HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συγκέντρωση | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Frequent

Ορισμοί

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συγκεντρώνω και του συγκεντρώνομαι
  2. μάζεμα
  3. μάζωξη, συνάθροιση πολλών ατόμων ή αντικειμένων σε ένα σημείο
  4. κατάσταση στην οποία κάποιος σκέφτεται μόνο για κάτι συγκεκριμένο
  5. αναλογία της ποσότητας μιας ουσίας σχετικά με την ποσότητα μιας άλλης ουσίας σε ένα μείγμα ή διάλυμα

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“ασχολούμαι με τη συγκέντρωση αποδείξεων για την αθωότητα του κατηγορούμενου”

I am working on gathering evidence for the innocence of the accused

“πρώτος σκοπός της Μακντόναλντ ήταν η συγκέντρωση και ψηφιοποίηση όλων των αρχαίων ελληνικών κειμένων”
“όταν το κράτος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας απαγορεύονται οι συγκεντρώσεις άνω των πέντε ατόμων”
“η συγκέντρωση αλάτων στο νερό είναι απαγορευτική για να το πιει κάποιος”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συγκέντρωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course