HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δίπλωμα | Babel Free

Noun CEFR B2 Standard
/ˈði.plo.ma/

Ορισμοί

  1. το τσάκισμα ενός αντικειμένου με τέτοιο τρόπο, ώστε η αρχική επιφάνειά να μειώνεται κατά το ήμισυ
  2. έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται από κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή οργανισμό ότι κάποιος έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του ή ότι έχει επάρκεια γνώσεων
  3. διπλωμένο έγγραφο που διασφαλίζει το περιεχόμενο του με σφραγίδα
  4. η άδεια οδήγησης
    familiar

Ισοδύναμα

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δίπλωμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course