Meaning of δάχτυλο | Babel Free
/ˈða.xti.lo/Ορισμοί
- κάθε μία από τις αρθρωτές άκρες των χεριών και των ποδιών ανθρώπων και ζώων
- μονάδα μήκους, περίπου 2 εκατοστά
Ισοδύναμα
English
finger
Παραδείγματα
“δάχτυλο χεριού”
finger
“δάχτυλο του ποδιού”
toe
“τα πέντε δάχτυλα του χεριού”
“※ Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)”
“άλλες μορφές: δάκτυλο”
“βάλε ένα δάχτυλο κρασί”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.