Σημασία του ομολογία | Babel Free
omoloˈʝiaΟρισμοί
- η αναγνώριση της πατρότητας μιας (άδικης) πράξης, η παραδοχή της ενοχής από αυτόν που διέπραξε κάτι το παράνομο ή το ανήθικο
- η δημόσια διακήρυξη της χριστιανικής πίστης
- χριστιανικό δόγμα ή εκκλησία
- τίτλος με τον οποίο αναγνωρίζεται στον κάτοχό του το δικαίωμα στην αποπληρωμή τμήματος ενός δανείου, ομόλογο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Αν περιμένεις από αυτήν να παραδεχτεί λάθος, θα περιμένεις πολύ· δεν έχει δώσει ποτέ της ομολογία.”
If you're waiting for her to admit wrongdoing, you'll be waiting a long time; she has never given a confession.
“Το δικαστήριο περιμένει να ακούσει την ομολογία του δολοφόνου.”
The court is waiting to hear the murderer's confession.
“ομολογία πίστεως”
profession of faith
“λαχειοφόρα ομολογία”
premium bond
“ληξιπρόθεσμη ομολογία”
matured bond
“ομολογία δανείου”
loan bond
“ονομαστική ομολογία”
registered bond
“η ομολογία χεριού και ποδιού”
the homology of arms and legs
“η ομολογία του κατηγορουμένου για το αποτρόπαιο έγκλημα συντάραξε την κοινή γνώμη”
“Σήμερα γίνονται πολλοί Διάλογοι της Εκκλησίας μας με άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, με άλλες Ομολογίες και άλλες Θρησκείες (Ιερόθεος, Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, "Οι τέσσερις στόχοι της ιεραρχίας", άρθρο στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 15 Νοεμβρίου 1998)”
“Πρόταση για την απόκτηση μέρους ή του συνόλου καλυμμένων ομολογιών που είχε εκδώσει στο παρελθόν υπέβαλε η Εθνική Τράπεζα, με στόχο την ενίσχυση της κεφαλαιακής της βάσης (από άρθρο της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 4 Ιανουαρίου 2012)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free