, Επίρρημα στην ανατολή ή προς την ανατολή.
170 οδηγό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του οδηγός.
171 πρόσκληση Ουσιαστικό /ˈpɾo.skli.si/ έγγραφο καλέσματος ή ελεύθερης εισόδου κάπου.
172 συνηθισμένο Ρήμα /siniθiˈzmeno/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συνηθισμένος.
173 όπλων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του όπλο.
174 κακοί Επίθετο /kaˈci/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακός.
175 διαγωνισμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του διαγωνισμός.
176 κόκκινη Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈkocini/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κόκκινος.
177 αυτί Ουσιαστικό /aˈfti/ άλλη γραφή του αφτί.
178 βόμβες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βόμβα.
179 υποτίτλων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του υπότιτλος.
180 πρόβα Ουσιαστικό /ˈpɾo.va/ η δοκιμή που γίνεται πριν την τελική παρουσίαση ενός θέματος (θέατρου, τραγουδιού, ομιλίας, κτ...).
181 περιπτώσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίπτωση.
182 πουλήσω Ρήμα θα πουλήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πουλάω.
183 επέστρεψα Ρήμα /eˈpe.stɾe.psa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω.
184 εχθές Επίρρημα /exˈθes/ άλλη μορφή του χτες.
185 Πέτας Ουσιαστικό, Ρήμα /peˈtas/
186 κατέστρεψε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω.
187 δώδεκα Επίθετο /ˈðo.ðe.ka/ το απόλυτο αριθμητικό (12) που ακολουθεί το έντεκα και προηγείται του δεκατρία.
188 καθρέφτη Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καθρέφτης.
189 μπόρεσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπορώ.
190 ζήσουμε Ρήμα θα ζήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζω.
191 έπιασες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω.
192 σκάφη Ουσιαστικό μεγάλο ξύλινο ανοιχτό δοχείο που χρησιμοποιούνταν παλιότερα για το πλύσιμο των ρούχων.
193 κανονικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κανονικός.
194 κοιμήσου Ρήμα /ciˈmi.su/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι.
195 διάσημος Επίθετο /ˈði̯a.si.mos/ γνωστός σε πάρα πολύ κόσμο.
196 γελάς Ουσιαστικό, Ρήμα
197 παντρεμένοι Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο /pan.dɾeˈme.ni/ nominative/vocative plural of παντρεμένος (pantreménos).
198 εργαλεία Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργαλείο.
199 κέικ Ουσιαστικό /cei̯k/ γλυκό από ζύμη με αλεύρι, ζάχαρη, αβγά και μαγιά που ψήνεται στο φούρνο συνήθως μέσα σε μακρόστενες ή στρογγυλές φόρμες…
200 κοιλιά Ουσιαστικό /ciˈʎa/ τμήμα του σώματος ανάμεσα στον θώρακα και την πύελο στους ανθρώπους και άλλα σπονδυλωτά το οποίο εμπεριέχει το μεγαλύτερ…
201 ανν Ουσιαστικό, Φράση συντομογραφία του αν και μόνο αν. Η ισοδυναμία.
202 μοιάζω Ρήμα /ˈmɲazo/ (γ΄ενικό) μοιάζει να... : δίνει την εντύπωση, φαίνεται να.
203 ξεχωριστό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ξεχωριστός.
204 σαλόνι Ουσιαστικό /saˈlo.ni/ συνεχόμενες σελίδες εντύπου που φαίνονται σαν σύνολο και συνήθως περιέχουν μία ενιαία φωτογραφία.
205 συναυλία Ουσιαστικό /si.naˈvli.a/ εκτέλεση μουσικού κομματιού μπροστά σε κοινό.
206 αλλάξουν Ρήμα θα αλλάξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλλάζω.
207 νεύρα Ουσιαστικό χορδή (τόξου ή μουσικού οργάνου) φτιαγμένη από νεύρο ζώου.
208 επίδειξη Ουσιαστικό /eˈpi.ði.ksi/ η προβολή (πλούτου, δύναμης κ.λπ.) με σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων ή τον εκφοβισμό.
209 τρελάθηκες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι.
210 Μαθέ Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίρρημα /ˈma.θe/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω.
211 γυναικών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του γυναίκα.
212 θυμήθηκα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμάμαι.
213 μήνυση Ουσιαστικό /ˈmi.ni.si/ η προφορική ή γραπτή καταγγελία αξιοτιμώρητης πράξης στις εισαγγελικές ή αστυνομικές αρχές, χωρίς τη δυνατότητα αξιώσεως…
214 λαός Ουσιαστικό, Φράση /ˈla.os/ τα κατώτερα στρώματα μιας κοινωνίας, κατώτερα από οικονομική άποψη και από άποψη γοήτρου· στην περίπτωση αυτή ο λαός δια…
215 μάγκα Ουσιαστικό μικρή ομάδα άτακτου στρατού κατά τον 18^ο και 19^ο αιώνα.
216 ποδόσφαιρο Ουσιαστικό /poˈðosfero/ ομαδικό άθλημα στο οποίο οι παίκτες της μιας ομάδας προσπαθούν να οδηγήσουν την μπάλα στο τέρμα του αντιπάλου χρησιμοποι…
217 άλλαξαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλάζω.
218 πετάξεις Ρήμα θα πετάξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετώ.
219 παράξενη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράξενος.
220 βαθμούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του βαθμός.
221 νικήσει Ρήμα θα νικήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νικώ.
222 Γρηγόρη Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρήγορος.
223 τηλεφωνήσει Ρήμα θα τηλεφωνήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τηλεφωνώ.
224 βλακεία Ουσιαστικό /vlaˈci.a/ ανόητη σκέψη ή ενέργεια.
225 συναγερμός Ουσιαστικό /si.na.ʝeɾˈmos/ μηχανισμός που τοποθετείται σε αντικείμενα ή οικήματα και εκπέμπει ειδικό ηχητικό σήμα για να προειδοποιήσει ότι κάτι ξα…
226 προηγούμενο Ουσιαστικό, Ρήμα /pro.i.ˈɣu.me.no/ γεγονός που έχει συμβεί στο παρελθόν ή συμβαίνει για πρώτη φορά και λειτουργεί ως πρότυπο για να συμβούν στο μέλλον παρό…
227 ανοίξουμε Ρήμα θα ανοίξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανοίγω.
228 χώμα Ουσιαστικό /ˈxo.ma/ το λεπτόκοκκο στερεό υλικό που καλύπτει την επιφάνεια πλανητών.
229 πρώτοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρώτος.
230 επισκέπτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκέπτης.
231 μες Ουσιαστικό, Επίρρημα μέσα (σε θέση πρόθεσης).
232 μεγαλώσει Ρήμα θα μεγαλώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μεγαλώνω.
233 δημοσιογράφος Ουσιαστικό /ði.mo.si.oˈɣɾa.fos/ που έχει ως επάγγελμά του τη δημοσιογραφία.
234 βαθμό Ουσιαστικό accusative singular of βαθμός (vathmós).
235 ανέβα Ουσιαστικό, Ρήμα /aˈne.va/
236 συγκρότημα Ουσιαστικό /siˈɡɾo.ti.ma/ σύνολο πολλών πραγμάτων που μοιάζουν μεταξύ τους.
237 δεχτεί Ρήμα /ðeˈxti/ θα δεχτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δέχομαι.
238 στείλουν Ρήμα θα στείλουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέλνω.
239 πυροβολήσω Ρήμα /pi.ɾo.voˈli.so/ θα πυροβολήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πυροβολώ.
240 αυτοκτόνησε Ρήμα /a.ftoˈkto.ni.se/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκτονώ.
241 νόμου Ουσιαστικό γενική ενικού του νόμος.
242 τούνελ Ουσιαστικό /ˈtu.nel/ τεχνητό υπόγειο ή υποθαλάσσιο όρυγμα, που ανοίγεται για να επιτρέψει τη διάβαση ενός αυτοκινητοδρόμου ή μιας σιδηροδρομι…
243 κάλεσες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλώ.
244 όριο Ουσιαστικό /ˈo.ri.o/ η τιμή στην οποία συγκλίνει μια ακολουθία, δηλαδή η κοινή τιμή του ανώτερου και του κατώτερου ορίου μιας ακολουθίας.
245 ευθεία Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /e.ˈfθi.a/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευθύς.
246 ομιλία Ουσιαστικό /o.miˈli.a/ ο προφορικός λόγος, η πραγμάτωση της γλωσσικής ικανότητας με την εκφορά των φθόγγων που συγκροτούν λέξεις και προτάσεις…
247 αργήσω Ρήμα /aɾˈʝi.so/ θα αργήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αργώ.
248 κλοπή Ουσιαστικό /kloˈpi/ η ενέργεια του κλέβω, αφαίρεση πράγματος που δε μας ανήκει.
249 δάχτυλο Ουσιαστικό /ˈða.xti.lo/ κάθε μία από τις αρθρωτές άκρες των χεριών και των ποδιών ανθρώπων και ζώων.
250 επέμβαση Ουσιαστικό /eˈpeɱ.va.si/ εκούσια ενέργεια που αποσκοπεί στην αλλαγή μιας κατάστασης.
251 πουλήσει Ρήμα /puˈli.si/ θα πουλήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πουλάω.
252 πάρκινγκ Ουσιαστικό ο χώρος στάθμευσης.
253 έλεγχος Ουσιαστικό /ˈe.leŋ.xos/ ο περιορισμός των διαστάσεων ή των συνεπειών ενός ανεπιθύμητου ή καταστροφικού φαινομένου στα επιθυμητά ή ανεκτά επίπεδα.
254 ξεπεράσει Ρήμα /kse.peˈɾa.si/
255 ζόμπι Ουσιαστικό /ˈzom.bi/ το σώμα ενός νεκρού που επανέρχεται στη ζωή υπερφυσικά, για να υπηρετεί άβουλα αυτόν που τον επαναφέρει.
256 επίπεδα Ουσιαστικό, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπεδο.
257 πλήθος Ουσιαστικό /ˈpli.θos/ αριθμητική ποσότητα, αριθμός.
258 άμεση Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμεσος.
259 συντομότερο Επίθετο /sin.doˈmo.te.ro/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συντομότερος.
260 επιθεωρητής Ουσιαστικό /e.pi.θe.o.ɾiˈtis/ ιεραρχικός τίτλος ή βαθμός δημοσίου υπαλλήλου που επιθεωρεί, ελέγχει ή συντονίζει τις υπηρεσίες ευθύνης του.
261 ανάγκης Ουσιαστικό /aˈnaŋ.ɟis/ γενική ενικού του ανάγκη.
262 ατμόσφαιρα Ουσιαστικό /aˈtmo.sfe.ɾa/ μετεωρολογία) η μάζα αερίων που βρίσκεται γύρω από ένα πλανήτη ή δορυφόρο.
263 επίσημα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /eˈpi.si.ma/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίσημο, ουδέτερο του επίσημος.
264 ίδιες Επίθετο feminine nominative/accusative/vocative plural of ίδιος (ídios).
265 αηδιαστικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αηδιαστικός.
266 φρικτό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φρικτός.
267 αδυναμία Ουσιαστικό /a.ði.naˈmi.a/ η ανικανότητα κάποιου, το να μην μπορέσει κάποιος να επιτύχει κάτι.
268 κλείσουμε Ρήμα θα κλείσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλείνω.
269 διοικητή Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διοικητής.
270 γλυκός Ουσιαστικό, Επίθετο /ɣliˈkos/ χαριτωμένος, ευγενικός, που δεν δημιουργεί εντάσεις.
271 ψάξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνω.
272 όργανα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όργανο.
273 πέρνα Ρήμα /ˈpeɾ.na/
274 καλέστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλώ.
275 παραμείνει Ρήμα θα παραμείνει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραμένω.
276 ζωντανά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα με ζωντάνια.
277 ακρόαση Ουσιαστικό /aˈkro.a.si/ η παρουσίαση γεγονότων, επιχειρημάτων, μαρτυρίας κλπ. μπροστά σε δικαστικές αρχές.
278 πίστεψα Ρήμα /ˈpi.ste.psa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστεύω.
279 λιμάνι Ουσιαστικό /liˈmani/ περιοχή παραθαλάσσια (ή παραλίμνια ή παραποτάμια) που επιτρέπει παραμονή πλοίων:.
280 φορέσω Ρήμα θα φορέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φορώ.
281 κοιμήθηκες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι.
282 τζίνι Ουσιαστικό /ˈd͡zi.ni/ υπερφυσικό πνεύμα, υποδεέστερο των αγγέλων, με την ικανότητα να μεταμορφώνεται σε οποιοδήποτε ζώο ή άνθρωπο.
283 ελπίδες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελπίδα.
284 σιχαίνομαι Ρήμα /siˈçenome/ θεωρώ κάτι τόσο αηδιαστικό, ώστε να αποφεύγω την επαφή μαζί του.
285 σακάκι Ουσιαστικό ένδυμα που καλύπτει τον κορμό και τα χέρια και κουμπώνει μπροστά.
286 πρίγκιπα Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρίγκιπας.
287 Κοινή Ουσιαστικό, Επίθετο /ciˈni/ η γλώσσα που μιλιέται από το σύνολο ενός ομόγλωσσου πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των ομιλητών ιδιωμάτων και διαλέκτων…
288 χαίρω Ρήμα /ˈçe.ro/ ως προσφώνηση και χαιρετισμός-αποχαιρετισμός.
289 εμφανίζεται Ρήμα /eɱ.faˈni.ze.te/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του εμφανίζω.
290 όσκαρ Ουσιαστικό /ˈo.skaɾ/ επιχρυσωμένο αγαλματίδιο που δίνεται κάθε χρόνο ως βραβείο από την Ακαδημία Τέχνης και Επιστημών του Κινηματογράφου των…
291 έτος Ουσιαστικό /ˈetos/ χρονική περίοδος αντίστοιχη με το χρόνο περιφοράς της γης γύρω από τον ήλιο· ισοδυναμεί με 12 μήνες ή 365 μέρες, όμως κα…
292 ματσό Ουσιαστικό, Επίθετο δέσμη από όμοια, που την πιάνεις με το ένα χέρι.
293 νοιάζομαι Ρήμα /ˈɲa.zo.me/ με ενδιαφέρει κάτι (ή κάποιος) και ασχολούμαι μ’ αυτό(ν), το(ν) φροντίζω.
294 διαμάντια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμάντι.
295 φτάσουν Ρήμα θα φτάσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτάνω.
296 βοηθό Ουσιαστικό /voi̯ˈθo/ αιτιατική ενικού του βοηθός.
297 δασκάλα Ουσιαστικό η εκπαιδευτικός που διδάσκει στο Δημοτικό σχολείο.
298 τελειώσουν Ρήμα θα τελειώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τελειώνω.
299 γνωριστήκαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνωρίζομαι.
300 καταστρέψεις Ρήμα θα καταστρέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταστρέφω.
301 ανάκριση Ουσιαστικό η εξέταση κάποιου από τις δικαστικές και αστυνομικές αρχές, συνήθως σε κάποιο προκαταρκτικό στάδιο.
302 επικοινωνία Ουσιαστικό /e.pi.ci.noˈni.a/ η ανταλλαγή απόψεων, συναισθημάτων, ιδεών, σκέψεων μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων.
303 σκάλα Ουσιαστικό /ˈska.la/ μεταφέρσιμη κατασκευή, ξύλινη ή μεταλλική, που είναι φορητή από άνθρωπο ή τοποθετημένη σε ειδικό (συνήθως πυροσβεστικό)…
304 έρωτας Ουσιαστικό /ˈe.ɾo.tas/ σαρκική έλξη ενός ατόμου προς άλλο, έντονη επιθυμία ή αγάπη, υπερβολική αφοσίωση.
305 διπλό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διπλός.
306 μήκος Ουσιαστικό /ˈmi.kos/ μία από τις τρεις διαστάσεις (μαζί με το πλάτος και το ύψος), εκείνη που είναι μεγαλύτερη στο οριζόντιο επίπεδο.
307 εγκληματίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκληματίας.
308 συγκεκριμένα Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγκεκριμένος.
309 συνταγή Ουσιαστικό /sin.daˈʝi/ οδηγίες παρασκευής φαγητού, γλυκού, ποτού κ.λπ.: υλικά, ποσότητα, τρόπος παρασκευής κ.ά.
310 τηλεφωνήσεις Ρήμα θα τηλεφωνήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τηλεφωνώ.
311 υπόψη Επίρρημα /iˈpo.psi/ στα σχέδιά μου.
312 ξεκάθαρα Επίθετο, Επίρρημα /kseˈka.θa.ɾa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκάθαρο.
313 υ Ουσιαστικό ύψιλον: το εικοστό γράμμα (και έκτο φωνήεν) του ελληνικού αλφαβήτου.
314 φίδι Ουσιαστικό /ˈfiði/ στενόμακρο ερπετό χωρίς πόδια, ωοτόκο (σπανιότερα ωοζωοτόκο).
315 υποσχέσου Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι.
316 μπέιζμπολ Ουσιαστικό άθλημα αμερικάνικης προέλευσης που παίζεται σε γήπεδο με δύο ομάδες από εννέα παίκτες· ο παίκτης της ομάδας που κάνει επ…
317 μπότες Ουσιαστικό /boˈtes/ nominative/accusative/vocative plural of μπότα (bóta).
318 αποτελεί Ρήμα /a.po.teˈli/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του αποτελώ.
319 σάρκα Ουσιαστικό /ˈsaɾ.ka/ το μέρος του ανθρώπινου ή ζωϊκού σώματος που αποτελείται από μαλακούς ιστούς, σε αντίθεση με τα οστά.
320 τρέξτε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρέχω.
321 έλεγξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ελέγχω.
322 ευτυχισμένοι Ρήμα, Επίθετο nominative/vocative masculine plural of ευτυχισμένος (eftychisménos).
323 ντρέπομαι Ρήμα /ˈdɾe.po.me/ νιώθω σεβασμό για έναν άνθρωπο ή για κάτι που θεωρώ ότι έχει αξία και δεν θέλω να κάνω κάτι που θα τον/το προσβάλλει.
324 φόνους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του φόνος.
325 Αστείος Ουσιαστικό, Επίθετο /aˈsti.os/ που προκαλεί το γέλιο και αρνητικά σχόλια.
326 άλλοθι Ουσιαστικό /ˈaloθi/ η οποιαδήποτε βεβαίωση ότι ο κατηγορούμενος ποινικής δίκης βρισκόταν σε διαφορετικό τόπο κατά τον χρόνο τέλεσης του αποδ…
327 ευτυχισμένο Ρήμα, Επίθετο nominative/accusative/vocative neuter singular of ευτυχισμένος (eftychisménos).
328 Χριστός Ουσιαστικό, Επίθετο /xɾiˈstos/ ο θεμελιωτής της Χριστιανικής θρησκείας.
329 απαγωγή Ουσιαστικό (κοινά), (νομικός όρος) η αρπαγή και αιχμαλωσία ενός προσώπου προκειμένου, συνήθως, να ζητηθούν λύτρα ή κάποιο άλλο αν…
330 χιούμορ Ουσιαστικό /ˈçu.moɾ/ εύθυμη αντιμετώπιση μιας κατάστασης μαζί με ειρωνεία και ενδεχομένως σάτιρα.
331 συζητήσω Ρήμα θα συζητήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συζητώ.
332 κλείστε Ρήμα, Επίθετο κλητική ενικού του κλειστός.
333 επανάσταση Ουσιαστικό /e.paˈna.sta.si/ η εξέγερση κοινωνικών ομάδων ή λαών, με στόχους την απελευθέρωση από κάποιον δυνάστη, την ένωση με κάποια κρατική οντότη…
334 πιστέψτε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιστεύω.
335 τέταρτο Ουσιαστικό /ˈtetaɾto/ φθογγόσημο που δηλώνει ότι η νότα διαρκεί για έναν "κτύπο", δηλαδή για το ένα τέταρτο ενός πλήρους μέτρου των 4/4.
336 βγουν Ρήμα θα βγουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγαίνω.
337 γυμναστήριο Ουσιαστικό /ʝi.mnaˈsti.ɾi.o/ ειδικά διαμορφωμένος χώρος (ανοικτός ή κλειστός) για εκγύμναση, αθλοπαιδιές και γυμναστικές ασκήσεις.
338 λίγους Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του λίγος.
339 προέρχεται Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προέρχομαι.
340 αδέλφια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδέλφι.
341 στρατού Ουσιαστικό γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Στράτος.
342 κυρά Ουσιαστικό /ciˈɾa/ οικισμός της Κύπρου στο κατεχόμενο από τους Τούρκους τμήμα της (Επαρχία Λευκωσίας).
343 έφαγες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω.
344 επίτηδες Ουσιαστικό, Επίρρημα /eˈpi.ti.ðes/ (Ουσιαστικό).
345 αποκαλείς Ρήμα
346 ακούσουν Ρήμα θα ακούσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακούω.
347 κρύβει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κρύβω.
348 πρίγκιπας Ουσιαστικό /ˈpɾiŋ.ɟi.pas/ τίτλος ευγενείας και ονομασία του ανώτατου άρχοντα ενός κρατιδίου (πριγκιπάτου).
349 μπρος Ουσιαστικό, Επίρρημα, Επιφώνημα τηλεφωνική απάντηση, εμπρός.
350 σώματος Ουσιαστικό γενική ενικού του σώμα.
351 κόρες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόρα.
352 αποτυχία Ουσιαστικό /a.po.tiˈçi.a/ το αποτέλεσμα του αποτυγχάνω.
353 τρελοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρελός.
354 χρήσιμο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χρήσιμος.
355 υγρό Ουσιαστικό, Επίθετο ρευστό με επιφανειακή τάση.
356 σχολείου Ουσιαστικό /sxoˈli.u/ γενική ενικού του σχολείο.
357 αντέξω Ρήμα θα αντέξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντέχω.
358 δαίμονες Ουσιαστικό nominative/accusative/vocative plural of δαίμονας (daímonas).
359 βοήθησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθώ.
360 δεύτερος Επίθετο /ˈðefteɾos/ που ακολουθεί τον πρώτο και προηγειται του τριτου , που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν δύο (2).
361 οργάνωση Ουσιαστικό /oɾˈɣa.no.si/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οργανώνω.
362 ψυχές Ουσιαστικό /psiˈçes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχή.
363 αθώα Επίθετο, Επίρρημα /aˈθo.a/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αθώος.
364 γεμάτος Επίθετο /[ʝe̞ˈmato̞s]/ που δε χωράει άλλο, πλήρης.
365 κάτσεις Ρήμα θα κάτσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι.
366 συνηθίσει Ρήμα θα συνηθίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνηθίζω.
367 σωστός Επίθετο /soˈstos/ που γίνεται με κατάλληλο τρόπο, εκπληρώνοντας όλες τις προδιαγραφές.
368 έννοια Ουσιαστικό /ˈe.ni.a/ αφηρημένη ιδέα, νοητό κατασκεύασμα ή σύνθεση, μονάδα γνώσης που αντιπροσωπεύει στον νου ένα αντικείμενο ή ένα σύνολο αντ…
369 πληροφοριών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του πληροφορία.
370 ίδρυμα Ουσιαστικό /ˈiðrima/ κάθε οργανισμός όπου δίνεται στέγη και τροφή σε άτομα που δεν μπορούν να αυτοεξυπητερηθούν (ψυχιατρείο, γηροκομείο, ορφα…
371 κατασκήνωση Ουσιαστικό /ka.taˈsci.no.si/ το σύνολο εγκαταστάσεων για παραθερισμό ανηλίκων που επιβλέπονται από ομάδα ενηλίκων, με η χωρίς εκπαιδευτικούς σκοπούς.
372 επαναλαμβάνω Ρήμα /epanalaɱˈvano/ κάνω επανάληψη μαθήματος, μελετάω ξανά το μάθημα.
373 πρόκληση Ουσιαστικό /ˈpɾo.kli.si/ το κάλεσμα προς την αντιμετώπιση δύσκολου προβλήματος ή την επίτευξη (μεγάλου) στόχου, και κατ' επέκταση το ίδιο το πρόβ…
374 τριάντα Επίθετο /tɾiˈan.da/ ο αριθμός 30, αυτός που ακολουθεί το είκοσι εννιά· με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται λ΄ και στο λατινικό σύ…
375 απαγορεύεται Ρήμα /a.pa.ɣoˈɾe.ve.te/ δεν δίνεται η άδεια ή η δυνατότητα, δεν επιτρέπεται.
376 κοινότητα Ουσιαστικό /ciˈno.ti.ta/ ομάδα ζώντων οργανισμών, ανθρώπων, φυτών ή ζώων που ζουν / συνυπάρχουν σε ένα κοινό περιβάλλον.
377 αμέ Επίρρημα, Επιφώνημα /ˈa.me/ ναι (καταφατικά, με έμφαση).
378 πυροβολήσεις Ρήμα /pi.ɾo.voˈli.sis/ θα πυροβολήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πυροβολώ.
379 σκάσει Ρήμα θα σκάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκάω.
380 τος Αντωνυμία αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας αυτός γ΄ προσώπου, αρσενικού γένους, ονομαστικής ενικού. Μόνο σε ορισμένες φράσ…
381 υπηρεσίας Ουσιαστικό γενική ενικού του υπηρεσία.
382 πέτυχε Ρήμα /ˈpe.ti.çe/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω.
383 ανάποδα Επίθετο, Επίρρημα /aˈnapoða/ με τρόπο αντίθετο από τον συνηθισμένο.
384 φέρνω Ρήμα /ˈfeɾ.no/ οδηγώ κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη θέση, κατάσταση.
385 ακριβό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ακριβός.
386 σκοτωθεί Ρήμα θα σκοτωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκοτώνομαι.
387 επόμενες Ρήμα, Επίθετο nominative feminine plural of επόμενος (epómenos).
388 ραδιόφωνο Ουσιαστικό /[raðiˈofono]/ συσκευή που λαμβάνει ηχητικά δεδομένα μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων και τα μετατρέπει πάλι σε ήχο.
389 ετοιμάσου Ρήμα /e.tiˈma.su/
390 δοκιμάσει Ρήμα θα δοκιμάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δοκιμάζω.
391 κουνηθείς Ρήμα θα κουνηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κουνιέμαι.
392 κλείνει Ρήμα /ˈkli.ni/
393 κόστος Ουσιαστικό /ˈko.stos/ η αξία σε χρήμα ενός αντικειμένου, πριν προστεθεί σε αυτήν το κέρδος του μεταπωλητή.
394 παιδική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδικός.
395 κότσια Ουσιαστικό το θάρρος και η δύναμη να αντεπεξέλθει κάποιος σε μια πρόκληση.
396 άρχοντα Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του άρχοντας.
397 κατοχή Ουσιαστικό /ka.toˈçi/ περίοδος, κατά τη διάρκεια ή στο τέλος μιας πολεμικής συμπλοκής, κατά την οποία ένα κράτος βρίσκεται υπό τις δυνάμεις εν…
398 έργα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έργο.
399 καταλάβετε Ρήμα /ka.taˈla.ve.te/ θα καταλάβετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλαβαίνω.
400 προ Πρόθεση μπροστά από.
401 διοίκηση Ουσιαστικό /ðiˈi.ci.si/ η ενέργεια του διοικώ, η διαχείριση ενός σώματος ή οργανισμού και η λήψη των αποφάσεων σχετικά με τη λειτουργία του σύμφ…
402 μπισκότα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπισκότο.
403 εγκεφάλου Ουσιαστικό γενική ενικού του εγκέφαλος.
404 υπερβολική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερβολικός.
405 προδοσία Ουσιαστικό /pɾo.ðoˈsi.a/ ενέργεια με την οποία κάποιος παραβιάζει ισχυρή ηθική δέσμευση απέναντι σε άλλους ανθρώπους, φίλους, συνεργάτες, ομοϊδεά…
406 πλάι Ουσιαστικό, Επίρρημα η αριστερή ή δεξιά πλευρά ενός πράγματος σε αντίθεση με την εμπρόσθια ή την οπίσθια.
407 δίνουμε Ρήμα
408 πλούσια Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα με πλούτο, με πληθώρα αγαθών.
409 ξύπνιος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈksipɲos/ ξυπνητός, σε εγρήγορση.
410 δικαιοσύνης Ουσιαστικό genitive singular of δικαιοσύνη (dikaiosýni).
411 υπάλληλος Ουσιαστικό, Επίθετο /iˈpa.li.los/ αυτός/αυτή που εργάζεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας και πληρώνεται με μισθό.
412 προέδρου Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
413 ξεκίνησα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ.
414 ανακαλύψει Ρήμα θα ανακαλύψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανακαλύπτω.
415 γόνατα Ουσιαστικό /ɣo.naˈta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του γόνατο.
416 πρόθεση Ουσιαστικό άκλιτη λέξη που μπαίνει μπροστά από ονόματα ή επιρρήματα για να φανερώσει μαζί τους τόπο, χρόνο, αιτία, τρόπο, κλπ.· μπο…
417 δεύτερον Επίρρημα
418 βλάψει Ρήμα θα βλάψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βλάπτω.
419 διαδίκτυο Ουσιαστικό /ði̯aˈðiktio/ ένα διεθνές δίκτυο τηλεπικοινωνιών που συνδέει ηλεκτρονικούς υπολογιστές μέσω του πρωτοκόλλου IP. Υποστηρίζει κυρίως τη…
420 περίπλοκο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του περίπλοκος.
421 χρέος Ουσιαστικό /ˈxɾe.os/ τα χρέη: καθήκονται, πρόσθετη υπηρεσία ή επάγγελμα που ασκείται από κάποιον.
422 προτιμάς Ρήμα
423 κατέληξε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλήγει (απρόσωπο).
424 θλίψη Ουσιαστικό /ˈθlipsi/ η λύπη, ο ψυχικός πόνος.
425 άλλαξες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλάζω.
426 στρατιωτική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρατιωτικός.
427 κοιμήθηκα Ρήμα /ciˈmi.θi.ka/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι.
428 φωτός Ουσιαστικό ανδρικό όνομα.
429 σταθείτε Ρήμα θα σταθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέκομαι.
430 φόρμα Ουσιαστικό /ˈfoɾ.ma/ ρούχα για σκληρές, χειρωνακτικές ή γενικά κοπιαστικές δουλειές από τις οποίες μπορεί κάποιος να λερωθεί ή και το ρούχο τ…
431 στροφή Ουσιαστικό /stɾoˈfi/ η αλλαγή πορείας του σκάφους προς τα δεξιά ή τα αριστερά με χειρισμό του πηδαλίου.
432 τίτλο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του τίτλος.
433 σάλτσα Ουσιαστικό /ˈsal.t͡sa/ σχήματα λόγου και περίτεχνες διατυπώσεις, που χρησιμεύουν ως εισαγωγή και συχνά χρησιμοποιούνται για να εξωραΐσουν μια κ…
434 ζήτα Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈzi.ta/ Το έκτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (ζ, κεφαλαίο: Ζ).
435 πούτσο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του πούτσος.
436 υγείας Ουσιαστικό /iˈʝi.as/ γενική ενικού του υγειά.
437 γάτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάτα.
438 ντρέπεσαι Ρήμα
439 γίνομαι Ρήμα /ˈʝi.no.me/ λαβαίνω υπόσταση, ζωή, ύπαρξη.
440 έξοδα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έξοδο.
441 ρεπό Ουσιαστικό /ɾeˈpo/ ανεπίσημη αργία, μη εργάσιμη μέρα (εκτός Κυριακής ή γιορτής).
442 πιάτα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιάτο.
443 φύλακας Ουσιαστικό /ˈfi.la.kas/ αυτός που φυλάσσει, που επιτηρεί κάτι φροντίζοντας για την ασφάλειά του ή την ακεραιότητά του ή την καλή λειτουργία του…
444 ευγενική Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευγενικός.
445 αντέξει Ρήμα θα αντέξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντέχω.
446 παντρεύτηκε Ρήμα /panˈdɾe.fti.ce/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι.
447 ζόρι Ουσιαστικό /ˈzo.ɾi/ η άσκηση ψυχολογικής πίεσης ή η χρήση απειλών.
448 παίρνετε Ρήμα
449 αιώνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιώνας.
450 κοινωνική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινωνικός.
451 ονομάζομαι Ρήμα /o.noˈma.zo.me/ μου απονέμεται ένας τίτλος ή μου αποδίδεται μια ιδιότητα.
452 καρδιές Ουσιαστικό /kaɾˈðʝes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιά.
453 παρακολούθηση Ουσιαστικό /pa.ɾa.koˈlu.θi.si/ τακτική εξέταση ασθενούς κατόπιν θεραπείας ή χειρουργείου.
454 ξεχάσουμε Ρήμα θα ξεχάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεχνώ.
455 εμπορικό Ουσιαστικό, Επίθετο συντόμευση του εμπορικό κέντρο ή του «εμπορικό κατάστημα».
456 κτήριο Ουσιαστικό /ˈkti.ɾi.o/ άλλη γραφή του κτίριο.
457 δεκαετία Ουσιαστικό /ðe.ka.eˈti.a/ περίοδος 10 χρόνων που ξεκινά από έτος πολλαπλάσιο του δέκα.
458 μανούλα Ουσιαστικό για κάποιον που είναι πολύ καλός σε κάτι -αρνητικό συνήθως.
459 πίστευες Ρήμα
460 προαγωγή Ουσιαστικό /pɾoaɣoˈʝi/ η ανάπτυξη μιας σχέσης (εμπορικής, πολιτιστικής, διμερούς κ.λπ.).
461 κωδικός Ουσιαστικό, Επίθετο που ανήκει ή αναφέρεται στον κώδικα.
462 αγωγή Ουσιαστικό /aɣoˈʝi/ συστηματική μέθοδος, σύνολο από κανόνες, ενέργειες και δραστηριότητες (που ακολουθούν μια διάγνωση ή κάποια ιατρική πράξ…
463 πήγατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω.
464 βαρετό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βαρετός.
465 δόλωμα Ουσιαστικό /ˈðo.lo.ma/ οποιοδήποτε μέσο χρησιμοποιείται για να δελεάσει και να εξαπατήσει ένα υποψήφιο θύμα.
466 αδερφές Ουσιαστικό, Επίθετο /a.ðeɾˈfes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδερφή.
467 ωκεανό Ουσιαστικό /o.ce.aˈno/ αιτιατική ενικού του ωκεανός.
468 τριών Ουσιαστικό, Επίθετο γενική πληθυντικού του τρεις.
469 κοσμήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόσμημα.
470 τρίχες Ουσιαστικό, Επιφώνημα rubbish!, nonsense!.
471 χαλάσει Ρήμα θα χαλάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χαλάω.
472 πιείτε Ρήμα θα πιείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πίνω.
473 ένδειξη Ουσιαστικό /ˈen.ði.ksi/ χαρακτηριστική σήμανση σε όργανο, συσκευή κ.λπ. που ρυθμίζει τη λειτουργία του, μας πληροφορεί γι’ αυτή ή μας δίνει διάφ…
474 παρόλα Ουσιαστικό /paˈɾo.la/ παχειά λόγια (συνήθως στον πληθυντικό).
475 θυσία Ουσιαστικό /θiˈsi.a/ μια θρησκευτική ιεροτελεστία κατά την οποία προσφέρεται ένα αντικείμενο σε κάποιο θεϊκό ον προκειμένου να εδραιωθεί, να…
476 ανταλλαγή Ουσιαστικό /an.da.laˈʝi/ η ανταλλαγή περιεχομένων μεταξύ κύριας και δευτερεύουσας μνήμης (πχ. σκληρός δίσκος). Όταν εκτελούνται πολλά προγράμματα…
477 εκλογές Ουσιαστικό η διαδικασία που περιλαμβάνει καθολική ψηφοφορία για την ανάδειξη της νέας βουλής, ευρωβουλής, διοικητικών οργάνων σε νο…
478 θεοί Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεός.
479 έβγαλες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω.
480 καλέσεις Ρήμα θα καλέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καλώ.
481 ναυτικό Ουσιαστικό, Επίθετο το σώμα του θαλάσσιου στρατού.
482 μισθό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του μισθός.
483 δάσκαλε Ουσιαστικό κλητική ενικού του δάσκαλος.
484 καθαρίσει Ρήμα /ka.θaˈɾi.si/ θα καθαρίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθαρίζω.
485 λευκή Ουσιαστικό, Επίθετο /leˈfci/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευκός.
486 κλουβί Ουσιαστικό /[kluˈvi]/ μικρή (ή και μεγαλύτερη) κατασκευή, κατασκευασμένη από χοντρά σύρματα ή άλλα υλικά, εντός της οποίας περιορίζονται πουλι…
487 ακούσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακούω.
488 μαθαίνω Ουσιαστικό, Ρήμα /maˈθe.no/ (Ουσιαστικό).
489 καπετάνιος Ουσιαστικό /ka.peˈta.ɲos/ κυβερνήτης καραβιού.
490 εταιρείας Ουσιαστικό γενική ενικού του εταιρεία.
491 αύξηση Ουσιαστικό /ˈaf.ksi.si/ συλλαβική αύξηση: η πρόσθεση ενός ε- ή -η πριν το θέμα της λέξης, όταν αυτό αρχίζει από σύμφωνο, π.χ. βάζω, έβαζα, θέλω…
492 μπαμπάκα Ουσιαστικό /baˈba.ka/ γυναικείο επώνυμο.
493 σημαία Ουσιαστικό /siˈmea/ παράμετρος εντολής στη διεπαφή γραμμής εντολής που ενεργοποιεί μια διαφορετική συμπεριφορά της εντολής από την προκαθορι…
494 νταντά Ουσιαστικό /daˈda/ οι καλλιτέχνες Dada, το καλλιτεχνικό κίνημα του ντανταϊσμού.
495 διάβολος Ουσιαστικό /ˈðʝa.vo.los/ ο Εωσφόρος, αυτός που προσπαθεί να διαβάλλει τον Θεό στους ανθρώπους, το πνεύμα του κακού, ο αρχηγός των δαιμόνων.
496 άγνωστο Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άγνωστος.
497 άγγελος Ουσιαστικό /ˈaŋ.ɟe.los/ άνθρωπος με ευγένεια ψυχής, πονόψυχος ή / και εξαιρετικά όμορφος σαν άγγελος.
498 καταστρέψω Ρήμα /ka.taˈstɾe.pso/ θα καταστρέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταστρέφω.
499 αγοράκι Ουσιαστικό /a.ɣoˈɾa.ci/ αγαπημένο αγόρι.
500 ρίχνει Ρήμα /ˈɾi.xni/ γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος ρίχνω.
501 επιτρέψω Ρήμα /e.piˈtɾe.pso/ θα επιτρέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιτρέπω.
502 ιδιωτικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιδιωτικός.
503 λειτουργούν Ρήμα /li.tuɾˈɣun/
504 θεούλη Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Θεούλης.
505 συνταγματάρχης Ουσιαστικό /sin.daɣ.maˈtaɾ.çis/ ανώτερος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του αντισυνταγματάρχη και κατώτερο του ταξίαρχου. Είναι διοικητή…
506 καυτή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καυτός.
507 γαλλικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γαλλικός.
508 παν Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Άρθρο /pan/ neuter nominative/accusative/vocative singular of πας (pas).
509 μπάντα Ουσιαστικό /ˈbanda/ εργόχειρο ή ύφασμα κρεμασμένο στον τοίχο.
510 ιερό Ουσιαστικό, Επίθετο τόπος και ο μικρός ναός που ήταν χτισμένος σε αυτόν και ήταν αφιερωμένος σε κάποιο θεό.
511 αριθμούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του αριθμός.
512 καταστραφεί Ρήμα /ka.ta.stɾaˈfi/ θα καταστραφεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταστρέφομαι.
513 χρηματοκιβώτιο Ουσιαστικό /xɾimatokiˈvotio/ κιβώτιο ή χώρος ασφαλισμένος για την φύλαξη χρημάτων ή άλλων πολύτιμων αντικειμένων, εγγράφων κλπ.
514 άλλαξα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλάζω.
515 έκλεψα Ρήμα /ˈe.kle.psa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλέβω.
516 γαμάτο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γαμάτος.
517 παράλογο Ουσιαστικό, Επίθετο /paˈɾa.lo.ɣo/ η φιλοσοφική και λογοτεχνική άποψη ότι οι άνθρωποι ζουν σε ένα παράλογο και άσκοπο κόσμο.
518 χαμένη Ρήμα /xaˈme.ni/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμένος.
519 πόλεις Ουσιαστικό /[ˈpolis]/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόλη.
520 ουσιαστικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουσιαστικό.
521 συμφωνήσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ.
522 σχήμα Ουσιαστικό /ˈsçi.ma/ scheme: το τμήμα μίας διεύθυνσης URL που υποδεικνύει το πρωτόκολλο (protocol) επικοινωνίας (π.χ. http, ftp για τα πρωτόκ…
523 ενοχλώ Ουσιαστικό, Ρήμα /enoˈxlo/ (Ουσιαστικό).
524 χόρτο Ουσιαστικό βλάστηση άσημη, χωρίς καρπούς, με λεπτό μίσχο και μικρά φυλλαράκια.
525 εισαγγελέας Ουσιαστικό /isaŋɟeˈleas/ ανώτερος δικαστικός λειτουργός, ο οποίος εκπροσωπεί το κράτος και το νόμο και αντικείμενό του είναι η άσκηση νομικής δίω…
526 προμήθειες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμήθεια.
527 τοίχους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του τοίχος.
528 δοκιμή Ουσιαστικό /ðo.ciˈmi/ ο έλεγχος της καλής λειτουργίας ενός συστήματος.
529 συζητήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /si.ziˈti.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συζήτηση.
530 θάλαμο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του θάλαμος.
531 υπολοχαγέ Ουσιαστικό κλητική ενικού του υπολοχαγός.
532 παραδέχομαι Ουσιαστικό, Ρήμα /paɾaˈðexome/ (Ουσιαστικό).
533 υποθέσουμε Ρήμα θα υποθέσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υποθέτω.
534 έκφραση Ουσιαστικό /ˈek.fɾa.si/ σειρά από τελεστές και τελεστέους, που απαιτούν υπολογισμούς μεταξύ τους ώστε να δώσουν ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα (τιμ…
535 βλέποντας Ρήμα /ˈvle.pon.das/ μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βλέπω.
536 ευχάριστη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευχάριστος.
537 αναζήτηση Ουσιαστικό /a.na.ˈzi.ti.si/ επίμονη έρευνα για κάτι που έχει χαθεί ή για κάτι που θέλουμε να μάθουμε.
538 μαθηματικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ˌmaθimatiˈka/ η επιστήμη των αριθμών, των μεγεθών και των σχέσεών τους.
539 έμειναν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω.
540 περιοχές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοχή.
541 Πέστε Ουσιαστικό, Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λέω (και πείτε).
542 αηδίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδία.
543 δουλέψουμε Ρήμα θα δουλέψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δουλεύω.
544 μαρί Ουσιαστικό γλώσσα που μιλιέται στην ομόσπονδη δημοκρατία της Μαρίι Ελ, στη Ρωσία· έχει δύο κύριες διαλέκτους, την ανατολική και τη…
545 νούμερα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νούμερο.
546 βιαστείτε Ρήμα θα βιαστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βιάζομαι.
547 κατέβασε Ρήμα /kaˈte.va.se/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω.
548 κατηγορώ Ρήμα /ka.ti.ɣoˈɾo/ σχολιάζω αρνητικά κάποιον,του αποδίδω ευθύνες για το αποτέλεσμα μιας ενέργειας/κατάστασης ή μιας πράξης που τιμωρείται α…
549 ακουστά Επίθετο, Επίρρημα για κάτι που το έχουμε ακούσει, που το γνωρίζουμε εξ ακοής.
550 ρομαντικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ρομαντικός.
551 ά Επίρρημα abbreviation of άλλως (állos): otherwise.
552 αστυνόμος Ουσιαστικό /astiˈnomos/ αξιωματικός της αστυνομίας με βαθμό αντίστοιχο αυτού του λοχαγού για το στρατό ξηράς, ανώτερος του υπαστυνόμου και κατώτ…
553 αδύναμος Ουσιαστικό, Επίθετο ανδρικό επώνυμο.
554 τρομερά Επίθετο, Επίρρημα /tɾo.meˈɾa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρομερός.
555 απόλυτο Ουσιαστικό, Επίθετο /aˈpo.li.to/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του απολυτός.
556 ευρώ Ουσιαστικό, Ρήμα /eˈvɾo/ το επίσημο κοινό νόμισμα είκοσι χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ανήκουν και στην Ευρωζώνη· χρησιμοποιείται και σε άλλες…
557 πεπρωμένο Ουσιαστικό /pe.pɾoˈme.no/ ό,τι θεωρείται πως έχει ήδη προδιαγραφεί, από τη μοίρα, να συμβεί.
558 καλλιτέχνης Ουσιαστικό /ka.liˈte.xnis/ αυτός που ασχολείται με τις παραστατικές τέχνες ως εκτελεστής: ο τραγουδιστής, ο ηθοποιός, κλπ.
559 συνταγματάρχα Ουσιαστικό vocative singular of συνταγματάρχης (syntagmatárchis).
560 εσώρουχα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσώρουχο.
561 έχοντας Ρήμα /ˈe.xon.das/ μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος έχω.
562 δίνετε Ρήμα
563 δον Ουσιαστικό τίτλος τιμής ιερωμένων της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας.
564 γάντια Ουσιαστικό nominative/accusative/vocative plural of γάντι (gánti).
565 χειμώνα Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χειμώνας.
566 μάγος Ουσιαστικό /ˈma.ɣos/ αυτός που ασκεί τη μαγεία, που κάνει μάγια, που επικαλείται υπερφυσικές δυνάμεις ή εμφανίζεται να τις έχει.
567 μαλακό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μαλακός.
568 ώμο Ουσιαστικό /ˈo.mo/ αιτιατική ενικού του ώμος.
569 έκοψε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβω.
570 ρωτήσει Ρήμα /ɾoˈti.si/
571 εξάσκηση Ουσιαστικό /eˈksa.ski.si/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξασκώ.
572 εμπόδιο Ουσιαστικό /emˈboðio/ τεχνητό φράγμα που τοποθετείται σε τακτές αποστάσεις και πάνω από αυτό πηδούν οι αθλητές δρόμων ταχύτητας.
573 στέλνω Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈstel.no/ (Ουσιαστικό).
574 προχωρήστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προχωρώ.
575 αρχίσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχίζω.
576 ψάξει Ρήμα θα ψάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ψάχνω.
577 κατάσκοπος Ουσιαστικό που κατασκοπεύει εις βάρος μιας χώρας ή εταιρίας, προς όφελος μιας άλλης.
578 ξεφύγεις Ρήμα /kseˈfi.ʝis/
579 οικογενειακή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικογενειακός.
580 επιρροή Ουσιαστικό /e.pi.ɾoˈi/ κύρος, δύναμη, εξουσία, κυριαρχία.
581 κύμα Ουσιαστικό /ˈci.ma/ η μάζα νερού η οποία ανυψώνεται και χαμηλώνει σε συνεχείς, διαδοχικούς σχηματισμούς στην επιφάνεια της θάλασσας, μιας λί…
582 εφιάλτης Ουσιαστικό /e.fiˈal.tis/ κάτι πολύ δυσάρεστο ή απειλητικό.
583 γραμματέας Ουσιαστικό /ɣɾa.maˈte.as/ έμπιστος υπάλληλος και στενός συνεργάτης ενός επιχειρηματία, επιστήμονα, πολιτικού, ηγεμόνα κλπ που διεκπεραιώνει κυρίως…
584 σκοτώθηκαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι.
585 στρατηγό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του στρατηγός.
586 ισχυρό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ισχυρός.
587 πιάνο Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈpça.no/ όργανο με πλήκτρα και χορδές· κάθε πλήκτρο χτυπάει με τη βοήθεια μηχανισμού μια χορδή που παράγει ένα συγκεκριμένο φθόγγ…
588 κανονική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κανονικός.
589 αγενής Επίθετο /aʝeˈnis/ που δεν φέρεται με ευγένεια, με καλούς τρόπους, αλλά είναι επιθετικός, απότομος ή προσβλητικός ή ακόμα και χυδαίος.
590 Γενναίος Ουσιαστικό, Επίθετο /[ʝeˈneos]/ που δείχνει ή χαρακτηρίζεται από γενναιότητα, που αντιμετωπίζει τους κινδύνους ή τις αντιξοότητες χωρίς να δειλιάσει, πο…
591 συγκέντρωση Ουσιαστικό αναλογία της ποσότητας μιας ουσίας σχετικά με την ποσότητα μιας άλλης ουσίας σε ένα μείγμα ή διάλυμα.
592 μοναξιά Ουσιαστικό /monaˈksça/ η κατάσταση αυτού που ζει μόνος, που δεν έχει επαφή με άλλους ανθρώπους.
593 κόψεις Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈko.psis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόψη.
594 μόνον Επίρρημα άλλη μορφή του μόνο.
595 κώμα Ουσιαστικό /ˈko.ma/ κατάσταση που οφείλεται σε παθολογικά αίτια και κατά την οποία κάποιος έχει απωλέσει τη δυνατότητα κίνησης, αίσθησης, συ…
596 μπαίνω Ρήμα /ˈbe.no/ εισέρχομαι μέσα σε κάτι, σε έναν χώρο, τόπο, πράγμα.
597 επιστολή Ουσιαστικό /e.pi.stoˈli/ κείμενο με συμβουλευτικό περιεχόμενο σχετικά με θεολογικά και κοσμικά θέματα.
598 έπεσαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέφτω.
599 γυμνάσιο Ουσιαστικό /ʝiˈmna.si.o/ η κατώτερη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα και την Κύπρο.
600 πέσω Ρήμα θα πέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πέφτω.
601 παίξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παίζω.
602 μπύρες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπύρα.
603 ίσα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Επιφώνημα, Φράση /ˈi.sa/ στά ιστιοφόρα καράβια, πρόσταγμα για να υψωθούν, σηκωθούν τα πανιά και τα άρμπουρα.
604 δείγματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δείγμα.
605 βοηθάω Ρήμα /voi̯ˈθa.o/ προσφέρω βοήθεια σε κάποιον, συμβάλλω στην προσπάθειά του να καταφέρει κάτι, διευκολύνω μια ενέργειά του, του προσφέρω υ…
606 άργησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργώ.
607 ενδείξεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένδειξη.
608 αναγνώριση Ουσιαστικό /a.naˈɣno.ɾi.si/ η διαδικασία ενσωμάτωσης ενός στοιχείου στο λογιστικό σύστημα υπό την προϋπόθεση ότι έχει πιθανή μελλοντική οικονομική ω…
609 βάλετε Ρήμα /ˈva.le.te/ θα βάλετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βάλλω.
610 ξύπνησε Ρήμα /ˈksi.pni.se/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ.
611 δυνατότητα Ουσιαστικό /ði.naˈto.ti.ta/ οι δυνάμεις, τα μέσα και οι ικανότητες που διαθέτει κάποιος ή προσφέρονται σε κάποιον.
612 στυλό Ουσιαστικό /stiˈlo/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
613 εμμονή Ουσιαστικό /e.moˈni/ η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εμμένω, η προσήλωση σε κάτι σε βαθμό υπερβολικό.
614 κρανίο Ουσιαστικό /kɾaˈni.o/ το σύνολο των οστών του κεφαλιού.
615 ξενοδοχείου Ουσιαστικό γενική ενικού του ξενοδοχείο.
616 πρόθυμος Επίθετο /ˈpɾo.θi.mos/ που έχει θετική διάθεση να εργαστεί ή /και να βοηθήσει σε κάτι.
617 κάθισμα Ουσιαστικό /ˈka.θi.zma/ τροπάριο κατά την ανάγνωση ή το ψάλσιμο τού οποίου οι πιστοί κάθονται.
618 ακτίνα Ουσιαστικό /aˈkti.na/ το ευθύγραμμο τμήμα που συνδέει το κέντρο του κύκλου με ένα σημείο της περιφέρειάς του, η ημιδιάμετρος του κύκλου.
619 οπτική Ουσιαστικό, Επίθετο το σύνολο γνώσεων και πρακτικών που αφορούν τη μελέτη, τον σχεδιασμό και τη ρύθμιση συστημάτων που κατευθύνουν ή μετασχη…
620 σηκωθείτε Ρήμα θα σηκωθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνομαι.
621 βοήθησα Ρήμα /voˈi.θi.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθώ.
622 γρήγορος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈɣriɣoros/ (Ουσιαστικό).
623 συνέβησαν Ρήμα /siˈne.vi.san/ γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβαίνει.
624 έκλεψαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλέβω.
625 σημαντικός Ουσιαστικό, Επίθετο /si.man.diˈkos/ (Ουσιαστικό).
626 στέκεται Ρήμα γ' ενικό οριστικής ή υποτακτική ενεστώτα παθητικής φωνής του ρήματος στέκομαι.
627 μεγαλώνει Ρήμα /me.ɣaˈlo.ni/
628 κλόουν Ουσιαστικό /ˈkloun/ γελωτοποιός, κωμικός διασκεδαστής με χαρακτηριστική εμφάνιση που οφείλεται στο μέικ -απ, τις πολύχρωμες περούκες και τα…
629 τηλεφωνήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεφώνημα.
630 στοιχηματίζω Ρήμα παίρνω ένα ρίσκο αποβλέποντας σε κάποιο κέρδος.
631 οφείλω Ρήμα /oˈfi.lo/ χρωστώ (χρηματικό ποσό για κάτι που έχω αγοράσει ή ποσό που έχω δανειστεί).
632 αρέσω Ρήμα /aˈɾe.so/ είμαι συμπαθητικός.
633 δάκρυα Ουσιαστικό /ˈða.kɾi.a/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάκρυ.
634 δεδομένου Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο genitive singular of δεδομένο (dedoméno).
635 πέσεις Ρήμα θα πέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πέφτω.
636 οδός Ουσιαστικό /oˈðos/ μέρος εδάφους που έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε να επιτρέπει την μετακίνηση ανθρώπων και οχημάτων.
637 μαντάμ Ουσιαστικό λόγιος και μιμητικός τρόπος προσφώνησης των παντρεμένων γυναικών της αθηναϊκής κοινωνίας σε αντιδιαστολή προς το εξίσου…
638 ελέγχω Ρήμα /eˈleŋ.xo/ θέτω υπό έλεγχο ένα φαινόμενο ή μια κατάσταση περιορίζοντας τις διαστάσεις ή τις συνέπειες που έχει στα επιθυμητά ή ανεκ…
639 λιγότερα Επίθετο /liˈɣotera/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγότερο.
640 σιγουρευτώ Ρήμα /si.ɣu.ɾefˈto/ θα σιγουρευτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σιγουρεύομαι.
641 ανατολή Ουσιαστικό /a.na.toˈli/ η εκτεταμένη περιοχή που βρίσκεται ανατολικά του ευρωπαϊκού κόσμου, της Δύσης, και διαφοροποιείται πολιτισμικά από αυτόν.
642 λοχαγός Ουσιαστικό /lo.xaˈɣos/ κατώτερος αξιωματικός, ο οποίος είναι διοικητής λόχου του στρατού ξηράς, με βαθμό ανώτερο του υπολοχαγού και κατώτερο το…
643 επικίνδυνα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /e.piˈcin.ði.na/ (Ουσιαστικό).
644 δειλός Επίθετο /ðiˈlos/ που δεν έχει θάρρος, που δεν τολμά να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο.
645 αστυνομικούς Ουσιαστικό, Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του αστυνομικός.
646 τίμημα Ουσιαστικό οτιδήποτε πρέπει να προσφέρει κάποιος για να αποκτήσει ένα αγαθό, οι προσωπικές θυσίες που πρέπει να υποστεί, το κόστος.
647 ποιους Αντωνυμία masculine accusative plural of ποιος (poios, “who; which”).
648 δείχνω Ρήμα /ˈði.xno/ τεντώνω τον δείκτη του χεριού με κατεύθυνση κάτι ή κάποιον.
649 κοστίσει Ρήμα θα κοστίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοστίζω.
650 χορέψουμε Ρήμα θα χορέψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χορεύω.
651 χαμένο Ρήμα /xaˈme.no/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαμένος.
652 νευρικός Ουσιαστικό, Επίθετο /ne.vɾiˈkos/ που έχει σχέση με το νεύρο ή αναφέρεται σ’ αυτό.
653 ελέγξει Ρήμα θα ελέγξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ελέγχω.
654 καθάρματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάθαρμα.
655 τεχνική Ουσιαστικό, Επίθετο /te.çniˈci/ οι εμπειρικές ή / και επιστημονικές μέθοδοι εκτέλεσης μιας εργασίας, ενός έργου, και επίτευξης κάποιου στόχου ή ενός απο…
656 κρέμα Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈkɾe.ma/ το λίπος του γάλακτος που εμφανίζεται στην επιφάνεια μετά από δυνατή ανάδευση· χρησιμοποιείται στη μαγειρική και τη ζαχα…
657 Χάρις Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈxa.ɾis/ η σύζυγος του Ήφαιστου.
658 σοβαρός Ουσιαστικό, Επίθετο /so.vaˈɾos/ ανδρικό επώνυμο.
659 πείραμα Ουσιαστικό /ˈpi.ɾa.ma/ η παρατήρηση ενός φαινομένου κατά τις κατάλληλες συνθήκες οι οποίες μπορούν να ξαναδημιουργηθούν, με σκοπό τον έλεγχο μι…
660 ξεκάθαρο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ξεκάθαρος.
661 απαντήσει Ρήμα /a.panˈdi.si/ θα απαντήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απαντώ.
662 ελπίζουμε Ρήμα /elˈpi.zu.me/
663 προσέλαβε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω.
664 πρόποση Ουσιαστικό μια σύντομη φράση ή λίγα λόγια που λέγονται πριν πιούμε ένα ποτήρι κρασί ή άλλο ποτό και καθώς κρατάμε υψωμένο το χέρι.
665 κολλέγιο Ουσιαστικό /[koˈleʝio]/ άλλη γραφή του κολέγιο.
666 άλλωστε Επίρρημα besides, after all, furthermore, moreover, and beyond that.
667 καταστάσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάσταση.
668 πέρασμα Ουσιαστικό /ˈpe.ɾa.zma/ ιδιαίτερο τμήμα μέσα σε ευρύτερη σύνθεση, πχ. μία cadenza (βιρτουόζικο σόλο) σε ορχηστρικό έργο ή ένα έντονο, φορτισμένο…
669 μεγαλύτερα Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλύτερο.
670 βράδια Ουσιαστικό το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπάρχει σκοτάδι, οι ώρες της νύχτας στο σύνολό τους ή ένα μέρος τους.
671 σταματήσετε Ρήμα θα σταματήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σταματώ.
672 τακτοποιήσω Ρήμα /ta.kto.piˈi.so/ θα τακτοποιήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τακτοποιώ.
673 τρομερή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρομερός.
674 πυρά Ουσιαστικό /piˈɾa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρ.
675 περιγραφή Ουσιαστικό η εγγραφή ενός σχήματος γύρω από κάποιο άλλο, ώστε η περιφέρεια του δεύτερου να εφάπτεται στην περιφέρεια του πρώτου.
676 μπαίνουν Ρήμα
677 φροντίζω Ουσιαστικό, Ρήμα (Ουσιαστικό).
678 αντίθετα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /anˈdi.θe.ta/ σε αντίθεση.
679 φυσιολογικά Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιολογικό.
680 ασύρματο Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ασύρματος.
681 πιλότος Ουσιαστικό /piˈlo.tos/ κάθε καινοτόμο σχέδιο ή πρόγραμμα μετά την εφαρμογή του οποίου θα ακολουθήσουν ή ακολούθησαν άλλα παρόμοια.
682 πληγές Ουσιαστικό /pliˈʝes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληγή.
683 κάλω Ουσιαστικό, Ρήμα /kaˈlo/ λέω ή παρακινώ κάποιον να έρθει κάπου, συνήθως σε κλειστό χώρο, ή προτρέπω κάποιον σε μια ενέργεια.
684 πυροβολήσει Ρήμα /pi.ɾo.voˈli.si/ θα πυροβολήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πυροβολώ.
685 διάβασες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάζω.
686 πάσο Ουσιαστικό χαμηλό χώρισμα ανάμεσα σε δύο εσωτερικούς χώρους, που παρέχει τη δυνατότητα να μεταφέρονται αντικείμενα πάνω από αυτό κα…
687 χρόνων Ουσιαστικό /xɾoˈnon/ γενική πληθυντικού του χρόνος.
688 σκοτώστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω.
689 πλανήτης Ουσιαστικό /plaˈni.tis/ ουράνιο σώμα που βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο, με αρκετή μάζα και βαρύτητα ώστε να έχει αποκτήσει σφαιρικό σχήμ…
690 δημιούργησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δημιουργώ.
691 οικογενειακό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οικογενειακός.
692 τραβήξει Ρήμα θα τραβήξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τραβώ.
693 πιστός Ουσιαστικό, Επίθετο /piˈstos/ που παραμένει σταθερός, αφοσιωμένος σε κάτι ή κάποιον.
694 ήρωα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηρώο.
695 προπόνηση Ουσιαστικό /proˈponisi/ η προετοιμασία και προγύμναση ενός αθλητή ή μιας ομάδας, με τρόπο συστηματικό και μεθοδικό και με τη συνδρομή ειδικού πρ…
696 ιό Ουσιαστικό /ˈi.o/ αιτιατική ενικού του ιός.
697 δύση Ουσιαστικό /ˈði.si/ η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική ως πολιτισμικό σύνολο που διαφοροποιείται από την Ανατολή, ο δυτικός κόσμος.
698 στης Ουσιαστικό, Άρθρο /ˈstis/ contraction of σε (se) + της (tis), literally “to (of) the”.
699 καταλάβουμε Ρήμα θα καταλάβουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλαβαίνω.
700 αποδείξει Ρήμα θα αποδείξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποδεικνύω.
701 ένταση Ουσιαστικό /ˈen.da.si/ η ενέργεια του ηλεκτρικού ρεύματος που περνάει μέσα από έναν αγωγό σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
702 ισχυρή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισχυρός.
703 σκοτεινά Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκοτεινός.
704 φανταστείς Ρήμα θα φανταστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φαντάζομαι.
705 πάτο Ουσιαστικό /ˈpa.to/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
706 τέτοιου Αντωνυμία genitive masculine/neuter singular of τέτοιος (tétoios).
707 μέτωπο Ουσιαστικό /ˈme.to.po/ η στρατιωτική παράταξη προς τον εχθρό και ιδίως η πρώτη γραμμή της.
708 ξανασυμβεί Ρήμα
709 έκλεισα Ρήμα /ˈe.kli.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλείνω.
710 άστο Ουσιαστικό /aˈsto/ αιτιατική ενικού του αστός.
711 έτυχε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυχαίνω.
712 ναό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του ναός.
713 ακούστηκε Ρήμα /aˈkustike/
714 τρόποι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρόπος.
715 ξεκινήσεις Ρήμα θα ξεκινήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεκινώ.
716 δολοφονίας Ουσιαστικό γενική ενικού του δολοφονία.
717 υπάρξουν Ρήμα θα υπάρξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπάρχω.
718 άσπρο Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈa.spɾo/ νόμισμα μικρής αξίας της εποχής της Τουρκοκρατίας (τουρκικά akçe) καθώς και της βυζαντινής περιόδου.
719 ρισκάρω Ρήμα /ɾiˈska.ɾo/ προχωρώ σε μια ενέργεια αποδεχόμενος την πιθανότητα μιας άσχημης τροπής.
720 κλειστά Επίθετο, Επίρρημα με κλειστό τρόπο, κλείνοντας.
721 εγκληματίας Ουσιαστικό /eŋ.ɡli.maˈti.as/ που έχει αποδεδειγμένα διαπράξει έγκλημα, βαρύ ποινικό αδίκημα.
722 ξανθιά Ουσιαστικό, Επίθετο /ksanˈθça/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανθός.
723 δύσκολες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύσκολη.
724 παρατήσεις Ρήμα /pa.ɾaˈti.sis/ θα παρατήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρατώ.
725 εκπλήσσομαι Ρήμα νιώθω έκπληξη επειδή δεν περίμενα ένα γεγονός, αιφνιδιάζομαι (συχνά αλλά όχι πάντα δυσάρεστα), βρίσκομαι απροετοίμαστος.
726 πίτα Ουσιαστικό /ˈpi.ta/ γράφημα κυκλικού σχήματος που δείχνει την επί τοις εκατό κατανομή ενός συνόλου σε μερίδια.
727 προειδοποιώ Ρήμα /pɾo.i.ðo.piˈo/ απειλώ κάποιον με τις συνέπειες που πιθανόν θα έχουν οι πράξεις του ώστε να τον αποτρέψω από αυτές.
728 πενήντα Επίθετο /peˈni.ⁿda/ αριθμός (ψηφίο 50) που δηλώνει πέντε δεκάδες. Σύμβολο 50.
729 δαίμονας Ουσιαστικό /ˈðe.mo.nas/ πρόγραμμα το οποίο εκτελείται στο παρασκήνιο (χωρίς να έχει εμφανές γραφικό περιβάλλον), υπηρεσία.
730 είδηση Ουσιαστικό /ˈi.ði.si/ το σύνολο των γεγονότων όπως ανακοινώνονται από το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και τις εφημερίδες.
731 σκοτεινό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σκοτεινός.
732 ένωση Ουσιαστικό /ˈe.no.si/ (στη σχεσιακή άλγεβρα) ειδική περίπτωση της θεωρίας συνόλων (βλ. ορισμό παραπάνω), όπου τα σύνολα είναι οι σχέσεις, οι…
733 κόλλησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κολλάω.
734 επίσημη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίσημος.
735 συγκεκριμένη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκεκριμένος.
736 χορού Ουσιαστικό γενική ενικού του χορός.
737 νικητής Ουσιαστικό /ni.ciˈtis/ το πρόσωπο που πετυχαίνει τη νίκη, υπερισχύοντας σε κάποια αναμέτρηση με έναν ή πολλούς αντιπάλους.
738 απλός Επίθετο /[aˈplɔs]/ που δεν είναι πολύπλοκος· που δεν έχει διάφορα μέρη ή δεν μπορεί να αναλυθεί περισσότερο· που δεν είναι πολλαπλός.
739 βάλτο Ουσιαστικό, Επίθετο αιτιατική ενικού του βάλτος.
740 βγήκαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγαίνω.
741 εργάτες Ουσιαστικό nominative plural of εργάτης (ergátis).
742 σακούλα Ουσιαστικό /saˈku.la/ είδος σάκου, κυρίως από πλαστικό, χαρτί ή ύφασμα, με τον οποίο μεταφέρουμε ή αποθηκεύουμε διάφορα πράγματα.
743 σι Ουσιαστικό η έβδομη νότα στην κλίμακα του ντο.
744 φάνε Ουσιαστικό, Ρήμα θα φάνε: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρώω.
745 κεντρικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κεντρικός.
746 πηγές Ουσιαστικό /piˈʝes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγή.
747 άβολα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ˈa.vo.la/ nominative/accusative/vocative neuter plural of άβολος (ávolos).
748 βεβαιωθώ Ρήμα θα βεβαιωθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βεβαιώνομαι.
749 δημιουργήσει Ρήμα /ði.mi.uɾˈʝi.si/ θα δημιουργήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δημιουργώ.
750 χρονικό Ουσιαστικό, Επίθετο γραπτή αφήγηση γεγονότων κατά χρονολογική σειρά.
751 διορθώσω Ρήμα θα διορθώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διορθώνω.
752 πρόσεξα Ρήμα /ˈpɾo.se.ksa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέχω.
753 σπηλιά Ουσιαστικό /spiˈʎa/ μεγάλη κοιλότητα στο εσωτερικό βράχου που δημιουργήθηκε πιθανόν από διάβρωση ή άλλη φυσική αιτία ή από τον άνθρωπο και έ…
754 έσωσα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζω.
755 ελέγξεις Ρήμα θα ελέγξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ελέγχω.
756 έλεγξα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελέγχω.
757 νιώσει Ρήμα θα νιώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νιώθω.
758 ιδιοκτησία Ουσιαστικό /i.ði.o.ktiˈsi.a/ οτιδήποτε κατέχει κάποιος, ιδίως ακίνητα ή αντικείμενα μεγάλης αξίας.
759 όραμα Ουσιαστικό /ˈo.ɾa.ma/ οπτική εμπειρία χωρίς να υπάρχει εξωτερικό ερέθισμα.
760 έφτιαξες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω.
761 ήμουνα Ρήμα /ˈimuna/
762 απόπειρα Ουσιαστικό /aˈpo.pi.ɾa/ προσπάθεια να κάνει κάποιος κάτι, η οποία όμως τελικά αποτυγχάνει, οπότε εκ των υστέρων χαρακτηρίζεται ως απόπειρα, η ατ…
763 γερουσιαστή Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γερουσιαστής.
764 αμαρτίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαρτία.
765 νόμισα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομίζω.
766 ιερέας Ουσιαστικό /i.eˈɾe.as/ ο λειτουργός μιας θρησκείας, ο επιφορτισμένος με τα καθήκοντα τέλεσης των θρησκευτικών τελετών, της φροντίδας για τους ν…
767 σύμβολο Ουσιαστικό /ˈsiɱ.vo.lo/ σχήμα, ή σχήμα γράμματος, τυπογραφικού χαρακτήρα που παριστάνει κάποια έννοια, αντικείμενο συνήθως θυμίζοντάς το συνειρμ…
768 απαραίτητα Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαραίτητος.
769 διαβάζει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαβάζω.
770 νομική Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομικός.
771 ρεκόρ Ουσιαστικό /ɾeˈkoɾ/ η επίδοση ενός αθλητή ή μιας ομάδας η οποία, εφόσον έχει καταγραφεί επίσημα, ξεπερνά τις προηγούμενες επιδόσεις στο ίδιο…
772 σκοτεινή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοτεινός.
773 διαφήμιση Ουσιαστικό /ði.aˈfi.mi.si/ τεχνική της επιχειρηματικής δράσης που διαδίδει πληροφορίες για κάτι με σκοπό να επηρεαστεί η καταναλωτική συμπεριφορά.
774 γραφείου Ουσιαστικό γενική ενικού του γραφείο.
775 εξαιρετικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εξαιρετικός.
776 ανάθεμα Ουσιαστικό, Επιφώνημα /aˈnaθema/ σωρός από πέτρες που έριχναν οι διαβάτες, σε τόπο εγκλήματος, λέγοντας "ανάθεμα" (αφιέρωμα).
777 πώληση Ουσιαστικό η νομική σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (ο πωλητής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει ή να εκχωρήσει τ…
778 ιδιαιτέρως Επίρρημα /i.ðieˈte.ɾos/ ιδιαίτερα.
779 νόμους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του νόμος.
780 κάλτσες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάλτσα.
781 αρχίσουν Ρήμα θα αρχίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρχίζω.
782 Κακές Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακή.
783 χρησιμοποιώντας Ρήμα μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χρησιμοποιώ.
784 επιθέσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίθεση.
785 υπεύθυνο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υπεύθυνος.
786 περιπέτεια Ουσιαστικό /pe.ɾiˈpe.ti.a/ η αιφνίδια μεταβολή του ήρωα από την ευτυχία στη δυστυχία, από την ελπίδα στην απόγνωση κ.λπ. και το αντίστροφο.
787 ξεκίνησαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ.
788 ήπια Ρήμα, Επίθετο, Επίρρημα /ˈi.pça/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πίνω.
789 τραύματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραύμα.
790 στέγη Ουσιαστικό /ˈste.ʝi/ η οριζόντια ή επικλινής επιφάνεια που καλύπτει κάποιο κτίσμα και μπορεί να αποτελείται από πλάκες, κεραμίδια, μπετόν κ.λ…
791 οποίες Αντωνυμία nominative/accusative/vocative feminine plural of οποίος (opoíos).
792 ακολουθήσει Ρήμα /a.ko.luˈθi.si/ θα ακολουθήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακολουθώ.
793 άσκηση Ουσιαστικό σχεδιασμένη εκπαιδευτική ενέργεια που εμπλέκει μια ή περισσότερες μονάδες και προσομοιώνει συνθήκες πραγματικού πολέμου.
794 ανθρωπότητα Ουσιαστικό όλοι οι άνθρωποι, το ανθρώπινο γένος.
795 οδηγείς Ρήμα
796 ακολουθήσω Ρήμα θα ακολουθήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακολουθώ.
797 βέρα Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈveɾa/ το ένα από το ζεύγος δαχτυλιδιών του αρραβώνα ή του γάμου.
798 ενημέρωση Ουσιαστικό /e.ni.ˈme.ro.si/ διόρθωση σε κάποιο πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή, που αφορά μικρή βελτίωση, διόρθωση σφαλμάτων (bugs), κλπ., που παρ…
799 προσευχή Ουσιαστικό /pɾo.sef.ˈçi/ θρησκευτική πράξη κατά την οποία απευθύνεται κάποιος προς τον Θεό.
800 ψάρεμα Ουσιαστικό /ˈpsa.ɾe.ma/ η δραστηριότητα που έχει σαν τελικό σκοπό το να πιάσει κάποιος ψάρια σε οποιαδήποτε περιοχή ζουν (θάλασσα, λίμνη κλπ), ε…
801 εαυτού Αντωνυμία /e.aˈftu/ κλητική ενικού του εαυτός.
802 αποφασίσεις Ρήμα θα αποφασίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφασίζω.
803 πλούσιοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλούσιος.
804 έκδοση Ουσιαστικό /ˈek.ðo.si/ το σύνολο των ενεργειών που απαιτούνται για την εκτύπωση και τη διάθεση στη κυκλοφορία ενός εντύπου, βιβλίου, περιοδικού…
805 καταστράφηκε Ρήμα /ka.taˈstɾa.fi.ce/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι.
806 μαγικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα με μαγικό τρόπο.
807 διαλέξεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάλεξη.
808 κάρι Ουσιαστικό είδος φαγητού (με επίσης ινδική προέλευση).
809 αντιμετωπίσω Ρήμα /an.di.me.toˈpi.so/ θα αντιμετωπίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντιμετωπίζω.
810 ισχύ Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του ισχύς.
811 πυρετό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του πυρετός.
812 καρδιακή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρδιακός.
813 εντός Επίρρημα, Πρόθεση /enˈdos/ μέσα σε κάποιο χώρο.
814 ταξίδια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξίδι.
815 περιέχει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του περιέχω.
816 πούλησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πουλάω.
817 ηλικίας Ουσιαστικό γενική ενικού του ηλικία.
818 ξεχωριστή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχωριστός.
819 κουτιά Ουσιαστικό nominative plural of κουτί (koutí).
820 ύπνος Ουσιαστικό /ˈipnos/ η περιοδική κατάσταση κατά την οποία οι φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού ενός ανθρώπου ή ζώου επιβραδύνονται και…
821 φοβερός Ουσιαστικό, Επίθετο /fo.veˈɾos/ πολυ έντονος, που ενοχλεί, ενοχλητικός, απαράδεκτος.
822 αμαρτία Ουσιαστικό /a.maɾˈti.a/ η παραβίαση ενός ηθικού κανόνα ή του θείου νόμου.
823 μητρώο Ουσιαστικό, Επίθετο /miˈtɾo.o/ το αρχείο που είναι μία βάση δεδομένων όπου διατηρούνται όλες οι ρυθμίσεις του λειτουργικού συστήματος των Microsoft Win…
824 κόκκινα Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈkocina/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόκκινο.
825 άξιας Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του αξία.
826 παρατήσω Ρήμα θα παρατήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρατώ.
827 ακριβά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα Που κοστίζει πολύ, πολλά χρήματα.
828 τηλεφώνησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ.
829 φρέσκο Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈfres.ko/ η τεχνική της νωπογραφίας ή φρεσκογραφίας όπου τα χρώματα τοποθετούνται πάνω στο νωπό κονίαμα όπου στερεοποιούνται μαζί…
830 σκασμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του σκασμός.
831 πλευρές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευρά.
832 διακόπτω Ρήμα /ði̯aˈko.pto/ τερματίζω μόνιμα ή προσωρινά πράξεις ή καταστάσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη.
833 απομείνει Ρήμα θα απομείνει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απομένω.
834 φρουροί Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρουρός.
835 ρίχνεις Ρήμα
836 υποσχέθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι.
837 συναγερμό Ουσιαστικό /si.na.ʝeɾˈmo/ αιτιατική ενικού του συναγερμός.
838 στρατηγική Ουσιαστικό, Επίθετο /stɾa.ti.ʝiˈci/ μέρος της πολεμικής τέχνης για την προετοιμασία και την καθοδήγηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
839 όλον Ουσιαστικό, Επίθετο υποστοιχειώδες σωματίδιο, το holon ή chargon.
840 ντουλάπι Ουσιαστικό /duˈla.pi/ έπιπλο για φύλαξη αντικειμένων.
841 βλάβη Ουσιαστικό /ˈvla.vi/ φθορά, ζημιά, αλλοίωση.
842 περίφημα Επίθετο, Επίρρημα /peˈɾi.fi.ma/ nominative/accusative/vocative neuter plural of περίφημος (perífimos).
843 ιατρικό Ουσιαστικό, Επίθετο medication, medicine.
844 λείψει Ρήμα /ˈli.psi/ θα λείψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λείπω.
845 παραγωγή Ουσιαστικό, Επίθετο /pa.ɾa.ɣoˈʝi/ η επιμέλεια και η προσπάθεια για την εξασφάλιση της χρηματοδότησης για τη δημιουργία μιας κινηματογραφικής ταινίας.
846 αντιμετωπίσει Ρήμα θα αντιμετωπίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντιμετωπίζω.
847 βραδινό Ουσιαστικό, Επίθετο evening meal, dinner, supper.
848 φάτσα Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈfa.t͡sa/ η κατάσταση όπου ο άνεμος μεταβάλλει την κατεύθυνσή του προς τη μεριά της πλώρης (πρώρα), ενόσω το ιστιοπλοϊκό σκάφος πλ…
849 λόφο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του λόφος.
850 βγάλουν Ρήμα θα βγάλουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγάζω.
851 μεγάλοι Επίθετο /meˈɣa.li/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγάλος.
852 αντιμετωπίσουμε Ρήμα θα αντιμετωπίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντιμετωπίζω.
853 τρομοκράτες Ουσιαστικό nominative/accusative/vocative plural of τρομοκράτης (tromokrátis).
854 έθνος Ουσιαστικό /ˈe.θnos/ σύνολο ατόμων που έχουν αντίληψη κοινής ιστορικής, κοινωνικής, πολιτισμικής κτλ. παράδοσης, έχουν ή διεκδικούν αυτόνομη…
855 πλεονέκτημα Ουσιαστικό το να βρίσκεται κάποιος σε καλύτερη θέση σε σύγκριση με άλλους για την επίτευξη ενός στόχου.
856 φρικιό Ουσιαστικό /fɾiˈco/ νεαρό (συνήθως) άτομο που, προκειμένου να διαφοροποιηθεί από τους γύρω του, ντύνεται, χτενίζεται ή συμπεριφέρεται διαφορ…
857 επιστήμονες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστήμονας.
858 ωραίες Επίθετο /oˈɾe.es/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωραία.
859 χάπι Ουσιαστικό /ˈxa.pi/ φαρμακευτικό παρασκεύασμα που χορηγείται από το στόμα, σε συμπυκνωμένη και στερεά μορφή και σε μικρό μέγεθος ώστε να είν…
860 στείλτε Ρήμα /ˈstil.te/ β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στέλνω.
861 επέστρεψες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω.
862 καλύψει Ρήμα θα καλύψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καλύπτω.
863 κλεφτές Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλέφτης.
864 ήρωες Ουσιαστικό nominative/accusative/vocative plural of ήρωας (íroas).
865 χρειαστείτε Ρήμα /xɾi.aˈsti.te/ θα χρειαστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρειάζομαι.
866 αγίου Ουσιαστικό, Επίθετο /a.ˈʝi.u/ genitive masculine/neuter singular of άγιος (ágios).
867 ιδιωτική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιωτικός.
868 διαρροή Ουσιαστικό η γνωστοποίηση απόρρητων στοιχείων, πληροφοριών κτλ. χωρίς τη θέληση του άμεσα ενδιαφερομένου.
869 αέριο Ουσιαστικό, Επίθετο τα αέρια που παράγονται κατά τη διαδικασία της πέψης στο πεπτικό σύστημα.
870 καίγεται Ρήμα
871 εργάζεται Ρήμα γ’ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος εργάζομαι.
872 όμορφες Επίθετο /ˈo.moɾ.fes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (όμορφη) του όμορφος.
873 σκανδάλη Ουσιαστικό /skanˈðali/ μικρός μοχλός σε ένα πυροβόλο ή άλλου είδους όπλο, ο οποίος, πιέζεται από τον δείκτη του χεριού για να προωθήσει τον επι…
874 κοιλάδα Ουσιαστικό /ciˈla.ða/ μακρόστενο κοίλωμα στο έδαφος ανάμεσα από βουνά ή λόφους, που συνήθως διασχίζεται από ποτάμι.
875 ανάγκες Ουσιαστικό /aˈnaŋ.ɟes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάγκη.
876 νύχτας Ουσιαστικό γενική ενικού του νύχτα.
877 λέγομαι Ρήμα παθητική φωνή του ρήματος λέγω.
878 ξυπνήσεις Ρήμα θα ξυπνήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξυπνώ.
879 εκραγεί Ρήμα /e.kɾaˈʝi/ θα εκραγεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκρήγνυμαι.
880 αιώνια Επίθετο, Επίρρημα παντοτινά, για πάντα.
881 αγγίξεις Ρήμα θα αγγίξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγγίζω.
882 θέαμα Ουσιαστικό /ˈθe.a.ma/ η εικόνα αντικειμένων ή γεγονότων που βλέπει μπροστά του ο παρατηρητής ή θεατής, ικανή να προξενήσει συναισθηματικές αντ…
883 εσωτερική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσωτερικός.
884 μεταφέρει Ρήμα /me.taˈfe.ɾi/
885 γενικά Επίθετο, Επίρρημα /ʝe.niˈka/ αόριστα, χωρίς λεπτομέρειες.
886 πινακίδα Ουσιαστικό ορθογώνιο παραλληλόγραμμο [συνήθως μικρού πάχους στην τρίτη διάσταση] που επιτελεί κάποια χρήση (συμβολικό σήμα, υλικό α…
887 τελικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τελικός.
888 συγκεντρώσου Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι.
889 εκρηκτικά Επίθετο, Επίρρημα κατά έντονο και απότομο τρόπο.
890 τραγωδία Ουσιαστικό /tɾa.ɣoˈði.a/ είδος της αρχαίας δραματικής ποίησης, το σοβαρό δράμα που παρουσιάζει συνήθως ένα μύθο ή σπανιότερα ένα ιστορικό γεγονός…
891 πρόοδο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του πρόοδος.
892 ευχάριστο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευχάριστος.
893 τέτοιος Αντωνυμία αντί ονομασίας για κάποιον ή κάτι που δε θυμόμαστε.
894 χάθηκαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνομαι.
895 νεκροταφείο Ουσιαστικό /nekɾotaˈfio/ τόπος όπου καταλήγει ένα σύνολο ξεπερασμένων ή κατεστραμμένων πραγμάτων.
896 παγκόσμιο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παγκόσμιος.
897 έφτασαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω.
898 όρος Ουσιαστικό /[ˈo̞ro̞s]/ Υγρό το οποίο προέρχεται από το αίμα και περιέχει αντισώματα έναντι συγκεκριμένου μικροοργανισμού. Χρησιμοποιείται για τ…
899 φυσιολογική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσιολογικός.
900 αθώο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αθώος.
901 καρφί Ουσιαστικό, Επίρρημα /kaɾˈfi/ αιχμηρό κομμάτι μετάλλου που χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο τμήματα μιας ξύλινης κατασκευής ή για την ανάρτηση αντικε…
902 μιλήσουν Ρήμα θα μιλήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μιλώ.
903 ακριβή Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακριβής.
904 δημοκρατία Ουσιαστικό /ði.mo.kɾaˈti.a/ πολιτικό σύστημα όπου ο λαός έχει την εξουσία άμεσα ή έμμεσα.
905 τρύπες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρύπα.
906 μέλι Ουσιαστικό /ˈme.li/ ημίρρευστη σακχαρούχα ουσία, την οποία παράγουν οι μέλισσες, συνθέτοντάς την από τον χυμό που μαζεύουν από τα άνθη και τ…
907 αρνήθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρνούμαι.
908 τσούλα Ουσιαστικό, Ρήμα /[ˈt͡su.la]/ γυναικείο επώνυμο.
909 πλήρωσα Ρήμα /ˈpli.ɾo.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνω.
910 καθημερινά Επίθετο, Επίρρημα /ka.θi.me.ɾiˈna/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καθημερινός.
911 ναζί Ουσιαστικό /ˈnazi/ ο αφοσιωμένος οπαδός του Εργατικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος ή/και του Αδόλφου Χίτλερ, ο ιδεολογικός και στην πράξη σ…
912 Κεντρική Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεντρικός.
913 επιτέθηκαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι.
914 άρωμα Ουσιαστικό /ˈa.ɾo.ma/ παρασκεύασμα με ευχάριστη μυρωδιά, που χρησιμοποιείται από άνδρες και γυναίκες ως καλλυντικό.
915 μπήκαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω.
916 γυμνή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυμνός.
917 χρησιμοποιούμε Ρήμα /xɾi.si.mo.piˈu.me/ α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χρησιμοποιώ.
918 γραφεία Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφείο.
919 χτυπήθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπιέμαι.
920 γενεθλίων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του γενέθλια.
921 παρόμοιο Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παρόμοιος.
922 κύρια Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ˈci.ɾi.a/ λέξη που προτάσσεται πριν από κύρια γυναικεία ονόματα. Παλιότερα αποδιδόταν μόνο σε παντρεμένες γυναίκες, ενώ τώρα αποδί…
923 ενθουσιασμένος Ρήμα που έχει ενθουσιαστεί.
924 χήρα Ουσιαστικό /ˈçi.ɾa/ γυναίκα που έχει πεθάνει ο νόμιμος σύζυγός της και δεν έχει παντρευτεί.
925 αντίσταση Ουσιαστικό /anˈdi.sta.si/ η δημιουργία ή προβολή δυσκολιών κάποιου ή από κάτι στην πραγματοποίηση ενός φαινομένου ή γεγονότος.
926 γραβάτα Ουσιαστικό /ɣɾaˈva.ta/ υφασμάτινη λωρίδα που δένεται στο λαιμό, συνηθέστερα από τους άνδρες, και συνοδεύει συνήθως επίσημη ενδυμασία.
927 απατεώνας Ουσιαστικό /[a.pa.tɛ.ˈɔ.nas]/ το πρόσωπο που ξεγελάει κι εξαπατά άλλους για δικό του όφελος, με το να εκμεταλλεύεται την εμπιστοσύνη, την καλή διάθεση…
928 συμπτώματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμπτωμα.
929 τάξης Ουσιαστικό γενική ενικού του τάξη.
930 σελίδες Ουσιαστικό /[sɛˈliðɛs]/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελίδα.
931 ευκαιρίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκαιρία.
932 παντρεύτηκα Ρήμα /panˈdɾe.fti.ka/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι.
933 στολές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στολή.
934 αρρώστια Ουσιαστικό /aˈɾo.stça/ παθολογική εξάρτηση από κάτι, κακή συνήθεια.
935 συνέδριο Ουσιαστικό /siˈne.ðɾi.o/ συγκέντρωση / συνεδρίαση εκπροσώπων συγκροτημένων ομάδων (επιστήμονες, μέλη κομμάτων κ.ά.), κατά την οποία συζητιούνται…
936 μπάσταρδος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈba.staɾ.ðos/ γεννημένος από γονείς που προέρχονται από διαφορετική φυλή.
937 χωρίσει Ρήμα θα χωρίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χωρίζω.
938 εχθροί Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εχθρός.
939 υπολογιστές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπολογιστής.
940 κορμί Ουσιαστικό /koɾˈmi/ το σώμα ενός ανθρώπου (χωρίς το κεφάλι και τα άκρα).
941 καταλήξει Ρήμα θα καταλήξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλήγω.
942 χάσιμο Ουσιαστικό /ˈxa.si.mo/ η απώλεια αντικειμένου, κιλών (σπανίως για πρόσωπα).
943 Τίνα Ουσιαστικό, Αντωνυμία /ˈtina/ whom? (singular masculine, feminine) what? (plural neuter) - In Ancient Greek:.
944 κρατήσουν Ρήμα θα κρατήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρατώ.
945 πάθεις Ρήμα θα πάθεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παθαίνω.
946 χώρες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χώρα.
947 διαθήκη Ουσιαστικό /ðiaˈθici/ έγγραφο που περιλαμβάνει τις τελευταίες επιθυμίες κάποιου καθώς και τον τρόπο που επιθυμεί να μοιραστεί η περιουσία του.
948 προφορά Ουσιαστικό /pɾofoˈɾa/ τρόπος με τον οποίο αρθρώνονται οι φθόγγοι και οι λέξεις.
949 λεπτομέρεια Ουσιαστικό /le.ptoˈme.ri.a/ ένα μικρό μέρος ενός ευρύτερου όλου.
950 σπασμένο Ρήμα /spaˈzme.no/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σπασμένος.
951 πνεύματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνεύμα.
952 μελέτη Ουσιαστικό /meˈle.ti/ προσεκτικό και συστηματικό διάβασμα με στόχο την εκμάθηση ή στην κατανόηση ενός αντικειμένου.
953 αδελφές Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφή.
954 αντιμετωπίσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /an.di.me.toˈpi.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμετώπιση.
955 καριόλη Ουσιαστικό γυναικείο επώνυμο.
956 άκουγα Ρήμα /ˈakuɣa/
957 κεράσω Ουσιαστικό, Ρήμα θα κεράσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κερνώ.
958 μαζέψω Ρήμα θα μαζέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαζεύω.
959 σταθερή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταθερός.
960 καλύβα Ουσιαστικό /kaˈli.va/ μικρό οίκημα κατασκευασμένο με πρόχειρα υλικά (ξύλα, χώμα, άχυρα κ.λπ).
961 θυμηθείτε Ρήμα θα θυμηθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θυμάμαι.
962 ηρεμήσεις Ρήμα /i.ɾeˈmi.sis/ θα ηρεμήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ηρεμώ.
963 πέος Ουσιαστικό /ˈpeos/ το όργανο ούρησης και συνουσίας στα αρσενικά θηλαστικά, ορισμένα πτηνά και άλλα ζώα.
964 παραγγελία Ουσιαστικό /pa.ɾaŋ.ɟeˈli.a/ τραγούδι που ζητά κάποιος σε νυχτερινό κέντρο από τους οργανοπαίχτες, συνήθως για να χορέψει μόνος του.
965 τόπος Ουσιαστικό /ˈto.pos/ σύνολο σημείων του επιπέδου ή του χώρου με μια κοινή ιδιότητα.
966 νικήσουμε Ρήμα θα νικήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νικώ.
967 κυνηγός Ουσιαστικό /ci.ni.ˈɣos/ αυτός που ασχολείται με το κυνήγι, ο θηρευτής (η λέξη οφείλει το σχηματισμό της στο ότι το κυνήγι συνήθως γίνεται με σκύ…
968 θρησκεία Ουσιαστικό /θriˈsci.a/ παγιωμένο σύνολο αντιλήψεων και πρακτικών που αφορούν στη σχέση του ανθρώπου με το θεό.
969 ένσταση Ουσιαστικό κάθε αντίρρηση υποβαλλόμενη από δικηγόρο στο δικαστήριο για την υπεράσπιση του πελατειακού συμφέροντος, όταν η διαδικασί…
970 έξτρα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ˈeks.tɾa/ γαλλική προφορά του έξτρα: επιπλέον.
971 χυμό Ουσιαστικό /çiˈmo/ αιτιατική ενικού του χυμός.
972 βγήκες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγαίνω.
973 φορέσεις Ρήμα /foˈɾe.sis/ θα φορέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φορώ.
974 αποφάσισες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω.
975 αεροπλάνα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπλάνο.
976 ένορκοι Ουσιαστικό, Επίθετο nominative/vocative masculine plural of ένορκος (énorkos, “sworn”).
977 κέρδος Ουσιαστικό /ˈcer.ðos/ : η θετική διαφορά μεταξύ εσόδου και εξόδου σε επιχειρηματική ή άλλου είδους οικονομική δραστηριότητα.
978 θυμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του θύμος.
979 λύκος Ουσιαστικό /ˈlikos/ όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον…
980 ακολουθήσουμε Ρήμα θα ακολουθήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακολουθώ.
981 δολοφόνοι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δολοφόνος.
982 πείσεις Ρήμα /ˈpi.sis/ θα πείσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πείθω.
983 σούπερμαν Ουσιαστικό Σούπερμαν: ήρωας κόμικς και κινηματογραφικών ταινιών.
984 ζευγάρια Ουσιαστικό /zevˈɣarʝa/ παραδοσιακό μέτρο επιφάνειας (π.χ. στις Κυκλάδες) που αντιστοιχούσε στην έκταση που μπορούσε να οργωθεί στη διάρκεια μία…
985 πόκερ Ουσιαστικό χαρτοπαίγνιο κατά το οποίο κάθε παίκτης παίρνει πέντε κάρτες και προσπαθεί να κερδίσει ένα χρηματικό ποσό έχοντας τον ισ…
986 οδηγούν Ρήμα
987 υπουργός Ουσιαστικό /ipuɾˈɣos/ το μέλος της κυβέρνησης που έχει την ευθύνη ενός υπουργείου.
988 κόμμα Ουσιαστικό /ˈko.ma/ συγκροτημένος πολιτικός οργανισμός που, προβάλλοντας την ιδεολογία και τις θέσεις του, διεκδικεί συμμετοχή στους πολιτικ…
989 μηχανικός Ουσιαστικό, Επίθετο επαγγελματίας με αντικείμενο είτε το σχεδιασμό και την επίβλεψη δομικών έργων, είτε θέματα που αφορούν μηχανές.
990 αποτύπωμα Ουσιαστικό το ίχνος ενός σώματος σε μια επιφάνεια, όταν το πιέσουμε πάνω σ’ αυτή.
991 συντεταγμένες Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντεταγμένη.
992 τρέχω Ρήμα /ˈtɾe.xo/ ταλαιπωρώ κάποιον δίνοντάς του να κάνει βαριές ή δύσκολες εργασίες.
993 μωρού Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του μωρός.
994 μπάσκετ Ουσιαστικό /ˈba.sket/ αθλητικό παιχνίδι ανάμεσα σε δύο ομάδες των πέντε παικτών, που πρέπει, χρησιμοποιώντας κυρίως τα χέρια και την τρίπλα να…
995 ξυπνήσω Ρήμα /ksiˈpni.so/ θα ξυπνήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξυπνώ.
996 μερίδιο Ουσιαστικό /meˈɾi.ði.o/ το μέρος από τα αγαθά (π.χ. χρήματα) που αναλογεί σε κάποιον.
997 θεωρείται Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του θεωρούμαι.
998 επαγγελματική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαγγελματικός.
999 χρυσή Ουσιαστικό, Επίθετο /xɾiˈsi/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσός.
1000 έρευνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έρευνα.
1001 καθίσω Ρήμα θα καθίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι.
1002 κέρδη Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέρδος.
1003 χειρότερος Επίθετο /çiˈɾoteɾos/ συγκριτικός βαθμός του κακός: περισσότερο κακός, δυσάρεστος, δύσκολος κ.λπ. από κάποιον άλλο.
1004 ειδικές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδική.
1005 απευθείας Επίρρημα για ενέργεια που γίνεται χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος ενδιάμεσος παράγοντας, άνθρωπος ή άλλη ενέργεια.
1006 σταθμός Ουσιαστικό /staθˈmos/ το μέρος όπου περιμένουμε το λεωφορείο, το τρένο ή άλλο μέσο μεταφοράς.
1007 φοβήθηκα Ρήμα /foˈvi.θi.ka/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι.
1008 φράγκα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φράγκο.
1009 πιάνω Ρήμα /ˈpça.no/ ακινητοποιώ ένα κινούμενο αντικείμενο με τα χέρια μου και το έχω στην κατοχή μου.
1010 γιατρούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του γιατρός.
1011 γυρίζω Ρήμα /ʝiˈɾi.zo/ (στον κινηματογράφο) κινηματογραφώ, δημιουργώ μια κινηματογραφική ταινία και πιο συγκεκριμένα το στάδιο της λήψης σκηνών.
1012 γεννηθεί Ρήμα θα γεννηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γεννιέμαι.
1013 Τυφλός Ουσιαστικό, Επίθετο που δεν μπορεί να δει, επειδή τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη.
1014 τελευταίους Επίθετο /te.lefˈte.us/ τελευταίος, στην αιτιατική του πληθυντικού.
1015 φανταστικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα (Ουσιαστικό).
1016 υπόθεσης Ουσιαστικό γενική ενικού του υπόθεση.
1017 μένουμε Ρήμα
1018 δέχτηκε Ρήμα /ˈðe.xti.ce/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέχομαι.
1019 έριξα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνω.
1020 πτέρυγα Ουσιαστικό /ˈpte.ɾi.ɣa/ η οργανική μονάδα της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.
1021 εταιρίας Ουσιαστικό γενική ενικού του εταιρία.
1022 πειράξει Ρήμα θα πειράξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πειράζω.
1023 γκόμενες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκόμενα.
1024 μοτέλ Ουσιαστικό /moˈtel/ ξενοδοχείο που βρίσκεται δίπλα σε αυτοκινητόδρομους.
1025 φύλλα Ουσιαστικό /ˈfi.la/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύλλο.
1026 αισθήσεις Ουσιαστικό nominative plural of αίσθηση (aísthisi).
1027 αναγνωρίζω Ρήμα /a.na.ɣnoˈɾi.zo/ διαπιστώνω οπτικά την ταυτότητα προσώπου ή αντικειμένου και έτσι αυτό παύει να είναι άγνωστο.
1028 κατανόηση Ουσιαστικό /ka.taˈno.i.si/ το να συμπάσχει κανείς με άλλο άτομο, η συμπάθεια.
1029 προσπάθησαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ.
1030 επιτρέπετε Ρήμα /e.piˈtɾe.pe.te/
1031 κινδύνου Ουσιαστικό γενική ενικού του κίνδυνος.
1032 υπογράψει Ρήμα /i.poˈɣɾa.psi/ γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του υπογράφω.
1033 προσεκτικός Επίθετο /pɾo.se.ktiˈkos/ που προσέχει, που σκέφτεται ή ενεργεί με προσοχή.
1034 αμάν Ουσιαστικό, Επιφώνημα /aˈman/ ξελάφρωμα μετά από δοκιμασία/ταλαιπωρία.
1035 άνεμος Ουσιαστικό /ˈa.ne.mos/ κίνηση του ατμοσφαιρικού αέρα. Χαρακτηρίζεται από κάποια δύναμη και κάποια κατεύθυνση.
1036 φύλακες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλακή.
1037 καθυστέρηση Ουσιαστικό /ka.θiˈste.ɾi.si/ το να μην έχει έρθει σε μια γυναίκα η περίοδός της στην αναμενόμενη ημερομηνία, κάτι που ίσως σημαίνει ότι έχει μείνει έ…
1038 χρυσάφι Ουσιαστικό, Επίθετο /xɾiˈsa.fi/ του χρυσού.
1039 αρχιφύλακα Ουσιαστικό genitive/accusative/vocative singular of αρχιφύλακας (archifýlakas).
1040 επηρεάζει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επηρεάζω.
1041 φούρνο Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1042 ζούγκλα Ουσιαστικό /ˈzuŋ.ɡla/ τόπος ή κατάσταση χωρίς νόμους και κανόνες, όπου επιβιώνει ο ισχυρότερος.
1043 ψεύτικη Επίθετο /ˈpse.fti.ci/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψεύτικος.
1044 παιχνιδιού Ουσιαστικό γενική ενικού του παιχνίδι.
1045 κανενός Αντωνυμία /ka.neˈnos/ γενική, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του κανείς.
1046 καλύπτει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καλύπτω.
1047 δολαρίων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του δολάριο.
1048 πρωτάθλημα Ουσιαστικό /pɾoˈtaθlima/ κατάκτηση της πρώτης θέσης σε αθλητικούς αγώνες σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο.
1049 δέχεται Ρήμα /ˈðe.çe.te/
1050 φάρσα Ουσιαστικό /ˈfaɾ.sa/ ενέργεια με σκοπό την παραπλάνηση των άλλων για πλάκα ή για άλλους λόγους, η παραπλάνηση για τη γελοιοποίηση κάποιου, το…
1051 ξαναδείς Ρήμα /ksa.naˈðis/
1052 έλαβε Ρήμα /ˈe.la.ve/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω.
1053 φταίξιμο Ουσιαστικό /ˈfte.ksi.mo/ η υπαιτιότητα για κάποιο σφάλμα.
1054 αυγή Ουσιαστικό /aˈvʝi/ η αρχή μιας νέας ημέρας με το πρώτο φως του ήλιου πριν την ανατολή, το χάραμα, το ξημέρωμα.
1055 λείψεις Ρήμα /ˈli.psis/ θα λείψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λείπω.
1056 φύσης Ουσιαστικό γενική ενικού του φύση.
1057 τροχιά Ουσιαστικό /tɾoˈça/ η διαδρομή που ακολουθεί ένα ουράνιο σώμα καθώς περιφέρεται, λόγω βαρύτητας, γύρω από ένα άλλο σώμα με μεγαλύτερη μάζα.
1058 κρύψει Ρήμα θα κρύψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρύβω.
1059 υπήρξαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπάρχω.
1060 επιστρέψουν Ρήμα θα επιστρέψουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιστρέφω.
1061 οξυγόνο Ουσιαστικό /o.ksiˈɣo.no/ κύκλος του οξυγόνου : η κυκλική μεταφορά του οξυγόνου στη φύση από την κατανάλωσή από τους ανθρώπους τα ζώα και τα φυτά…
1062 ένεση Ουσιαστικό η μέθοδος εισαγωγής ενός φαρμάκου στο σώμα χάρη σε μια σύριγγα.
1063 κληρονομιά Ουσιαστικό /kli.ɾo.noˈmɲa/ περιουσία ή περιουσιακό στοιχείο που έρχεται στην κυριότητα, νομή ή κατοχή μου μετά το θάνατο συγγενών μου.
1064 τολμήσεις Ρήμα θα τολμήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τολμώ.
1065 περιέργεια Ουσιαστικό /pe.ɾiˈeɾ.ʝi.a/ η ιδιότητα του περίεργου.
1066 λαμβάνεις Ρήμα /laɱˈva.nis/
1067 πείνα Ουσιαστικό /ˈpi.na/ η συνεχής έλλειψη τροφίμων και τα προβλήματα που προκαλούνται.
1068 ανακοίνωση Ουσιαστικό /a.naˈci.no.si/ η ενημέρωση του κοινού με δημόσια δήλωση, γραπτή ή προφορική.
1069 αποφασίσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω.
1070 παραδεχτώ Ρήμα θα παραδεχτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραδέχομαι.
1071 μούρη Ουσιαστικό /[ˈmuɾi]/ το μπροστά μέρος οχημάτων ή αντικειμένων.
1072 σχεδίου Ουσιαστικό γενική ενικού του σχέδιο.
1073 μπελάς Ουσιαστικό /beˈlas/ πολυτονική γραφή του μπελάς.
1074 δημόσιο Ουσιαστικό, Επίθετο το κράτος, η πολιτεία.
1075 βοήθα Ρήμα /voˈi.θa/ β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του βοηθάω.
1076 δανειστώ Ρήμα θα δανειστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δανείζομαι.
1077 γυρίσουν Ρήμα θα γυρίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γυρίζω.
1078 προσώπου Ουσιαστικό /pɾoˈso.pu/ γενική ενικού του πρόσωπο.
1079 αναλαμβάνω Ρήμα /a.na.laɱˈva.no/ αρχίζω δουλειά σε μια ορισμένη ημερομηνία, πιάνω δουλειά (και παίρνω και τις ανάλογες ευθύνες από τη συγκεκριμένη ημερομ…
1080 Σάφης Ουσιαστικό, Επίθετο /saˈfis/ που γίνεται απόλυτα κατανοητός ή λέγεται με βεβαιότητα και δεν αφήνει περιθώρια για λανθασμένη ερμηνεία.
1081 καλέσατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλώ.
1082 σχοινί Ουσιαστικό /sçiˈni/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1083 βιαστούμε Ρήμα θα βιαστούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βιάζομαι.
1084 χρώματα Ουσιαστικό /ˈxɾo.ma.ta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρώμα.
1085 καυγά Ουσιαστικό γυναικείο επώνυμο.
1086 κουλ Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1087 κύματα Ουσιαστικό /ˈci.ma.ta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύμα.
1088 αρνητικό Ουσιαστικό, Επίθετο /aɾ.ni.tiˈko/ εμφανισμένο φιλμ που περιέχει τη φωτογράφιση με τις σκοτεινές περιοχές φωτεινές και τανάπαλιν, αντίθετα από τα φυσικά χρ…
1089 κράτησα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατώ.
1090 φανταστική Επίθετο /fandastiˈçi/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φανταστικός.
1091 δώσαμε Ρήμα α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω.
1092 υψηλή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψηλός.
1093 τόνο Ουσιαστικό πόλη της Ιαπωνίας, στο νομό Ιβάτε, της περιφέρειας Τοχόκου στην νήσο Χόνσου.
1094 τραίνο Ουσιαστικό /[ˈtre̞no̞]/ άλλη γραφή του τρένο.
1095 φωλιά Ουσιαστικό /foˈʎa/ η έδρα του φορτωτήρα (κοινώς μπίγας) στον ιστό (άλμπουρο) του πλοίου, στην οποία φωλιάζει με πείρο.
1096 νέου Ουσιαστικό, Επίθετο genitive masculine singular of νέος (néos).
1097 ζεστή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζεστός.
1098 σύγκρουση Ουσιαστικό /ˈsiŋ.ɡɾu.si/ collision: η ταυτόχρονη χρήση ομοίων ονομάτων (πχ. μεταβλητών, συναρτήσεων) ή κωδικών (πχ. κωδικών κατατεμαχισμού), οπότ…
1099 σημερινή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημερινός.
1100 αγαπημένος Ουσιαστικό, Ρήμα /aɣapiˈmenos/ ο προτιμώμενος, ο εκλεκτός, ο ξεχωριστός.
1101 ψηλός Ουσιαστικό, Επίθετο /psiˈlos/ το ύψος, το μπόι (κατά το πλατύς, πλάτος, φαρδύς, φάρδος).
1102 δοκιμασία Ουσιαστικό δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει κάποιος και τον αναγκάζει να δοκιμάσει τις αντοχές του· ταλαιπωρία.
1103 ξεκουραστείς Ρήμα θα ξεκουραστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεκουράζομαι.
1104 ζηλεύω Ρήμα /ziˈlevo/ διακατέχομαι από παροδικά ή μόνιμα συναισθήματα ζήλιας, κτητικότητας απέναντι στον ερωτικό μου σύντροφο.
1105 φέρνουν Ρήμα /ˈfeɾ.nun/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φέρνω.
1106 κανόνισε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κανονίζω.
1107 τιμές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμή.
1108 αγόρασες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζω.
1109 αρχαία Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /aɾˈçe.a/ τα αρχαία ελληνικά, ως γλώσσα και ως σχολικό μάθημα.
1110 χαλί Ουσιαστικό /xaˈli/ κάλυμμα για το πάτωμα από βαρύ, συνήθως διακοσμημένο, ύφασμα.
1111 πόρνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόρνη.
1112 βαλίτσες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλίτσα.
1113 μιλώ Ουσιαστικό, Ρήμα /miˈlo/ γυναικείο όνομα.
1114 θέληση Ουσιαστικό η βούληση, επιθυμία που δυνητικά οδηγεί σε δράση, τα εσωτερικά κίνητρα ή οι επιθυμίες ενός ατόμου που εκδηλώνονται με εν…
1115 πολίτης Ουσιαστικό /poˈli.tis/ που δεν είναι στρατιωτικός και ως άοπλος θεωρείται άμαχος ή συχνά και εκείνος που δεν είναι κληρικός.
1116 αγγίξει Ρήμα θα αγγίξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγγίζω.
1117 όργανο Ουσιαστικό /ˈoɾ.ɣa.no/ σύνολο ιστών που αποτελούν οργανική ενότητα και επιτελούν συγκεκριμένη λειτουργία σε έναν ζωντανό οργανισμό.
1118 μίλι Ουσιαστικό /ˈmi.li/ μονάδα μήκους (απόστασης) στη θάλασσα (το ναυτικό μίλι) ίση με 1.852 μέτρα, σε μέσο βόρειο και νότιο πλάτος.
1119 κανονίσουμε Ρήμα θα κανονίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κανονίζω.
1120 συνηθισμένη Ρήμα /siniθiˈzmeni/ nominative/accusative/vocative feminine singular of συνηθισμένος (synithisménos).
1121 θαύματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαύμα.
1122 πισινό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πισινός.
1123 επ Επιφώνημα /ˈep/ επιφώνημα δήλωσης ξαφνιάσματος, έκφρασης απορίας, προειδοποίησης ή επίπληξης.
1124 έχασαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω.
1125 εξηγήσει Ρήμα /e.ksiˈʝi.si/ θα εξηγήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξηγώ.
1126 πρώτης Επίθετο γενική ενικού του πρώτη.
1127 νόστιμο Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈno.sti.mo/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νόστιμος.
1128 μισούν Ρήμα /miˈsun/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μισώ.
1129 προστατεύσω Ρήμα θα προστατεύσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προστατεύω.
1130 συνείδηση Ουσιαστικό /siˈni.ði.si/ η κατάσταση του ανθρώπου κατά την οποία έχει τις αισθήσεις του και τις πνευματικές του λειτουργίες ανέπαφες.
1131 τιμής Ουσιαστικό γενική ενικού του τιμή.
1132 βρέχει Ρήμα /[ˈvreçi]/ για τη βροχόπτωση, το φυσικό φαινόμενο της βροχής, ρίχνει βροχή, πέφτει βροχή.
1133 επιθεωρητή Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επιθεωρητής.
1134 γυναικεία Επίθετο, Επίρρημα /ʝi.neˈci.a/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γυναικείος.
1135 περιοχής Ουσιαστικό genitive singular of περιοχή (periochí).
1136 δημιουργία Ουσιαστικό /[ðimiuɾˈʝia]/ τίτλος ορατορίου του αυστριακού συνθέτη Γιόζεφ Χάυντν (Joseph Haydn), «Η Δημιουργία» (γερμανικά: Die Schöpfung, γραμμένο…
1137 σύνταξη Ουσιαστικό /ˈsindaksi/ το ποσό που εισπράττει μηνιαία ένας συνταξιούχος από τον ασφαλιστικό ή συνταξιοδοτικό φορέα του ή το κράτος όταν για λόγ…
1138 ψάξεις Ρήμα θα ψάξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ψάχνω.
1139 σηκώστε Ρήμα /siˈko.ste/ β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνω.
1140 ευτυχής Ουσιαστικό, Επίθετο /e.ftiˈçis/ που είναι σύμφωνος με τις προσδοκίες, επιτυχημένος.
1141 δαίμονα Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δαίμονας.
1142 ακίνητοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακίνητος.
1143 λειτουργήσει Ρήμα θα λειτουργήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λειτουργώ.
1144 αξίζω Ουσιαστικό, Ρήμα /aˈksi.zo/ (Ουσιαστικό).
1145 μασάζ Ουσιαστικό /maˈsaz/ η μάλαξη κάποιων σημείων του ανθρώπινου σώματος για θεραπευτικούς ή αισθητικούς λόγους.
1146 κίτρινο Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈci.tɾi.no/ το χρώμα του κίτρου.
1147 οδηγήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδήγηση.
1148 κυβέρνησης Ουσιαστικό γενική ενικού του κυβέρνηση.
1149 κουράστηκα Ρήμα /kuˈɾa.sti.ka/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουράζομαι.
1150 φιλήσω Ρήμα θα φιλήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φιλώ.
1151 εξίσου Επίρρημα /eˈksi.su/ το ίδιο, ίσα, όμοια.
1152 τραβήξω Ρήμα θα τραβήξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τραβώ.
1153 χρημάτων Ουσιαστικό /xɾiˈma.ton/ γενική πληθυντικού του χρήμα.
1154 Μωρέ Ουσιαστικό, Επίθετο, Επιφώνημα /moˈɾe/ κλητική ενικού του μωρός.
1155 πουλήσεις Ρήμα θα πουλήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πουλάω.
1156 πρωτόκολλο Ουσιαστικό /pɾoˈtokolo/ σύνολο κοινά αποδεκτών κανόνων που περιγράφουν τον τρόπο μετάδοσης ή ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ διαφορετικού τύπου υπολ…
1157 πολεμήσουμε Ρήμα θα πολεμήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πολεμώ.
1158 εκδήλωση Ουσιαστικό /ekˈði.lo.si/ η διοργάνωση μιας δημόσιας συνεργατικής πράξης ή δραστηριότητας για ποικίλους σκοπούς (εορταστικούς, επετειακούς, διαμαρ…
1159 δολάριο Ουσιαστικό /ðoˈla.ɾi.o/ νόμισμα διαφόρων χωρών (σύμβολο: $).
1160 σταμάτησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταματώ.
1161 ιδιοκτήτη Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιδιοκτήτης.
1162 φοβερά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /foˈve.ɾa/ απειλή που εκτοξεύεται για να αποκτήσει ή να μη χάσει κάποιος τον έλεγχο.
1163 ακολουθήσεις Ρήμα θα ακολουθήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακολουθώ.
1164 λοχίας Ουσιαστικό /loˈçias/ υπαξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του δεκανέα και κατώτερο του επιλοχία.
1165 δεσμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του δεσμός.
1166 μόδας Ουσιαστικό γενική ενικού του μόδα.
1167 ανθρώπινα Επίθετο, Επίρρημα άλλη μορφή του ανθρώπινα.
1168 γαμημένα Ρήμα /ɣamiˈmena/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμημένο.
1169 πετσέτα Ουσιαστικό /peˈt͡se.ta/ ορθογώνιο ή τετράγωνο απορροφητικό ύφασμα, με το οποίο σκουπίζουμε το σώμα μας.
1170 ανέλαβε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω.
1171 σπάσεις Ρήμα θα σπάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σπάω.
1172 προσωπικού Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του προσωπικός.
1173 σύνολο Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈsi.no.lo/ η συλλογή στοιχείων που είναι απολύτως διακριτά μεταξύ τους αλλά που αξιωματικά θεωρούμε ως μία ολότητα ή ενότητα.
1174 ανάμνηση Ουσιαστικό αντικείμενο που θυμίζει κάποιο γεγονός, το αναμνηστικό, αλλά συνήθως σε αυτή την περίπτωση συνδοευόμενο από το σαν.
1175 ώπα Επιφώνημα /ˈo.pa/ άλλη γραφή του όπα.
1176 πιστωτική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστωτικός.
1177 ηθική Ουσιαστικό, Επίθετο /i.θiˈci/ σύνολο κανόνων και αξιών με τους οποίους ορίζεται τι επιτρέπεται, τι απαγορεύεται και τι οφείλουμε να κάνουμε στις σχέσε…
1178 άνοιξη Ουσιαστικό /ˈa.ni.ksi/ μία από τις τέσσερις εποχές του έτους ανάμεσα στο χειμώνα και το καλοκαίρι.
1179 πληρώσουμε Ρήμα θα πληρώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληρώνω.
1180 αγελάδα Ουσιαστικό /a.ʝeˈla.ða/ μεγαλόσωμο μηρυκαστικό, θηλαστικό, το οποίο που εκτρέφεται κυρίως για το κρέας και το γάλα του, το θηλυκό του βοδιού.
1181 σέβομαι Ρήμα /ˈse.vo.me/ αναγνωρίζω το κύρος, την αξία που έχει κάτι· το τηρώ.
1182 παραδώσω Ρήμα θα παραδώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραδίδω.
1183 φροντίσουμε Ρήμα θα φροντίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φροντίζω.
1184 μουνί Ουσιαστικό /muˈni/ κάθε νεαρή γυναίκα, ιδίως για να δηλωθεί πόσο ελκυστική ή ερωτική θεωρείται, ή για να δηλωθεί υποψήφια ή υπάρχουσα σχέση…
1185 έμενα Ρήμα /ˈe.me.na/
1186 τσίρκο Ουσιαστικό /ˈt͡siɾ.ko/ περιοδεύων θίασος με ακροβάτες, ταχυδακτυλουργούς, κλόουν, εκπαιδευμένα ζώα κ.ά. που δίνει παραστάσεις για το κοινό.
1187 νικήσεις Ρήμα θα νικήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νικώ.
1188 χρυσός Ουσιαστικό, Επίθετο /xɾiˈsos/ πολύτιμο μέταλλο, με κίτρινο χρώμα, που χρησιμοποιείται στη κατασκευή κοσμημάτων και στην αποταμίευση, το χρυσάφι.
1189 αλυσίδα Ουσιαστικό /aliˈsiða/ σύνολο καταστημάτων με το ίδιο όνομα τα οποία η ίδια εταιρία διαχειρίζεται.
1190 καθάρισε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω.
1191 πυροβολισμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του πυροβολισμός.
1192 κάπτεν Ουσιαστικό ο καπετάνιος.
1193 μέρας Ουσιαστικό γενική ενικού του μέρα.
1194 λυπηρό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λυπηρός.
1195 άγριο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άγριος.
1196 όρκο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του όρκος.
1197 λάσπη Ουσιαστικό /ˈlas.pi/ μείγμα από χώμα και νερό, η παχύρρευστη μορφή που παίρνει το χώμα όταν δεχτεί μεγάλη ποσότητα βροχής.
1198 συστήματος Ουσιαστικό γενική ενικού του σύστημα.
1199 γέλιο Ουσιαστικό /ˈʝe.ʎo/ αυθόρμητη ηχηρή έκφραση χαράς ή ευχαρίστησης, αντίδραση σε κάτι αστείο, η οποία παράγεται από γρήγορες κινήσεις του διαφ…
1200 αγάπησα Ρήμα /aˈɣa.pi.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαπώ.
1201 σκοτώσετε Ρήμα θα σκοτώσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκοτώνω.
1202 μεγάλης Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του μεγάλη.
1203 κλείνω Ρήμα /ˈkli.no/ ολοκληρώνω το στήσιμο μιας σελίδας εφημερίδας ή περιοδικού και τη στέλνω για εκτύπωση.
1204 σεντ Ουσιαστικό εκατοστιαία μονάδα νομίσματος.
1205 διπλά Επίθετο /ˈði.pla/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλό.
1206 σαιζόν Ουσιαστικό /seˈzon/ μη απλοποιημένη γραφή του σεζόν.
1207 χαρακτήρας Ουσιαστικό /xa.ɾaˈkti.ɾas/ στον άνθρωπο, το σύνολο των βασικών ιδιοτήτων (πνευματικών και ιδιοσυγκρασιακών) που τον χαρακτηρίζουν και το ξεχωρίζουν…
1208 φανταστείτε Ρήμα θα φανταστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φαντάζομαι.
1209 δραστηριότητα Ουσιαστικό /ðɾa.sti.ɾiˈo.ti.ta/ οι ενέργειες μιας ομάδας ανθρώπων ή ενός, σε συγκεκριμένη υπόθεση ή τομέα.
1210 σταθερά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /sta.θeˈɾa/ constant: μοιάζει με την μεταβλητή, αλλά η τιμή που λαμβάνει μένει αμετάβλητη κατά την εκτέλεση του προγράμματος. Συνήθω…
1211 κιθάρα Ουσιαστικό /ciˈθa.ra/ έγχορδο μουσικό όργανο, με ξύλινο ηχείο, μεγάλο βραχίονα και έξι (ή σπανιότερα, δώδεκα) χορδές, το οποίο παίζεται με τα…
1212 φωτιάς Ουσιαστικό γενική ενικού του φωτιά.
1213 πιθανή Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιθανός.
1214 γούστο Ουσιαστικό /ˈɣusto/ η αντίληψη που έχει κάποιος για αισθητικά ζητήματα ή θέματα σχετικά με το ωραίο.
1215 διάλεξες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγω.
1216 επόμενα Ρήμα, Επίθετο nominative neuter plural of επόμενος (epómenos).
1217 πονοκέφαλο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του πονοκέφαλος.
1218 υψηλής Επίθετο γενική ενικού του υψηλή.
1219 επιβάτες Ουσιαστικό nominative/accusative/vocative plural of επιβάτης (epivátis).
1220 παγκόσμια Επίθετο, Επίρρημα σε παγκόσμιο επίπεδο, σε όλον τον κόσμο.
1221 άμμο Ουσιαστικό accusative singular of άμμος (ámmos).
1222 δεχτείς Ρήμα θα δεχτείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δέχομαι.
1223 αδερφού Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του αδερφός.
1224 ενημέρωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενημερώνω.
1225 ομολογία Ουσιαστικό /omoloˈʝia/ η αναγνώριση της πατρότητας μιας (άδικης) πράξης, η παραδοχή της ενοχής από αυτόν που διέπραξε κάτι το παράνομο ή το ανή…
1226 αναλάβεις Ρήμα θα αναλάβεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναλαμβάνω.
1227 σφιχτά Επίθετο, Επίρρημα /sfiˈxta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφιχτό, ουδέτερο του σφιχτός.
1228 εξαφάνιση Ουσιαστικό η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαφανίζω.
1229 προπονητή Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προπονητής.
1230 καταλήξεις Ουσιαστικό, Ρήμα /ka.taˈli.ksis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάληξη.
1231 πίπα Ουσιαστικό /ˈpipa/ σύνεργο του καπνίσματος· στη μία άκρη της (ανάλογα με τον τύπο της πίπας) ή τοποθετείται ένα τσιγάρο ή καπνός σε μια κοι…
1232 βάλαμε Ρήμα /ˈva.la.me/ α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάλλω.
1233 λίγοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λίγος.
1234 κρεβατοκάμαρα Ουσιαστικό /kɾɛˌva.toˈka.ma.ɾa/ το υπνοδωμάτιο, το δωμάτιο του σπιτιού που είναι επιπλωμένο με κρεβάτι και όπου κοιμόμαστε.
1235 κολιέ Ουσιαστικό /koˈʎe/ κόσμημα που φοριέται στο λαιμό και συνήθως αποτελείται από χάντρες περασμένες σε μια κλωστή.
1236 δρόμοι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δρόμος.
1237 δίωξη Ουσιαστικό διώξεις: συστηματική λήψη δυσμενών μέτρων διοικητικού ή/και ποινικού χαρακτήρα εναντίον κάποιων.
1238 καμπίνα Ουσιαστικό μικρό δωμάτιο σε παραλία, όπου οι λουόμενοι μπορούν να αλλάξουν ρούχα.
1239 κατάθλιψη Ουσιαστικό /kaˈta.θli.psi/ η ψυχική ασθένεια που την χαρακτηρίζει (παροδική ή μόνιμη) θλίψη, απαισιοδοξία, έλλειψη ενδιαφέροντος, μελαγχολία και άλ…
1240 βάζουμε Ρήμα /ˈva.zu.me/ α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω.
1241 αργήσεις Ρήμα θα αργήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αργώ.
1242 δάνειο Ουσιαστικό /ˈða.ni.o/ άμεσος δανεισμός λέξης (ή άλλου στοιχείου) μιας γλώσσας που εισήλθε σε μία συγκεκριμένη στιγμή από άλλη γλώσσα, με την ε…
1243 ξεχάστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ.
1244 κύριας Ουσιαστικό, Επίθετο genitive feminine singular of κύριος (kýrios).
1245 ιδιαίτερη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιαίτερος.
1246 αρχής Ουσιαστικό ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Αρχή).
1247 παραμύθι Ουσιαστικό /paɾaˈmiθi/ σύντομη αλληγορική φανταστική ιστορία, συνήθως για παιδιά.
1248 συνεχίζουμε Ρήμα /si.neˈçi.zu.me/
1249 αυτοκρατορία Ουσιαστικό /a.fto.kɾa.toˈɾi.a/ κράτος ή σύνολο κρατών τα οποία υπάγονται στην εξουσία ενός αυτοκράτορα.
1250 προσέξει Ρήμα θα προσέξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσέχω.
1251 μυρίζεις Ρήμα /miˈɾi.zis/
1252 κατέστρεψες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω.
1253 πλατεία Ουσιαστικό, Επίθετο /plaˈti.a/ τμήμα του θεάτρου μπροστά από τη σκηνή όπου κάθονται οι θεατές, διαφορετικό από τα θεωρεία και τον εξώστη.
1254 προπονητής Ουσιαστικό /pɾo.po.niˈtis/ αυτός που προπονεί (επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά) μια ομάδα ή έναν μεμονωμένο αθλητή.
1255 ανήκω Ρήμα /aˈni.ko/ αποτελώ τμήμα της περιουσίας κάποιου.
1256 περιμένοντας Ρήμα /pe.ɾiˈme.non.das/ μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιμένω.
1257 ευχαριστημένος Ουσιαστικό, Ρήμα /e.fxa.ɾi.stiˈme.nos/ (Ουσιαστικό).
1258 παραμονή Ουσιαστικό /pa.ɾa.moˈni/ η μέρα που προηγείται ενός σημαντικού γεγονότος, γιορτής ή επετείου (και παραμονές).
1259 καύσιμα Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈkaf.si.ma/ neuter nominative/accusative/vocative plural of καύσιμος (káfsimos).
1260 σκεφτήκαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι.
1261 κατάστρωμα Ουσιαστικό /kaˈta.stro.ma/ η ταξιδιωτική θέση σε πλοίο (συνήθως η τρίτη ή η τουριστική χωρίς κρεββάτι).
1262 συλλάβουν Ρήμα θα συλλάβουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνω.
1263 θυμηθείς Ρήμα θα θυμηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θυμάμαι.
1264 χαρούμενο Ρήμα /xaˈɾu.me.no/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαρούμενος.
1265 οδηγώ Ρήμα /o.ðiˈɣo/ υποδεικνύω τρόπο συμπεριφορας ή δράσης σε κάποιον.
1266 αυγό Ουσιαστικό /aˈvɣo/ άλλη γραφή του αβγό.
1267 άρχισες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχίζω.
1268 συμπέρασμα Ουσιαστικό το αποτέλεσμα ενός συλλογισμού ή μιας συλλογιστικής πορείας.
1269 εμετό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του εμετός.
1270 φιλμ Ουσιαστικό /ˈfilm/ λεπτό και εύκαμπτο πλαστικό ειδικά επεξεργασμένο για να αποτυπώνει εικόνες για φωτογράφηση ή κινηματογράφηση.
1271 ζήσουν Ρήμα θα ζήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζω.
1272 ακολούθησα Ρήμα /a.koˈlu.θi.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ.
1273 θλιβερό Επίθετο /θli.veˈɾo/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θλιβερός.
1274 κρύα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κρύος.
1275 οποίους Αντωνυμία accusative masculine plural of οποίος (opoíos).
1276 προδότης Ουσιαστικό /pɾoˈðo.tis/ που εγκαταλείπει φίλους ή οικείους σε ώρα ανάγκης.
1277 ανέφερα Ρήμα /aˈne.feɾ.a/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφέρω.
1278 απαντάει Ρήμα /a.panˈda.i/ γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος απαντάω.
1279 κοιτάξει Ρήμα θα κοιτάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοιτάζω.
1280 τουαλέτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουαλέτα.
1281 σωλήνα Ουσιαστικό άλλη μορφή του σωλήνας.
1282 χοντρό Ουσιαστικό, Επίθετο /xonˈdɾo/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χοντρός.
1283 χτύπησαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπώ.
1284 αγοράσουμε Ρήμα θα αγοράσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγοράζω.
1285 πρωταθλητής Ουσιαστικό /pɾo.ta.θliˈtis/ ο αθλητής ή η αθλητική ομάδα που έχει κερδίσει την πρώτη θέση σε αθλητική διοργάνωση.
1286 ετοιμάσω Ρήμα θα ετοιμάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ετοιμάζω.
1287 δωματίου Ουσιαστικό γενική ενικού του δωμάτιο.
1288 επαφές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαφή.
1289 σώσε Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈsose/ mayhem, pandemonium, commotion, upheaval.
1290 βότκα Ουσιαστικό οινοπνευματώδες ποτό ρωσικής προέλευσης.
1291 παπούτσι Ουσιαστικό /paˈpu.t͡si/ προστατευτικό κάλυμμα για το πόδι· στο έδαφος ακουμπά η σκληρή σόλα και το τακούνι, ενώ το κάτω μέρος του ποδιού ντύνετα…
1292 φυτά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτό.
1293 οστά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστό.
1294 ανησυχία Ουσιαστικό /anisiˈçia/ συναίσθημα ελαφριού άγχους και φόβου για την κατάσταση κάποιου, την κατάληξη ενός γεγονότος κλπ.
1295 υποθέσω Ρήμα θα υποθέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υποθέτω.
1296 ευγενικά Επίθετο, Επίρρημα /e.vʝe.niˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγενικό.
1297 τσιπ Ουσιαστικό /t͡sip/ μικρό κομμάτι ημιαγωγού στο οποίο έχουν αποτυπωθεί χιλιάδες λογικές πύλες. Εναλλακτικά ονομάζεται έτσι και το ηλεκτρονικ…
1298 επισκέψεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίσκεψη.
1299 ποσότητα Ουσιαστικό /poˈso.ti.ta/ αφηρημένη έννοια που αναφέρεται στο μέγεθος (πόσο;) ή τον αριθμό (πόσα;).
1300 φρούτα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρούτο.
1301 μπουφάν Ουσιαστικό /buˈfan/ κοντό πανωφόρι το οποίο συνήθως κλείνει με φερμουάρ και είναι πιο εφαρμοστό στη μέση· μπορεί να είναι αδιάβροχο, υφασμάτ…
1302 χρησιμοποίησα Ρήμα /xɾi.si.moˈpi.i.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ.
1303 καλάθι Ουσιαστικό /kaˈla.θi/ κυκλικό στεφάνι από το οποίο κρέμεται δίχτυ και από το οποίο πρέπει να περάσει μέσα η μπάλα για να μετρηθεί ένας πόντος…
1304 ψητό Ουσιαστικό, Επίθετο φαγητό, κυρίως κρέας, ψημένο στο φούρνο.
1305 εντοπίσουμε Ρήμα θα εντοπίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εντοπίζω.
1306 αλάτι Ουσιαστικό /aˈlati/ κοινή ονομασία για το χλωριούχο νάτριο (NaCl), αλλιώς μαγειρικό αλάτι.
1307 χρησιμοποίησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ.
1308 κινητά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα nominative plural of κινητό (kinitó).
1309 εκδοχή Ουσιαστικό /ek.ðoˈçi/ ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο κάποιος παρουσιάζει ένα γεγονός, μία από περισσότερες δυνατές ερμηνείες του.
1310 εξαφανίστηκαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι.
1311 κατάλογο Ουσιαστικό /kaˈta.lo.ɣo/ αιτιατική ενικού του κατάλογος.
1312 τόσους Επίθετο, Αντωνυμία accusative masculine plural of τόσος (tósos).
1313 μακρύ Επίθετο βλ. μακρύς.
1314 σταμάτησαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταματώ.
1315 σκάφους Ουσιαστικό γενική ενικού του σκάφος.
1316 σκέτη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκέτος.
1317 μετοχές Ουσιαστικό nominative plural of μετοχή (metochí).
1318 τρόφιμα Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρόφιμο.
1319 λουλούδι Ουσιαστικό /luˈlu.ði/ το μέρος του φυτού που περιλαμβάνει τα όργανα αναπαραγωγής του, τα πέταλα και σέπαλα και στο οποίο αναπτύσσεται ο καρπός…
1320 ψάξτε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνω.
1321 παίζετε Ρήμα β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του παίζω.
1322 ανόητε Επίθετο κλητική ενικού του ανόητος.
1323 κρυφό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κρυφός.
1324 προϊόν Ουσιαστικό, Επίθετο /pɾoiˈon/ αυτό που παράγεται (σε κάποιον τομέα της οικονομίας).
1325 αποφασίσω Ρήμα θα αποφασίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφασίζω.
1326 περίοδος Ουσιαστικό /peˈri.o.ðos/ σύνολο διαδοχικών μουσικών φράσεων που δημιουργούν ολοκληρωμένη μουσική εντύπωση.
1327 ενοχλητικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ενοχλητικός.
1328 θυμώσει Ρήμα θα θυμώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θυμώνω.
1329 φαίνεστε Ρήμα /ˈfe.ne.ste/
1330 διπλή Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλός.
1331 παρακολούθησης Ουσιαστικό γενική ενικού του παρακολούθηση.
1332 ξεκινήσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ.
1333 φιλαράκια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλαράκι.
1334 μηνών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του μήνας.
1335 θρόνο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του θρόνος.
1336 καλώδιο Ουσιαστικό /kaˈlo.ði.o/ σύρμα γυμνό ή καλυμμένο με πλαστικό περίβλημα, για τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος, ηλεκτροκαλώδιο.
1337 γουρούνια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρούνι.
1338 λύσουμε Ρήμα /ˈli.su.me/ θα λύσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λύνω.
1339 στοπ Ουσιαστικό, Επιφώνημα σήμα του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ), που σημαίνει πως ο οδηγός πρέπει να σταματήσει και να ελέγξει τη διάβαση πριν…
1340 αρχηγείο Ουσιαστικό το οίκημα όπου εδρεύει ο αρχηγός και οι υπηρεσίες του.
1341 πέταξα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετώ.
1342 ανατολική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατολικός.
1343 δράστης Ουσιαστικό /ˈðɾa.stis/ αυτός που διέπραξε μια παράνομη ενέργεια ή (γενικότερα) κάποια ενέργεια.
1344 ξεκινήστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ.
1345 ταράτσα Ουσιαστικό /taˈɾa.t͡sa/ βεράντα, στεγασμένος εξωτερικός χώρος σπιτιού.
1346 οροφή Ουσιαστικό /o.ɾoˈfi/ η άνω οριζόντια επιφάνεια που καθορίζει εσωτερικά έναν χώρο.
1347 διαλέξω Ρήμα θα διαλέξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαλέγω.
1348 κόψουμε Ρήμα θα κόψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κόβω.
1349 ακολουθώ Ρήμα /a.ko.luˈθo/ διανύω μια προκαθορισμένη διαδρομή προσέχοντας να μην ξεφύγω από αυτήν.
1350 αμφιβολίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιβολία.
1351 καθίσεις Ρήμα θα καθίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι.
1352 ήρεμος Επίθετο /ˈi.ɾe.mos/ (για άνθρωπο) που αντιδρά με ήπιο τρόπο στα ερεθίσματα.
1353 διέταξε Ρήμα /ðiˈe.ta.kse/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατάζω.
1354 κόκα Ουσιαστικό /ˈko.ka/ φυτό της Νότιας Αμερικής, από το οποίο παράγεται η κοκαΐνη.
1355 πολιτείες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτεία.
1356 είσοδος Ουσιαστικό οτιδήποτε χρησιμοποιεί ένας χρήστης για να εισάγει δεδομένα σε ένα σύστημα.
1357 σπάνιο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σπάνιος.
1358 ανάγκασε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω.
1359 αυτοκτονίας Ουσιαστικό γενική ενικού του αυτοκτονία.
1360 χρέη Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρέος.
1361 εγκατέλειψε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω.
1362 σαλάτα Ουσιαστικό /saˈla.ta/ συνοδευτικό πιάτο από ανακατεμένα λαχανικά μαζί με λάδι και πιθανόν ξίδι, λεμόνι, μαγιονέζα κλπ.
1363 δυτική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυτικός.
1364 κτήνος Ουσιαστικό /ˈkti.nos/ στην παρομοίωση σαν κτήνος / σα χτήνος.
1365 παραβίαση Ουσιαστικό /pa.ɾaˈvi.a.si/ ενέργεια που αντιβαίνει σε νόμο, κανονισμό, συνθήκη.
1366 αληθεύει Ρήμα /a.liˈθe.vi/ θεωρείται αληθές, είναι αλήθεια.
1367 συναντηθήκαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντιέμαι.
1368 οικονομική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικονομικός.
1369 ηγέτης Ουσιαστικό /iˈʝe.tis/ αυτός που ηγείται, που έχει την εξουσία.
1370 επιτεθεί Ρήμα θα επιτεθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιτίθεμαι.
1371 αυτοκίνητων Ουσιαστικό, Επίθετο γενική πληθυντικού του αυτοκίνητο.
1372 υπολογιστής Ουσιαστικό /i.po.lo.ʝiˈstis/ μηχανική, ηλεκτρομηχανική ή ηλεκτρονική συσκευή που επιτρέπει την αυτόματη εκτέλεση απλών μαθηματικών πράξεων ή σειράς α…
1373 προθέσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόθεση.
1374 κουστούμι Ουσιαστικό άλλη μορφή του κοστούμι.
1375 συνελήφθη Ρήμα /si.neˈli.fθi/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνομαι.
1376 ηρεμία Ουσιαστικό /i.reˈmi.a/ κατάσταση απουσίας αναταράξεων, η γαλήνη.
1377 μαϊμού Ουσιαστικό /mai̯ˈmu/ μεταμφίεση κλεμμένου αντικειμένου, κυρίως αυτοκινήτου.
1378 αντίθεση Ουσιαστικό /anˈdi.θe.si/ σχήμα λόγου που χρησιμοποιείται για να εκφράσει μια έντονη διαφορά μεταξύ δύο αντιτιθέμενων λέξεων, φράσεων ή εννοιών.
1379 μαθητής Ουσιαστικό αυτός που παρακολούθησε τη διδασκαλία ενός σημαντικού δασκάλου, επιστήμονα, φιλοσόφου, θρησκευτικού ηγέτη κλπ και συνεχί…
1380 μπανιέρα Ουσιαστικό /baˈɲeɾa/ επιμήκης λουτήρας που στήνεται στο έδαφος, μέσα στο μπάνιο.
1381 δώσατε Ρήμα β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω.
1382 ετοίμασε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζω.
1383 ψεύτη Ουσιαστικό /ˈpse.fti/ γυναικείο επώνυμο.
1384 φτιάξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω.
1385 κότα Ουσιαστικό /ˈkota/ θηλυκό οικόσιτο πουλί (Gallus gallus) που εκτρέφεται κυρίως για τα αβγά του· το αρσενικό λέγεται κόκορας ή πετεινός και…
1386 προχωρήσει Ρήμα /pɾo.xoˈɾi.si/ θα προχωρήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προχωρώ.
1387 κώλος Ουσιαστικό /[ˈkolos]/ το μέρος του ρούχου που αντιστοιχεί στα οπίσθια.
1388 κοπελιά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπέλι.
1389 πληρώσουν Ρήμα θα πληρώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληρώνω.
1390 πλήρης Επίθετο /ˈpli.ɾis/ με μεγάλη ποσότητα από κάτι, γεμάτος.
1391 υπεράσπιση Ουσιαστικό /i.peˈɾa.spi.si/ ο/η συνήγορος ή η ομάδα των συνηγόρων που υπερασπίζονται ένα κατηγορούμενο.
1392 απώλειες Ουσιαστικό στερήσεις.
1393 άμυνα Ουσιαστικό ομάδα αρχικών κινήσεων όπου ενδιαφέρει το παίξιμο του μαύρου σε αντίθεση με το "άνοιγμα" όπου ενδιαφέρει το παίξιμο του…
1394 ξένος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈkse.nos/ για σύνολα που δεν έχουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους, που η τομή τους είναι το κενό σύνολο.
1395 αφοσίωση Ουσιαστικό /a.foˈsi.o.si/ η αποκλειστική φροντίδα για κάποιον.
1396 ύπαρξη Ουσιαστικό κάθε ζωντανό ον και κυρίως ο άνθρωπος.
1397 σκάσεις Ρήμα θα σκάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκάω.
1398 μεταφέρω Ρήμα /me.taˈfe.ɾo/ μετακινώ κάτι ή κάποιον από έναν τόπο σε άλλο ή από ένα σημείο σε άλλο, κυριολεκτικά ή νοερά.
1399 κεντρικά Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντρικό.
1400 διαβατήριο Ουσιαστικό /ði̯a.vaˈti.ɾi.o/ επίσημο ταξιδιωτικό έγγραφο, απαραίτητο για να ταξιδέψει κανείς στο εξωτερικό. Έχει μορφή μικρού βιβλιαρίου και φέρει τη…
1401 πείσει Ρήμα /ˈpi.si/ θα πείσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πείθω.
1402 καταθέσει Ρήμα θα καταθέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταθέτω.
1403 κουδούνι Ουσιαστικό /kuˈðu.ni/ ηλεκτρική συσκευή με κουμπί που παράγει ήχο. Τοποθετείται κοντά σε εξώπορτα σπιτιού ή στην είσοδο των κτιρίων.
1404 σύννεφα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύννεφο.
1405 φύλακα Ουσιαστικό /ˈfi.la.ka/ γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φύλακας.
1406 απειλές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειλή.
1407 παγωμένο Ρήμα /paɣoˈmeno/ nominative/accusative/vocative neuter singular of παγωμένος (pagoménos).
1408 πρακτικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /pɾa.ktiˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρακτικό.
1409 καταθέσεις Ουσιαστικό, Ρήμα θα καταθέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταθέτω.
1410 προστασίας Ουσιαστικό γενική ενικού του προστασία.
1411 ανέβει Ρήμα θα ανέβει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανεβαίνω.
1412 άλμα Ουσιαστικό η κίνηση ανθρώπου ή ζώου που με μιας βρίσκεται στον αέρα και περνάει πάνω από κάποιο εμπόδιο ή φτάνει σε θέση ψηλότερη α…
1413 σχολεία Ουσιαστικό /sxoˈʎa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολειό.
1414 άχρηστος Επίθετο /ˈa.xɾi.stos/ που έχει υποπέσει σε αχρηστία.
1415 ύφος Ουσιαστικό η επιλογή του τρόπου γραφής ή ομιλίας ανάλογα με την περίσταση, με το περιβάλλον, το περικείμενο.
1416 μετρό Ουσιαστικό /ˈme.tɾo/ η αριθμητική έκφραση με τη μορφή κλάσματος που γράφεται στην αρχή ενός κομματιού και μας δίνει την συνολική αξία των φθο…
1417 φέρετρο Ουσιαστικό /ˈfe.ɾe.tɾo/ ξύλινη συνήθως κάσα (κιβώτιο) μέσα στην οποία τοποθετείται ο νεκρός, για να ταφεί.
1418 βασίζεται Επίθετο γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βασίζομαι.
1419 ιός Ουσιαστικό /iˈos/ ιδιαίτερα μικροσκοπικός μολυσματικός παράγοντας ο οποίος, προκειμένου να αναπαραχθεί, πρέπει να εισέλθει στα κύτταρα ενό…
1420 προλάβω Ρήμα θα προλάβω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προλαβαίνω.
1421 συγχωρέστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ.
1422 ήλιου Ουσιαστικό /ˈi.ʎu/ γενική ενικού του ήλιος, λογιότερη μορφή του ήλιου.
1423 ενοχή Ουσιαστικό, Επίθετο /e.noˈçi/ η σχέση του νομικά υπόχρεου προς έναν δεύτερο, όπου η υποχρέωση μπορεί να λάβει τη μορφή παροχής (αγαθού ή υπηρεσίας) ή…
1424 ενθουσιασμένη Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενθουσιασμένος.
1425 διευθύντρια Ουσιαστικό θηλυκό του διευθυντής.
1426 σουίτα Ουσιαστικό /suˈita/ πολυτελές δωμάτιο ξενοδοχείου.
1427 τετράγωνα Ουσιαστικό, Επίθετο /teˈtɾa.ɣo.na/ neuter nominative/accusative/vocative plural of τετράγωνος (tetrágonos).
1428 περπατήσω Ρήμα θα περπατήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περπατώ.
1429 εκτέλεση Ουσιαστικό /ekˈtelesi/ πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή σε κατάσταση λειτουργίας.
1430 έξοδος Ουσιαστικό /ˈe.kso.ðos/ η απόπειρα διάσπασης του κλοιού πολιορκίας μιας πόλης από τους κατοίκους της που επιχειρούν να την εγκαταλείψουν μαζικά…
1431 συμφώνησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ.
1432 γενναία Επίθετο, Επίρρημα με γενναιότητα.
1433 κόλλα Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈko.la/ ουσία, συνήθως μίγμα νερού με αλεύρι ή ζάχαρη, που χρησιμοποιείται για να παραμείνει σκληρό και σιδερωμένο το τμήμα ή ολ…
1434 τιμόνι Ουσιαστικό /tiˈmoni/ όργανο του συστήματος διεύθυνσης των μεταφορικών μέσων, (εκτός ειδικών οχημάτων σκαπτικών, ερπυστριοφόρων, τρένων, τραμ…
1435 εκκλησίας Ουσιαστικό γενική ενικού του εκκλησιά.
1436 βγάλετε Ρήμα θα βγάλετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγάζω.
1437 ξίφος Ουσιαστικό /ˈksi.fos/ το αγχέμαχο όπλο, αποτελούμενο από μακρύ, χαλύβδινο και αιχμηρό έλασμα με μία ή δύο κόψεις και χειρολαβή, με ή χωρίς φυλ…
1438 πετάω Ρήμα /peˈta.o/ είμαι πολύ ικανός, αποδίδω στο έπακρο των δυνατοτήτων μου, νιώθω αγαλλίαση, μεγάλη χαρά.
1439 δίπλωμα Ουσιαστικό /ˈði.plo.ma/ έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται από κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή οργανισμό ότι κάποιος έχει ολοκληρώσει τις σπουδές το…
1440 κλέψεις Ρήμα θα κλέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλέβω.
1441 γεμάτα Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεμάτο.
1442 περαιτέρω Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα από ένα σημείο και μετά.
1443 εισβολή Ουσιαστικό η επίθεση ενός όγκου εχθρικών δυνάμεων που περνούν τα σύνορα και μπαίνουν σε μια χώρα με σκοπό τη λεηλασία ή τη μόνιμη κ…
1444 ζεστά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ˈze.sta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεστό.
1445 πάγκο Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1446 χεράκι Ουσιαστικό μικρό χέρι.
1447 ανακαλύψω Ρήμα θα ανακαλύψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανακαλύπτω.
1448 μπαταρία Ουσιαστικό αναμεικτική βρύση, υδατομίκτης-υδατομείκτης, μίκτης-μείκτης νερού, διπολική βρύση, βρύση ζεστού / κρύου νερού-ύδατος (μί…
1449 τρόμαξες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομάζω.
1450 τακτική Ουσιαστικό, Επίθετο /ta.ktiˈci/ συντονισμένες κινήσεις στρατιωτικών δυνάμεων, ελιγμοί και μέθοδοι που χρησιμοποιούνται σε μια μάχη.
1451 χρησιμοποιείται Ρήμα γ' ενικό οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής του ρήματος χρησιμοποιώ.
1452 ήτανε Ρήμα /ˈitane/
1453 τράπεζες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τράπεζα.
1454 άθλια Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άθλιος.
1455 μπλουζάκι Ουσιαστικό /bluˈzaci/ φτηνή ή/και μικρή μπλούζα.
1456 στέκομαι Ρήμα /ˈstekome/ είμαι (σε κάποια οικονομική κατάσταση).
1457 καπνό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του καπνός.
1458 ιστοσελίδα Ουσιαστικό /i.sto.seˈli.ða/ ένα από τα τεκμήρια του Παγκόσμιου Ιστού, στην απλούστερη περίπτωση ένα αρχείο HTML, που μπορεί να περιέχει κείμενα, εικ…
1459 στήλη Ουσιαστικό /ˈsti.li/ η στήλη ενός πίνακα στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων. Τα δεδομένα της στήλης είναι του ιδίου τύπου και λαμβάνουν τιμές α…
1460 πυροβολισμούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του πυροβολισμός.
1461 μεθυσμένη Ρήμα, Επίθετο nominative feminine singular of μεθυσμένος (methysménos).
1462 αποδεικτικά Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεικτικό.
1463 άρρωστο Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άρρωστος.
1464 δοθεί Ρήμα /ðoˈθi/ θα δοθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δίνομαι.
1465 συνέλαβαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω.
1466 ξεκούραση Ουσιαστικό η κατάσταση στην οποία κάποιος αποφεύγει την εργασία, ώστε να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να αναπτύξει και άλλες δρασ…
1467 ζητήσατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητώ.
1468 προτεραιότητα Ουσιαστικό /pɾo.te.ɾeˈo.ti.ta/ το να προηγείται κάποιος ή κάτι έναντι άλλων, χρονικά ή σε σειρά, το να πρέπει ή να δικαιούται να αντιμετωπιστεί ή να εξ…
1469 πρεσβεία Ουσιαστικό /pɾeˈzvi.a/ οτιδήποτε δίνεται σε μορφή προνομίου σε άτομα μεγάλης ηλικίας.
1470 φρουρά Ουσιαστικό στρατιωτική μονάδα ή απόσπασμα στρατιωτών ή αστυνομικών που φρουρεί ένα κτήριο ή μια τοποθεσία ή ένα δημόσιο πρόσωπο.
1471 επίθεσης Ουσιαστικό γενική ενικού του επίθεση.
1472 δίχως Ουσιαστικό, Πρόθεση (Ουσιαστικό).
1473 φωνάζω Ρήμα /foˈna.zo/ μιλώ με δυνατή φωνή για να ακουστώ καλά.
1474 Χασού Ουσιαστικό, Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χάνομαι.
1475 τοις Άρθρο /tis/ στους (αρσενικό) / στα (ουδέτερο) (χρησιμοποιείται σε εκφράσεις με δοτική πτώση από τα αρχαία ελληνική ή την καθαρεύουσα…
1476 πληρωμή Ουσιαστικό η καταβολή χρημάτων σε εργαζόμενο ή για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή την εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων.
1477 χτυπήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτύπημα.
1478 επικοινωνίας Ουσιαστικό γενική ενικού του επικοινωνία.
1479 Γέρα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα δυνατά, με δύναμη, με σθένος.
1480 φανώ Ρήμα θα φανώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φαίνομαι.
1481 ξένο Ουσιαστικό, Επίθετο το χημικό στοιχείο ξένον με κατάληξη της δημοτικής.
1482 προηγουμένως Επίρρημα /pro.i.ɣu.ˈme.nos/ για κάτι που προηγήθηκε χρονικά, έγινε στο κοντινό παρελθόν.
1483 απείλησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απειλώ.
1484 έπιπλα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έπιπλο.
1485 βαμπίρ Ουσιαστικό /vamˈpiɾ/ το είδος νυχτερίδας που τρέφεται και με το αίμα διαφόρων ζώων.
1486 περιλαμβάνει Ρήμα, Επίθετο /pe.ɾi.laɱˈva.ni/
1487 καπνός Ουσιαστικό /kaˈpnos/ μείγμα από αέρια και στερεά σωματίδια άνθρακα, το οποίο είναι αποτέλεσμα της καύσης ενός σώματος. Τα κύρια χαρακτηριστικ…
1488 πορνό Ουσιαστικό, Επίθετο /por.ˈno/ πορνογραφικός.
1489 μαξιλάρι Ουσιαστικό /ma.ksiˈla.ɾi/ οποιοδήποτε αντικείμενο με παρόμοια κατασκευή, π.χ. τα κινητά εξαρτήματα στους καναπέδες πάνω στα οποία καθόμαστε ή στηρ…
1490 συρτάρι Ουσιαστικό /siɾˈta.ɾi/ ειδικό κουτί (με χερούλι ή λαβή) που τοποθετείται σε ειδικούς χώρους ενός επίπλου και σύρεται προς τα έξω, για να προσθέ…
1491 ένστικτο Ουσιαστικό /ˈen.sti(ŋ).kto/ η έμφυτη εσωτερική παρόρμηση στον άνθρωπο και στα ζώα που οδηγεί σε πράξεις που εξυπηρετούν τη συντήρηση και την αναπαρα…
1492 ξανακάνω Ρήμα κάνω και πάλι.
1493 θεούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του θεός.
1494 πύλες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πύλη.
1495 γονιών Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του γονιός.
1496 υλικά Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλικό.
1497 παρθένα Ουσιαστικό /paɾˈθe.na/ γυναίκα με ακέραιο τον παρθενικό υμένα.
1498 Χρήσιμος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈxri.si.mos/ που έχει κάποια πρακτική χρήση, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί επωφελώς για κάποιο σκοπό.
1499 ισορροπία Ουσιαστικό /isoroˈpia/ (επιστήμες) κατάσταση κατά την οποία δεν φαίνονται μεταβολλές σε ένα σύστημα. Διακρίνεται σε στατική και δυναμική. Στη σ…
1500 λαού Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1501 κακούς Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του κακός.
1502 γραμματέα Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Γραμματέας.
1503 επιστήμονας Ουσιαστικό /e.piˈsti.mo.nas/ άνθρωπος που μπορεί να χρησιμοποιήσει την επιστημονική μέθοδο για να διεξάγει έρευνα και να εξελίξει τις γνώσεις ενός το…
1504 γροθιά Ουσιαστικό /[ɣɾoˈθça]/ το χτύπημα που καταφέρει κάποιος με την εξωτερική πλευρά της πρώτης φάλαγγας των δαχτύλων, ενώ αυτά είναι σφιχτά μαζεμέν…
1505 αυτοπεποίθηση Ουσιαστικό η πίστη κάποιου στον εαυτό του, ότι μπορεί να καταφέρει κάτι.
1506 αρχική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχικός.
1507 επείγοντα Επίθετο nominative/accusative/vocative neuter plural of επείγων (epeígon).
1508 ξένους Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του ξένος.
1509 τρέχοντας Ρήμα /ˈtɾe.xon.das/ μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τρέχω.
1510 νεκροτομείο Ουσιαστικό /nekɾotoˈmio/ ο χώρος στον οποίο γίνονται οι νεκροτομές.
1511 πεθάνετε Ρήμα θα πεθάνετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πεθαίνω.
1512 τοπική Ουσιαστικό, Επίθετο /to.piˈci/ η πτώση που δηλώνει κατεύθυνση προς τόπο.
1513 σύντομη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σύντομος.
1514 χάσετε Ρήμα θα χάσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χάνω.
1515 εγκαταστάσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκατάσταση.
1516 ερωμένη Ουσιαστικό /e.ɾoˈme.ni/ αυτή που διατηρεί παράνομη ή μη νομιμοποιημένη ερωτική σχέση με παντρεμένο.
1517 συνήθεια Ουσιαστικό /siˈni.θi.a/ παγιωμένος και μη υποχρεωτικός τρόπος συμπεριφοράς των μελών μεγαλύτερης ή μικρότερης ομάδας, έθιμο.
1518 μάνατζερ Ουσιαστικό /ˈma.na.d͡zeɾ/ σύμβουλος (επί οικονομικών κ.ά. ζητημάτων) ενός αθλητή, καλλιτέχνη κ.λπ.
1519 καημένο Ρήμα, Επίθετο accusative masculine singular of καημένος (kaïménos).
1520 πέσουν Ρήμα θα πέσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πέφτω.
1521 ζήτησαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητώ.
1522 ορυχείο Ουσιαστικό τόπος εξαγωγής ορυκτών.
1523 παρακολουθούμε Ρήμα /pa.ɾa.ko.luˈθu.me/
1524 μήλο Ουσιαστικό /ˈmilo/ τα μήλα του προσώπου: τα ζυγωματικά, το άνω τμήμα των παρειών.
1525 εφιάλτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφιάλτης.
1526 καημένη Ρήμα, Επίθετο nominative feminine singular of καημένος (kaïménos).
1527 πινακίδες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πινακίδα.
1528 περασμένο Ρήμα /peraˈzmeno/ nominative/accusative/vocative neuter singular of περασμένος (perasménos).
1529 ηρωίνη Ουσιαστικό ιδιαίτερα εθιστικό ισχυρό ναρκωτικό υπό μορφή λευκής κρυσταλλικής σκόνης.
1530 χόντρος Ουσιαστικό, Επίθετο /xonˈdɾos/ που έχει μεγάλο βάρος σε σχέση με το ύψος του, παχύς.
1531 ακαδημία Ουσιαστικό /akaðiˈmia/ συγκέντρωση επιστημόνων, λογίων και καλλιτεχνών με σκοπό την προώθηση και την καλή λειτουργία των τομέων τους.
1532 άχρηστο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άχρηστος.
1533 νομίζουμε Ρήμα α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του νομίζω.
1534 κοριτσιού Ουσιαστικό /ko.ɾiˈtsçu/ γυναικείο επώνυμο.
1535 δοκίμασα Ρήμα /ðoˈci.ma.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω.
1536 παρακαλούμε Ρήμα /pa.ra.kaˈlu.me/
1537 παιδικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παιδικός.
1538 επιβιώσει Ρήμα /e.pi.viˈo.si/ θα επιβιώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιβιώνω.
1539 ΟΠΑ Επιφώνημα, Φράση /ˈo.pa/ επιφώνημα που χρησιμοποιείται για να εκφράσουμε θαυμασμό, ειρωνεία, ξάφνιασμα.
1540 καλώδια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλώδιο.
1541 μάχες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάχη.
1542 επίσημο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επίσημος.
1543 ποντίκι Ουσιαστικό /ponˈdi.ci/ μικρή συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης.
1544 πρόδωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προδίδω.
1545 τρέξιμο Ουσιαστικό /ˈtɾe.ksi.mo/ πολλές δουλειές που απαιτούν πολύπλοκες ενέργειες.
1546 παραμικρή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμικρός.
1547 συνάντησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναντώ.
1548 λαδί Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈlaði/ το έλαιο που παράγεται από τη σύνθλιψη των καρπών του δέντρου της ελιάς, το ελαιόλαδο.
1549 δικηγόρους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του δικηγόρος.
1550 χι Ουσιαστικό /çi/ το όνομα του εικοστού δεύτερου γράμματος του ελληνικού αλφάβητου (χ, κεφαλαίο: Χ). (δέκατο έκτο στην αρχαία).
1551 πυροβόλησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ.
1552 ψεύτρα Ουσιαστικό /ˈpse.ftɾa/ αυτή που λέει ψέματα, που ψεύδεται.
1553 τετράγωνο Ουσιαστικό, Επίθετο /teˈtɾa.ɣo.no/ παραλληλόγραμμο που είναι ορθογώνιο και ρόμβος, έχει δηλαδή τέσσερις ίσες πλευρές και τέσσερις ορθές γωνίες.
1554 φτιάξουν Ρήμα θα φτιάξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτιάχνω.
1555 μετακόμισε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετακομίζω.
1556 θόρυβος Ουσιαστικό /ˈθo.ɾi.vos/ κάθε τι που παρεμποδίζει τη λήψη ραδιοηλεκτρικούς σήματος και τη μετάδοση πληροφορίας.
1557 εποχής Ουσιαστικό genitive singular of εποχή (epochí).
1558 γερουσιαστής Ουσιαστικό /ʝe.ɾu.si.aˈstis/ το μέλος της γερουσίας, σε χώρες με δύο νομοθετικά σώματα.
1559 γεμίσει Ρήμα θα γεμίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γεμίζω.
1560 σκοινί Ουσιαστικό /[sciˈni]/ το υλικό κατασκευασμένο από μακριές, εύκαμπτες ίνες, συνήθως φυτικές ή συνθετικές.
1561 εργασίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργασία.
1562 πήδηξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πηδώ.
1563 κείνη Αντωνυμία /ˈci.ni/ nominative/accusative/vocative feminine singular of κείνος (keínos).
1564 πρόσεξες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέχω.
1565 δισεκατομμύρια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισεκατομμύριο.
1566 θαυμάζω Ρήμα /θavˈma.zo/ εντυπωσιάζομαι με κάτι ή κάποιον, μένω έκθαμβος, αισθάνομαι θαυμασμό.
1567 σκηνές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκηνή.
1568 τμήματος Ουσιαστικό /ˈtmi.ma.tos/ γενική ενικού του τμήμα.
1569 μεγάλους Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του μεγάλος.
1570 βαθύ Ουσιαστικό, Επίθετο /vaˈθi/ γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του βαθύς.
1571 σκοτώνω Ρήμα /skoˈto.no/ πουλάω κάτι σε τιμή χαμηλότερη της αξίας του.
1572 θησαυρό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του θησαυρός.
1573 γυρεύεις Ρήμα
1574 λάμψη Ουσιαστικό /ˈlam.psi/ η ακτινοβολία, το να μεταδίδει κάποιος το φως του πολιτισμού και της γνώσης.
1575 οικονομία Ουσιαστικό /i.ko.noˈmi.a/ διοικητικές και νομικές διαχειριστικές πράξεις ενός ή πολλών φυσικών προσώπων ή νομικών προσώπων που σχετίζονται με την…
1576 έζησε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζω.
1577 στοιχείων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του στοιχειό.
1578 ανακαλύψουμε Ρήμα θα ανακαλύψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανακαλύπτω.
1579 αποστολής Ουσιαστικό /a.poˈsto.lis/ ανδρικό επώνυμο.
1580 σκυλάκι Ουσιαστικό είδος καλλωπιστικού φυτού (Antirrhinum majus) του οποίου το άνθος θυμίζει ανοικτό στόμα σκύλου.
1581 επιχειρήσεων Ουσιαστικό γενική πληθυντικού του επιχείρηση.
1582 ειρήνης Ουσιαστικό γενική ενικού του ειρήνη.
1583 καφετέρια Ουσιαστικό το κατάστημα όπου σερβίρεται καφές και άλλα ροφήματα, ποτά ή φαγώσιμα.
1584 συμβουλίου Ουσιαστικό γενική ενικού του συμβούλιο.
1585 δικηγόροι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικηγόρος.
1586 πέθανες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω.
1587 τσέπες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσέπη.
1588 μονές Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονή.
1589 σκέτο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σκέτος.
1590 συνεχιστεί Ρήμα /si.ne.çiˈsti/
1591 ικανή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ικανός.
1592 συλλάβω Ρήμα θα συλλάβω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνω.
1593 πετάξουμε Ρήμα θα πετάξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετώ.
1594 πυροβολισμοί Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροβολισμός.
1595 στενή Ουσιαστικό, Επίθετο /steˈni/ ονομασία οικισμών της Ελλάδας και της Κύπρου.
1596 παρατήσει Ρήμα θα παρατήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρατώ.
1597 πουλάω Ρήμα /puˈla.o/ μεταφέρω ορισμένο αγαθό ή δικαίωμα ενάντι χρηματικής αποζημίωσης.
1598 ευθύνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθύνη.
1599 επηρεάσει Ρήμα θα επηρεάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επηρεάζω.
1600 μπουκάλια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκάλι.
1601 διακοπή Ουσιαστικό /ði̯a.koˈpi/ το αποτέλεσμα του διακόπτω.
1602 κοκτέιλ Ουσιαστικό ποτό που παρασκευάζεται αναμειγνύοντας διαφόρα οινοπνευματωδη ή γλυκά ποτά ή/και χυμούς φρούτων. Συνήθως έχει ξενική ονο…
1603 βορρά Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βορράς.
1604 μεγάλου Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του μεγάλος.
1605 κοιτάξουμε Ρήμα θα κοιτάξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοιτάζω.
1606 κιτ Ουσιαστικό /ˈkit/ η θήκη με εργαλεία για διάφορες εργασίες καθώς και το σύνολο εργαλείων για μια εργασία.
1607 κρίνω Ρήμα /ˈkɾi.no/ δικάζω, αποφασίζω, βγάζω απόφαση.
1608 έπεσες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέφτω.
1609 έσπασα Ρήμα /ˈe.spa.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάω.
1610 δολοφονίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολοφονία.
1611 ιερέα Ουσιαστικό genitive/accusative/vocative singular of ιερέας (ieréas).
1612 έμπορος Ουσιαστικό /ˈem.bo.ɾos/ που δεν ενδιαφέρεται για την ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών που παρέχει αλλά μόνο για το κέρδος.
1613 εκπληκτική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπληκτικός.
1614 προστατεύσει Ρήμα θα προστατεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προστατεύω.
1615 όσες Αντωνυμία /ˈo.ses/ ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους του όσος.
1616 χριστού Ουσιαστικό, Επίθετο επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1617 εκστρατεία Ουσιαστικό /ek.straˈti.a/ η προετοιμασία και η έξοδος στρατού από μια χώρα, με σκοπό τον πόλεμο εναντίον άλλου στρατού.
1618 φυτό Ουσιαστικό /fiˈto/ ζωντανός οργανισμός ριζωμένος στο έδαφος από το οποίο απορροφά νερό ως πηγή θρεπτικών στοιχείων, και μετατρέπει την ηλια…
1619 γιατρού Ουσιαστικό /ʝaˈtɾu/ γενική ενικού του γιατρός.
1620 εμπόριο Ουσιαστικό /emˈbo.ɾi.o/ η οικονομική δραστηριότητα που αποσκοπεί στην αποκόμιση κέρδους από την αγορά και μεταπώληση αγαθών.
1621 δόθηκε Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του δίνω.
1622 χαρούμενοι Ρήμα /xaˈɾu.me.ni/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρούμενος.
1623 γελοία Επίθετο, Επίρρημα nominative feminine singular of γελοίος (geloíos).
1624 εκτίμηση Ουσιαστικό /eˈkti.mi.si/ ο υπολογισμός αξίας ή τιμής ενός αντικειμένου.
1625 κόπανος Ουσιαστικό το χοντρό και βαρύ αντικείμενο με το οποίο κοπανάμε τα ρούχα όταν τα πλένουμε στη νεροτριβή ή στη θάλασσα.
1626 μόλυνση Ουσιαστικό /ˈmo.lin.si/ η εισαγωγή σε ζώντα οργανισμό παθογόνων μικροοργανισμών και ο συνακόλουθος πολλαπλασιασμός τους, με αποτέλεσμα την ασθέν…
1627 νοσοκομείου Ουσιαστικό γενική ενικού του νοσοκομείο.
1628 ομολόγησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ομολογώ.
1629 όρθιος Επίθετο /ˈoɾ.θi.os/ που στέκεται σε κατακόρυφη στάση.
1630 συνεργείο Ουσιαστικό η τεχνική εγκατάσταση με απαραίτητο εξοπλισμό επισκευής μηχανών και των εξαρτημάτων τους.
1631 ποντίκια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποντίκι.
1632 οχυρό Ουσιαστικό, Επίθετο /o.çiˈɾo/ οχυρωμένο φρούριο ή θέση, απ’ όπου αμύνονται οι αμυνόμενοι.
1633 χρησιμοποιηθεί Ρήμα θα χρησιμοποιηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρησιμοποιούμαι.
1634 υπηρέτρια Ουσιαστικό /i.piˈɾe.tɾi.a/ γυναίκα που εργάζεται (και πολλές φορές μένει) σε ένα σπίτι φροντίζοντας την καθαριότητα, το μαγείρεμα και όλες τις άλλε…
1635 ζητάμε Ρήμα /ziˈta.me/
1636 σχεδιάσει Ρήμα θα σχεδιάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σχεδιάζω.
1637 καταστρέψουμε Ρήμα θα καταστρέψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταστρέφω.
1638 χαμένα Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμένο.
1639 εργαλείο Ουσιαστικό /eɾ.ɣaˈli.o/ το αντικείμενο ειδικά σχεδιασμένο και κατασκευασμένο ώστε να διευκολύνει την εκτέλεση μιας εργασίας.
1640 αναστατωμένη Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναστατωμένος.
1641 νόμιμο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νόμιμος.
1642 τρίχα Ουσιαστικό /ˈtɾi.xa/ νηματοειδές υλικό που φυτρώνει στο δέρμα των περισσότερων θηλαστικών.
1643 τάρα Ουσιαστικό το ελάττωμα, το κληρονομικό κουσούρι.
1644 μοιραστούμε Ρήμα θα μοιραστούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μοιράζομαι.
1645 μόνους Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του μονός.
1646 κουβέρτα Ουσιαστικό /[kuˈvɛɾta]/ ύφασμα, μάλλινο ή βαμβακερό, που χρησιμοποιείται πάνω από τα σεντόνια του κρεβατιού για να προστατεύει από το κρύο.
1647 χάρισμα Ουσιαστικό /ˈxa.ɾi.zma/ γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Χάρισμας.
1648 κινέζικο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κινεζικός.
1649 οντισιόν Ουσιαστικό η ακρόαση.
1650 Χοντρή Ουσιαστικό, Επίθετο /xoˈdri/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντρός.
1651 αρνηθώ Ρήμα θα αρνηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρνούμαι.
1652 ζούσα Ρήμα
1653 σταυρό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του σταυρός.
1654 κανόνα Ουσιαστικό /kaˈno.na/ γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κανόνας.
1655 αντίρρηση Ουσιαστικό /anˈdi.ɾi.si/ η έκφραση αντίθετης άποψης, η διαφωνία, ο αντίλογος.
1656 ταχυδρομείο Ουσιαστικό /taçiðɾoˈmio/ η κρατική ή δημόσια υπηρεσία που παραλαμβάνει, μεταφέρει και παραδίδει επιστολές και δέματα.
1657 αφέντης Ουσιαστικό /aˈfen.dis/ ο κυρίαρχος, ο κύριος.
1658 παρατήρησα Ρήμα /pa.ɾaˈti.ɾi.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατηρώ.
1659 κράτος Ουσιαστικό /ˈkɾa.tos/ πολιτικά οργανωμένο σύνολο ανθρώπων (λαός) που είναι εγκατεστημένο μόνιμα σε μια καθορισμένη εδαφική έκταση (χώρα) και δ…
1660 εθνικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εθνικός.
1661 αποκτήσει Ρήμα θα αποκτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποκτώ.
1662 κουμάντο Ουσιαστικό η διαχείριση, η διεύθυνση.
1663 εξαίρεση Ουσιαστικό /eˈkse.ɾe.si/ exception: σφάλμα, κατά την διάρκεια εκτέλεσης προγράμματος Η/Υ όταν ο κώδικας είναι συντακτικά σωστός, όπως όταν επιχει…
1664 μπάτσο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του μπάτσος.
1665 επάγγελμα Ουσιαστικό /eˈpaŋ.ɡel.ma/ η μόνιμη εργασία για βιοπορισμό.
1666 απόρρητο Ουσιαστικό, Επίθετο αυτό που δεν μπορεί ή δεν πρέπει να ειπωθεί, να ανακοινωθεί.
1667 υπέθεσα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθέτω.
1668 τράπεζας Ουσιαστικό γενική ενικού του τράπεζα.
1669 νοίκι Ουσιαστικό /ˈni.ci/ το ενοίκιο.
1670 παράνομη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράνομος.
1671 φροντίσεις Ρήμα θα φροντίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φροντίζω.
1672 ισπανικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /i.spa.niˈka/ η ισπανική γλώσσα.
1673 υπέγραψε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπογράφω.
1674 κλάρα Ουσιαστικό φυτικό διακοσμητικό σχέδιο σε ύφασμα.
1675 τραγικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τραγικός.
1676 αρκετούς Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του αρκετός.
1677 πυρομαχικά Ουσιαστικό βλήματα, εκρηκτική ύλη, φυσίγγια και άλλα εφόδια για τη λειτουργία των πυροβόλων όπλων.
1678 απέτυχε Ρήμα /aˈpe.ti.ce/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω.
1679 κάρα Ουσιαστικό /ˈka.ɾa/ γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καράς.
1680 π Ουσιαστικό /p/ το πι πεζό: το δέκατο έκτο γράμμα (και ενδέκατο σύμφωνο) του ελληνικού αλφαβήτου.
1681 στόχους Ουσιαστικό /ˈsto.xus/ αιτιατική πληθυντικού του στόχος.
1682 σταθερό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σταθερός.
1683 βαρεθεί Ρήμα θα βαρεθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βαριέμαι.
1684 κλειδαριά Ουσιαστικό /kli.ðaˈɾʝa/ Μηχανισμός που ασφαλίζει την είσοδο ενός χώρου (σπιτιού, καταστήματος, δωματίου, κτλ...) με τη βοήθεια ενός κλειδιού.
1685 άγαλμα Ουσιαστικό /ˈa.ɣal.ma/ τρισδιάστατο γλυπτό έργο τέχνης, που αναπαριστά συνήθως άνθρωπο ή ζώο.
1686 τζάμπα Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈd͡zaba/ γυναικείο επώνυμο.
1687 ζωντανούς Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του ζωντανός.
1688 ηθικό Ουσιαστικό, Επίθετο /i.θiˈko/ ψυχική δύναμη, ευψυχία, ευδιαθεσία, κυρίως σε στιγμές δοκιμασίας, ταλαιπωρίας ή στέρησης.
1689 παράξενος Επίθετο /paˈɾaksenos/ που δεν μοιάζει με ό,τι μας είναι γνωστό και οικείο.
1690 παρουσίαση Ουσιαστικό /pa.ɾuˈsi.a.si/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρουσιάζω.
1691 ακίνητη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακίνητος.
1692 ξεκουράσου Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζομαι.
1693 περιοδεία Ουσιαστικό /pe.ɾi.oˈði.a/ προγραμματισμένο ταξίδι με διαδοχικές στάσεις σε συγκεκριμένες πόλεις ή χωριά για ορισμένο σκοπό.
1694 αφήσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνω.
1695 παράδεισος Ουσιαστικό /paˈra.ði.sos/ σύμφωνα με μερικές θρησκείες, ο αιώνιος τόπος γαλήνης και ευτυχίας, όπου πηγαίνουν οι ψυχές των ανθρώπων, όταν αυτοί πεθ…
1696 υπολοχαγός Ουσιαστικό /i.po.lo.xaˈɣos/ Κατώτερος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του ανθυπολοχαγού και κατώτερο του λοχαγού. Συντομογραφία: υπλγ…
1697 σεξουαλικά Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σεξουαλικός.
1698 έγκριση Ουσιαστικό /ˈeŋ.ɡɾi.si/ η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εγκρίνω· η επίσημη ή ανεπίσημη, προφορική ή γραπτή, αποδοχή και συμφωνία ενός αρμόδιου…
1699 μιλήστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μιλώ.
1700 σχόλιο Ουσιαστικό /ˈsxo.li.o/ οι επεξηγήσεις, παρατηρήσεις, διευκρινήσεις που γράφονται σε πηγαίο κώδικα, με ειδικούς συμβολισμούς, ώστε να διευκολύνε…
1701 επανορθώσω Ρήμα θα επανορθώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επανορθώνω.
1702 παραδέξου Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι.
1703 ποσοστό Ουσιαστικό /po.soˈsto/ τμήμα ενός συνολικού ποσού (Χ τοις εκατό - % ή τοις χιλίοις - ‰).
1704 ακοής Ουσιαστικό /a.koˈis/ γενική ενικού του ακοή.
1705 λέιζερ Ουσιαστικό /ˈlei̯.zeɾ/ συσκευή που παράγει ακτινοβολία σε δέσμες φωτός μεγάλης ισχύος.
1706 γραμμένο Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γραμμένος.
1707 λύσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈli.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λύση.
1708 μνήμης Ουσιαστικό /ˈmnimis/ genitive singular of μνήμη (mními).
1709 Ότου Ουσιαστικό, Αντωνυμία χρησιμοποιείται μόνο στους συνδεσμικούς τύπους: μέχρις ότου, έως ότου και ως δεύτερο συνθετικό στο σύνδεσμο αφότου.
1710 έγγραφο Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈeŋ.ɣra.fo/ το κείμενο που έχει συνταχθεί με επίσημο τρόπο και φέρει στοιχεία του συντάκτη (ατόμου ή φορέα), στοιχεία του αποδέκτη ή…
1711 ελέγχεις Ρήμα /eˈleŋ.çis/
1712 παιδάκι Ουσιαστικό /peˈða.ci/ έδεσμα που παρασκευάζεται από τα πλευρά του θώρακα του ζώου τα οποία είναι τεμαχισμένα εγκάρσια, κατά μήκος του διάκενου…
1713 συλλάβει Ρήμα θα συλλάβει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνω.
1714 Χαριτωμένη Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαριτωμένος.
1715 παίκτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παίκτης.
1716 κατάφεραν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω.
1717 κατασκευή Ουσιαστικό δημιουργία, φτιάξιμο, σύνθεση ενός πράγματος.
1718 ανάπτυξη Ουσιαστικό /aˈna.pti.ksi/ ο προγραμματισμός ηλεκτρονικού υπολογιστή, η δημιουργία λογισμικού.
1719 εκπλήξεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκπληξη.
1720 πολεμιστές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεμιστής.
1721 πυρήνα Ουσιαστικό /piˈɾi.na/ γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πυρήνας.
1722 πίνακας Ουσιαστικό /ˈpi.na.kas/ ειδική δομή αποθήκευσης ομοειδών στοιχείων με μία προκαθορισμένη διάταξη η οποία υπακούει σε ένα κανόνα αρίθμησης κατά τ…
1723 πλούσιο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πλούσιος.
1724 μέντιουμ Ουσιαστικό που υποτίθεται πως επικοινωνεί με το υπερπέραν και τα πνεύματα, που μεσολαβεί μεταξύ του υπερφυσικού και του αισθητού κό…
1725 ραντάρ Ουσιαστικό /[ɾaˈdaɾ]/ συσκευή που εντοπίζει στον χώρο αντικείμενα με την χρήση ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας.
1726 προσπαθήσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ.
1727 κάλεσαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλώ.
1728 τρέξει Ρήμα θα τρέξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρέχω.
1729 διάρρηξη Ουσιαστικό το να παραβιάζει κανείς κάποιον κλειδωμένο ή κλειστό χώρο, προκειμένου να κλέψει.
1730 γαμημένε Ρήμα /ɣamiˈmene/ κλητική ενικού του γαμημένος.
1731 εγκέφαλος Ουσιαστικό /eɲˈɟe.fa.los/ το όργανο του ανθρώπου και των άλλων ζώων που βρίσκεται μέσα στο κρανίο, δέχεται και επεξεργάζεται τα σήματα των αισθητή…
1732 θετικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θετικός.
1733 σαφές Επίθετο /saˈfes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σαφής.
1734 βάσει Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈva.si/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1735 κλείδωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλειδώνω.
1736 ανακούφιση Ουσιαστικό /a.naˈku.fi.si/ η απαλλαγή από μια δυσάρεστη κατάσταση, συναίσθηση κλπ.
1737 υπογράψω Ρήμα θα υπογράψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπογράφω.
1738 διαφυγής Ουσιαστικό genitive singular of διαφυγή (diafygí).
1739 αξιοπρέπεια Ουσιαστικό /aksioˈpɾepia/ η αίσθηση που έχει ένας άνθρωπος όταν οι άλλοι τον σέβονται και όταν ο ίδιος νιώθει ότι έχει κάποια αξία.
1740 παντρεύτηκες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι.
1741 άλμπουμ Ουσιαστικό βιβλίο μέσα στο οποίο βάζουμε φωτογραφίες, γραμματόσημα, κλπ.
1742 κλαίω Ρήμα /ˈkleo/ τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου (και κάποτε φωνάζω), εξαιτίας κάποιας (ευχάριστης ή -συνήθως- δυσάρεστης) ψυχικής αναταρ…
1743 αναγνώρισε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω.
1744 μυστικός Ουσιαστικό, Επίθετο /mis.tiˈkos/ που είναι κρυφός, που δεν θέλουμε να τον μάθει ο κόσμος.
1745 τρίτος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈtɾitos/ που ακολουθεί τον δεύτερο, που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν τρία (3).
1746 καταδική Ουσιαστικό, Επίθετο η απόφαση δικαστηρίου με την οποία κρίνεται ένοχος ο κατηγορούμενος και του επιβάλλεται ποινή.
1747 κυνηγήσει Ρήμα θα κυνηγήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κυνηγώ.
1748 υπογράψεις Ρήμα θα υπογράψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπογράφω.
1749 πολεμιστής Ουσιαστικό /po.le.misˈtis/ ο στρατιώτης, ο μαχητής.
1750 πληγώσω Ρήμα θα πληγώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληγώνω.
1751 ξαναπάρω Ρήμα /ksa.naˈpa.ɾo/
1752 μοίρες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοίρα.
1753 τυχερό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τυχερός.
1754 ανθρωποκτονία Ουσιαστικό /anθɾopoktoˈnia/ η αφαίρεση ανθρώπινης ζωής.
1755 αναστατωμένος Ρήμα που έχει αναστατωθεί, που έχει ανησυχήσει για κάτι.
1756 ενοχές Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοχή.
1757 δούλεψα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δουλεύω.
1758 ταγματάρχης Ουσιαστικό ανώτερος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του λοχαγού και κατώτερο του αντισυνταγματάρχη. Είναι διοικητής…
1759 ομίχλη Ουσιαστικό /oˈmi.xli/ μετεωρολογικό φαινόμενο κατά το οποίο μεγάλη μάζα υδρατμών που έχει κατέβει πολύ κοντά στο έδαφος περιορίζει αισθητά την…
1760 αναστολή Ουσιαστικό η αναβολή εκτέλεσης μιας ποινής για καθορισμένο χρονικό διάστημα· εάν αυτό το διάστημα περάσει χωρίς ο καταδικασμένος να…
1761 κλείσουν Ρήμα θα κλείσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλείνω.
1762 μπέικον Ουσιαστικό /ˈbei̯.kon/ κρέας από τη πλάτη ή από τα πλευρά του χοίρου, που το διατηρούμε καπνιστό ή αλατισμένο.
1763 παράτησα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατώ.
1764 αργήσουμε Ρήμα θα αργήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αργώ.
1765 κλειδωμένη Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλειδωμένος.
1766 προσωπικότητα Ουσιαστικό /[pɾɔsɔpiˈkɔtita]/ τα ατομικά ψυχικά και πνευματικά γνωρίσματα και συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν μοναδικά έναν άνθρωπο, ο ιδιαίτερος χαρακ…
1767 πιστέψουν Ρήμα θα πιστέψουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιστεύω.
1768 μπαστούνι Ουσιαστικό /baˈstuni/ ραβδί για την υποβοήθηση της βάδισης.
1769 βιομηχανία Ουσιαστικό /vi.o.mi.xaˈni.a/ τομέας παραγωγής προϊόντων που γίνεται κυρίως με τη χρήση μηχανών για την κατεργασία ή μεταποίηση πρώτων υλών.
1770 κόστισε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοστίζω.
1771 άραγε Επίρρημα, Σύνδεσμος /ˈaɾaʝe/ used to convey wonder or questioning, roughly equivalent to I wonder.
1772 δύναμης Ουσιαστικό /ˈði.na.mis/ γενική ενικού του δύναμη.
1773 βασικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βασικός.
1774 υγιής Ουσιαστικό, Επίθετο /i.ʝiˈis/ (Ουσιαστικό).
1775 συμφωνούμε Ρήμα /siɱ.foˈnu.me/
1776 μυρίζω Ρήμα /miˈɾi.zo/ αποκτώ ή καταφέρνω κάτι με μη συμβατικό μέσο ή (και) τρόπο.
1777 δράσης Ουσιαστικό γενική ενικού του δράση.
1778 άρπαξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρπάζω.
1779 σπρώξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω.
1780 σφυρί Ουσιαστικό /sfiˈri/ ξύλινο εξάρτημα με μάλλινη επένδυση, που χτυπά τη χορδή του πιάνου, έχοντας πάρει εντολή από το πλήκτρο.
1781 προειδοποιήσω Ρήμα θα προειδοποιήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προειδοποιώ.
1782 νευρική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευρικός.
1783 δολοφόνου Ουσιαστικό γενική ενικού του δολοφόνος.
1784 ποτήρια Ουσιαστικό χτύπημα με χρήση ποτηριού ως όπλο (στο κεφάλι, κατά κανόνα).
1785 ερωτική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτικός.
1786 χωρίσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζω.
1787 άνω Επίρρημα /ˈa.no/ upper, over.
1788 φασαρίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασαρία.
1789 νικήσω Ρήμα θα νικήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νικώ.
← B1 Level B2 of 6 C1 →

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, CEFR level, and more.

Open Dictionary