HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τεχνική

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Frequent
te.çniˈci

Ορισμοί

  1. οι εμπειρικές ή / και επιστημονικές μέθοδοι εκτέλεσης μιας εργασίας, ενός έργου, και επίτευξης κάποιου στόχου ή ενός αποτελέσματος
  2. οι ιδιαιτερότητες στον τρόπο εργασίας ενός καλλιτέχνη

Ισοδύναμα

39 more languages
Afrikaanstegniek
العربيةأسلوب
Catalàtècnica
Češtinatechnika
Danskteknik
فارسیتکنیک
Galegotécnica
עבריתטכניקה
हिन्दीतकनीक
Magyartechnika
Bahasa Indonesiateknik
Íslenskatækni
Italianotecnica
日本語技術
ភាសាខ្មែរតិកនិក
한국어기술
Te Reo Māoritaera
Македонскитехника
मराठीतंत्र
Bahasa Melayuteknik
Nederlandstechniek
Polskitechnika
Portuguêstécnica
Românătehnică
Русскийтехника
Српскитехника
Svenskateknik
Tagalogaghimo
Türkçeteknik
Українськатехніка
O'zbekchauslub
Tiếng Việtkỹ thuật

Παραδείγματα

“Η νέα τεχνική βοηθά τους χειρουργούς να δουλεύουν πιο γρήγορα.”

The new technique helps surgeons work faster.

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τεχνική σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free