σκάλα
Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κάθοδο
- Σκάλα του Μιλάνο, διάσημη αίθουσα για όπερες
-
κλίμακα με κυλιόμενες βαθμίδες, για άνοδο και κάθοδο χωρίς κόπο (κυλιόμενη σκάλα) figuratively
- μεταφέρσιμη κατασκευή, ξύλινη ή μεταλλική, που είναι φορητή από άνθρωπο ή τοποθετημένη σε ειδικό (συνήθως πυροσβεστικό) όχημα, για να τοποθετείται όπου μας εξυπηρετεί, για άνοδο και για κάθοδο
- αποβάθρα, λιμάνι
- επίνειο : (η κοντινή πόλη που έχει λιμάνι)
-
μονάδα μέτρησης που ισούται με 14.400 τετραγωνικά πόδια Cypriot
- η μπαγκίνα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ανεβήκαμε τη σκάλα μέχρι τον τελευταίο όροφο.”
We climbed the staircase up to the top floor.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free