Σημασία του όριο | Babel Free
ˈo.ri.oΟρισμοί
- σύνορο
- χωριό της Εύβοιας
- χωριό της Εύβοιας, άλλη γραφή του Όριο
-
το σημείο που βρίσκεται στην άκρη ή σε κάποιον ακρότατο τόπο figuratively, literally
-
ό,τι διαχωρίζει πράγματα, καταστάσεις, χρονικές περιόδους κ.λπ. ή βρίσκεται ανάμεσά τους figuratively
- η τιμή στην οποία συγκλίνει μια ακολουθία, δηλαδή η κοινή τιμή του ανώτερου και του κατώτερου ορίου μιας ακολουθίας
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Το ποτάμι αποτελεί το φυσικό όριο ανάμεσα στα δύο χωριά.”
The river forms the natural boundary between the two villages.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free