HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του οπτική | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Frequent

Ορισμοί

  1. κλάδος της φυσικής που ερευνά τη φύση, τη διάδοση και τις αλληλεπιδράσεις του φωτός, καθώς και τα φαινόμενα που απορρέουν απʼ αυτές
  2. συγκροτημένο σώμα θεωριών και ερμηνειών γύρω από το φως, όπως αυτό αποτυπώνεται σε συγκεκριμένο επιστημονικό έργο ή σχολή σκέψης.
  3. το σύνολο γνώσεων και πρακτικών που αφορούν τη μελέτη, τον σχεδιασμό και τη ρύθμιση συστημάτων που κατευθύνουν ή μετασχηματίζουν το φως (π.χ. φακοί, κάτοπτρα, όργανα)
  4. η μελέτη της πορείας και της πρόσληψης του φωτός από το οπτικό σύστημα, φυσιολογικό ή παθολογικό, με ή χωρίς οπτικά βοηθήματα
  5. ο τρόπος θέασης και ερμηνείας της πραγματικότητας από συγκεκριμένη νοητική ή εμπειρική σκοπιά
    figuratively

Ισοδύναμα

العربية بصريات
Bosanski optika оптика
Català òptica
Čeština optika
Cymraeg opteg
Deutsch Optik
English Optics view vision
Español óptica
فارسی نورشناسی
Français Optique
Hrvatski optika оптика
Magyar fénytan optika
Հայերեն օպտիկա
Bahasa Indonesia optika
Íslenska ljósfræði
Italiano ottica ottica
日本語 光学
한국어 광학
Македонски оптика
Bahasa Melayu optik optik
Nederlands optica optiek
ਪੰਜਾਬੀ ਚਾਨਣ ਵਿਗਿਆਨ
Polski optyka
Português óptica
Русский оптика
Slovenščina optika
Српски optika оптика
Svenska optik
Türkçe optik optik
Українська оптика
Tiếng Việt quang học

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη οπτική σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free