Meaning of σκάλα | Babel Free
/ˈska.la/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κάθοδο
- Σκάλα του Μιλάνο, διάσημη αίθουσα για όπερες
-
κλίμακα με κυλιόμενες βαθμίδες, για άνοδο και κάθοδο χωρίς κόπο (κυλιόμενη σκάλα) figuratively
- μεταφέρσιμη κατασκευή, ξύλινη ή μεταλλική, που είναι φορητή από άνθρωπο ή τοποθετημένη σε ειδικό (συνήθως πυροσβεστικό) όχημα, για να τοποθετείται όπου μας εξυπηρετεί, για άνοδο και για κάθοδο
- αποβάθρα, λιμάνι
- επίνειο : (η κοντινή πόλη που έχει λιμάνι)
-
μονάδα μέτρησης που ισούται με 14.400 τετραγωνικά πόδια Cypriot
- η μπαγκίνα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.