HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αυτοπεποίθηση | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Standard

Ορισμοί

η πίστη κάποιου στον εαυτό του, ότι μπορεί να καταφέρει κάτι

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Αν απαντούσε με αυτοπεποίθηση πως ήξερε ότι η ίδια αποτελούσε τον μεγάλο του έρωτα, κινδύνευε να αυτογελοιοποιηθεί, σε περίπτωση που της το διέψευδε (Πέλα Σουλτάτου, Ανκόρ, εκδ. Καστανιώτη, 2015)”
“Ο Γιώργος έχει διαβάσει πολύ καλά για τις εξετάσεις, αλλά δυστυχώς του λείπει η αυτοπεποίθηση”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αυτοπεποίθηση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course