Meaning of οπτική | Babel Free
Ορισμοί
- κλάδος της φυσικής που ερευνά τη φύση, τη διάδοση και τις αλληλεπιδράσεις του φωτός, καθώς και τα φαινόμενα που απορρέουν απʼ αυτές
- συγκροτημένο σώμα θεωριών και ερμηνειών γύρω από το φως, όπως αυτό αποτυπώνεται σε συγκεκριμένο επιστημονικό έργο ή σχολή σκέψης.
- το σύνολο γνώσεων και πρακτικών που αφορούν τη μελέτη, τον σχεδιασμό και τη ρύθμιση συστημάτων που κατευθύνουν ή μετασχηματίζουν το φως (π.χ. φακοί, κάτοπτρα, όργανα)
- η μελέτη της πορείας και της πρόσληψης του φωτός από το οπτικό σύστημα, φυσιολογικό ή παθολογικό, με ή χωρίς οπτικά βοηθήματα
-
ο τρόπος θέασης και ερμηνείας της πραγματικότητας από συγκεκριμένη νοητική ή εμπειρική σκοπιά figuratively
Ισοδύναμα
English
Optics
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.