Conjugation of θαυμάζω
θavˈma.zoεντυπωσιάζομαι με κάτι ή κάποιον, μένω έκθαμβος, αισθάνομαι θαυμασμό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θαυμάζω |
| εσύ | θαυμάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θαυμάζει |
| εμείς | θαυμάζουμε |
| εσείς | θαυμάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θαυμάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | θαύμαζα |
| εσύ | θαύμαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θαύμαζε |
| εμείς | θαυμάζαμε |
| εσείς | θαυμάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θαύμαζαν |
Αόριστος
| εγώ | θαύμασα |
| εσύ | θαύμασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θαύμασε |
| εμείς | θαυμάσαμε |
| εσείς | θαυμάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θαύμασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θαυμάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θαυμάσω |
| εσύ | θαυμάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θαυμάσει |
| εμείς | θαυμάσουμε |
| εσείς | θαυμάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θαυμάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | θαύμαζε |
| εσείς | θαυμάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θαύμασε |
| εσείς | θαυμάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θαυμάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θαυμάζομαι |
| εσύ | θαυμάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | θαυμάζεται |
| εμείς | θαυμαζόμαστε |
| εσείς | θαυμάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θαυμάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | θαυμαζόμουν |
| εσύ | θαυμαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | θαυμαζόταν |
| εμείς | θαυμαζόμασταν |
| εσείς | θαυμαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θαυμάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | θαυμάστηκα |
| εσύ | θαυμάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θαυμάστηκε |
| εμείς | θαυμαστήκαμε |
| εσείς | θαυμαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θαυμάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θαυμαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θαυμαστώ |
| εσύ | θαυμαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | θαυμαστεί |
| εμείς | θαυμαστούμε |
| εσείς | θαυμαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θαυμαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | θαυμάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θαυμάσου |
| εσείς | θαυμαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θαυμαστεί |