Meaning of όριο | Babel Free
/ˈo.ri.o/Ορισμοί
- σύνορο
- χωριό της Εύβοιας
- χωριό της Εύβοιας, άλλη γραφή του Όριο
-
το σημείο που βρίσκεται στην άκρη ή σε κάποιον ακρότατο τόπο figuratively, literally
-
ό,τι διαχωρίζει πράγματα, καταστάσεις, χρονικές περιόδους κ.λπ. ή βρίσκεται ανάμεσά τους figuratively
- η τιμή στην οποία συγκλίνει μια ακολουθία, δηλαδή η κοινή τιμή του ανώτερου και του κατώτερου ορίου μιας ακολουθίας
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.