HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εγκληματίας | Babel Free

Noun masculine CEFR B2 Frequent
/eŋ.ɡli.maˈti.as/

Ορισμοί

  1. που έχει αποδεδειγμένα διαπράξει έγκλημα, βαρύ ποινικό αδίκημα
  2. που έχει κάνει κάτι ηθικά απαράδεκτο
    figuratively

Ισοδύναμα

English criminal Felon

Παραδείγματα

“※ H εξάπλωση του Ιντερνετ έφερε την τεχνογνωσία της δικτυοπειρατείας (hacking) στα χέρια απατεώνων, η δράση και τα κίνητρα των οποίων δεν διαφέρουν από αυτά των κοινών εγκληματιών. Οικονομικό όφελος, ξέπλυμα χρήματος, κλοπές, πόλεμος συμφερόντων, δολιοφθορά, κατασκοπεία. (Δικτυοπειρατεία με νέες μεθόδους, εφημ. Καθημερινή, 21/11/2004 https://www.kathimerini.gr/society/201082/diktyopeirateia-me-nees-methodoys/)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εγκληματίας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course