HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εξαίρεση | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Standard
/eˈkse.ɾe.si/

Ορισμοί

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξαιρώ
  2. exception: σφάλμα, κατά την διάρκεια εκτέλεσης προγράμματος Η/Υ όταν ο κώδικας είναι συντακτικά σωστός, όπως όταν επιχειρείται διαίρεση με το μηδέν ή πληκτρολόγηση κειμένου σε αριθμητική μεταβλητή. Σφάλμα που δεν έχει προβλεφτεί η αντιμετώπισή του.

Ισοδύναμα

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εξαίρεση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course