θαυμάζω
Ορισμοί
- εντυπωσιάζομαι με κάτι ή κάποιον, μένω έκθαμβος, αισθάνομαι θαυμασμό
- παρατηρώ προσεκτικά
-
εκπλήσσομαι, απορώ figuratively
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of θαυμάζω.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“θαυμάζω το κουράγιο του, τη γενναιότητά του”
“Θαυμάζω το θράσος σου! Απορώ και εξανίσταμαι μ' αυτά που ακούω να ξεστομίζεις! (μειωτικά)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free