HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ελέγχω — definition

Conjugation of ελέγχω

Regular CEFR B2
eˈleŋ.xo

θέτω υπό έλεγχο ένα φαινόμενο ή μια κατάσταση περιορίζοντας τις διαστάσεις ή τις συνέπειες που έχει στα επιθυμητά ή ανεκτά επίπεδα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ελέγχω
εσύ ελέγχεις
αυτός / αυτή / αυτό ελέγχει
εμείς ελέγχουμε
εσείς ελέγχετε
αυτοί / αυτές / αυτά ελέγχουν
Παρατατικός
εγώ έλεγχα
εσύ έλεγχες
αυτός / αυτή / αυτό έλεγχε
εμείς ελέγχαμε
εσείς ελέγχατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλεγχαν
Αόριστος
εγώ έλεγξα
εσύ έλεγξες
αυτός / αυτή / αυτό έλεγξε
εμείς ελέγξαμε
εσείς ελέγξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλεγξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ελέγξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ελέγξω
εσύ ελέγξεις
αυτός / αυτή / αυτό ελέγξει
εμείς ελέγξουμε
εσείς ελέγξετε
αυτοί / αυτές / αυτά ελέγξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ έλεγχε
εσείς ελέγχετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έλεγξε
εσείς ελέγξτε
Απαρέμφατο αορίστου
ελέγξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ελέγχομαι
εσύ ελέγχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ελέγχεται
εμείς ελεγχόμαστε
εσείς ελέγχεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ελέγχονται
Παρατατικός
εγώ ελεγχόμουν
εσύ ελεγχόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ελεγχόταν
εμείς ελεγχόμασταν
εσείς ελεγχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ελέγχονταν
Αόριστος
εγώ ελέγχθηκα
εσύ ελέγχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ελέγχθηκε
εμείς ελεγχθήκαμε
εσείς ελεγχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ελέγχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ελεγχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ελεγχθώ
εσύ ελεγχθείς
αυτός / αυτή / αυτό ελεγχθεί
εμείς ελεγχθούμε
εσείς ελεγχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ελεγχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ελέγχεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ελέγξου
εσείς ελεγχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ελεγχθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary