Meaning of κρεμάλα | Babel Free
/kɾeˈmala/Ορισμοί
- ξύλινη, συνήθως, κατασκευή από όπου κρέμεται σκοινί με θηλιά και που χρησιμοποιούνταν για τις εκτελέσεις θανατικής καταδίκης με απαγχονισμό
-
ο απαγχονισμός, το κρέμασμα figuratively
-
πολύ αυστηρή ποινή σε εκφράσεις όπως: figuratively
-
μεγάλη στενοχώρια σε εκφράσεις όπως figuratively
-
χιουμοριστικός χαρακτηρισμός του γάμου, της παντρειάς figuratively, offensive
- παιχνίδι με λέξεις, κατά το οποίο ένας παίκτης γράφει το αρχικό και το τελευταίο γράμμα μιας λέξης, αφήνοντας ανάμεσά τους παύλες για τα υπόλοιπα· ένας άλλος παίκτης καλείται να μαντέψει σωστά τα ενδιάμεσα γράμματα, πριν σχεδιαστεί, με κάθε λάθος του, ολόκληρο ένα ανθρωπάκι που κρέμεται σε κρεμάλα
Παραδείγματα
“η υπόθεση σηκώνει κρεμάλα, πάω για κρεμάλα, θέλει κρεμάλα”
“※ Ήρωες νέοι μη σας τρομάζουν Δίκες κρεμάλες και άλλες ποινές.”
“Είναι λες και τον πάνε για κρεμάλα (είναι πολύ στενοχωρημένος)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.