HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

οχυρό

Ουσιαστικό CEFR B2 Standard
o.çiˈɾo

Ορισμοί

  1. οχυρωμένο φρούριο ή θέση, απ’ όπου αμύνονται οι αμυνόμενοι
  2. οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε αντιστέκεται σθεναρά σε κάτι
    figuratively

Ισοδύναμα

31 more languages

Παραδείγματα

“※ Η καστροπολιτεία του Γερακίου είναι στην ενδοχώρα της επαρχίας Μονεμβασίας, ενώ το οχυρό της Ζαραφώνας αποτελεί συνοριακό φυλάκιο, δορυφορικό του σαφώς σημαντικότερου Γερακίου. […] Η Καστάνιτσα ήταν οχυρωμένη καστροπολιτεία με κάστρο και πύργο που ανάγεται στην εποχή του Δεσποτάτου και χτίστηκε από τους Βυζαντινούς ήδη από τον 14ο αιώνα.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη οχυρό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free