Conjugation of ελέγχω
eˈleŋ.xoθέτω υπό έλεγχο ένα φαινόμενο ή μια κατάσταση περιορίζοντας τις διαστάσεις ή τις συνέπειες που έχει στα επιθυμητά ή ανεκτά επίπεδα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ελέγχω |
| εσύ | ελέγχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ελέγχει |
| εμείς | ελέγχουμε |
| εσείς | ελέγχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ελέγχουν |
Παρατατικός
| εγώ | έλεγχα |
| εσύ | έλεγχες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έλεγχε |
| εμείς | ελέγχαμε |
| εσείς | ελέγχατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έλεγχαν |
Αόριστος
| εγώ | έλεγξα |
| εσύ | έλεγξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έλεγξε |
| εμείς | ελέγξαμε |
| εσείς | ελέγξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έλεγξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ελέγξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ελέγξω |
| εσύ | ελέγξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ελέγξει |
| εμείς | ελέγξουμε |
| εσείς | ελέγξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ελέγξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | έλεγχε |
| εσείς | ελέγχετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | έλεγξε |
| εσείς | ελέγξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ελέγξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ελέγχομαι |
| εσύ | ελέγχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ελέγχεται |
| εμείς | ελεγχόμαστε |
| εσείς | ελέγχεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ελέγχονται |
Παρατατικός
| εγώ | ελεγχόμουν |
| εσύ | ελεγχόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ελεγχόταν |
| εμείς | ελεγχόμασταν |
| εσείς | ελεγχόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ελέγχονταν |
Αόριστος
| εγώ | ελέγχθηκα |
| εσύ | ελέγχθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ελέγχθηκε |
| εμείς | ελεγχθήκαμε |
| εσείς | ελεγχθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ελέγχθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ελεγχθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ελεγχθώ |
| εσύ | ελεγχθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ελεγχθεί |
| εμείς | ελεγχθούμε |
| εσείς | ελεγχθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ελεγχθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ελέγχεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ελέγξου |
| εσείς | ελεγχθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ελεγχθεί |