HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του βρέχει | Babel Free

Ρήμα CEFR B2 Standard
[ˈvreçi]

Ορισμοί

  1. για τη βροχόπτωση, το φυσικό φαινόμενο της βροχής, ρίχνει βροχή, πέφτει βροχή
  2. γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βρέχω
  3. για κάτι που πέφτει ή που έρχεται σε μεγάλη ποσότητα (σαν βροχή)
    figuratively

Ισοδύναμα

Bosanski kišni prsi
Čeština déšť deštný dešťový pršet prší
Deutsch DEST es regnet Regen regnen schiffen
Ελληνικά βρέχω βροχή
Suomi sataa
Français eau grêle Il pleut pleuvoir pluie rain
Gàidhlig sil
ગુજરાતી વરસાદ પડે છે
Hrvatski kišni prsi
ქართული წვიმს
ខ្មែរ ភ្លៀង
한국어 비가 와요
Македонски врне
Nederlands het regent regen regenen
Română ploua
Српски kišni prsi
Українська дощовий
Tiếng Việt mưa
Yorùbá ojo n rọ
中文 滂沱大雨

Παραδείγματα

“※ Η μπουγάδα είχε τελειώσει, τα ρούχα ήταν απλωμένα στην ταράτσα, ο καιρός μουντός αλλά τουλάχιστον δεν έβρεχε (Ευγενία Φακίνου, Στο αυτί της αλεπούς, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)”
“βρέχει λεφτά”
“«βρέχει φωτιά στη στράτα μου...» (στίχος τραγουδιού)”
“Βρέχει κάθε μέρα το πεζοδρόμιο με νερό για να μη μπαίνει σκόνη στο μαγαζί.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βρέχει σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free