Meaning of διάβολος | Babel Free
/ˈðʝa.vo.los/Ορισμοί
- ο Εωσφόρος, αυτός που προσπαθεί να διαβάλλει τον Θεό στους ανθρώπους, το πνεύμα του κακού, ο αρχηγός των δαιμόνων
- ανδρικό επώνυμο
-
άνθρωπος που ασκεί τις ικανότητές του για να πετύχει το κακό figuratively
-
άνθρωπος πανέξυπνος figuratively
Ισοδύναμα
English
devil
Παραδείγματα
“Ο διάβολος ζει στην κόλαση.”
The Devil lives in Hell.
“Μια χαρά ήμασταν και τότε ήρθε αυτός ο διάβολος.”
We were fine and this devil came along.
“Βρε, τον διάβολο, κανείς δεν μπορεί να τον πιάσει.”
That (little) devil, no one can catch him.
“Θα πας στον διάβολο!”
You'll go to hell!
“Τι θέλεις και πας σ’ αυτόν τον διάβολο;”
Why are you going to that hellhole?
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.