οπτική
Ορισμοί
- κλάδος της φυσικής που ερευνά τη φύση, τη διάδοση και τις αλληλεπιδράσεις του φωτός, καθώς και τα φαινόμενα που απορρέουν απʼ αυτές
- συγκροτημένο σώμα θεωριών και ερμηνειών γύρω από το φως, όπως αυτό αποτυπώνεται σε συγκεκριμένο επιστημονικό έργο ή σχολή σκέψης.
- το σύνολο γνώσεων και πρακτικών που αφορούν τη μελέτη, τον σχεδιασμό και τη ρύθμιση συστημάτων που κατευθύνουν ή μετασχηματίζουν το φως (π.χ. φακοί, κάτοπτρα, όργανα)
- η μελέτη της πορείας και της πρόσληψης του φωτός από το οπτικό σύστημα, φυσιολογικό ή παθολογικό, με ή χωρίς οπτικά βοηθήματα
-
ο τρόπος θέασης και ερμηνείας της πραγματικότητας από συγκεκριμένη νοητική ή εμπειρική σκοπιά figuratively
Ισοδύναμα
32 more languages
العربيةبصريات
Catalàòptica
Češtinaoptika
Cymraegopteg
DeutschOptik
فارسینورشناسی
Հայերենօպտիկա
Bahasa Indonesiaoptika
Íslenskaljósfræði
Italianoottica
日本語光学
한국어광학
Македонскиоптика
Bahasa Melayuoptik
ਪੰਜਾਬੀਚਾਨਣ ਵਿਗਿਆਨ
Polskioptyka
Portuguêsóptica
Русскийоптика
Slovenščinaoptika
Svenskaoptik
తెలుగుకాంతిశాస్త్రము
Türkçeoptik
Українськаоптика
Tiếng Việtquang học
Παραδείγματα
“Η οπτική μελετά τη διάδοση του φωτός μέσα στους φακούς.”
Optics studies the propagation of light through lenses.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free