ακολουθώ
Ορισμοί
- πηγαίνω πίσω από κάποιον άλλον διανύοντας την ίδια διαδρομή με αυτόν
- πολυτονική γραφή του ακολουθώ
- διανύω μια προκαθορισμένη διαδρομή προσέχοντας να μην ξεφύγω από αυτήν
-
ενεργώ σύμφωνα με μια αρχή ή ένα πρότυπο figuratively
-
για την εξέλιξη ενός μεγέθους figuratively
- είμαι ο επόμενος σε μια ακολουθία στοιχείων
- έρχομαι ως συνέπεια προηγούμενων γεγονότων
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ακολουθώ.
Ισοδύναμα
22 more languages
Bosanskiganjatigonitilovitiprogonitisprovestisprovodititeratitjeratiгањатигонитиловитипрогонитиспровестиспроводититератитјерати
Češtinasprovodit
Hrvatskiganjatigonitilovitiprogonitisprovestisprovodititeratitjeratiгањатигонитиловитипрогонитиспровестиспроводититератитјерати
Bahasa Indonesiaantar
Íslenskafylgja
Italianoescort
Kurdîkêm
Portuguêsseguir
Српскиganjatigonitilovitiprogonitisprovestisprovodititeratitjeratiгањатигонитиловитипрогонитиспровестиспроводититератитјерати
Türkçerefakat etmek
Παραδείγματα
“Ακολούθησε τον Οδυσσέα στην αυλή.”
He/She/It followed Odysseas into the yard.
“Της είχε γίνει έμμονη ιδέα και τον ακολουθούσε όπου πήγαινε κατά πόδας.”
“Μπορείς να ακολουθήσεις μια συντομότερη διαδρομή.”
“ακολουθώ την καρδιά μου / ακολουθώ τον δρόμο της καρδιάς / δεν ακολουθώ τη γραμμή κανενός κόμματος”
“Φθίνουσα πορεία ακολουθεί ο πληθυσμός των μικρών νησιών.”
“Μετά την πρώτη φάση του PSI ακολουθεί η δεύτερη.”
“Ποιος ξέρει τι θα ακολουθήσει μετά τις σημερινές εξελίξεις!”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free