HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

άλλοθι

Ουσιαστικό CEFR B2 Frequent
ˈaloθi

Ορισμοί

  1. η οποιαδήποτε βεβαίωση ότι ο κατηγορούμενος ποινικής δίκης βρισκόταν σε διαφορετικό τόπο κατά τον χρόνο τέλεσης του αποδιδόμενου σ΄ αυτόν αδικήματος
  2. η δικαιολογία που χρησιμοποιεί κάποιος, προκειμένου να αποκρούσει επικρίσεις ή κατηγορίες
    figuratively

Ισοδύναμα

30 more languages

Παραδείγματα

“ακλόνητο άλλοθι·”

solid alibi

“ψεύτικο άλλοθι·”

false alibi

“Είχε ατράνταχτο άλλοθι· ήταν μαζί της όλη την βραδιά του εγκλήματος.”

He had a rock-solid alibi: he was with her the whole night of the crime.

“Ο καθένας χρησιμοποιεί το άλλοθι ότι είχε κακά παιδικά χρόνια.”

Everyone uses the excuse that they had a bad childhood.

“※ Είπαμε: ορμάς, βουτάς, κάνω ότι σε πυροβολώ, γίνεσαι και βρισκόμαστε μετά για τη μοιρασιά. Δεν είναι τόσο απλό και το ξέρεις. Πρέπει να έχω μια δικαιολογημένη απουσία από το γραφείο, να έχω ένα άλλοθι και, προπάντων, να γίνω μπουχός, όπως είπες, χωρίς να με πιάσουν (Πέτρος Μαρτινίδης, Σε περίπτωση πυρκαϊάς, εκδ. Νεφέλη, 1999 , σελ. 59)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη άλλοθι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free