Meaning of αμάν | Babel Free
/aˈman/Ορισμοί
- δυσάρεστη έκπληξη, στεναχώρια
- δυσαρέσκεια, αποδοκιμασία
- απόγνωση
- αγανάκτηση
- θαυμασμό, χαρά
- ξελάφρωμα μετά από δοκιμασία/ταλαιπωρία
- επιθυμία, ανυπόμονη
Παραδείγματα
“Αμάν! Ξέχασα τα κλειδιά. Γυρνάμε πίσω...”
“Αμάν βρε παιδάκι μου! Πού τό 'χεις το μυαλό σου;”
“Αμάν τι πάθαμε... Θα μείνουμε από βενζίνη...”
“Αμάν! βρε γυναίκα... Κάτσε επιτέλους ήσυχη! Με ζάλισες πια...”
“Αμάν! Τι όμορφα που είναι εδώ την άνοιξη. Το καλοκαίρι είναι όλα κίτρινα...”
“Ουφ αμάν!... Επιτέλους φτάσαμε!”
“Αμάν να έρθουν οι διακοπές !”
“※ Ο παππούς πρόσθετε ότι «οι βλάχοι και οι πρόσφυγες από την Τουρκίαν συχνάζουν εις κατώτερον είδος διασκεδαστηρίων, εις τα λεγόμενα «καφέ αμάν», όπου, το λέγει η λέξις, ακούγονται αμανέδες - Αμάν Μέμο, Κουζούμ, Μέμο! Γιαβρούμ Μέμο! Σεκέρ, Μέμο! Εβλιάτ, Μέμο! - με υπόκρουσιν σαντουρίου, φλαούτου και κλαρίνου (Τριανταφύλλου Σώτη, Το τυφλό γουρούνι στη Δεύτερη οδό, εκδ. Πατάκης, 2025)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.