HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σκάλα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Frequent
ˈska.la

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κάθοδο
  3. Σκάλα του Μιλάνο, διάσημη αίθουσα για όπερες
  4. κλίμακα με κυλιόμενες βαθμίδες, για άνοδο και κάθοδο χωρίς κόπο (κυλιόμενη σκάλα)
    figuratively
  5. μεταφέρσιμη κατασκευή, ξύλινη ή μεταλλική, που είναι φορητή από άνθρωπο ή τοποθετημένη σε ειδικό (συνήθως πυροσβεστικό) όχημα, για να τοποθετείται όπου μας εξυπηρετεί, για άνοδο και για κάθοδο
  6. αποβάθρα, λιμάνι
  7. επίνειο : (η κοντινή πόλη που έχει λιμάνι)
  8. μονάδα μέτρησης που ισούται με 14.400 τετραγωνικά πόδια
    Cypriot
  9. η μπαγκίνα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Ισοδύναμα

32 more languages

Παραδείγματα

“Ανεβήκαμε τη σκάλα μέχρι τον τελευταίο όροφο.”

We climbed the staircase up to the top floor.

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σκάλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free