Σημασία του οπτική | Babel Free
Ορισμοί
- κλάδος της φυσικής που ερευνά τη φύση, τη διάδοση και τις αλληλεπιδράσεις του φωτός, καθώς και τα φαινόμενα που απορρέουν απʼ αυτές
- συγκροτημένο σώμα θεωριών και ερμηνειών γύρω από το φως, όπως αυτό αποτυπώνεται σε συγκεκριμένο επιστημονικό έργο ή σχολή σκέψης.
- το σύνολο γνώσεων και πρακτικών που αφορούν τη μελέτη, τον σχεδιασμό και τη ρύθμιση συστημάτων που κατευθύνουν ή μετασχηματίζουν το φως (π.χ. φακοί, κάτοπτρα, όργανα)
- η μελέτη της πορείας και της πρόσληψης του φωτός από το οπτικό σύστημα, φυσιολογικό ή παθολογικό, με ή χωρίς οπτικά βοηθήματα
-
ο τρόπος θέασης και ερμηνείας της πραγματικότητας από συγκεκριμένη νοητική ή εμπειρική σκοπιά figuratively
Ισοδύναμα
العربية
بصريات
Català
òptica
Čeština
optika
Cymraeg
opteg
Deutsch
Optik
Español
óptica
فارسی
نورشناسی
Français
Optique
Հայերեն
օպտիկա
Bahasa Indonesia
optika
Íslenska
ljósfræði
日本語
光学
한국어
광학
Македонски
оптика
ਪੰਜਾਬੀ
ਚਾਨਣ ਵਿਗਿਆਨ
Polski
optyka
Português
óptica
Русский
оптика
Slovenščina
optika
Svenska
optik
తెలుగు
కాంతిశాస్త్రము
Українська
оптика
Tiếng Việt
quang học
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free