Meaning of θέαμα | Babel Free
/ˈθe.a.ma/Ορισμοί
- η εικόνα αντικειμένων ή γεγονότων που βλέπει μπροστά του ο παρατηρητής ή θεατής, ικανή να προξενήσει συναισθηματικές αντιδράσεις
- η δημόσια οργανωμένη παρουσίαση, κυρίως με σκοπό την ψυχαγωγία (δημόσιο θέαμα)
- η παράσταση καλλιτεχνικού χαρακτήρα, ιδίως θέατρο ή κινηματογράφος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Όπως ο εκκεντρικός άνεργος ή ο συμβασιούχος γίνονται θέαμα μέσα από πράξεις αυτοεξευτελισμού (π.χ. τηλεοπτικά μεταδιδόμενη απόπειρα αυτοκτονίας ή αυτοβασανισμός ή δημόσια έκθεση οικογενειακών δυσλειτουργιών), έτσι και ο τηλεσχολιαστής αυτοσκηνοθετείται για τις ανάγκες του θεάματος (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών. Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών και χρεοκοπία, εκδ. Ίκαρος, 2015)”
“μεγαλοπρεπές θέαμα”
“θλιβερό θέαμα”
“μαγευτικό θέαμα”
“φόρος δημοσίων θεαμάτων”
“φτηνό θέαμα”
“κόσμος του θεάματος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.