Σημασία του αμάν | Babel Free
aˈmanΟρισμοί
- δυσάρεστη έκπληξη, στεναχώρια
- δυσαρέσκεια, αποδοκιμασία
- απόγνωση
- αγανάκτηση
- θαυμασμό, χαρά
- ξελάφρωμα μετά από δοκιμασία/ταλαιπωρία
- επιθυμία, ανυπόμονη
Ισοδύναμα
العربية
وي
Català
ostres
Čeština
ajcem trajcem
hle
jé
jej
jejda
jejdanánku
jejdanenky
jejej
jejku
jémine
ježiš
paní
proboha
sakryš
šmankote
Deutsch
ach nein
brr
ei
Jong
Mann
Manometer
Mensch
oh nein
potz
sakra
tschüsch
um Gottes willen
verdamm mich!
verdammt
English
blimey
blimey
damn
damn
damn
damn
damn
for God's sake
gosh
my God
oh boy
oh man
oh no
whoa
wow
Suomi
älä
helkkari
hemmetti
Herra varjele
Herran tähden
huh huh
jukra
jukranpujut
juku
juukeli
juupeli
peijakas
ptruu
taivaan tähden
vau
vautsi-vau
voi ei
Français
bigre
bigre
bon sang
crénom
diantre
fichtre
ho
mazette
mince
mon Dieu
oh boy
oh là là
oh non
ouah
ouh là
vivement
wow
zut
עברית
למען השם
Bahasa Melayu
alamak
Polski
a niech to
do cholery
jeja
na Boga
na litość boską
na miłość boską
no
o nie
obłęd
prr
pru
rany boskie
rany Julek
rany koguta
wow
Kiswahili
jamani
ไทย
หูย
Tagalog
naku
Παραδείγματα
“Αμάν! Ξέχασα τα κλειδιά. Γυρνάμε πίσω...”
“Αμάν βρε παιδάκι μου! Πού τό 'χεις το μυαλό σου;”
“Αμάν τι πάθαμε... Θα μείνουμε από βενζίνη...”
“Αμάν! βρε γυναίκα... Κάτσε επιτέλους ήσυχη! Με ζάλισες πια...”
“Αμάν! Τι όμορφα που είναι εδώ την άνοιξη. Το καλοκαίρι είναι όλα κίτρινα...”
“Ουφ αμάν!... Επιτέλους φτάσαμε!”
“Αμάν να έρθουν οι διακοπές !”
“※ Ο παππούς πρόσθετε ότι «οι βλάχοι και οι πρόσφυγες από την Τουρκίαν συχνάζουν εις κατώτερον είδος διασκεδαστηρίων, εις τα λεγόμενα «καφέ αμάν», όπου, το λέγει η λέξις, ακούγονται αμανέδες - Αμάν Μέμο, Κουζούμ, Μέμο! Γιαβρούμ Μέμο! Σεκέρ, Μέμο! Εβλιάτ, Μέμο! - με υπόκρουσιν σαντουρίου, φλαούτου και κλαρίνου (Τριανταφύλλου Σώτη, Το τυφλό γουρούνι στη Δεύτερη οδό, εκδ. Πατάκης, 2025)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free