Σημασία του σκάλα | Babel Free
ˈska.laΟρισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κάθοδο
- Σκάλα του Μιλάνο, διάσημη αίθουσα για όπερες
-
κλίμακα με κυλιόμενες βαθμίδες, για άνοδο και κάθοδο χωρίς κόπο (κυλιόμενη σκάλα) figuratively
- μεταφέρσιμη κατασκευή, ξύλινη ή μεταλλική, που είναι φορητή από άνθρωπο ή τοποθετημένη σε ειδικό (συνήθως πυροσβεστικό) όχημα, για να τοποθετείται όπου μας εξυπηρετεί, για άνοδο και για κάθοδο
- αποβάθρα, λιμάνι
- επίνειο : (η κοντινή πόλη που έχει λιμάνι)
-
μονάδα μέτρησης που ισούται με 14.400 τετραγωνικά πόδια Cypriot
- η μπαγκίνα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Ισοδύναμα
Български
стълбище
English
Escalator
Gangway
ladder
ladder
Larnaca
Pier
Rung
Skala
Stair
staircase
staircase
stairs
stairway
Esperanto
ŝtuparo
Eesti
trepp
Euskara
eskailera
Suomi
portaat
Gàidhlig
staidhre
עברית
מדרגות
ქართული
კიბე
ខ្មែរ
ជណ្ដើរ
Português
escadaria
Slovenčina
schody
Українська
сходи
中文
楼梯
ZH-TW
樓梯
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free