Meaning of άλλοθι | Babel Free
/ˈaloθi/Ορισμοί
- η οποιαδήποτε βεβαίωση ότι ο κατηγορούμενος ποινικής δίκης βρισκόταν σε διαφορετικό τόπο κατά τον χρόνο τέλεσης του αποδιδόμενου σ΄ αυτόν αδικήματος
-
η δικαιολογία που χρησιμοποιεί κάποιος, προκειμένου να αποκρούσει επικρίσεις ή κατηγορίες figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ακλόνητο άλλοθι·”
solid alibi
“ψεύτικο άλλοθι·”
false alibi
“Είχε ατράνταχτο άλλοθι· ήταν μαζί της όλη την βραδιά του εγκλήματος.”
He had a rock-solid alibi: he was with her the whole night of the crime.
“Ο καθένας χρησιμοποιεί το άλλοθι ότι είχε κακά παιδικά χρόνια.”
Everyone uses the excuse that they had a bad childhood.
“※ Είπαμε: ορμάς, βουτάς, κάνω ότι σε πυροβολώ, γίνεσαι και βρισκόμαστε μετά για τη μοιρασιά. Δεν είναι τόσο απλό και το ξέρεις. Πρέπει να έχω μια δικαιολογημένη απουσία από το γραφείο, να έχω ένα άλλοθι και, προπάντων, να γίνω μπουχός, όπως είπες, χωρίς να με πιάσουν (Πέτρος Μαρτινίδης, Σε περίπτωση πυρκαϊάς, εκδ. Νεφέλη, 1999 , σελ. 59)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.