HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του οχυρό | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B2 Standard
o.çiˈɾo

Ορισμοί

  1. οχυρωμένο φρούριο ή θέση, απ’ όπου αμύνονται οι αμυνόμενοι
  2. οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε αντιστέκεται σθεναρά σε κάτι
    figuratively

Ισοδύναμα

العربية قبو مخبأ
Беларуская бу́нкер
Български бункер пясъчник
བོད་སྐད འཇིང་རག
Čeština bunkr pevnost tvrz
Ελληνικά καταφύγιο
English Bunker fortress fortress Stronghold
Esperanto bunkro
Español bunker fortaleza
فارسی پناهگاه
Հայերեն բունկեր
Italiano bunker fortezza Rocca
ქართული ბუნკერი
한국어 벙커 엄체호 엄폐호 토치카
Македонски бункер
Nederlands bunker veste vesting
Română buncăr
Српски bunker ham бункер
Svenska bunker bunkra
Türkçe hisar
Українська бункер кріпосний
Tiếng Việt boong-ke boongke hầm

Παραδείγματα

“※ Η καστροπολιτεία του Γερακίου είναι στην ενδοχώρα της επαρχίας Μονεμβασίας, ενώ το οχυρό της Ζαραφώνας αποτελεί συνοριακό φυλάκιο, δορυφορικό του σαφώς σημαντικότερου Γερακίου. […] Η Καστάνιτσα ήταν οχυρωμένη καστροπολιτεία με κάστρο και πύργο που ανάγεται στην εποχή του Δεσποτάτου και χτίστηκε από τους Βυζαντινούς ήδη από τον 14ο αιώνα.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη οχυρό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free