Meaning of πρεσβεία | Babel Free
pɾeˈzvi.aΟρισμοί
- η διπλωματική αντιπροσωπεία μιας χώρας σε μια άλλη χώρα
- οτιδήποτε δίνεται σε μορφή προνομίου σε άτομα μεγάλης ηλικίας
- γυναικείο όνομα
-
το κτίριο στο οποίο εδρεύει αυτή η αντιπροσωπεία figuratively
Παραδείγματα
“Η γυναίκα μου εργάζεται στην ελληνική πρεσβεία.”
“Οι πρεσβείες βρίσκονται πάντα στη πρωτεύουσα της χώρας.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.