HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δάχτυλο

Ουσιαστικό CEFR B2 Frequent
ˈða.xti.lo

Ορισμοί

  1. κάθε μία από τις αρθρωτές άκρες των χεριών και των ποδιών ανθρώπων και ζώων
  2. μονάδα μήκους, περίπου 2 εκατοστά

Ισοδύναμα

40 more languages
Afrikaansvinger
العربيةإصبع
Българскипръст
Bosanskifinger
Catalàdit
Danskfinger
Esperantofingro
Gàidhligmeur
עבריתאצבע
हिन्दीउंगलीउगली
Hrvatskifinger
Magyarujj
Հայերենմատ
Íslenskafingur
日本語のそのそ
한국어손가락
Kurdîtil
Latinadigitus
Lingálamosaimosapi
Bahasa Melayujari
Nederlandscijferduimnummerteenvinger
Portuguêsartelhodedodígitopolegada
Românădeget
Shqipgisht
Српскиfinger
Svenskafinger
Tagalogdaliri
Українськапалець
繁體中文手指英吋

Παραδείγματα

“δάχτυλο χεριού”

finger

“δάχτυλο του ποδιού”

toe

“τα πέντε δάχτυλα του χεριού”
“※ Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)”
“άλλες μορφές: δάκτυλο”
“βάλε ένα δάχτυλο κρασί”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δάχτυλο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free