Meaning of βρέχει | Babel Free
/[ˈvreçi]/Ορισμοί
- για τη βροχόπτωση, το φυσικό φαινόμενο της βροχής, ρίχνει βροχή, πέφτει βροχή
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βρέχω
-
για κάτι που πέφτει ή που έρχεται σε μεγάλη ποσότητα (σαν βροχή) figuratively
Ισοδύναμα
English
it's raining
Παραδείγματα
“※ Η μπουγάδα είχε τελειώσει, τα ρούχα ήταν απλωμένα στην ταράτσα, ο καιρός μουντός αλλά τουλάχιστον δεν έβρεχε (Ευγενία Φακίνου, Στο αυτί της αλεπούς, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)”
“βρέχει λεφτά”
“«βρέχει φωτιά στη στράτα μου...» (στίχος τραγουδιού)”
“Βρέχει κάθε μέρα το πεζοδρόμιο με νερό για να μη μπαίνει σκόνη στο μαγαζί.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.