HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θαυμάζω — definition

Conjugation of θαυμάζω

Regular CEFR B2
θavˈma.zo

εντυπωσιάζομαι με κάτι ή κάποιον, μένω έκθαμβος, αισθάνομαι θαυμασμό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θαυμάζω
εσύ θαυμάζεις
αυτός / αυτή / αυτό θαυμάζει
εμείς θαυμάζουμε
εσείς θαυμάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά θαυμάζουν
Παρατατικός
εγώ θαύμαζα
εσύ θαύμαζες
αυτός / αυτή / αυτό θαύμαζε
εμείς θαυμάζαμε
εσείς θαυμάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά θαύμαζαν
Αόριστος
εγώ θαύμασα
εσύ θαύμασες
αυτός / αυτή / αυτό θαύμασε
εμείς θαυμάσαμε
εσείς θαυμάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θαύμασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θαυμάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θαυμάσω
εσύ θαυμάσεις
αυτός / αυτή / αυτό θαυμάσει
εμείς θαυμάσουμε
εσείς θαυμάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά θαυμάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ θαύμαζε
εσείς θαυμάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θαύμασε
εσείς θαυμάστε
Απαρέμφατο αορίστου
θαυμάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θαυμάζομαι
εσύ θαυμάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό θαυμάζεται
εμείς θαυμαζόμαστε
εσείς θαυμάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά θαυμάζονται
Παρατατικός
εγώ θαυμαζόμουν
εσύ θαυμαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό θαυμαζόταν
εμείς θαυμαζόμασταν
εσείς θαυμαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά θαυμάζονταν
Αόριστος
εγώ θαυμάστηκα
εσύ θαυμάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό θαυμάστηκε
εμείς θαυμαστήκαμε
εσείς θαυμαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά θαυμάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θαυμαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θαυμαστώ
εσύ θαυμαστείς
αυτός / αυτή / αυτό θαυμαστεί
εμείς θαυμαστούμε
εσείς θαυμαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θαυμαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θαυμάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θαυμάσου
εσείς θαυμαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
θαυμαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary