Meaning of τεχνικοποίηση | Babel Free
/te.xni.koˈpi.i.si/Ορισμοί
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της μετατροπής κάποιου ή κάτι σε τεχνικό
neologism
Παραδείγματα
“※ Η υποβάθμιση του δημοσιογραφικού λειτουργήματος ξεκίνησε από την «τεχνικοποίησή» του μέσα από τις σχολές των ΜΜΕ, στις οποίες βρήκαν στέγη –διατί να το κρύψωμεν;– και κάποιοι με… αχαλίνωτο ego που ήθελαν να περιφέρουν σε σαλόνια τους πανεπιστημιακούς τίτλους τους. (Απόστολος Λακασάς, Το μέικ απ, τα φούμαρα και οι (άγνωστες) λέξεις, Η Καθημερινή, 5 Μαΐου 2016)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.