Meaning of αυτοκρατορία | Babel Free
/a.fto.kɾa.toˈɾi.a/Ορισμοί
- η εξουσία του αυτοκράτορα
- κράτος ή σύνολο κρατών τα οποία υπάγονται στην εξουσία ενός αυτοκράτορα
-
πολύ μεγάλη οικονομική επιχείρηση figuratively
Ισοδύναμα
English
empire
Παραδείγματα
“ρωμαϊκή αυτοκρατορία”
Roman empire
“ελληνική αυτοκρατορία, κινέζικη αυτοκρατορία, ρωμαϊκή αυτοκρατορία”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.