Σημασία του οχυρό | Babel Free
o.çiˈɾoΟρισμοί
- οχυρωμένο φρούριο ή θέση, απ’ όπου αμύνονται οι αμυνόμενοι
-
οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε αντιστέκεται σθεναρά σε κάτι figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Η καστροπολιτεία του Γερακίου είναι στην ενδοχώρα της επαρχίας Μονεμβασίας, ενώ το οχυρό της Ζαραφώνας αποτελεί συνοριακό φυλάκιο, δορυφορικό του σαφώς σημαντικότερου Γερακίου. […] Η Καστάνιτσα ήταν οχυρωμένη καστροπολιτεία με κάστρο και πύργο που ανάγεται στην εποχή του Δεσποτάτου και χτίστηκε από τους Βυζαντινούς ήδη από τον 14ο αιώνα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free