HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αφοσίωση | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Standard
/a.foˈsi.o.si/

Ορισμοί

  1. το αποτέλεσμα του αφοσιώνομαι
  2. η απόλυτη ενασχόληση με κάτι
  3. η αποκλειστική φροντίδα για κάποιον

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Είναι μεγάλη η αφοσίωσή του στην επιστήμη, στο λειτούργημα που υπηρετεί”
“Η αφοσίωσή της στους γονείς της ήταν απόλυτη. Τους φρόντισε τα τελευταία χρόνια της ζωής τους.”
“※ Ο Χότζα με κάθε ευκαιρία ενίσχυε την αφοσίωση στη ΕΣΣΔ, καταδικάζοντας τον μέχρι τώρα εχθρό, τον τιτοϊσμό. «Να καταπολεμείται ο τιτοϊσμός ως η πιο επικίνδυνη κλίκα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και τις λαϊκές δημοκρατίες (Γκίνη Ελένη, «Ο πολιτικός λόγος του Ενβέρ Χότζα και η ιδιοτυπία του αλβανικού σοσιαλισμού», Πρωτεύουσα μεταπτυχιακή εργασία, ΑΠΘ, Φιλοσοφική Σχολή, Θεσσαλονίκη 2012 https://ikee.lib.auth.gr/record/132299/files/GRI-2013-10831.pdf)”
“※ Εξαιρετικοί χαρακτήρες, λεπτοδουλεμένοι, πλήθος στοιχείων της κουβανικής κουλτούρας, μπαρόκ περιγραφές και κρατερά συναισθήματα φιλίας και αφοσίωσης (Λεονάρδο Παδούρα: «Αφηγούμαι την ιστορία μιας γενιάς ανθρώπων που είναι ηττημένοι», epohi.gr, 4/7/2022, https://epohi.gr/articles/leonardo-padoyra-afhgoymai-thn-istoria-mias-genias-anthropon-poy-einai-htthmenoi/)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αφοσίωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course