HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σκάλα | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Frequent
/ˈska.la/

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κάθοδο
  3. Σκάλα του Μιλάνο, διάσημη αίθουσα για όπερες
  4. κλίμακα με κυλιόμενες βαθμίδες, για άνοδο και κάθοδο χωρίς κόπο (κυλιόμενη σκάλα)
    figuratively
  5. μεταφέρσιμη κατασκευή, ξύλινη ή μεταλλική, που είναι φορητή από άνθρωπο ή τοποθετημένη σε ειδικό (συνήθως πυροσβεστικό) όχημα, για να τοποθετείται όπου μας εξυπηρετεί, για άνοδο και για κάθοδο
  6. αποβάθρα, λιμάνι
  7. επίνειο : (η κοντινή πόλη που έχει λιμάνι)
  8. μονάδα μέτρησης που ισούται με 14.400 τετραγωνικά πόδια
    Cypriot
  9. η μπαγκίνα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Ισοδύναμα

English ladder Larnaca Stair

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σκάλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course