Meaning of ακολουθώ | Babel Free
/a.ko.luˈθo/Ορισμοί
- πηγαίνω πίσω από κάποιον άλλον διανύοντας την ίδια διαδρομή με αυτόν
- πολυτονική γραφή του ακολουθώ
- διανύω μια προκαθορισμένη διαδρομή προσέχοντας να μην ξεφύγω από αυτήν
-
ενεργώ σύμφωνα με μια αρχή ή ένα πρότυπο figuratively
-
για την εξέλιξη ενός μεγέθους figuratively
- είμαι ο επόμενος σε μια ακολουθία στοιχείων
- έρχομαι ως συνέπεια προηγούμενων γεγονότων
Παραδείγματα
“Ακολούθησε τον Οδυσσέα στην αυλή.”
He/She/It followed Odysseas into the yard.
“Της είχε γίνει έμμονη ιδέα και τον ακολουθούσε όπου πήγαινε κατά πόδας.”
“Μπορείς να ακολουθήσεις μια συντομότερη διαδρομή.”
“ακολουθώ την καρδιά μου / ακολουθώ τον δρόμο της καρδιάς / δεν ακολουθώ τη γραμμή κανενός κόμματος”
“Φθίνουσα πορεία ακολουθεί ο πληθυσμός των μικρών νησιών.”
“Μετά την πρώτη φάση του PSI ακολουθεί η δεύτερη.”
“Ποιος ξέρει τι θα ακολουθήσει μετά τις σημερινές εξελίξεις!”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.