HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ξεκούραση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Standard

Ορισμοί

  1. η κατάσταση στην οποία κάποιος αποφεύγει την εργασία, ώστε να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να αναπτύξει και άλλες δραστηριότητες
  2. η αίσθηση που έχει κάποιος που απαλλάσσεται από την κούραση

Ισοδύναμα

3 more languages
Bosanskirešt
Hrvatskirešt
Српскиrešt

Παραδείγματα

“Χρειάζεσαι λίγη ξεκούραση μετά τη δουλειά.”

You need some rest after work.

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ξεκούραση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free