οπτική ίνα
Ορισμοί
λεπτός, εύκαμπτος αγωγός από γυαλί ή πλαστικό, σχεδιασμένος να μεταφέρει σήματα φωτός σε μεγάλες αποστάσεις με ελάχιστη απώλεια, αξιοποιούμενος κυρίως στις τηλεπικοινωνίες και στη μετάδοση δεδομένων υψηλής ταχύτητας
Ισοδύναμα
15 more languages
Българскиоптично влакно
Catalàfibra òptica
Češtinaoptické vlákno
Suomivalokuitu
Bahasa Indonesiaserat optik
Italianofibra ottica
Қазақ тілісәулежол
한국어광섬유
Македонскиоптичко влакно
Nederlandsglasvezel
Polskiświatłowód
Portuguêsfibra ótica
Românăfibră optică
Русскийоптоволокно
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free