HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of οπτική | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Frequent

Ορισμοί

  1. κλάδος της φυσικής που ερευνά τη φύση, τη διάδοση και τις αλληλεπιδράσεις του φωτός, καθώς και τα φαινόμενα που απορρέουν απʼ αυτές
  2. συγκροτημένο σώμα θεωριών και ερμηνειών γύρω από το φως, όπως αυτό αποτυπώνεται σε συγκεκριμένο επιστημονικό έργο ή σχολή σκέψης.
  3. το σύνολο γνώσεων και πρακτικών που αφορούν τη μελέτη, τον σχεδιασμό και τη ρύθμιση συστημάτων που κατευθύνουν ή μετασχηματίζουν το φως (π.χ. φακοί, κάτοπτρα, όργανα)
  4. η μελέτη της πορείας και της πρόσληψης του φωτός από το οπτικό σύστημα, φυσιολογικό ή παθολογικό, με ή χωρίς οπτικά βοηθήματα
  5. ο τρόπος θέασης και ερμηνείας της πραγματικότητας από συγκεκριμένη νοητική ή εμπειρική σκοπιά
    figuratively

Ισοδύναμα

English Optics

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See οπτική used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course