Meaning of ελέγχω | Babel Free
/eˈleŋ.xo/Ορισμοί
- ασκώ έλεγχο σε κάποιον ή κάτι ως αρμόδια αρχή
- θέτω υπό έλεγχο ένα φαινόμενο ή μια κατάσταση περιορίζοντας τις διαστάσεις ή τις συνέπειες που έχει στα επιθυμητά ή ανεκτά επίπεδα
- πειθαρχώ, συγκρατώ
- έχω τον έλεγχο μιας μηχανής, ενός οχήματος κλπ, ώστε να το κατευθύνω και να καθορίζω τη λειτουργία του
- επιβάλλομαι, κυριαρχώ σε κάτι
- έχω την κυριαρχία, καθορίζω τι θα γίνει
- επιπλήττω, αποδοκιμάζω κάποιον
- αξιολογώ, κρίνω διασταυρώνοντας
Ισοδύναμα
English
control
Παραδείγματα
“※ Οι προϊστάμενοι των Τμημάτων διευθύνουν, εποπτεύουν, ελέγχουν και συντονίζουν τις εργασίες του Τμήματος τους και παρέχουν τις αναγκαίες προς τούτο εντολές και οδηγίες στο προσωπικό (Εθνικός Μηχανισμός Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, Αναδιάρθρωση της ΓΓΠΠ, Αναβάθμιση Εθελοντισμού Πολιτικής Προστασίας, Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος και άλλες διατάξεις, Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων, https://www.opengov.gr/yptp/?p=2511)”
“η εφορία ελέγχει τα λογιστικά βιβλία”
“οι πυροσβέστες κατάφεραν να ελέγξουν τη φωτιά”
“είναι καλό να ελέγχω τις αντιδράσεις του θυμικού μου”
“ο οδηγός του φορτηγού δεν μπόρεσε να ελέγξει το βαρύ όχημα”
“νευρική και ανυπότακτη φύση, κανένας δεν την ελέγχει, μόνο ο εαυτός της”
“οι Αθηναίοι ήλεγχαν τα στενά του Ελλήσποντου”
“η συνείδησή μου με ελέγχει για ό,τι κάνω”
“ελέγχει πάντα τις πληροφορίες του”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.