Meaning of κρέμα | Babel Free
/ˈkɾe.ma/Ορισμοί
- το λίπος του γάλακτος που εμφανίζεται στην επιφάνεια μετά από δυνατή ανάδευση· χρησιμοποιείται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική
- μείγμα με βούτυρο, αβγά, άμυλο, ζάχαρη κι άλλα υλικά, το οποίο σερβίρεται σαν επιδόρπιο ή γλύκισμα
- καλλυντικό ή φαρμακευτικό παρασκεύασμα με ημίρρευστη υφή, το οποίο αλείφεται
Ισοδύναμα
English
cream
Παραδείγματα
“ενυδατική κρέμα”
moisturising cream
“※ Αυτή η γκανάς σοκολάτας είναι η τελειότερη κρέμα που μπορείτε να φτιάξετε: λεία, βελούδινη, σταθερή και γεμάτη πλούσια σοκολατένια γεύση. Ιδανική για γέμιση, επικάλυψη, αλλά και για κορμούς και τούρτες. (Γκανάς σοκολάτας (Ganache) για επικάλυψη κορμού και τούρτας, ανακτήθηκε στις 12/11/2025, argiro.gr https://www.argiro.gr/recipe/gkanas-krema-sokolatas-gia-epikalupsi-kormou-kai-tourtas/)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.