HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πρεσβεία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Standard
pɾeˈzvi.a

Ορισμοί

  1. η διπλωματική αντιπροσωπεία μιας χώρας σε μια άλλη χώρα
  2. οτιδήποτε δίνεται σε μορφή προνομίου σε άτομα μεγάλης ηλικίας
  3. γυναικείο όνομα
  4. το κτίριο στο οποίο εδρεύει αυτή η αντιπροσωπεία
    figuratively

Ισοδύναμα

47 more languages
Azərbaycan dilisəfirlik
Българскипосо́лство
Catalàambaixada
Ελληνικάαρχαιότητα
Esperantoambasadorejo
فارسیسفارت
Gaeilgeambasáid
Bahasa Indonesiaambasadekedutaan
Íslenskasendiráð
ქართულისაელჩო
Kurdîsefaret
Кыргызчаулуулук
Lietuviųambasada
Latviešuvēstniecība
Македонскиамбасада
Bahasa Melayukedutaan
Românăambasadă
Slovenčinaveľvyslanectvo
Slovenščinaveleposlaništvo
中文大使館
繁體中文大使館

Παραδείγματα

“Η γυναίκα μου εργάζεται στην ελληνική πρεσβεία.”
“Οι πρεσβείες βρίσκονται πάντα στη πρωτεύουσα της χώρας.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πρεσβεία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free